27.7 C
Athens
Δευτέρα 16 Μαΐου 2022
 

Συναντώντας τον «Ξένο» του Αλμπέρ Καμύ, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τσιάμη

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

«… Αυτό που θα διαβάσει ο αναγνώστης στον “Ξένο” είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που, δίχως τίποτα το ηρωικό στη συμπεριφορά του, δέχεται να πεθάνει για την αλήθεια. Ένιωσα εξάλλου την ανάγκη να πω, κι ας μοιάζει παράδοξο, πως προσπάθησα ν’ αποδώσω με τον ήρωά μου το μόνο Χριστό που μας αξίζει. Είναι φανερό λοιπόν, μετά τις εξηγήσεις μου, ότι το είπα χωρίς πρόθεση βλασφημίας, απλώς και μόνο με την κάπως ειρωνική τρυφερότητα που δικαιούται να νιώθει ένας καλλιτέχνης για τα πρόσωπα που δημιουργεί». (Αλμπέρ Καμύ, 1954)

Ο Μερσό, ο ήρωας, είναι ένας μέσος υπάλληλος γραφείου στο Αλγέρι. Αφηγείται την ύπαρξή του σε όλη της τη μετριότητα, περιορισμένη να κυλάει μηχανικά και μεθοδικά, ανούσια και συνηθισμένα, με κινήσεις καθημερινές και να ζητάει ενστικτωδώς τις στοιχειώδεις αισθήσεις. Ζει μέσα σε ένα είδος μυστήριας αδιαφορίας, σε μια παράξενη νάρκη. Κάθε φορά που πρόκειται να κάνει κάτι, παρατηρεί ότι μπορεί να κάνει κάτι άλλο και τελικά τα πάντα του φαίνονται ασήμαντα. Απόμακρος, αμέτοχος, ανενθουσίαστος. Ανάλγητος, κυνικός, ψυχρός; Δίχως ψευδαισθήσεις για τις καθιερωμένες αξίες, φέρεται σαν να μην έχει η ζωή κανένα νόημα. «Σήμερα πέθανε η μαμά. Ίσως και χτες, δεν ξέρω. Έλαβα ένα τηλεγράφημα από το άσυλο – Μητέρα απεβίωσε. Κηδεία αύριο. Θερμά συλλυπητήρια. – Αυτό δε μου λέει τίποτα. Μπορεί να ήταν και χτες». Ο Μερσό αντιπροσωπεύει τον άνθρωπο προτού συνειδητοποιήσει το παράλογο, αλλά που είναι ήδη προετοιμασμένος γι’ αυτή τη σαφή αφύπνιση.

Κάθε Τρίτη μετά την παράσταση στο “Απο Μηχανής Θέατρο” ακολουθεί συζήτηση για τον Ξένο του Αλμπέρ Καμύ, με ένα καλεσμένο και τους συντελεστές. Εδώ ο ποιητής Χριστόφορος Λιοντάκης με τον σκηνοθέτη του έργου Δημήτρη Τσιάμη και τους ηθοποιούς Μιχάλη Οικονόμου, Κλεοπάτρα Μάρκου και Γεράσιμο Μιχελή.

Το πιο μυστηριώδες βιβλίο, ένα βιβλίο γραμμένο για τους ανθρώπους, το εμβληματικό έργο του Αλμπέρ Καμύ «Ο Ξένος», μεταφέρθηκε στη σκηνή του Θεάτρου “104” (τον Απρίλιο του 2017) και στο “Από Μηχανής Θέατρο” (από τον Οκτώβριο του 2017)  σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τσιάμη, με τρεις σημαντικούς μας ηθοποιούς, τον Γεράσιμο Μιχελή, τον Μιχάλη Οικονόμου και την Κλεοπάτρα Μάρκου.

Ο Καμύ είναι ένας αφηγητής των κόσμων, ένας ξένος και ο ίδιος. Το μυθιστόρημά του «Ο Ξένος» (L’Étranger) δημοσιεύτηκε το 1942. Το θέμα και η θεώρηση του βιβλίου αναφέρονται συχνά ως υποδείγματα της φιλοσοφίας του παραλόγου του Καμύ καθώς και του υπαρξισμού, παρόλο που ο Καμύ προσωπικά απέρριπτε την ετικέτα του υπαρξιστή.

Το βιβλίο ξεκινά με την περίφημη φράση: «Aujourd’hui, maman est morte. Ou peut-être hier, je ne sais pas» («Σήμερα, η μαμά πέθανε. Ή ίσως χθες, δεν ξέρω»). Το Σήμερα διακόπτεται από τον θάνατο της μαμάς. Ο πρωταγωνιστής, ένας απαθής Γαλλο-Αλγερινός, μετά την παρουσία του στην κηδεία της μητέρας του, σκοτώνει ασυγκίνητα έναν Άραβα στο Γαλλικό Αλγέρι. Η ιστορία είναι χωρισμένη σε δύο μέρη: η αφήγηση του Μερσό σε πρώτο πρόσωπο πριν και μετά τον φόνο.

Όσοι από μας έχουν διαβάσει το κείμενο σε νεαρή ηλικία, ίσως παρόμοια αρχή, για παρόμοιο άνθρωπο, για παρόμοιο ήλιο, δεν έχουν ξαναδιαβάσει. Ποτέ τέτοια συγκίνηση από βιβλίο δεν θα έχουν βρει. Ο Μερσό αμέριμνος λούζεται από το ανελέητο ηλιόφως της Μεσογείου, μονάχος, τυφλωμένος από τη λάμψη, αδιάβροχος στη ζωή, στέκεται θαμπωμένος, θυμωμένος με τη ζωή και σκοτώνει τον Άραβα. Στις τελευταίες ώρες του, στη φυλακή, συμφιλιώνεται με τη ζωή, μέσα του χαράζει συμπόνια για τον εαυτό του.

Η τρυφερή αδιαφορία

«Οι λόγοι ενασχόλησης ενός σκηνοθέτη και μίας ομάδας ηθοποιών με ένα έργο ποικίλουν», λέει ο σκηνοθέτης Δημήτρης Τσιάμης. Ίσως στην υλοποίηση αυτής της παράστασης να συνετέλεσε το πάθος για εξερεύνηση της «τρυφερής αδιαφορίας του κόσμου». Μιας τρυφερής αδιαφορίας που άγγιξε το θεατή. Η ανάγκη της ανακάλυψης, η επιθυμία της γνωριμίας, η διάθεση να αλλάξεις μέσα από το έργο του συγγραφέα και μέσα από το δικό σου έργο. Να κινήσεις μια καλλιτεχνική διαδικασία ουσιαστικά και δημιουργικά.

Κάποια έργα προσφέρουν αυτή τη δυνατότητα περισσότερο από άλλα. Η πεποίθηση του συγγραφέα, ότι το άτομο είναι αθώο μπροστά στην πολυπλοκότητα και το παράδοξο του κόσμου, τον οδηγεί στην πεποίθηση πως η μοναδική διέξοδος από την εμπλοκή βρίσκεται στο γεγονός της εξέγερσης.

Παρότι εγκληματίας, ο Μερσό παραμένει στοργικά αποδεκτός στα μάτια μας, διεκδικώντας το δικαίωμα του καθενός μας στη διαφορετικότητα, αποκαθηλώνοντας τη μονοδιάστατη αντίληψη του παραδεκτού. Ουσιαστικά δεν υπάρχει παραλογισμός του ήρωα, αλλά πολλές διαφορετικές λογικές, με διαφορετικούς τρόπους έκφρασης κάθε φορά.

Η απόλυτη αλήθεια

Ο ήρωας του Καμύ αρνείται να παίξει το παιχνίδι που -λίγο ή πολύ- παίζουμε όλοι μας καθημερινά στις κοινωνικές μας συναναστροφές. Αρνείται να πει έστω και το παραμικρό ψέμα. Δεν το διανοείται. Και δεν είναι μόνον αυτό. Ο Μερσό αποκαλύπτει περισσότερη αλήθεια από αυτή που μπορεί να αντέξουν οι γύρω του. Αποκαλύπτει στους άλλους ό, τι ακριβώς σκέφτεται, αδιαφορώντας για τα συναισθήματά τους. Παραβλέποντας τους κοινωνικούς κανόνες. Έτσι κάνει τη ζωή του δυσκολότερη και οι άλλοι αισθάνονται ένα είδος απειλής απέναντί του. «Χωρίς ευαισθησία για κανέναν και για τίποτα, τον οδηγεί ένα επίμονο πάθος για την αναζήτηση της απόλυτης αλήθειας», γράφει ο συγγραφέας για τον Μερσό.

Ο «Ξένος» του Αλμπέρ Καμύ, όπως τον είδαμε στην κεντρική σκηνή του θεάτρου «104», είναι μια πρόκληση στην εφησυχασμένη κοινωνία και μια πρόσκληση για μια περισσότερο διαυγή οπτική της ζωής. Μια αδιάκοπη αναζήτηση νοήματος σε έναν κόσμο συνηθισμένα παράλογο. Ο συγγραφέας, τοποθετώντας μας στη θέση του Ξένου, μας διδάσκει. Αποκαλύπτει μια θέση απαλλαγμένη από πρακτικές, προσαρμογές, ασφάλειες, συμβάσεις και βεβαιότητες. Μια θέση που εντοπίζει στους κοινωνικούς ρόλους τον εγκλωβισμό της ύπαρξης. Καυτηριάζει τον ναρκισισμό της κοινωνίας η οποία εξορίζει ως μίασμα όποιον δεν της μοιάζει. Ο Ξένος μας καλεί να δούμε καθαρά, και για να δούμε πιο καθαρά χρειάζεται να δούμε διαφορετικά. Να δούμε διαφορετικά και το ίδιο το θέατρο και τις δυνατότητές του.

Η ατομική εξέγερση

Είναι η ιστορία ενός συναισθηματικά αποστασιοποιημένου, «ανήθικου» άνδρα. Δεν κλαίει στην κηδεία της μητέρας του, δεν πιστεύει στο Θεό και σκοτώνει έναν άνθρωπο που γνωρίζει ελάχιστα, χωρίς κάποιο ευδιάκριτο κίνητρο. Στην κοινωνία μας κάθε άνθρωπος που δεν κλαίει στην κηδεία της μητέρας του διατρέχει το ρίσκο να καταδικαστεί σε θάνατο. Άτομο διαφορετικό, ένας παρίας για το περιβάλλον του. Καταδικασμένος σε θάνατο, βρίσκεται μπροστά σε όλα τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής και της ουσίας της. Χωρίς ποτέ να δίνει κάποια οριστική απάντηση, η ατομική του εξέγερση είναι τελικά αυτή που τον οδηγεί στην αποδοχή και την υπέρβαση της κατάστασής του. Όταν φτάνει η στιγμή να εισπράξει την ποινή, βρίσκει την ειρήνη με τον εαυτό του και με την κοινωνία που τον καταδιώκει…

Γράφοντας για τη διαφορετικότητα, ο στοχαστής Καμύ, καθοδηγημένος από την αφηγηματική του ευφυΐα, κατορθώνει να μιλήσει για το καθολικό. Η περιπέτεια του ενός είναι η περιπέτεια του ανθρώπου και η μοίρα του η κοινή μας μοίρα.

Ένας άνθρωπος δίχως τίποτα το ηρωικό στη συμπεριφορά του, δέχεται να πεθάνει για την αλήθεια. «Ο Μερσώ αρνείται να πει ψέματα, τον κινεί μόνο το πάθος του απόλυτου. Αυτό και μόνο τον τοποθετεί εκτός κοινωνίας, για την οποία είναι ένας ξένος. Προσπάθησα ν’ αποδώσω με τον ήρωά μου τον μοναδικό Χριστό που μας αξίζει».

Ο μύθος του Σίσυφου

Ο Μερσό, όπως και οι ντοστογιεφσκικοί χαρακτήρες, δεν είναι παρά ο εκφραστής του οδυνηρού παραλόγου της ύπαρξης και καταρρακώνεται από το αφόρητο βάρος του. Κάπως έτσι φτάνουμε στον Σίσυφο που υποφέρει από το ανεβοκατέβασμα του βράχου αιωνίως.

Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Τσιάμης και οι τρεις ηθοποιοί της παράστασης, Γεράσιμος Μιχελής, Μιχάλης Οικονόμου και Κλεοπάτρα Μάρκου, ανασυνθέτουν και παρουσιάζουν το έργο με άξονα τα κεντρικά θέματά του -θνητότητα, διαφορετικότητα, γηρατειά, συνείδηση, ατομική ελευθερία- αναδεικνύοντας επί σκηνής τόσο την ιστορία όσο και τον φιλοσοφικό πυρήνα του έργου, σε ένα ζωντανό σκηνικό διάλογο του Ξένου με τον Μύθο του Σίσυφου, το μνημειώδες δοκίμιο του μεγάλου Γάλλου στοχαστή.

O αγώνας του Σίσυφου που περιφρονεί τους θεούς, αγαπά τη ζωή και μισεί το θάνατο γίνεται το σύμβολο της ανθρώπινης μοίρας. Ο Καμύ χρησιμοποιεί το μύθο του Σίσυφου για να δραματοποιήσει την ανθρώπινη κατάσταση.

Για τη θεατρική μεταφορά του «Ξένου», έγινε ανασύνθεση της ιστορίας του κυρίως βάσει των θεμάτων του και λιγότερο των γεγονότων του. Οι συντελεστές εστίασαν έτσι στην ανάπτυξη της σκέψης του συγγραφέα γύρω από αυτά και στην ανάδειξη του πυρήνα και της κύριας αίσθησης του έργου. Μέσα στην ιστορία του Ξένου συναντάμε τη φιλοσοφική σκέψη του Καμύ πάνω στα θέματα που τον απασχόλησαν στο σύνολο σχεδόν του έργου του (Θάνατος, Μητέρα, Χρόνος, Νόημα, Παράλογο, Δικαιοσύνη, Βία, Εξέγερση).

Η ιδέα της εξέγερσης διακατείχε όλη τη ζωή του συγγραφέα: «Τι είναι ένας επαναστατημένος άνθρωπος; Καταρχάς είναι ένας άνθρωπος που λέει όχι. Αρνείται, αλλά δεν απαρνείται: είναι επίσης αυτός που λέει ναι. Ας εξετάσουμε λεπτομερώς τη στιγμή της εξέγερσης»…

Ο Καμύ μας λέει ακόμα πως «Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο», το ίδιο ισχύει και για τον Ξένο.

Η προσπάθεια για εξέλιξη

Η σκηνοθεσία και η δραματουργική επεξεργασία του Δημήτρη Τσιάμη συμπύκνωσε την αναζήτηση του νέου ανθρώπου στο σύγχρονο κόσμο, τη δραματική του αντίφαση να θέλει και να αποστρέφεται τους άλλους, να προσπαθεί να αυτοπροσδιοριστεί και ταυτόχρονα να αυτοαναιρείται.

Με τους βράχους που είναι τοποθετημένοι επί σκηνής συμβολίζεται η συμπιεσμένη προσπάθεια της ανθρωπότητας σε μία χωρίς τέλος, επίπονη, ανοδική και εξελικτική πορεία. Οι ηθοποιοί έχουν τον «βράχο» τους, το βαρύ φορτίο της ανθρωπότητας που με πολύ κόπο και συνεχή προσπάθεια το σπρώχνει προς την κορυφή. Το φορτίο της γνώσης, των αξιών, της ελευθερίας και της καταπίεσης, του σωστού και του λάθους, του λογικού, του παράλογου και της αβελτηρίας, του δίκαιου και του άδικου, της ισότητας. Μέσα από μία διαρκή πάλη των αντιθέσεων που φέρνει την εξέλιξη, η ανθρωπότητα κοπιάζει, αγωνιά και φτάνει τον «βράχο» λίγο πριν από την κορυφή. Ο «βράχος» όμως ξεφεύγει. Κυλά. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Η κορυφή θα σήμαινε το τέλος της προσπάθειας. Θα σήμαινε το τέλος της εξέλιξης και τέλος στην εξέλιξη δεν υπάρχει. Η κορυφή είναι το αδιέξοδο.

Οι συντελεστές

Ένας κι ένας οι συντελεστές της παράστασης. Εξαιρετική η λιτή και ατμοσφαιρική σκηνογραφία του Γιάννη Θεοδωράκη. Με δυνατά και φορτισμένα στοιχεία η κινησιολογία της Ελένης Χατζηγεωργίου. Τελετουργικοί οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη. Υποβλητική η μουσική του ικανότατου συνθέτη Λάμπρου Πηγούνη. Στους χρωματικούς τόνους της γης και της άμμου τα βαμβακερά και λινά κοστούμια μαρτυρούσαν ότι η έμπνευση της ενδυματολόγου Βασιλικής Σύρμα προερχόταν από τον αποικιακό μοντερνισμό.

 

 

Οι ηθοποιοί εντυπωσίασαν στο απόλυτο με την ερμηνεία τους.

Ο Γεράσιμος Μιχελής σε μια από τις καλύτερες και συνταρακτικότερες ερμηνείες του έδωσε ένα γενναίο μάθημα εκφραστικής συνέπειας και ποιητικής. Δυναμική η σωματικότητά του, καθαρός ο λόγος του, δίχως επιτήδευση και ρητορική.

Ο Μιχάλης Οικονόμου έδειξε και τη βαθιά του παιδεία και την εσωτερικότητά του και τον εξαντλητικό έλεγχο, τη γνησιότητα, την αυθεντικότητα του ταλαντούχου ηθοποιού, του παθιασμένου για την τέχνη του καλλιτέχνη.

Η Κλεοπάτρα Μάρκου έδωσε επίσης μια επιτυχημένη ερμηνεία, δείχνοντάς μας τη συνεχή και απρόσκοπτη ανοδική της πορεία. Είχε διαύγεια και ένταση, οδύνη και μια εύστοχα χαρίεσσα κοσμικότητα.

Αν και λιτή, η παράσταση είναι ωραία και υψηλού επιπέδου. Παράσταση με ήθος, με άποψη, με σοβαρότητα, πολύ καλούς συντελεστές και σεβασμό στο θέατρο και στο κοινό.

 

 

Γνώρισε τον πατέρα του μόνο από μια φωτογραφία…

 

* Ο Αλμπέρ Καμύ (Albert Camus, 7 Νοεμβρίου 1913 – 4 Ιανουαρίου 1960) ήταν Γάλλος φιλόσοφος, λογοτέχνης και συγγραφέας, ιδρυτής του Theatre du Travail (1935), για το οποίο δούλεψε ως σκηνοθέτης, διασκευαστής και ηθοποιός. Χρωστά σχεδόν εξίσου τη φήμη του στα μυθιστορήματά του Ο Ξένος και Η Πανούκλα, στα θεατρικά του έργα Καλιγούλας και Οι δίκαιοι και τέλος στα φιλοσοφικά του δοκίμια Ο Μύθος του Σίσυφου και Ο επαναστατημένος άνθρωπος. Τιμήθηκε το 1957 με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Ο Αλμπέρ Καμύ γεννήθηκε στις 7 Νοεμβρίου 1913 στην Αλγερία από πατέρα Γάλλο χωρικό, μητέρα Ισπανίδα και μεγάλωσε μέσα στην ένδεια. Είχε έναν ακόμη μεγαλύτερο αδελφό. Ο πατέρας του, ο αλσατικής καταγωγής Λυσιέν, εργαζόταν για έναν έμπορο κρασιού σε ένα οινοπαραγωγικό κτήμα κοντά στο Μοντοβί (Mondovi) της Αλγερίας, όπου γεννήθηκε και ο Αλμπέρ. Επιστρατεύθηκε όμως τον Σεπτέμβριο του 1914 και ο τραυματισμός του στη μάχη του Μάρνη τον οδήγησε στον θάνατο στις 17 Οκτωβρίου του 1914. Ο μικρός Αλμπέρ θα γνωρίσει τον πατέρα του μέσα από μια φωτογραφία και μια σημαντική οικογενειακή ιστορία: την περιγραφή της έντονης αποστροφής που έδειξε ο πατέρας του μπροστά στο θέαμα μιας εκτέλεσης. Μετά τον θάνατο του Λυσιέν, η οικογένεια εγκαθίσταται στο Αλγέρι.

Ο Αλμπέρ κάνει τις σπουδές του έχοντας την υποστήριξη των καθηγητών του, μεταξύ των οποίων βρίσκουμε και τον Ζαν Γκρενιέ, που θα παρουσιάσει στον μαθητή του το έργο του Νίτσε. Ξεκινά να γράφει πολύ νέος και τα πρώτα του κείμενα φιλοξενούνται στο περιοδικό Sud το 1932. Μετά το απολυτήριο λυκείου (bac) παίρνει πτυχίο ανωτάτων σπουδών στη φιλολογία (lettres), της Φιλοσοφικής Σχολής, αλλά η φυματίωση (στα 1930 είχε την πρώτη του κρίση) τον εμποδίζει να περάσει τον διαγωνισμό πιστοποίησης που θα του επέτρεπε να ασχοληθεί με την εκπαίδευση (agrégation). Για λόγους υγείας αποχωρεί από την οικογενειακή εστία. Μένει για λίγο σε έναν θείο του χασάπη το επάγγελμα και δημοκράτη, υπέρμαχου των ιδεών του Βολτέρου, κι έπειτα αποφασίζει να ζήσει μόνος. Για να τα βγάλει πέρα παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα και κάνει διάφορες δουλειές.

To 1935, ξεκινά το L’ Envers et l’ Endroit, που θα εκδοθεί δύο χρόνια αργότερα. Ιδρύει το Θέατρο της Εργασίας (le Théâtre du Travail) στο Αλγέρι, που αργότερα (1937) μετονομάζει σε «Θέατρο της Ομάδας». Στο μεσοδιάστημα, ο Καμύ αποφασίζει να εγκαταλείψει το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα δύο χρόνια μετά την εγγραφή του σε αυτό. Εργάζεται στην εφημερίδα Front populaire (Λαϊκό μέτωπο), του Πασκάλ Πια (Pascal Pia). Η έρευνα που κάνει Μιζέρια της Καμπυλίας θα συναντήσει αντιδράσεις. Το 1940, η κυβέρνηση της Αλγερίας θα απαγορεύσει την εφημερίδα και θα φροντίσει να μην ξαναβρεί δουλειά ο Καμύ. Εγκαθίσταται στο Παρίσι και εργάζεται ως γραμματέας σύνταξης στην εφημερίδα Paris-Soir. Εκείνη την περίοδο θα δημοσιεύσει τον Ξένο (L’ Étranger, 1942) και το δοκίμιο Ο μύθος του Σίσυφου (Le Mythe de Sisyphe, 1942) και θα αναπτύξει τις φιλοσοφικές του θέσεις. Σύμφωνα με τη δική του άποψη περί ταξινόμησης του έργου του, αυτά τα έργα υπάγονται στον «κύκλο του παραλόγου» – ο οποίος θα συμπληρωθεί αργότερα με τα θεατρικά έργα Η παρεξήγηση (Le Malentendu) και Καλιγούλας (Caligula, 1944). Το 1943 προσλαμβάνεται ως εκδότης από τον εκδοτικό οίκο Gallimard και αναλαμβάνει τη διεύθυνση της εφημερίδας Combat (Μάχη), που συγκέντρωσε μερικές από τις σημαντικότερες υπογραφές Γάλλων αριστερών διανοουμένων, όταν ο Π. Πια κλήθηκε να προσφέρει από άλλες θέσεις στη Γαλλική Αντίσταση. Το 1947, διαφωνώντας με τη συντακτική ομάδα της εφημερίδας, ο Καμύ την εγκαταλείπει. Συνεχίζει το λογοτεχνικό έργο με την παραγωγή του «κύκλου της εξέγερσης», που περιλαμβάνει ένα από τα γνωστότερα μυθιστορήματά του, την Πανούκλα (1947), αλλά και άλλα έργα, λιγότερο δημοφιλή: L’ État de siège (1948), Οι δίκαιοι (1949) και Ο επαναστατημένος άνθρωπος (L’ Homme révolté) (1951).

Το 1952 έρχεται σε ρήξη με τον Ζαν Πωλ Σαρτρ με τη δημοσίευση στο περιοδικό Μοντέρνοι καιροί (Les Temps modernes) του άρθρου από τον Ανρί Ζανσόν (Henri Jeanson) που προσάπτει στην εξέγερση του Καμύ ότι είναι «εκ προθέσεως στατική». Το 1956, στο Αλγέρι, πρότεινε την «πολιτική ανακωχή» ενώ μαινόταν ο πόλεμος. Εκδίδει την Πτώση (La Chute), ένα απαισιόδοξο βιβλίο. Το 1957 τιμάται με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του.

Ο Καμύ βρίσκει τον θάνατο στις 4 Ιανουαρίου 1960, πριν προλάβει να συμπληρώσει τα 47 του, σε αυτοκινητικό ατύχημα στο (Πτι) Βιλμπλεβέν της Υόν (Yonne), όταν ο οδηγός και συγγενής του στενού του φίλου Γκαλιμάρ παρεκκλίνει της πορείας του και ρίχνει το αυτοκίνητο μάρκας Facel-Vega σε ένα δέντρο. Οι εφημερίδες της εποχής κάνουν λόγο για υπερβολική ταχύτητα (130 χλμ/ω), αδιαθεσία του οδηγού ή σκάσιμο του ελαστικού, αλλά ο συγγραφέας Ρενέ Ετιάμπλ διαβεβαιώνει ότι ύστερα από επίμονες μελέτες είχε στα χέρια του αποδείξεις ότι η Facel-Vega ήταν ένα κινητό φέρετρο – ωστόσο καμία εφημερίδα δεν δέχτηκε να τις δημοσιεύσει.

Ο Καμύ τάφηκε στο Λουρμαρέν (Lourmarin) της Βωκλύζ (Vaucluse), όπου είχε αγοράσει μια κατοικία.

Στο περιθώριο των κυρίαρχων φιλοσοφικών ρευμάτων ο Καμύ επέμεινε στον στοχασμό πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση. Αρνούμενος να εκφράσει ομολογία πίστεως στον Θεό, στην ιστορία ή στη λογική, ήρθε σε αντίθεση με τον χριστιανισμό, τον μαρξισμό και τον υπαρξισμό. Δεν σταμάτησε ποτέ την πάλη ενάντια στα ιδεολογήματα και τις αφαιρέσεις που αποστρέφονται την ανθρώπινη φύση.

Ο Αλμπέρ Καμύ παραδόθηκε στη διαρκή εναλλαγή για να αποφύγει τη «συνήθεια», ωστόσο διατήρησε μία και μοναδική ως την τελευταία ημέρα της ζωής του: να γράφει για τους ανθρώπους, για «τα παθήματα της ψυχής» και για το «παράπονο των εγκλείστων στον εαυτό τους» ανθρώπων. Το σύνολο του έργου του (αριθμεί 30 βιβλία) είχε ευρύτατη απήχηση και μεταφράστηκε στις περισσότερες χώρες. Ο Καμύ ήταν ο κατ’ εξοχήν «ανθρώπινος» συγγραφέας, ο κατ’ εξοχήν ανθιστάμενος στην κωμωδία της καθημερινότητας, ο πραγματικός αναλυτής των «μάταιων πράξεων», όπως γράφει ο ίδιος θέλοντας να χαρακτηρίσει την αγωνία του θανάτου.

  • «Όλα γίνονται από μια συνήθεια. Είμαστε γελοίοι αριθμοί μιας κοινωνίας που ενεργεί από συνήθεια, μισούμε ή αγαπάμε από συνήθεια και σκεπτόμαστε τα “μεγάλα προβλήματα” από συνήθεια». (Καμύ)

*Η παραπάνω κριτική – παρουσίαση δημοσιεύθηκε στο catisart.gr την 1η Ιουνίου 2017 για την παράσταση στο Θέατρο 104.

***

Πληροφορίες για την παράσταση στο “Από Μηχανής Θέατρο”

«Ο ξένος»

Του Αλμπέρ Καμύ

Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία: Δημήτρης Τσιάμης

Σκηνογραφία: Γιάννης Θεοδωράκης

Κινησιολογία: Ελένη Χατζηγεωργίου

Μουσική: Λάμπρος Πηγούνης

Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης

Ενδυματολογία: Βασιλική Σύρμα

Βοηθός σκηνοθέτη: Ειρήνη Δένδη

Φωτογραφίες: Δομινίκη Μητροπούλου

Σκηνοθέτης teaser: Γιώργος Αποστολόπουλος

Οργάνωση παραγωγής: Δήμητρα Κόλλια

Δημόσιες σχέσεις & επικοινωνία: Χρύσα Ματσαγκάνη, Κωνσταντίνος Πλατής

***

Ερμηνεύουν

Γεράσιμος Μιχελής

Κλεοπάτρα Μάρκου

Μιχάλης Οικονόμου (κάθε Τρίτη)

Μιχάλης Βαλάσογλου (κάθε Δευτέρα)

***

Γενική είσοδος: 12 ευρώ

Μειωμένο (φοιτητών & ανέργων): 8 ευρώ

Ατέλεια: 5 ευρώ

Κάθε Δευτέρα: 21:00

Και κάθε Τρίτη: 21:00 (Ακολουθεί συζήτηση για 45 λεπτά με τους συντελεστές)

Από Μηχανής Θέατρο

Ακαδήμου 13, Μεταξουργείο

Τηλέφωνο 210 – 52.31.131

Κοντά στους σταθμούς μετρό: Ομόνοια και Μοναστηράκι

 

 

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
695ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
- Advertisement -

Τελευταία άρθρα

Cat Is Art