Cat Is Art

Ορφέας Αυγουστίδης, έχει την ομορφιά μέσα του

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Ορισμένοι από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους επιμένουν στην ιδέα ότι είναι αδύνατον να δοθεί ένας ορισμός της τέχνης, ότι είναι λάθος να επιχειρήσει κανείς να δώσει έναν τέτοιο ορισμό, επειδή όχι μόνον δεν υπάρχουν όρια στην τέχνη, αλλά και επειδή τα όρια αυτά είναι αδύνατον να καθοριστούν με τις γνωστές μεθόδους. Κι αμέσως μου γεννώνται ερωτήματα. Ποία η σχέση της τέχνης με την ομορφιά; Η ομορφιά περιέχει τέχνη; Η τέχνη δημιουργεί ομορφιά; Αξιοποιεί την ομορφιά, τη δέχεται; Προβληματίζομαι διότι πιστεύω πως έφτασα σε απόσταση αναπνοής από ένα έργο τέχνης με σάρκα και οστά. Ακέραιο και ακτινοβόλο, σχεδόν σημαδεμένο από τη φωτιά. Μέρες φθινοπώρου ήταν. Βρίσκομαι σ’ έναν κήπο και συναντώ, με κλαδιά να ανεμίζουν τριγύρω μου, φύλλα που πέφτουν στο έδαφος,  μέσα σε ένα χρυσαφί φως, καλύπτοντας τα μάτια μου, ανάμεσα σε ρίζες, άνθη και καρπούς, ένα καθαρό πρόσωπο. Πρόσωπο καμωμένο από σκούρα μέταλλα, βελούδινα μάτια και μέτωπο ώριμου παιδιού. Το πρόσωπο του Ορφέα Αυγουστίδη. Ενός νέου ανθρώπου, ηθοποιού, με άκρατη αλλά σταθερή ευαισθησία και καλλιτεχνική λογική. Συζητώντας μαζί του ανακαλύπτω τα πράγματα που απορρέουν από μέσα του. Τις ανησυχίες του, τις απόψεις του, τις αγωνίες του. Είναι εύγλωττος και ευχάριστος συνομιλητής, μα και σωστός ακροατής. Παρατηρεί τα πάντα με προσοχή και ενδιαφέρον, επιπλέον ακούει αθόρυβα και συνειδητά. Μια έκφραση αβρότητας δίνει ξεχωριστή ζωντάνια στα κλασικά χαρακτηριστικά του. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να είναι ένα παιδί που μεγάλωσε μέσα σε θερινά σινεμά; Πρώτα στο “Σινέ Αμόρε” κι ύστερα στο “Σινέ Ψυρρή”; Σίγουρα με φαντασία και αισθητική. Ονειροπόλος και στοχαστικός, νοσταλγικός και ιδεολόγος. Ο Ορφέας Αυγουστίδης, εκτός των άλλων, είναι πραγματικά ένας εντυπωσιακός άνδρας. Ψηλός, ευθυτενής, επιβλητικός. Ένας μαγνητικός πόλος που τραβάει τα βλέμματα. Θεωρώ πως είναι η καλύτερη αφορμή για τον επαναπροσδιορισμό της θέσης της ομορφιάς στον κόσμο της τέχνης. Η ομορφιά, άλλωστε, είναι η καλύτερη συστατική επιστολή, κατά τον Αριστοτέλη. Στον Ορφέα όλα είναι ωραία, και η εμφάνιση, και η συμπεριφορά, και η σκέψη. Κυρίως όμως αυτό που πρέπει να του αναγνωρίσει κανείς είναι η διαρκής εξέλιξη και η ομορφιά που κλείνει μέσα του.

Διαβάστε τη συνέντευξη.

Tη φωτογράφιση πραγματοποίησε ο Δημήτρης Πιτσάκης.

* Έχω μνήμες παιδικές οι οποίες είναι πολύ έντονες και τις έχω ανάγκη, επιστρέφω σε αυτές πολύ συχνά. Όπως βέβαια τα καλοκαίρια, στον κινηματογράφο “Σινέ Αμόρε”. Είχαμε ένα εξοχικό, για αρκετά χρόνια, στη Βραυρώνα, που το μοιραζόμασταν δυο τρεις φιλικές οικογένειες. Εκεί, με τους παιδικούς μου φίλους μεγαλώσαμε μαζί. Θυμάμαι μια «συμμορία» που είχαμε και όλη μέρα τρέχαμε με τα ποδήλατα. Οι γονείς μας έφτιαχναν σπιτάκια πάνω σε δέντρα. Ανεβαίναμε και άρχιζε ο κουκουναροπόλεμος. Το πρόγραμμα της ημέρας συμπλήρωναν τα επιτραπέζια παιχνίδια. Το ίδιο σκηνικό και στην Κρήτη με τα αγαπημένα μου ξαδέλφια αλλά και με τον παππού και με τη γιαγιά.

Η καταγωγή σου ποια είναι;

* Η μαμά μου γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Χανιά, από μπαμπά Χανιώτη και μαμά Ρεθυμνιώτισσα. Ο πατέρας μου γεννήθηκε στην Αθήνα, από γονείς πρόσφυγες Μικρασιάτες.

Το επάγγελμα του ηθοποιού ήταν μέσα στα πρώτα σου όνειρα;

* Τα όνειρά μου σαν παιδί ήταν να γίνω σούπερ ήρωας, μάγος, ντετέκτιβ, τέτοια πράγματα. Μεγαλώνοντας, όχι δεν το είχα διανοηθεί, όπως με ρωτάς, δεν το είχα σκεφτεί βασικά, δεν μου είχε περάσει καν από το μυαλό να γίνω ηθοποιός. Κάποια στιγμή, εκεί στο Γυμνάσιο, ένιωθα ότι ήθελα να σπουδάσω Ιστορία της Τέχνης, ήθελα να κάνω κάτι τέτοιο αρχικά. Στην πορεία άρχισα να φαντάζομαι τον εαυτό μου πολύ κοντά στο σινεμά. Δηλαδή με ενδιέφερε ό, τι είχε να κάνει με τον κινηματογράφο, όχι μπροστά από την κάμερα, οτιδήποτε είχε να κάνει με την κατασκευή, με την επεξήγηση αυτού του ονειρικού πράγματος το οποίο με είχε συνεπάρει από τότε που ήμουνα παιδί. Με το πώς λειτουργεί, πώς φτιάχνεται, πώς χτίζεται, με το πόσος πολύς κόσμος συμβάλλει στο να γίνει μία ταινία. Ακόμη το πόσο σημαντικός είναι όλος αυτός ο κόσμος για αυτή τη συλλογική δουλειά. Τέλος, γιατί ο τρόπος που μπορείς να πάρεις και να κουβαλήσεις μια ταινία, όπως και οποιοδήποτε αντικείμενο τέχνης, είναι πολύ προσωπικός. Κάτι λοιπόν που μπορεί να καταλήξει τόσο προσωπικό, ξεκινάει από το όραμα βεβαίως ενός ή λίγων, αλλά υλοποιείται μέσα από τα χέρια και τη δουλειά πολλών. Κι αυτό το πράγμα μου άρεσε και με γοήτευε πάρα πολύ. Και ήθελα να ασχοληθώ σίγουρα με τον κινηματογράφο. Στην πορεία πήγα σε μια σχολή σκηνοθεσίας εδώ στην Αθήνα και σε μία σχολή υποκριτικής, με σκοπό να συμπληρώσω τις σπουδές μου, της σκηνοθεσίας. Κάπως η ισορροπία άλλαξε, δεν ξέρω πώς, δεν θέλω να το εξηγήσω και άρχισα σιγά σιγά να αγαπώ και το επάγγελμα που κάνω τώρα.

Δεν προέκυψε κεραυνοβόλα;

* Δεν ήταν έρωτας κεραυνοβόλος με την πρώτη ματιά. Ξεκίνησε σαν μια σχέση που έδινες λίγο, σου έδινε λίγο, πληγωνόσουνα και πλήγωνες. Και να που είμαι τώρα εδώ, δουλεύω σαν ηθοποιός, αλλά δεν ξέρω πόσα χρόνια θα το κάνω αυτό, όχι μόνο για τις δυσκολίες της εποχής αλλά και επειδή δεν ξέρω αν θα θέλω να το κάνω πάντα. Δηλαδή ξέρω ότι θέλω να κάνω αυτή τη δουλειά όσο μου δίνει χαρά, έμπνευση κι όσο θέλω να εκφράζομαι μέσα από αυτήν. Οι άνθρωποι αλλάζουν μεγαλώνοντας, είναι άλλα τα θέλω τους… Είναι πολύ σκληρή δουλειά, έχει πάρα πολλή έκθεση, έχει πολλή αγωνία και ανασφάλεια, δεν ξέρεις αν είσαι πάντα έτοιμος να αντιμετωπίζεις αυτές τις συνθήκες, οι οποίες βρίσκονται εκεί σε κάθε δουλειά. Αλλά ίδωμεν γιατί δεν έχω καμία αγωνία, βέβαια με διακατέχει η αγωνία της επιβίωσης, η οποία θα υπάρχει ούτως ή άλλως, αλλά από εκεί και ύστερα προς το παρόν νιώθω τυχερός που κάνω μία δουλειά που αγαπώ. Είναι μικρό το ποσοστό των ανθρώπων που ζούνε από τη δουλειά που πραγματικά αγαπάνε, και νιώθω πολύ τυχερός γι’ αυτό, προς το παρόν.

Πώς μεγαλώνει ένα παιδί μέσα σε ένα σινεμά;

* Ναι, το «Σινέ Αμόρε» τότε και το «Σινέ Ψυρρή» τα τελευταία χρόνια. Υπάρχουν πολλοί ρόλοι, τους οποίους δεν τους έχω ζηλέψει, αλλά μου έχουν μείνει στο μυαλό, όχι μόνο γιατί θεωρώ ότι αυτές οι ταινίες είναι πολύ σημαντικές, αλλά γιατί με αυτές τις ταινίες μεγάλωσα. Δεν θα ήθελα να παίξω κάποιον από αυτούς γιατί θα χάλαγα την ταινία. Εννοώ μ’ αρέσουν αυτές οι ταινίες με τους ηθοποιούς που τις παίξανε, όπως τις παίξανε, τότε που τις παίξανε, με αυτό τον τρόπο… Σίγουρα θα ήθελα να είμαι στο σετ και να δω να γυρίζεται το «Down by Law» (Στην παγίδα του νόμου) του Τζιμ Τζάρμους. Θα ήθελα να είμαι εκεί να το βλέπω, όχι να παίζω, δεν μπορώ να φανταστώ κάποιον άλλο στη θέση του Ρομπέρτο Μπενίνι, του Τομ Γουέιτς και του Τζον Λιούρι…

Ωραία, και μετά ήρθε η πρώτη δουλειά που έκανες. Η ταινία «Λούφα και παραλλαγή. Σειρήνες στο Αιγαίο».

* Μόλις είχα τελειώσει το πρώτο έτος στη δραματική σχολή. Είχα γνωριστεί με τον κύριο Νίκο Περάκη και πήγα στην οντισιόν. Μου είπε: «Ξέρεις κρητικά;». Του απάντησα πως όχι και με ρώτησε αν μπορώ να μάθω. Δυστυχώς κανείς από την οικογένειά μου δεν είχε τέτοια προφορά, βαριά και βουνίσια. Ευτυχώς μετά το δοκιμαστικό μου δόθηκε η ευκαιρία να ξεκινήσω τη δουλειά μου έτσι, με μια πολύ ωραία παρέα. Με ένα σκηνοθέτη, τον Νίκο Περάκη που τον αγάπησα πολύ και τον εκτιμώ. Έτσι που στην πορεία και μέσα από τα χρόνια τον έχω αγαπήσει πολύ και σαν άνθρωπο, τον εκτιμώ πάρα πολύ τον Νίκο Περάκη και τον αγαπώ.

Πώς ένιωσες όταν σου έγινε η πρόταση να παίξεις σ’ αυτή τη δεύτερη «Λούφα»;

* Καλά ένιωσα, λόγω του σκηνοθέτη. Αρχικά ο τίτλος της ταινίας δεν ήταν «Λούφα και παραλλαγή». Ήταν κάτι τελείως διαφορετικό. «Ράδιο αρβύλα» μου φαίνεται θα λεγόταν τότε. Στην πορεία μάθαμε τον οριστικό τίτλο. Αυτό που έχει σημασία είναι πως ήταν μια ταινία παρεΐστικη, με ένα σκηνοθέτη που είναι αξιοζήλευτα οργανωμένος. Είναι ανακουφιστικό να δουλεύεις με κάποιον ο οποίος ξέρει πολύ καλά τι θέλει. Κανείς όμως από εμάς δεν φανταζόταν να γίνει αυτό τότε, δηλαδή να γίνουμε μια από τις πιο επιτυχημένες ταινίες εισπρακτικά στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.

Τον Περάκη μπορείς να τον θεωρήσεις και δάσκαλό σου, κατά κάποιο τρόπο;

* Σίγουρα, ήταν από τους πρώτους ανθρώπους που μου έμαθαν βασικά πράγματα. Ήταν η πρώτη μου επαγγελματική δουλειά. Δασκάλους θεωρείς και κάποιους από τους ανθρώπους που σε ξεκλειδώσανε στη δραματική σχολή, κάπως έτσι ξεκινάει. Κάποιοι άνθρωποι που σου δείξανε κάτι που δεν το είχες φανταστεί, έναν τρόπο να βλέπεις τα πράγματα, όχι ακριβώς να τα κάνεις. Είναι σημαντικό να συναντάς τα πρώτα δέκα, δεκαπέντε χρόνια τέτοιους ανθρώπους. Να σε εμπνεύσουν με διαφορετικό τρόπο ο καθένας. Μπορεί να είναι ένας δάσκαλος, ένας σκηνοθέτης, ένας συνάδελφος. Μπορεί να είναι και μια ερωτική σύντροφος, ακόμη και μια σχέση η οποία να σε κάνει να βλέπεις τα πράγματα διαφορετικά και αυτό να σε βοηθάει στο επάγγελμά σου. Για μένα αν δεν εξελίσσεσαι και δεν προχωράς σαν άνθρωπος, δεν υπάρχει περίπτωση να αλλάξεις και σαν ηθοποιός, αυτά πάνε κάπως μαζί.

Θέλεις να αναφερθούμε σε κάποιους που θεωρείς δασκάλους σου, που πέρασαν από τη ζωή σου και απ’ τις δύο σχολές που πήγες;

* Όχι δεν θέλω να ξεχωρίσω, εκείνοι οι άνθρωποι ξέρουνε…

Σε ποια σχολή πήγες;

* Πήγα στο New York College εδώ για σκηνοθεσία και στη δραματική σχολή της Νέλλης Καρρά.

Ποιες είναι οι ερμηνευτικές δυσκολίες, κατά τη γνώμη σου,  είτε στο θέατρο είτε στον κινηματογράφο και πόσο διαφέρει η προσέγγιση;

* Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι διαφέρει η προσέγγιση και ο τρόπος δουλειάς. Στον κινηματογράφο επειδή κι εγώ τώρα δεν έχω κανόνες, δεν έχω παγιώσει κάποια πράγματα, σίγουρα δουλεύω με ένα συγκεκριμένο τρόπο, αλλά θέλω να πιστεύω ότι ένα μεγάλο κομμάτι μέσα μου είναι ανοιχτό να μάθει κι άλλους δρόμους κι άλλες διαδρομές κι άλλες προσεγγίσεις, οπότε το μόνο που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι η διαδικασία είναι διαφορετική. Σίγουρα όταν στον κινηματογράφο ξεκινάς γύρισμα και μπορεί την πρώτη μέρα να γυρίσεις την τελευταία σκηνή της ταινίας και μετά από 25 μέρες να γυρίσεις την προηγούμενη της τελευταίας, πρέπει να έχεις οργανώσει πάρα πολύ καλά τι θα κάνεις στα «χαρτιά». Στα χαρτιά σε εισαγωγικά και σαφώς και σε πρόβες. Αλλά όλο αυτό πρέπει να έχει οργανωθεί, να ξέρεις τι κάνεις. Δεν έχει αυτή τη ροή, αυτή τη φυσική ροή που υπάρχει στο θέατρο, που μπορεί να σου προκύψουν πράγματα προχωρώντας, αλλά μια διαφορετική διαδρομή και διαδικασία. Κάθε είδος έχει τη δυσκολία του σίγουρα

Ήθελα να μου πεις αν αισθάνεσαι ανήσυχος αυτή την εποχή, αν αισθάνεσαι καταβεβλημένος, αν είσαι ψύχραιμος με όλα αυτά που περνάμε και αν, παρ’ όλα αυτά, υπάρχει κάτι που σε κάνει αισιόδοξο;

* Έχω ανησυχία σαφώς για το τι θα γίνει αύριο, για το τι θα γίνει μεθαύριο, γιατί δεν φαίνεται ακόμα το φως στο τούνελ και, όπως όλοι μας, υπάρχουν μέρες που σε επηρεάζει αυτό πάρα πολύ. Δεν μπορείς να χαρείς, δεν μπορείς να γελάσεις με την ψυχή σου. Το πίσω μέρος στο κεφάλι μας είναι διαρκώς κατειλημμένο από αυτή τη σκέψη. Και αυτό που προσπαθώ εγώ να κάνω και θα ήθελα να το βλέπω και γύρω μου λίγο περισσότερο, είναι περισσότερη αξιοπρέπεια σε σχέση με αυτό. Σε όλη την Ευρώπη και ειδικά στα Βαλκάνια, υπάρχουν χώρες που ζούνε μέσα στη φτώχεια πολύ περισσότερα χρόνια, αλλά ζούνε, επιβιώνουν, κάνουν οικογένειες, τρώνε, έχουν φαγητό να φάνε, και ενδεχομένως να χαμογελάνε συχνότερα. Ίσως εμείς είμαστε ακόμα στο στάδιο της άρνησης, σαν να ελπίζουμε ότι ακόμα τα πράγματα θα αλλάξουνε άμεσα και γι’ αυτό κάθε Σεπτέμβριο λέμε μεταξύ μας κι εγώ μέσα σ’ αυτό, «πώς τη βλέπεις φέτος τη χρονιά, θα είναι καλύτερα τα πράγματα;». Και τα τελευταία τρία χρόνια θυμάμαι να ακούω και να λέω μεταφέροντας αυτό που άκουσα, ότι «ακούγεται ότι φέτος θα είναι πιο δύσκολη χρονιά». Ε, κάθε χρόνο τα ίδια. Νομίζω ότι πρέπει να περάσουμε στο στάδιο της αποδοχής, όχι της ήττας, να κάνουμε κάτι γι’ αυτό, να κάνουμε κάτι για να αλλάξουμε τα πράγματα. Σίγουρα να μη δεχτούμε την αλλαγή των πραγμάτων έτσι όπως μας την πουλάνε και προσπαθούνε να μας την ταΐσουν, αλλά να κάνουμε κάτι και για εμάς, να κάνουμε κάτι για να είμαστε ευτυχισμένοι μέσα από αυτή την κατάσταση όσο γίνεται. Μπορεί να υπάρξει ισορροπία σε αυτό, πιστεύω εγώ, θεωρητικά τουλάχιστον. Μπορείς να ξέρεις τι θέλεις και να ξέρεις τι παραπάνω μπορείς να διεκδικήσεις και ταυτόχρονα να μην περιμένεις συνέχεια κάτι καλύτερο γιατί η αναμονή είναι αυτή που σε κάνει να μη ζεις. Το να περιμένεις κάτι σημαίνει ότι δεν είσαι ευτυχισμένος σίγουρα. Δυστυχείς άνθρωποι είναι συνήθως οι άνθρωποι που κάτι προσμένουν, κάτι τους λείπει. Καλό θα ήταν να βρούμε την ευτυχία με αυτά που έχουμε κι ας είναι και λίγα αυτή τη στιγμή, που δεν είναι και λίγα. Δεν είναι λίγο να έχεις τους  ανθρώπους σου κοντά, δεν είναι λίγο να πιστεύεις, ακόμα και τώρα, ότι έχεις μια πατρίδα που αγαπάς και σ’ αρέσει, δεν είναι λίγο αυτό.

Να έχεις ανθρώπους που αγαπάς, να δημιουργείς, να επινοείς;

* Να επινοείς και να ερωτεύεσαι…

Ή να ερωτεύεσαι εκτός από ανθρώπους και ιδέες.

* Ναι, και ιδέες! Και δουλειές και να πιστεύεις στη μαγεία… Να έχεις και λόγους να ζεις, αυτό είναι. Να δημιουργείς εσύ τους λόγους για τους οποίους ζεις. Οι λόγοι είναι γύρω σου, απλώς δεν τους βλέπεις, δεν τους βλέπεις γιατί επικεντρώνεσαι σε πολύ μικρά και συγκεκριμένα πράγματα και κλείνεσαι. Μιλάω και για εμένα. Δηλαδή περνάω φάσεις αγωνίας όπου συνειδητοποιώ βγαίνοντας από αυτές, ότι σ’ αυτές τις φάσεις είχα τόση αγωνία γιατί κοιτούσα σε λάθος κατεύθυνση, κοιτούσα επίμονα προς μικρά σημεία. Δεν μπορείς να απολαύσεις κάτι που θα το βλέπεις πάντα πολύ μικρό, όσο και να επιμένεις να κοιτάς μόνο αυτό.

Να μιλήσουμε για τον Αίμονα που έπαιξες το καλοκαίρι στην «Αντιγόνη». Ο Αίμονας είναι ένας άνθρωπος, ένας ήρωας μάλλον, να μην πω άνθρωπος γιατί αυτοί οι ήρωες είναι αρχετυπικοί. Δεν κάνει κανένα παζάρι με τον πατέρα του. Πηγαίνει και του λέει: Εγώ αυτήν θα ακολουθήσω, την Αντιγόνη που αγαπώ…

* Ξεκινάει πολύ πιο διπλωματικά βέβαια. Όχι δεν είναι τόσο ευθύς. Θέλω να πω ότι για μένα ήταν φοβερή εμπειρία και τεράστιο ταξίδι όλο αυτό και η γνωριμία με αυτό το είδος. Τώρα κατάλαβα τι θα πει να δουλεύεις με τόσο σπουδαία κείμενα. Αυτό το μικρό, το λίγο πράγμα που προσπάθησα εγώ να δω, μάλλον που είδα εγώ και προσπάθησα να το βγάλω στον Αίμονα, με τη συμβολή σαφώς της Νατάσας Τριανταφύλλη είναι το ότι ήθελα να δω το παιδί του Κρέοντα, ήθελα να δω το γιο του, ήθελα να νιώσω ότι αυτός είναι γιος του, να δω τη δυσκολία που έχει ο γιος να μιλήσει στον πατέρα κι όχι  ένας πολίτης να μιλήσει στο βασιλιά. Ήθελα να δω τη δυσκολία του γιου να μιλήσει στον πατέρα, τη σχέση τους και την πάλη την εσωτερική. Δηλαδή ένας γιος ο οποίος πραγματικά θαυμάζει τον πατέρα του, ήθελα να το νιώσει, ήθελα να μην ξέρει και ο ίδιος μέχρι την τελευταία στιγμή πού θα καταλήξει μέσα από αυτή τη σύγκρουση, γιατί μιλάμε και για μια πολύ σημαντική σύγκρουση μέσα στο έργο.

Αυτός είναι ένας ήρωας που ελίσσεται;

* Είναι διπλωμάτης, ελίσσεται. Ξεκινώντας, δεν παίρνει θέση ο ίδιος, όταν μιλάει στον πατέρα του, ο ίδιος λέει τι λέει η πολιτεία, τι ακούγεται στην πόλη, δεν του λέει ευθέως τη δική του άποψη. Χρησιμοποιεί πολύ έξυπνους τρόπους να φέρει τη συζήτηση στα μέτρα του. Πιστεύω ότι ο Αίμονας ελίσσεται πολύ. Στην πορεία, έτσι όπως το είδα εγώ και σε αυτή τη φάση, ενδεχομένως συνειδητοποιεί ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τον ευθύ κι τελικά από τη σύγκρουση. Ότι ο ελιγμός είναι μία παρακαμπτήριος η οποία τον έβγαλε στο πεδίο της μάχης ξανά, έκανε ένα μικρό κύκλο και επέστρεψε πάλι εκεί που αναπόφευκτα θα κατέληγε. Κι αυτό ήθελα να το νιώσει ο Αίμονας, ότι όταν συνέβη συνειδητοποιεί πως τελικά μόνον έτσι θα έπρεπε να γίνει κι είναι μονόδρομος. Σίγουρα το να προσπαθείς να εξηγήσεις τέτοιους χαρακτήρες τους μικραίνεις και πιστεύω ότι είναι λίγο λάθος αυτό.

Εσύ προσωπικά, ο Ορφέας, σε τι θα ήθελες να πας κόντρα;

* Σε τι θα ήθελα να πάω κόντρα; Δεν ξέρω. Δεν είναι της ιδιοσυγκρασίας μου, δεν το έχω σκεφτεί έτσι ποτέ.

Θα ήθελες να πας κόντρα σ’ αυτή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της μιζέριας, της κακομοιριάς;

* Θα ήθελα να πάω κόντρα σε αυτό, θα ήθελα να πάω κόντρα και στο αρνητικό μου συναίσθημα, πολλές φορές όμως δεν μπορείς να πηγαίνεις κόντρα στα πάντα. Εννοώ όταν σε δαγκώνει ένα λυσσασμένο σκυλί πρέπει να το αφήσεις λίγο να σε αφήσει από μόνο του, όσο πιο πολύ τραβάς το χέρι σου τόσο πιο πολύ θα σε δαγκώνει, θα σου κόψει και κομμάτι. Ίσως μερικές φορές, για πολύ προσωπικά πράγματα, θα πρέπει να αφήσεις αυτό που σε ενοχλεί και σε πονάει να κάνει τον κύκλο του, για να δεις για ποιο λόγο συνέβη. Αν αργήσει να σε αφήσει ίσως να υπήρχε πολύ πιο σοβαρός λόγος και σε πονούσε τόσο και ίσως σε κρατούσε σε κάτι στο οποίο θέλεις στην πραγματικότητα να πας κόντρα. Μιλώντας για προσωπικά ζητήματα, για προσωπικά δαιμόνια, για προσωπικές σκέψεις, για προσωπικές αγωνίες σε σχέση με την ύπαρξη, την προσωπική και γενικότερα. Τώρα για την κοινωνία σε σχέση με το αίσθημα της αντίδρασης που έχουμε υιοθετήσει τα τελευταία χρόνια ή που μας βγαίνει τώρα και το είχαμε πάντα, θέλουμε να πάμε κόντρα στα πάντα. Κόντρα σε οποιαδήποτε μορφή εξουσίας. Ενδεχομένως να πηγαίνουμε όλοι κόντρα σε αυτή τη μορφή της εξουσίας που δεν μας αρέσει, που δείχνει και τα δόντια της κατάχρησης.

Τη βία ως μια μορφή εκδίκησης και αντίδρασης, πώς τη βλέπεις;

* Δεν μου αρέσει η βία γενικότερα, καθόλου. Με μετακινεί με τρόπο τον οποίο δεν μπορώ να τον διαχειριστώ, δεν μου αρέσει. Μεγαλώνοντας δε, πιστεύω ότι είναι χαρακτηριστικό το οποίο δεν ταιριάζει στη δικιά μου ιδιοσυγκρασία. Δεν λέω πως δεν υπάρχει, αλλά είναι κάτι το οποίο προσπαθώ να μην το τρέφω καθόλου, ούτε με αρνητικές σκέψεις, ούτε με βίαιες σκέψεις, ούτε να συμμετέχω σε τίποτα τέτοιο…

Ελπίζω να μη σου συμβαίνει συχνά, αλλά όταν είσαι ανασφαλής πώς αντιδράς, τι κάνεις; Υπάρχουν στιγμές που νιώθεις ανασφαλής καταρχάς;

* Ναι και μέσα από το επάγγελμα που κάνω αρκετές. Υπάρχει ανασφάλεια, δεν μπορείς να την αποφύγεις, είτε γιατί ψάχνεις δουλειά δύο φορές το χρόνο με τρεις, είτε γιατί δεν είσαι σίγουρος πάντα γι’ αυτό που κάνεις, αν απευθύνεται όπως θα ήθελες, αν επικοινωνείς αυτό που έχεις σκεφτεί ή αυτό που νιώθεις, όλα αυτά σου δημιουργούν μια ανασφάλεια, η οποία ξεπερνιέται και δεν θα έπρεπε σε κάθε καμία περίπτωση να κυριαρχεί σαν αίσθηση. Συνήθως, εγώ, όπως και πολύς κόσμος, ασυναίσθητα, όταν νιώθεις ανασφάλεια κάπου κοιτάζεις να κρατάς κοντά σου τα ασφαλή καταφύγια, το ζεστό σου σπίτι, είτε οι αγαπημένοι σου άνθρωποι, είτε μια καθημερινή ρουτίνα στην οποία νιώθεις καλά κάνοντάς την, είτε άλλα πράγματα που σε ευχαριστούν. Ναι, μια ρουτίνα και ένα ζεστό καταφύγιο είναι καλό αντίβαρο σε περιόδους ανασφάλειας σε άλλα κομμάτια.

Εσύ σε ποιες περιπτώσεις αισθάνεσαι την ανάγκη να ταπεινωθείς ως άνθρωπος και να θαυμάσεις κάτι;

* Δεν πιστεύω ότι θαυμάζοντας κάτι ταπεινώνεσαι σαν άνθρωπος. Καθόλου. Δεν έχω καταρχήν νιώσει ποτέ την ανάγκη να αυτο-ταπεινωθώ. Αυτό δεν ξέρω αν έχει να κάνει με την αυτοεκτίμηση που μπορεί να έχει ο καθένας, αλλά πιστεύω το να θαυμάζεις κάτι που σου αρέσει και να το εκφράζεις και να το μοιράζεσαι είναι ωραίο προτέρημα, είναι προτέρημα καταρχήν. Και είναι και ένα εφόδιο που θα σε κάνει να απολαύσεις πάρα πολλά πράγματα και να τα δεις και λίγο ανιδιοτελώς και να αφεθείς στα πράγματα που προκύπτουν, που βλέπεις, που σε εμπνέουνε, που σε ερεθίζουνε, όλα αυτά. Να μην τα φιλτράρεις μέσα από εσένα, να παίρνεις και μια απόσταση και να τα βλέπεις ακριβώς όπως συμβαίνουν μπροστά σου.

Θεωρείς εφόδιο και το να παρατηρείς, να έχεις αποθέματα παρατήρησης, γιατί εσύ ως άνθρωπος μπορεί να μην είσαι όλα τα πράγματα, αλλά κάποτε να χρειαστείς να υποδυθείς και κάποιον άλλον χαρακτήρα που δεν είσαι.

* Μα έχει συμβεί αυτό. Θέλω να πω ότι τουλάχιστον εγώ έτσι νιώθω…

Φυσικά δεν μπορούμε να είμαστε ή να τα έχουμε βιώσει όλα.

* Όχι βέβαια, δεν γίνεται. Δεν θέλω κιόλας να υποδύομαι χαρακτήρες που βρίσκονται πάρα πολύ κοντά σε εμένα. Μπορεί με κομμάτια της ψυχής τους να μπορείς να συνδεθείς και να μπορείς να τα κατανοήσεις αλίμονο, αλλιώς πώς θα το έκανες. Ναι, παρατηρώ γενικά, παρατηρώ, μου αρέσει και όχι μόνο για τη δουλειά μου. Με διασκεδάζει και μου γεμίζει τις παύσεις της ημέρας. Είμαι παρατηρητικός γενικά. Είναι ο τρόπος που σκέφτομαι και ο τρόπος που λειτουργώ έτσι. Μου αρέσει να βλέπω τη λειτουργία των πραγμάτων, των ανθρώπων και των συμπεριφορών. Είναι κάτι που κάνω ασυναίσθητα ούτως ή άλλως.

Τι βλέπεις σήμερα;

* Α, παρένθεση, παρατηρώ και όχι κριτικάρω ή κρίνω. Όχι γιατί είναι πολύ λεπτή η γραμμή ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο. Γιατί παρατηρώντας και κάνοντας κριτική σημαίνει κάτι άλλο από το να παρατηρείς απλά και να μαζεύεις πληροφορίες γι’ αυτό που συμβαίνει, χωρίς να παίρνεις θέση επ’ αυτού.

Τι βλέπεις σήμερα γύρω σου, τι μπορείς να πεις ότι βλέπεις;

* Κυκλοφορώ γενικώς στο κέντρο πολύ με το ποδήλατο. Σχετικά πάλι με την παρατήρηση αν ξεκινήσω να σου λέω θα είναι σαν φωτογράφηση των τελευταίων δύο ετών στην Αθήνα. Δεν θέλω να πάρω θέση γιατί ακόμα δεν ξέρω πού θα πάει. Θα μπορούσα να σου πω ότι για πρώτη φορά βλέπω τόσο κόσμο έξω, καθημερινά, να προσπαθεί να μαζεύεται ξανά και ξανά, να μοιράζεται τη μέρα του, την καθημερινότητά του με κοντινούς του ανθρώπους, πολύ πιο συχνά από παλαιότερα. Ο τρόπος διασκέδασης έχει αλλάξει και έχει μοιραστεί. Έχει μοιραστεί στο ακραίο ξέσπασμα, που σημαίνει ξενύχτι μέχρι το πρωί, πάρα πολύ αλκοόλ και με βίαιες εκτονώσεις, και υπάρχει και το άλλο το πιο «κουλ», το πιο καθημερινό, οι μικρές συναθροίσεις στα καφενεδάκια και στα ρακοπωλεία της Αθήνας που πλέον πληθαίνουνε, όπου αυτό έχει κάτι άλλο. Είναι πολλά και είναι πολύ μεγάλη κουβέντα. Δεν θέλω να πάρω θέση γιατί κι εγώ ακόμα παρατηρητής είμαι. Και παρατηρώ και τον εαυτό μου μέσα σ’ αυτό.

Γιατί συμβαίνει αυτό, κατά τη γνώμη σου;

* Μπορεί ένας νέος άνθρωπος που έχει ένα πτυχίο να περιμένει τόσα χρόνια να βρει δουλειά; Είναι 26-27 χρονών και είναι άνεργος τόσα χρόνια και δεν βλέπει μπροστά του καμία αισιόδοξη αλλαγή. Τότε, από τη στιγμή που με πολύ λίγα λεφτά, με πολύ μικρό κεφάλαιο, μπορείς να ανοίξεις πολύ μικρό μαγαζί, με φτηνό ποτό, να το δουλεύεις μόνος σου, γιατί πάνε πια τα κιμπαριλίκια του είμαι αφεντικό και ότι έχω τέσσερις υπαλλήλους στη δούλεψή μου κι εγώ δεν ξέρω τι. Ναι, τότε. Γιατί όχι. Αν μπορεί να επιβιώνει, να βγάζει ένα μισθό, και εντάξει να δουλεύει δέκα ώρες τη μέρα δυστυχώς αλλά αν ζήσει από αυτό γιατί να μην το κάνει; Εφόσον βλέπει ότι στην Αθήνα πάει αυτό το πράγμα αφού ο κόσμος θέλει να βγαίνει, θέλει να πίνει φτηνό ποτό, θέλει να έχει ένα μέρος ζεστό, θέλει να δημιουργεί αυτό που λέμε στέκια, λειτουργεί πάρα πολύ το στέκι πια. Να είναι στέκι, δηλαδή στέκι τι θα πει, σημαίνει ότι ξέρεις τον κόσμο που δουλεύει, σημαίνει να μπορείς να πας και μόνος σου, καλώς ή κακώς, γιατί έχει και το κακό, να είναι φιλόξενο, να είναι φτηνό, να ακούς τη μουσική που σου αρέσει, δεν θες να καθίσεις στο σπίτι σου, δεν θες να καθίσεις στο σπίτι σου ολομόναχος.

Είναι μια ανάγκη αυτό;

* Ναι, καλώς ή κακώς. Το λέω γιατί μπορεί η ανάγκη κάποιου ανθρώπου να βγαίνει έξω ακόμα και μόνος του να κρύβει κάτι στενάχωρο, μάλλον όχι στενάχωρο αλλά κάτι μοναχικό και μια ανάγκη επικοινωνίας με έναν άλλο τρόπο. Ζούμε και την εποχή του Facebook το οποίο δεν το σχολιάζουμε καθόλου βέβαια γιατί όλοι είμαστε μέσα σε αυτό παγιδευμένοι, άλλοι περισσότερο άλλοι λιγότερο, αλλά κι αυτό έχει επηρεάσει πολύ τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούμε και μοιραζόμαστε αυτά που νιώθουμε. Κάποτε έβγαινες και ο άλλος ήθελε να τα μοιραστεί μαζί σου, τώρα βγαίνεις και σου λέει «μπήκες στο fb στον τοίχο μου να δεις τι έγραψα το πρωί;». Δυστυχώς έτσι είναι. Εντάξει έχει κι αυτό τα καλά του και τα άσχημά του. Τα καλά του έχει γιατί ένας άνθρωπος μαθαίνει να εκφράζεται ακόμα κι αν είναι έτσι, εκεί που άλλες φορές θα καθόταν σπίτι και θα άκουγε ένα τραγούδι σαράντα φορές, τώρα είναι σπίτι, ακούει ένα τραγούδι σαράντα φορές, αλλά λέει σε πέντε χιλιάδες άτομα ή χίλια ή δεν ξέρω κι εγώ σε όσους φίλους έχει «εγώ ακούω αυτό το τραγούδι σαράντα φορές» άρα με λίγα λόγια η ανάγκη να επικοινωνήσεις τον νταλκά σου, τη στενοχώρια σου, την πικρία σου, είναι εκεί. Το βλέπεις ότι η ανάγκη υπάρχει.

Και κοινοποιείς μια κατάσταση;

* Αυτή η ανάγκη ίσως υπήρχε και πριν, αλλά πριν δεν επικοινωνούσαμε με τον ίδιο τρόπο. Δεν έχω βάλει κάτω τα υπέρ και τα κατά, σίγουρα όλοι νιώθουμε ότι τα κατά είναι πολύ περισσότερα.

Τι σημαίνει για εσένα ή λέξη «λάθος»;

* Η λέξη λάθος νομίζω είναι μία λέξη που τη χρησιμοποιείς για κάτι που έκανες στη στιγμή σου, τη στιγμή που το κάνεις. Δηλαδή όταν νιώθεις ότι έχεις κάνει μία λάθος επιλογή ή κάτι λάθος στη ζωή σου. Συνήθως την έννοια της λέξης λάθος τη βιώνεις εκείνη την περίοδο. Αργότερα αυτή η λέξη μετατρέπεται σε μάθημα, μετατρέπεται σαν κάτι που τελικά θα έπρεπε να είχες κάνει. Νομίζω τα λάθη ίσως είναι και οι δρόμοι που παίρνουμε για να καταλήξουμε σ’ αυτό που είμαστε τώρα ή σ’ αυτό που γινόμαστε μετά. Κάπως έτσι το βλέπω εγώ. Δηλαδή λάθη θα μπορούσα να σου πω ότι έχω κάνει πολλά στη ζωή μου, από την άλλη χαίρομαι πάρα πολύ που τα έκανα.

Η λέξη ψέμα τι είναι για εσένα, γιατί ψέμα είναι και το θέατρο…

* Δεν ξέρω τι είναι η λέξη ψέμα, γιατί γενικότερα είμαι υπέρ της ειλικρίνειας, όχι για να είμαστε καλά παιδιά, αλλά γιατί γλιτώνουμε πάρα πολλές ενοχές. Για να γλιτώνουμε από τη ζωή μας πολύ μεγάλο βάρος. Είναι πάρα πολύ ωραίο να ξέρεις ότι όντας ειλικρινής, ακόμα κι όταν πρέπει να είσαι σκληρός, ίσως σε αποδέχονται λιγότεροι άνθρωποι, αλλά αυτοί που σε αποδέχονται, αποδέχονται αυτό που είσαι εσύ κι όχι το προσωπικό σου ψέμα. Αν ζεις μια ζωή που ηθικά δεν σε εκφράζει, ένα ψέμα είναι κι αυτό…

Τι σε φοβίζει και τι σε θυμώνει και θεωρείς ότι υπάρχει κάτι κοινό ανάμεσα στο φόβο και στο θυμό, αν αυτά τα δύο είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος;

* Νομίζω ότι είναι το ίδιο πράγμα. Θέλω να πω πως ό, τι σε φοβίζει σε θυμώνει, κάπως έτσι γίνεται, με αυτή τη σειρά. Πρώτα φοβάσαι για κάτι, συνήθως κάτι που έχει να κάνει με εσένα και ύστερα θυμώνεις, κυρίως με τον εαυτό σου. Υπάρχουν περίοδοι που μπορεί να φοβάμαι πολύ λιγότερα πράγματα από άλλες περιόδους, συνεπώς να θυμώνω πολύ λιγότερο…

Έχεις ελεύθερο χρόνο και αν ναι πώς τον αξιοποιείς;

* Όταν δεν έχω πρόβες κάνω βόλτα με το ποδήλατο στη Αθήνα, σινεμά, παρέα με φίλους, «επίσκεψη» σε κανένα ρακάδικο… Τέτοια πράγματα. Προσπαθώ να ζω γενικά και όσο μεγαλώνω να προφυλάσσομαι λιγότερο.

Πώς θα χαρακτήριζες τον εαυτό σου;

* Δεν ξέρω, δεν έχω ιδέα. Δεν έχω χαρακτηρισμό για τον εαυτό μου, δεν ξέρω.

Έχεις φίλους; Θεωρείς τον εαυτό σου καλό φίλο και τι σημαίνει να είναι κανείς καλός φίλος;

* Αυτά είναι κάποια πράγματα που έχω μπει κι εγώ στη διαδικασία να τα ορίσω για να βάλω έτσι κάποια όρια και κάποιους κανόνες σε εισαγωγικά για το τι θα μπορούσε να είναι η ιδανική φιλία, αλλά στο τέλος, δηλαδή μιλώντας έπειτα από τσακωμούς και μετά από ρήξεις με φίλους που δεν φανταζόμουνα ποτέ ότι θα απομακρυνθούνε, μπορώ να σου πω ότι φιλία είναι αυτό που νιώθεις και αυτό που είσαι. Δεν μπορείς να είσαι καλύτερος φίλος για κάποιον αν δεν είσαι καλύτερος άνθρωπος για σένα κι αν δεν εκτιμάς και τον εαυτό σου δεν μπορείς να εκτιμήσεις περισσότερο τους φίλους σου. Όλο έχει να κάνει με το τι είσαι εσύ και πώς το βιώνεις και αντίστοιχα οι άλλοι και προς τους εαυτούς τους και προς εσένα. Δεν λέω ότι είναι προσωπικό πράγμα σαφώς. Η φιλία θέλει δοτικότητα και θέλει άνοιγμα οπωσδήποτε, δεν έχει να κάνει με εμάς, έχει να κάνει με το «δίνω», με το «μοιράζομαι», έχει να κάνει με την ελευθερία αλλά και με την αποδοχή. Η φιλία δεν είναι να είσαι σωστός ή να είναι ο άλλος σωστός απέναντί σου, η φιλία είναι να αποδέχεσαι τον άλλον ολοκληρωτικά, καθολικά, έτσι όπως είναι. Από εκεί και πέρα ναι είναι πολύ σημαντικό πράγμα για εμένα, είναι ένα κομμάτι που λέμε της ασφάλειάς μου, θεωρώ ότι έχω υπάρξει πολύ καλός φίλος, έχω υπάρξει και πολύ αυστηρός με την αρνητική έννοια, φίλος χωρίς λόγο, έχω περάσει κι εγώ από τις φάσεις μου και τις περνάω ακόμα. Θέλω οι φίλοι μου να με βοηθούν ώστε να βελτιώνομαι. Να γίνομαι καλύτερος φίλος.

Υπάρχει κάποιο απόφθεγμα, κάποια ρήση, κάτι που να το έχεις ως σύνθημα στη ζωή σου;

* Όχι. Γιατί μου έχει αποδείξει η ζωή ότι αν είναι να λειτουργώ έτσι, τουλάχιστον στην ηλικία που είμαι, κάθε χρόνο θα ψάχνω να βγάζω κι άλλες ρήσεις και να βασίζομαι σε ανακόλουθα άλλα αποφθέγματα και δεν το κάνω. Πιστεύω ότι εξελισσόμαστε, ο πυρήνας μας παραμένει ο ίδιος, αλλά μαθαίνουμε να αντιδρούμε καλύτερα, μαθαίνουμε να αντιμετωπίζουμε τη ζωή καλύτερα,  να ελευθερωνόμαστε. Αποδέχεσαι τον εαυτό σου και ελευθερώνεσαι μέσα από αυτό. Νιώθεις πιο ήσυχος.

Τι θεωρείς χυδαίο;

* Χυδαία μπορούν να είναι πολλά πράγματα. Χυδαία μπορεί να είναι μια φωτογραφία ενός ανθρώπου στο Internet, ο οποίος πρόσφατα απεβίωσε και ξαφνικά μέσα σε μία μέρα βλέπεις το πτώμα του στο σπίτι του να κυκλοφορεί στο Internet. Αυτό είναι χυδαίο.

Ας πάμε τώρα στα επαγγελματικά σου σχέδια. Τι πρόκειται να κάνεις από δω και πέρα;

* Συνεχίζουμε για τρίτη και τελευταία χρονιά το «Κατάδικό μου», για περιορισμένες παραστάσεις στο θέατρο «Διάνα» με την Ελένη Ράντου. Τα Δευτερότριτα είμαι σε ένα έργο το οποίο λέγεται «Τα ταπεινά ελατήρια». Το έχει γράψει ο συνάδελφος και πολύ καλός μου φίλος, ο Ανδρέας Κοντόπουλος.

Με ποιους άλλους είσαι και σε ποιο χώρο;

* Είμαστε στο «Faust» με τον Ανδρέα Κοντόπουλο και την Τζένη Θεωνά. Παίζουμε οι τρεις μας και το σκηνοθετήσαμε εμείς. Είναι μια μαύρη κωμωδία. Ένα πολύ ιδιαίτερο θέαμα, το οποίο το δουλέψουμε εμείς, επειδή είμαστε φίλοι πολλά χρόνια, και με τον Ανδρέα και με την Τζένη. Αγαπιόμαστε και έχουμε εκτίμηση ο ένας για τον άλλο. Πιστεύουμε ότι όλα θα πάνε καλά.

Τι επιθυμείς για το μέλλον σου;

* Σε σχέση με τη δουλειά θα ήθελα να βρίσκομαι και να δουλεύω δίπλα σε ανθρώπους, που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα μου μάθουν πράγματα, θα με εξελίξουν, ό, τι και αν σημαίνει αυτό. Από εκεί και ύστερα θα ήθελα να είμαι ευτυχισμένος, θα ήθελα να χαίρομαι υγιής τους φίλους μου, τους γονείς μου και τον εαυτό μου για πολλά χρόνια και τους συγγενείς μου, τους θείους μου, τα ξαδέρφια μου… Ιδανικά αυτό. Θα ήθελα να υπάρχει υγεία στο περιβάλλον μου, ψυχική και σωματική.

Μίλησέ μου για τη σχέση σου με τα ζώα, αν θεωρείς ότι κάτι μας μαθαίνουν τα ζώα κι αν εσύ ο ίδιος έχεις κατοικίδιο;

* Ζω με σκυλί είκοσι χρόνια, όχι με το ίδιο. Ζούσα δεκαπέντε χρόνια, από τότε που ήμουνα μικρός, 9 χρονών, μέχρι τα 24 μου, με μια θεά, αγαπημένη σκύλα, τη λέγανε Κούκλα, μπόξερ θηλυκό και τα τελευταία τεσσεράμισι χρόνια με τη Μάρλα, ένα Τζακ Ράσελ. Τα λατρεύω τα ζώα, αγαπώ πολύ τα σκυλιά. Είναι φοβερή συντροφιά. Είμαι φιλόζωος. Αυτό τα λέει όλα από μόνο του.

* Το cat is art ευχαριστεί τον Δημήτρη Πιτσάκη για τις φωτογραφίες.

 

 

Εκτύπωση
diaxeiristisΟρφέας Αυγουστίδης, έχει την ομορφιά μέσα του