Νικολάι Κολυάντα, αποδομεί χωρίς να βυσσοδομεί

Ο Νικολάι Κολυάντα αποδομεί τα κλασικά κείμενα χωρίς να βυσσοδομεί κατά της δραματουργίας. Δεν υπονομεύει τα κείμενα, δεν μηχανορραφεί, δεν ραδιουργεί. Κάνει ειλικρινές και έντιμο θέατρο. Οι ηθοποιοί του και ο ίδιος ο Κολυάντα δεν ψεύδονται, πιστεύουν στο θέατρο και το υπηρετούν με πάθος, σεβασμό, πρόθυμη διάθεση και φιλοπονία. Γι’ αυτό εισπράττουν εκτίμηση και αγάπη από το κοινό όπου κι αν εμφανιστούν. Στην παράσταση του Φεστιβάλ Αθηνών την οποία παρακολούθησα, στην «Πειραιώς 260 (Η)», ένα θεατρόφιλο κοινό, ζεστό και ακούραστο, τους χειροκρότησε με απίστευτο ενθουσιασμό. Παρουσίασαν τον «Άμλετ» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, την τραγική ιστορία του νεαρού Άμλετ, του πρίγκιπα της Δανιμαρκίας.

Πολλοί ισχυρίζονται ότι ο Κολυάντα και οι παραστάσεις του είναι κιτς. Μέγα λάθος, κατά τη γνώμη μου. Αν τον συγκρίνουμε με τις αριστοφανικές παραστάσεις από ημέτερους ακριβοπληρωμένους θιάσους, είναι τέλεια σοβαρός, καλόγουστος, αξιοπρεπής και ευπρεπέστατος.
Θέατρο με υλικά ανακύκλωσης, μια σκηνή ασφυκτικά γεμάτη με φτηνά αντίγραφα της Τζοκόντα του Ντα Βίντσι, πίνακες δεύτερης διαλογής, φελλούς, πάρα πολλούς φελλούς ωσάν αυτούς που επιπλέουν στις κοινωνίες μας, ξασπρισμένα βοδινά κόκαλα που ενώνονται και σχηματίζουν σταυρούς ή συνθέτουν διάφορα σχήματα, μια πλαστική πισίνα που μετατρέπεται με ιδιαίτερη φαντασία σε συζυγικό κρεβάτι, σκουπιδοτενεκέ αλλά και τάφο.
Ο ίδιος ο Κολυάντα κρατάει για τον εαυτό του το ρόλο του πατέρα – φαντάσματος που περιφέρεται φορώντας φτερά αγγέλου, πουπουλένιο φωτοστέφανο και t-shirt με το πορτρέτο του Ιησού. Το σκηνικό συμπληρώνουν μπουκάλια, κουρέλια,  πάνινες μινιατούρες κρεμασμένων και αμέτρητες άδειες κονσέρβες γατοτροφών –από τις γάτες του άραγε; Αντικείμενα από άλλες παραστάσεις επαναχρησιμοποιούνται, όπως το υπερμέγεθες κουτάλι του Πέερ Γκυντ, που εδώ μετατρέπεται σε κουπί για το καράβι που μεταφέρει τον Άμλετ στην εξορία του στην Αγγλία. Όλα μεταχειρισμένα, τίποτα δεν πετιέται, τίποτα δεν μένει στην άκρη.
Οι ηθοποιοί μεταφέρουν κουβάδες με νερό και με φελλούς, τους οποίους βάζουν στο στόμα τους κι ύστερα τους προσφέρουν στους άλλους μ’ ένα φιλί. Οι εστεμμένοι φορούν περιλαίμια σκύλων και όλοι οι ήρωες επί σκηνής κοστούμια από νάιλον και κουρέλια. Τα παντελόνια σε δευτερόλεπτα μετατρέπονται σε καπέλα και το χαλί που στρώνουν στο βασιλιά είναι από αλουνινόχαρτο.
Αντικείμενα που ανακαλύπτει ο Νικολάι Κολυάντα σε παζάρια και παλιατζίδικα, πάμφθηνα και ευτελή, όπως ειρωνικά μπροκάρ και δαμασκηνά υφάσματα κεντημένα με λαχούρια, εμπριμέ ταπισερί, σκουφάκια παραδοσιακά πλεγμένα από Ρωσίδες μπάμπουσκες, κλείνουν το μάτι στη φτώχεια και αποδεικνύουν ότι θέατρο, φαντασία, ευρηματικότητα και ομορφιά είναι ένα… πακέτο. Ακόμα και τα περιορισμένα οικονομικά μπορούν να δώσουν λύσεις. Ένα λευκό κατοικίδιο ποντίκι γίνεται το alter ego της Οφηλίας. 
Κάποιοι τον κριτικάρουν για την αισθητική του. Γι’ αυτόν όμως το σημαντικότερο πράγμα είναι η τέχνη και το θέατρο.
Άλλοι λένε πως το θέατρό του έχει πλάκα. Σωστά. Στο πρώτο μέρος έχει πλάκα, μετά όμως τσακίζει αλύπητα τα κόκαλα του θεατή.
Ομορφιά, αγριότητα, παραδοξότητα, πρωτογονισμός, βακχική γιορτή, κομέντια ντελ άρτε και οι δύο πυλώνες του δυτικού πολιτισμού, ο Άμλετ και η Τζοκόντα, συνομιλούν μέσα σ’ ένα πανδαιμόνιο από χορούς, γαβγίσματα, γρυλίσματα και εξαίσιους ρυθμούς.
Το εύθραυστο γυμνό κορμί της νεκρής Οφηλίας, που παραλαμβάνει στην αγκαλιά του το φάντασμα, θάβεται τελικώς κάτω από ένα βουνό κουρέλια.
Ο Άμλετ που υποδύεται ο ηθοποιός – φετίχ του Κολυάντα, ο εξαίσιος Oleg Yagodin, είναι ο κατ’ εξοχήν αναποφάσιστος αλλά και ανυστερόβουλος ήρωας. Έχει αναλάβει ένα καθήκον που γνωρίζει και νιώθει πως είναι σωστό να φέρει εις πέρας, ωστόσο δείχνει απρόθυμος και καταριέται τον εαυτό του για την αδυναμία του αυτή.
Συγκλονιστική η τελευταία σκηνή της παράστασης, όπου ο Άμλετ γυμνός σε εμβρυακή στάση δέχεται καταιονισμό νερού, που πέφτει από την οροφή.
Ένας σκηνοθέτης που φλέγεται από ιδέες μάς αποκάλυψε μέσω μιας φαινομενικής φρίκης τον έναστρο ουρανό. Προκλητικός ναι, μόνο που οι κλασικοί είναι η παιδεία του. Μια παιδεία που έχει… χωνέψει άριστα, ώστε με θράσος δημιουργικό να τολμά να διασπά και επανασυνθέτει κλασικά κείμενα. Αυτό που περιμένω με λαχτάρα είναι πότε θα ασχοληθεί με τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. 
Ο Κολυάντα, ή αλλιώς το «φαινόμενο Κολυάντα», θεωρείται από τους διαμορφωτές της σύγχρονης ρωσικής θεατρικής σκηνής και συμπληρώνει πάνω από τριάντα χρόνια στο θέατρο. Έχει το χάρισμα να καταρρίπτει τα κλισέ της εικόνας, κατακερματίζοντας το κείμενο και παρουσιάζοντάς το αποσπασματικά και ανακατεμένο. Ερμηνεύει με τον δικό του τρόπο και δημιουργεί επί σκηνής μία ατμόσφαιρα που έχει χαρακτηριστεί από πρωτοποριακή έως αντιαισθητική.
Η συσσώρευση αντικειμένων και ανθρώπων είναι χαρακτηριστική στις παραστάσεις του. Μοιάζει σαν να προσπαθεί να χωρέσει όσο το δυνατόν περισσότερα αντικείμενα στη σκηνή, που χρησιμοποιούνται με όλους τους πιθανούς τρόπους, στοιχείο που δείχνει μία πρωτογενή θεατρικότητα. «Δεν είναι ατελιέ εδώ, δουλεύουμε με όσα βρίσκουμε. Μου αρέσει πολύ να βάζω επί σκηνής ό, τι βρίσκω στα σκουπίδια», λέει. Η θεατρική κριτική παρακολουθεί έκθαμβη την ικανότητά του να φτιάχνει δυνατές εικόνες με ευτελή μέσα, εικόνες που συνομιλούν με τον Μεσαίωνα και φτάνουν να θυμίζουν παγανιστική γιορτή.Ο πολύπλευρος Νικολάι Κολυάντα αρνείται ότι παρουσιάζει πρωτοποριακό θέατρο: «Απλώς παρουσιάζω το ρωσικό θέατρο», λέει. Ο Κολυάντα είναι μία ηγετική μορφή του θεάτρου στη χώρα του και έχει γράψει τη δική του ιστορία στη σκηνοθεσία, τη δραματουργία και τη θεατρική ζωή της Ρωσίας. Πολύ συχνά αναφέρεται ως «στυλοβάτης» του ρωσικού θεάτρου και ως μέντορας για πολλούς νέους δημιουργούς.
Γεννήθηκε στο Καζακστάν το 1957 και είδε για πρώτη φορά θέατρο στα δώδεκά του χρόνια. Στα 15 του γίνεται δεκτός στη δραματική σχολή του Αικατερίνσμπουργκ, που αποτελεί πλέον τη βάση του, και στα 17 του κερδίζει τον πρώτο του πρωταγωνιστικό ρόλο. Σύντομα καταλήγει αλκοολικός. Τον διώχνουν από τον θίασο που ανήκε, στα 24 του. Στα 30 του γράφει το πρώτο του θεατρικό έργο, που γίνεται δεκτό με ενθουσιασμό και παίζεται σε διακόσια θέατρα. Ο Κολυάντα έχει δηλώσει επανειλημμένως ότι αισθάνθηκε σαν να πέφτει πάνω του «μια χρυσή βροχή» και ότι σταμάτησε αμέσως να πίνει, ξεκινώντας τη θαυμαστή του πορεία στο θέατρο. Από τότε έχει γράψει 97 έργα.
Παίζει, σκηνοθετεί και γράφει, ενώ το 1994 οργανώνει για πρώτη φορά στο Αικατερίνσμπουργκ το «Φεστιβάλ Θεάτρου Κολυάντα». Σύντομα γίνεται και διευθυντής στο Ακαδημαϊκό Δραματικό Θέατρο και αρχίζει να διδάσκει θεατρική γραφή στο Θεατρικό Ινστιτούτο. Το 2001 ιδρύει το θέατρό του στο κέντρο της πόλης, όμως το 2006 εισβάλλει στη ζωή του η μαφία, η οποία αποφασίζει να το μετατρέψει σε πολυτελές εστιατόριο. Ήταν ένα μικρό υπόγειο θέατρο αλλά είχε προνομιακή θέση στο κέντρο της πόλης. Μπράβοι, πληρωμένοι από τη μαφία, δεν αφήνουν τίποτε όρθιο. Η ρωσική αστυνομία παρακολουθεί ως θεατής και σφυρίζει αδιάφορα.
Ο Κολυάντα δεν υπαναχωρεί, κάνει απεργία πείνας, μέχρι ότου το κράτος επεμβαίνει και του παραχωρεί δική του στέγη. Ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο όπου παλιά στεγάζονταν γραφεία της KGB. Χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς νερό, σχεδόν ρημαγμένο. Δεν τον πειράζει. Δουλεύοντας όλοι μαζί, ο Κολυάντα, οι ηθοποιοί, οι φίλοι του αλλά και απλός κόσμος καταφέρνουν μέσα σε ένα μήνα να το μετατρέψουν σε ένα μικρό θέατρο 80 θέσεων. Το θέατρο αυτό γίνεται η βάση του Κολυάντα, ο οποίος έχει εν τω μεταξύ επεκτείνει πολύ τη δράση του. Πραγματοποιεί κάθε χρόνο το διεθνή διαγωνισμό θεατρικής συγγραφής «Eurasia», το Διεθνές Φεστιβάλ Μοντέρνου Δράματος «Kolyada-Plays», ενώ οργανώνει βραδιές ανάγνωσης θεατρικών έργων και δύο φορές το μήνα μαγειρεύει για το κοινό του ένα τεράστιο καζάνι με σούπα μπορς!

«Άμλετ» – η πλοκή

O νεαρός Άμλετ, ο οποίος έχει το ίδιο όνομα με τον πατέρα του, βασιλιά της Δανίας, σχεδιάζει να πάρει εκδίκηση για τον απροσδόκητο θάνατό του. Το θρόνο έχει καταλάβει ο θείος του Άμλετ, Κλαύδιος, που παντρεύεται και τη χήρα του αδερφού του, Γερτρούδη. Ο Άμλετ, θεωρώντας κατώτερο και ανάξιο σύγκρισης με τον πατέρα του το νέο βασιλιά αλλά και ασυγχώρητη προσβολή τον εσπευσμένο γάμο της μητέρας του με τον αδερφό του νεκρού συζύγου της, προετοιμάζεται να ανταποδώσει το κακό.
Κάποιο βράδυ κάνει την εμφάνισή του ένα φάντασμα που μοιάζει στο νεκρό βασιλιά Άμλετ και αποκαλύπτει στον πρίγκιπα ότι ο πατέρας του δολοφονήθηκε από τον Κλαύδιο και τον διατάζει να τον τιμωρήσει. Ο Άμλετ σκέπτεται να ξεσκεπάσει την ενοχή του Κλαύδιου παριστάνοντας τον τρελό.
Η δήθεν τρέλα του Άμλετ προκαλεί την προσοχή του Κλαύδιου και της Γερτρούδης, οι οποίοι αρχίζουν να ανησυχούν. Ο βασιλικός σύμβουλος Πολώνιος κάνει την υπόθεση ότι αιτία της τρέλας του Άμλετ είναι η αγάπη του για την κόρη του, την Οφηλία. Ωστόσο, σε μια συνάντησή τους, η οποία παρακολουθείται, ο Άμλετ δε δείχνει να τρέφει αισθήματα για την Οφηλία, απεναντίας μάλιστα την προτρέπει να κλειστεί σε μοναστήρι.
Ο Άμλετ σχεδιάζει να ανεβάσει μια παράσταση που θα παρουσιάζει το φόνο του πατέρα του, σκοπεύοντας να ξεσκεπάσει τον Κλαύδιο.
Κατά τη διάρκεια της προσχεδιασμένης από τον Άμλετ παράστασης,  τη στιγμή που γίνεται λόγος για το φόνο του βασιλιά, ο Κλαύδιος αποχωρεί. Την κίνηση αυτή παρατηρεί ο στενός και έμπιστος φίλος του Άμλετ, ο Οράτιος. Ο νεαρός πρίγκιπας, βέβαιος πλέον για τη συνωμοσία και τη δολοφονία του πατέρα του, αποφασίζει να εκδικηθεί.
Όταν όμως πηγαίνει να αντιμετωπίσει τη μητέρα του, ακούγοντας ένα θρόισμα πίσω από μια κουρτίνα, τείνει το σπαθί του και κατά λάθος σκοτώνει τον Πολώνιο, ο οποίος κρυφάκουγε. Φοβούμενος για τη ζωή του, ο σφετεριστής της εξουσίας Κλαύδιος στέλνει στην Αγγλία τον Άμλετ και μαζί του εντολοδόχους με ρητή διαταγή να τον σκοτώσουν. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ο Άμλετ ανακαλύπτει τη δολοπλοκία και οδηγεί στο θάνατο τους δύο επίδοξους δολοφόνους του. Ο ίδιος επιστρέφει στην πατρίδα του.
Η συντετριμμένη Οφηλία τρελαίνεται και πνίγεται σε ένα ποτάμι. Από τη Γαλλία επιστρέφει γεμάτος οργή ο Λαέρτης, γιος του Πολώνιου και αδερφός της Οφηλίας. Ο Κλαύδιος πείθει τον Λαέρτη ότι ο Άμλετ είναι υπεύθυνος για το θάνατο του Πολώνιου και με την επιστροφή του Άμλετ στη Δανία οργανώνει μια μάχη μεταξύ τους. Η μάχη όμως είναι στημένη. Το σπαθί του Λαέρτη έχει δηλητήριο, όπως και το κρασί στο ποτήρι του Άμλετ.
Κατά τη διάρκεια της συμπλοκής, η Γερτρούδη πίνει από το δηλητηριασμένο κρασί και πεθαίνει. Ο Λαέρτης καταφέρνει μεν να τραυματίσει τον Άμλετ, αλλά λαβώνεται και ο ίδιος. Προτού ξεψυχήσει, αποκαλύπτει το σχέδιο δολοφονίας του Κλαύδιου εναντίον του Άμλετ. Ο Άμλετ, λίγο πριν αφήσει κι αυτός την τελευταία του πνοή από το δηλητήριο, καταφέρνει να σκοτώσει τον Κλαύδιο. (Πάνω, το πρωτότυπο κείμενο από το μονόλογο του Άμλετ, “Να ζει κανείς ή να μη ζει”).

Οι συντελεστές

Σκηνοθεσία Nicolai Kolyada, σκηνικά Nicolai Kolyada, κοστούμια Lioubov Rodigina, Natalia Gorbounova, Svetlana Yakina, φωτισμοί – ήχος Denis Novosselov. Ερμηνεύουν οι Nicolai Kolyada, Natalia Garanina, Irina Plesniaeva, Svetlana Kolessova, Lioubov Kocheleva, Vera Tzvitkis, Anna Danilina, Konstantin Itounin, Serguej Rovine, Serguej Fiodorov, Serguej Bogorodsky, Alexej Jdanov, Evguenij Tchistiakov, Serguej Kolessov, Karen Kotchiarian, Anton Makouchine, Oleg Yagodine, Alexandre Koutchik, Maxim Tarrassov, Youlia Bespalova, Anton Boutakov, Alexandre Vakhov, Alexandre Sissoev, Alexandre Ouglov. Στα ρωσικά με ελληνικούς υπέρτιτλους. Μετάφραση: Δημήτρης Κοσμίδης.