Cat Is Art

Μια ανάμνηση του Γιάννη Καλατζόπουλου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Πάνω: Τάσος Πεζιρκιανίδης, Φωτεινή Μπαξεβάνη

 

Από το «Δυστυχώς επτωχεύσαμε» του Χαρίλαου Τρικούπη και τους Βαλκανικούς μέχρι τον «Χειρούργο Μπιρτσιμπιλίδη» του Λαζόπουλου… Από το «Γεια σου Σαλονίκ» του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τη Μικρασιατική Kαταστροφή μέχρι το «Μπράβο Κολονέλλο» του Σακελλάριου… Και από τη Γεωργία Βασιλειάδου μέχρι τα νούμερα της Ελεύθερης Σκηνής, ο τριακονταμελής θίασος του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδας, με συνοδεία ζωντανής ορχήστρας, θα παίξει, θα τραγουδήσει και θα χορέψει πάνω στα χνάρια της Μαρίκας Κοτοπούλη, του Μήτσου Μυράτ, της Ζαζάς Μπριλάντη, της Μαρίκας Νέζερ, του Πέτρου Κυριακού, της Σοφίας Βέμπο, του Βασίλη Αυλωνίτη, της Γεωργίας Βασιλειάδου, της Σπεράντζας Βρανά, του Νίκου Ρίζου και όλων των ιερών προσώπων του είδους.
Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος εγκαινιάζει ένα καινούριο θεσμό, τη «Θερινή Σκηνή», στο ιστορικό πρώην στρατόπεδο του Παύλου Μελά, παρουσιάζοντας την επιθεώρηση «Έλα απόψε στου… Μελά».
Πρόκειται για μια πρωτότυπη σύνθεση επιθεωρησιακών κειμένων και τραγουδιών που σφράγισαν την πορεία αυτού του γνήσια ελληνικού και λαϊκού θεατρικού είδους, που παρουσιάζεται σε σκηνοθεσία Γιάννη Καλατζόπουλου από την Tετάρτη 25 Ιουλίου 2012. Η ιστορική έρευνα και η επιλογή των κειμένων και των τραγουδιών έγιναν από τον Ιάσονα Τριανταφυλλίδη.

Διαβάζοντας το εξαιρετικά γλαφυρό και ιστορικά ενδιαφέρον κείμενο -αντί σκηνοθετικού σημειώματος- του Γιάννη Καλατζόπουλου, δεν μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό να σας το μεταφέρω αυτούσιο και να το μοιραστούμε. Για τη θεατρική αξία του και την ποιότητα του ήθους μιας άλλης εποχής, για την ευγένεια της γραφής. Ιδού λοιπόν. 

Μια ανάμνηση. Αντί σκηνοθετικού σημειώματος

Από την πρώτη πρώτη επιθεώρηση, το «Λίγο απ’ όλα», που ανέβηκε στην Αθήνα στις 30 Αυγούστου 1894 μέχρι σήμερα, ζωντανεύουν όλες οι κορυφαίες στιγμές της σύγχρονης ιστορίας μας όπως τις κατέγραψε, τις σατίρισε και τις παρέδωσε στη συλλογική μας μνήμη η Επιθεώρηση. Η πρώτη φορά που έπαιξα στο θέατρο των «μεγάλων» ήταν το 1957 στο «Ακροπόλ», στην επιθεώρηση «Αλήθειες και ψευτιές» και πήγαινα στη Δευτέρα Δημοτικού. Στην πρώτη πράξη δεν έβγαινα, παίζανε άλλοι… συνάδελφοι, συγκεκριμένα οι Ορέστης Μακρής, Γεωργία Βασιλειάδου, Βασίλης Αυλωνίτης, Ρένα Ντορ, Αλέκος Λειβαδίτης, Καίτη Μπελίντα, Ρένα Βλαχοπούλου, Γιάννης Γκιωνάκης, Νίκος Ρίζος και άλλοι.
Σκηνοθέτης ήταν ο Πέλος Κατσέλης, που συνήθως δεν σκηνοθετούσε επιθεωρήσεις αλλά έργα του Σαίξπηρ και γενικά του «σοβαρού» θεάτρου, και στις πρόβες όλοι τον σέβονταν κι έκαναν ό, τι τους έλεγε αλλά μετά την τρίτη παράσταση άρχισαν τα δικά τους για να γελάει ο κόσμος και τους άκουγα στα καμαρίνια που λέγανε:
– Καλός ο Κατσέλης αλλά την επιθεώρηση δεν την ξέρει.
– Ούτε την ξέρει ούτε την αγαπάει, για τα λεφτά ήρθε…
– Τι να κάνει κι αυτός ο μαύρος; Από την πρόζα μπορείς να ζήσεις οικογένεια;
Χόρευε το μπαλέτο του Μανώλη Καστρινού και της Χρυσούλας Ζώκα που παντρεύτηκε τον Γιώργο Φούντα και στο μπαλέτο ήταν χορευτές ο Σειληνός, ο Μεταξόπουλος, ο Πλοιός, νομίζω και ο Σαγιώρ. Χόρευαν και κοπέλες, πολύ όμορφες και πολύ μισόγυμνες, αλλά δε θυμάμαι καμία με τ’ όνομά της, εκτός φυσικά από την Ελένη Προκοπίου που είχε παρατσούκλι, «το Κινεζάκι», και δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από πάνω της.
Θυμάμαι ένα χορευτικό που έκανε με τον Σειληνό, όπου η Ελενίτσα ήταν τάχα Κοκκινοσκουφίτσα με κόκκινη κοντή μπαλαρίνα, κόκκινες πουέντ, κόκκινο καλαθάκι και κόκκινο σκουφί εννοείται, και όταν πήγαινε από το καμαρίνι στην κουίντα για να βγει, ο μηχανικός Σκηνής, ο Λουίζος, της ψιθύριζε πάντα: «Φωτιά στα κόκκινα κι εγώ πυροσβέστης» και το Κινεζάκι γελούσε και του έλεγε «Α να χαθείς» κι εγώ ζήλευα. Ο Σειληνός έκανε τον Κακό Λύκο, γυμνός από τη μέση και πάνω, με γκρι κολλάν, κοντό μέχρι τη γάμπα και ξυπόλυτος. Είχε μόνο ουρά κι ένα σκουφί με αυτιά και μ’ άρεσε που, αν και γυμνός, φορούσε στον λαιμό του τον γιακά ενός λευκού πουκάμισου και κόκκινη γραβάτα που τον έκανε να «δένει» με την Κοκκινοσκουφίτσα. Και μου φαινόταν έξυπνο που αμέσως μετά το χορευτικό, παιζότανε ένα νούμερο με το ίδιο θέμα και τώρα την Κοκκινοσκουφίτσα την έκανε η Ρένα Ντορ, που όλο της έπεφτε το βρακί κι αυτή το ανέβαζε κωμικά και ήταν χαμένη τάχα στο δάσος και φώναζε «Κύριε Λύκο…κύριε Λύκο…» κι έβγαινε ο Ρίζος και της έλεγε «Δε με λένε Λύκο, με λένε Νίκο» και της την έπεφτε και καλά, κι εκείνη τα ήθελε, αλλά μετά αυτός έφευγε και η Ντορ τον έψαχνε φωνάζοντας «Νίκο, Νίκο, είσαι εδώ;».
Το μεγάλο πλεονέκτημα της παράστασης, που εγώ το έβλεπα για πρώτη φορά, ήταν το βαγόνι. Η ύπαρξή του έδινε τη δυνατότητα στους σκηνογράφους της επιθεώρησης (στη συγκεκριμένη ήταν ο Γιώργος Ανεμογιάννης) να κάνουν παπάδες· φαντάσου, έβλεπες ας πούμε πάνω στη σκηνή στημένη την τότε Πλατεία Ομονοίας με τον τροχονόμο ανεβασμένο πάνω στο στρογγυλό του βάθρο -ο Ρίζος τον έκανε, και φορούσε την περικεφαλαία που είχαν τότε οι τροχονόμοι- κι έμπαινε ο πανύψηλος Αλέκος Λειβαδίτης, ο άντρας της Ρένας Ντορ και αδελφός του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη, μέσα σ’ ένα ντεκουπαριστό σαραβαλάκι από κόντρα πλακέ, και τα πόδια του φαινόντουσαν από κάτω επίτηδες, και τον σταματούσε ο τροχονόμος να τον γράψει κι έβγαινε σοβαρός σοβαρός ο Λειβαδίτης από το αυτοκινητάκι του και ήταν πιο ψηλός από τον Ρίζο -που ήταν και ανεβασμένος στο βάθρο- και ο κόσμος γελούσε μόνο με το θέαμα, και δεν μπορούσανε να συνεχίσουνε το νούμερο απ’ τα γέλια και τα χειροκροτήματα και τέλος πάντων κάποτε τέλειωνε το νούμερο. Και τότε, τα μεν σπετσάτα που παρίσταναν νεοκλασικά κτίρια παρέμεναν δεξιά και αριστερά στο μπροστινό μέρος της Σκηνής, αλλά το βαγόνι με το βάθρο του τροχονόμου έφευγε αργά αργά και από την άλλη μεριά έμπαινε μια αστραφτερή άμαξα με το άλογό της -ντεκουπαριστό, εννοείται, αλλά έτοιμο να σου μιλήσει- και στο κάθισμα του αμαξά -ποιος άλλος- ο Ορέστης Μακρής με το καμτσίκι του, με το ταλέντο του, με τη φαλάκρα του, με τα όλα του!
Εγώ έβγαινα μετά το διάλειμμα, αλλά έπρεπε να είμαι απ’ την αρχή στο θέατρο για καλό και για κακό -άλλο που δεν ήθελα. Μ’ έντυνε η μάνα μου στο καμαρίνι της κυρίας Μπελίντας, που αν και τραγουδίστρια έπαιζε κιόλας σαν πρωταγωνίστρια, και μάλιστα έκανε τη μαμά μου στο σκετς της δεύτερης πράξης, που ήταν δραματικό και το άρχιζα εγώ ντυμένος με πιτζάμες και καθιστός στο κρεβατάκι μου με νυχτερινό φωτισμό, προσευχόμουν στον καλό Χριστούλη να γυρίσει η μανούλα μου που κάπου έλειπε, αλλά δεν έπρεπε να μαρτυρήσουμε πού, το φυλάγαμε για έκπληξη στους θεατές και μόλις τέλειωνα την προσευχή, έφευγε αργά το βαγόνι με το κρεβατάκι και μ’ εμένα απάνω του, και κατέβαιναν από ψηλά μ’ ένα σταγκόνι τα σίδερα της φυλακής που δεν ήταν, όπως συνηθίζεται, για τους λεβέντες, ήταν για την κυρία Μπελίντα, η οποία έριχνε ένα δραματικό μονόλογο και στο καπάκι ένα ακόμα πιο δραματικό τραγούδι του άντρα της, του μαέστρου Γιάννη Βέλλα. Και μετά η φυλακισμένη έπαιρνε χάρη και κλαίγαμε από χαρά και τέλειωνε η παράσταση, αλλά πριν τελειώσει κάναμε και τη λεγόμενη «αποθέωση», δηλαδή την υπόκλιση που δεν ήταν όπως στα άλλα θέατρα, αλλά πολύ πιο γκλαμουράτη γιατί στο «Ακροπόλ» υπήρχε η «πασαρέλα» -μια προέκταση της σκηνής που έμπαινε μέσα στους θεατές.
Στην αρχή έβγαινα μόνος μου μετά από το μπαλέτο και πριν από τους ηθοποιούς, που έβγαιναν κατά σειρά αρχαιότητος ή ανάλογα με το πόσο μεγάλη φίρμα ήταν ο καθένας. Αλλά μόλις έβγαινα μόνος μου -κάτι θα ήξερε ο Σαρλώ που έγραψε ότι τα παιδιά και τα ζώα πάντα κλέβουν την παράσταση- έπεφτε το θέατρο από τα παλαμάκια και τα μπράβο και μετά σιγά σιγά κόπαζε το χειροκρότημα και ξαναδυνάμωνε μόνο στη Βασιλειάδου. Έρχεται λοιπόν μια μέρα η κυρία Μπελίντα και μου λέει «Γιαννάκη, συνεννοήθηκα με τον κύριο Μπουρνέλη και από σήμερα, άντε τυχεράκια, θα βγαίνουμε μαζί στην αποθέωση, ποιος στη χάρη σου… με τους πρωταγωνιστές θα χαιρετάς!». Και βγαίναμε μαζί χεράκι χεράκι κι έτσι το άθροισμα των χειροκροτημάτων μας, ξεπερνούσε όλα τα άλλα και οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές τη ζηλεύανε την Μπελίντα, μέχρι που κάποιος τη γλωσσόφαγε φαίνεται και πάτησε την ουρά της απαστράπτουσας τουαλέτας της και σαβουριάστηκε η κακομοίρα πάνω στο φόρτε του θριάμβου της και μου λέει την άλλη μέρα «Είδες; Δεν χωράμε κι οι δυο στην πασαρέλα Γιαννάκη, βγαίνε καλύτερα μόνος σου όπως πριν», αλλά την άκουσε η Βασιλειάδου, που έτσι κι αλλιώς έπαιρνε το μεγαλύτερο χειροκρότημα, και της λέει «Άσε βρε Καίτη, δεν πειράζει, θα το βγάζω εγώ το παιδί».
Και μ’ έπαιρνε από το χεράκι και βγαίναμε μαζί και όταν φτάναμε στη μέση της πασαρέλας, η Βασιλειάδου μ’ έσπρωχνε μπροστά κι αυτή καθότανε λίγο πιο πίσω για να πάρω το δικό μου χειροκρότημα και μετά την έπιανα εγώ και την έφερνα πιο μπροστά και το χειροκρότημα διπλασιαζόταν, γιατί ο κόσμος ήξερε τότε να επιβραβεύει όχι μόνο το ταλέντο αλλά και το ήθος. Τι είπες; Ε, όχι! Δεν ξεχνιούνται αυτά.

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Γιάννης Καλατζόπουλος
Ιστορική έρευνα – επιλογή κειμένων και τραγουδιών: Ιάσων Τριανταφυλλίδης
Σκηνικά-Κοστούμια: Γιάννης Μετζικώφ
Μουσική: Κώστας Βόμβολος
Χορογραφία: Δημήτρης Παπάζογλου
Μουσική διδασκαλία: Έλσα Μουρατίδου
Βοηθός σκηνοθέτη: Ιορδάνης Αϊβάζογλου
Οργάνωση παραγωγής: Χριστίνα Ζαχαροπούλου
Διανπμή (με αλφαβητική σειρά): Κυριακή-Νεφέλη Ανθοπούλου, Λουκία Βασιλείου, Αικατερίνη Γιαμαλή, Ιφιγένεια Δεληγιαννίδου, Θανάσης Δισλής, Παύλος Ελευθεριάδης, Ελένη Θυμιοπούλου, Ανδρέας – Άγγελος Καρανικόλας, Ηρίννα Κεραμίδα, Αννέτα Κορτσαρίδου, Ελευθέριος Λιθαρής, Γεωργία (Γιολάντα) Μπαλαούρα, Φωτεινή Μπαξεβάνη, Πολυξένη Μυλωνά, Χρήστος Νταρακτσής, Γιάννης Παλαμιώτης, Σταυρούλα Παντελίδου, Χρήστος Παπαδημητρίου, Αναστάσιος Πεζιρκιανίδης, Αστέρης Πελτέκης, Ευαγγελία Σαρμή, Βασίλειος Σεϊμένης, Δημήτριος Σιακάρας, Βασίλειος Σπυρόπουλος, Γεώργιος Σφυρίδης, Στέργιος Τζαφέρης, Χρυσούλα Τουμανίδου, Γιάννης Τσάτσαρης, Αθανάσιος Φερετζέλης.
Μουσικοί: Τάσος Μυσιρλής, Νίκος Ψοφογιώργος, Σάκης Λάιος.

Πληροφορίες –  «Έλα απόψε στου… Μελά»

Ημέρες παραστάσεων:
Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή στις 21.00 – Επίσημη πρεμιέρα: 25/07/2012
Τιμές εισιτηρίων:
Γενική είσοδος: 10€
Προπώληση εισιτηρίων:
Ταμεία και ιστοσελίδα ΚΘΒΕ
Kαταστήματα Public Θεσσαλονίκης, www.public.gr
Ώρες λειτουργίας ταμείων:
Βασιλικό θέατρο (Πλατεία Λευκού Πύργου): Τρίτη-Κυριακή: 9.00 π.μ.-5.00 μ.μ.
Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών (Εθνικής Αμύνης 2): 9.00 π.μ.-5.00 μ.μ.
Τηλέφωνο κρατήσεων: 2315 200200
H παράσταση ανεβαίνει σε συνεργασία με τον Δήμο Παύλου Μελά.

  

Εκτύπωση
diaxeiristisΜια ανάμνηση του Γιάννη Καλατζόπουλου

Related Posts