19.9 C
Athens
Δευτέρα 16 Μαΐου 2022
 

Η «Άφιξις» του Οδυσσέα στη Μικρή Επίδαυρο. Ένα ταξίδι και ένα κινούμενο παραμυθένιο όνειρο…

Του Παναγιώτη Μήλα

– Τι κάνετε όλοι εσείς εδώ; Γιατί είσαστε μαζεμένοι σε αυτό το σημείο; Περιμένετε κάποιον; Ποιος είναι ο αρχηγός σας;
– Κυρία μου, εγώ είμαι ο αρχηγός τους και διηγούμαι σε όλους εδώ τα βάσανα που πέρασε ο σύζυγός σας μέχρι να επιστρέψει στο νησί του.

Σάββατο 8 Ιουλίου 2017. Σούρουπο. Το φως της μέρας έχει αρχίσει να πέφτει. Ήρεμο το σκηνικό στο λιμάνι της Μικρής Επιδαύρου όταν άκουσα τον παραπάνω διάλογο ανάμεσα στον Οδυσσέα, που μόλις έχει φτάσει, και στην Πηνελόπη που δεν τον αναγνωρίζει.
«Η Πηνελόπη, η γνωστή ηρωίδα από την Οδύσσεια του Ομήρου, ήταν κόρη του βασιλιά των Αμυκλών Ικάριου και της Περίβοιας. Το όνομά της είναι ακόμη και σήμερα σύμβολο της πιστής και αφοσιωμένης συζύγου. Εκτός από ομορφιά και πλούτη, είχε και όλες τις αρετές μιας ιδανικής βασίλισσας. Ήταν εύστροφη, συνετή, πιστή στον άντρα της και αφοσιωμένη στο γιο της, Τηλέμαχο, που ήταν βρέφος ακόμη, όταν έφυγε ο Οδυσσέας. Η Πηνελόπη περίμενε τον Οδυσσέα για είκοσι χρόνια, ακόμη και όταν όλοι τον θεωρούσαν νεκρό.

Ο Οδυσσέας (Αργύρης Ξάφης) εξιστορεί τα βάσανα του πολυμήχανου ήρωα στα χρόνια του ταξιδιού του.

Τα είκοσι αυτά χρόνια της απουσίας του Οδυσσέα, μόνη, όμορφη και βασίλισσα καθώς ήταν, προσέλκυσε πολλούς ευγενείς μνηστήρες που επιθυμούσαν να την παντρευτούν και να ανακηρυχθούν άρχοντες της Ιθάκης. Στην αρχή, η Πηνελόπη τους αγνοούσε, όταν όμως οι μνηστήρες άρχισαν να την πιέζουν, αναγκάστηκε να δηλώσει ότι θα διαλέξει έναν από αυτούς, όταν θα τελειώσει το σάβανο που έπλεκε για τον πεθερό της Λαέρτη. Η Πηνελόπη, που δεν επιθυμούσε βέβαια να ξαναπαντρευτεί, έπλεκε το σάβανο την ημέρα και το ξήλωνε τη νύχτα. Αυτό συνεχίστηκε για πολλά χρόνια, κατά τα οποία οι μνηστήρες σπαταλούσαν και λεηλατούσαν την περιουσία του Οδυσσέα, μέχρι που κάποια υπηρέτρια την πρόδωσε. Τότε πάλι αναγκάστηκε να προκηρύξει αγώνα τοξοβολίας, με την υπόσχεση ότι θα παντρευτεί τον νικητή. Τη στιγμή του αγώνα όμως επέστρεψε ο Οδυσσέας…».
***
Αυτά έλεγε, μεταξύ άλλων, η Δέσποινα Κούρτη σε συνέντευξή της στο catisart.gr και στην Ειρήνη Αϊβαλιώτου.

Της έλεγε ακόμη ότι «βρισκόμαστε σε αυτόν τον υπέροχο και πανέμορφο τόπο. Εκεί στο λιμάνι όπου ο Οδυσσέας έρχεται απ’ τη θάλασσα και πατάει το πόδι του στο λιμάνι του Φόρκυνα πρώτη φορά, φτάνοντας στην Ιθάκη. Τότε αρχίζεις να φαντάζεσαι την ιστορία. Βλέπεις τον τόπο και ζεις όλα τα γεγονότα. Κι από κει -μετά το λιμάνι- υπάρχει ένα πάρα πολύ ωραίο μονοπάτι, το οποίο περνάει μέσα από πορτοκαλιές. Ένα υπέροχο μονοπάτι, το οποίο καταλήγει στο θέατρο. Μέσα από αυτό καθένας ηθοποιός παρέα με μια ομάδα θεατών, πορεύεται προς το θέατρο, προς το παλάτι του Οδυσσέα δηλαδή. Απαγγέλλοντας ο καθένας ένα μικρό κομμάτι από άλλες ραψωδίες, που δεν θα ακουστούν ξανά στην παράσταση. Ραψωδίες έξυπνα επιλεγμένες. Ο καθένας λέει κάποια πράγματα που σχετίζονται, κατά κάποιο τρόπο, με το ρόλο που θα παίξει μετά. Πρόκειται για μια πορεία πλάι πλάι με τους θεατές, πορεία μέχρι να φτάσουμε στο θέατρο και να διηγηθούμε την ιστορία την οποία διαπραγματευόμαστε εμείς στην παράσταση: Τη μνηστηροφονία. Και εκεί, στην πορεία, είναι άλλη η σχέση μας με τους θεατές. Είναι πιο χαλαρή, είναι πιο ελεύθερη, είναι πιο συντροφική. Είναι σαν ένα ψυχικό ζέσταμα για όλους και για μας και για τους θεατές. Ένας περίπατος, παρέα μ’ αυτούς τους στίχους».
***
Όλα αυτά μας είχαν βάλει στο κλίμα της παράστασης «Άφιξις» / Με αφετηρία τη Μνηστηροφονία από την Οδύσσεια, που επρόκειτο να δούμε από την Ιώ Βουλγαράκη και τη Θεατρική Ομάδα «ΠΥΡ» στην «Αχιβάδα», το μικρό αρχαίο θέατρο της Παλαιάς Επιδαύρου.
***
Πρώτος όμως είχε αναλάβει αυτόν τον ρόλο ο ίδιος ο Όμηρος, ο δημιουργός των ποιητικών κειμένων της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, που είναι γνωστά ως «Ομηρικά Έπη». Η «Ιλιάδα» αποτελείται από 15.693 στίχους ενώ η «Οδύσσεια» που έχει περίπου 12.110 στίχους, περιγράφει τον δεκαετή αγώνα του Οδυσσέα για τον νόστο, την επιστροφή στην Ιθάκη μετά την κατάληψη της Τροίας.
Πασίγνωστες οι περιπέτειες του πολυμήχανου Οδυσσέα. Τις μάθαμε τις περισσότερες από το σχολείο. Δεν άλλαξε, ούτε και θα αλλάξει κάτι: Η Πηνελόπη τον περιμένει, οι μνηστήρες αδημονούν, η Πηνελόπη υφαίνει, οι μνηστήρες γλεντοκοπάνε, ο Οδυσσέας θαλασσοπνίγεται και όλα βαίνουν καλώς, όπως τα έχει καταγράψει (;) ο συγγραφέας. Οπότε; Τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει. Κανένας από τους μνηστήρες δεν θα καταφέρει να τεντώσει τη χορδή και να περάσει το βέλος μέσα από τις τρύπες των δώδεκα τσεκουριών. Τα πάντα θα εξελιχθούν έτσι όπως τα μάθαμε όταν πηγαίναμε στην Τρίτη Δημοτικού. Επομένως για ποιο λόγο να τρέχουμε μέσα στο κατακαλόκαιρο στην Παλαιά Επίδαυρο; Μόνο για το face book και το instagram; Υπάρχει κάτι καινούριο; Για να δούμε…
***
Μαζευτήκαμε, περίπου 160 άτομα, στον παλαιό προβλήτα του λιμανιού της Αρχαίας Επιδαύρου. Είμαστε μόνον εμείς που θα παρακολουθούσαμε το δρώμενο πριν από την παράσταση. Το φως του ήλιου άρχισε να πέφτει όταν οι ήχοι από το αυτοσχέδιο μουσικό όργανο (κομμένη φιάλη γκαζιού) του Γιάννη Δεσποτίδη, άρχισαν να λειτουργούν ως μαγνήτες και να συγκεντρώνουν στη μικρή πλατεία περισσότερο κόσμο.

Στον προβλήτα του παλιού λιμανιού της Αρχαίας Επιδαύρου η Ιώ Βουλγαράκη, η Δέσποινα Κούρτη, η Μαίρη Μηνά, ο Γιώργος Δικαίος περιμένουν την άφιξη του πολυμήχανου Οδυσσέα.

Ανάμεσά τους διέκρινα την Πηνελόπη, τον Τηλέμαχο, τον βοσκό Εύμαιο, την Ευρύκλεια και τον γέρο Λαέρτη. Δυο από τους μνηστήρες κάθονταν κάπως απόμακρα και παρακολουθούσαν, όμως πήρε το μάτι μου και τη θεά Αθηνά. Από τη σύναξη αυτή δεν έλειπε ο Άργος, ο πιστός σκύλος του Οδυσσέα. Μαζί με όλους με έκδηλη την αγωνία και η σκηνοθέτις Ιώ Βουλγαράκη. Αναζητούσε κι εκείνη τον Οδυσσέα, ώσπου ένας ζητιάνος (;) που του έμοιαζε έκανε την εμφάνισή του. Πήρε τον λόγο και σιγά σιγά όλα πήραν το δρόμο τους. Εμείς, χωριστήκαμε σε επτά ομάδες ανάλογα με το χρωματιστό χαρτάκι που μας είχε δοθεί μαζί με το εισιτήριο. Κάθε μια ομάδα είχε και έναν οδηγό – ηθοποιό. Ακούγοντας τη διήγηση και περπατώντας ανάμεσα στις ευωδιαστές πορτοκαλιές, στα οπωροφόρα, σε μπαξέδες και στάνες με ζώα, πλησιάσαμε το μικρό θέατρο της Παλαιάς Επιδαύρου. Η “μέρα ήτανε ζεστή και ποιητική, ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό” που προς τη δύση κοκκίνιζε και η δροσιά ήρθε από τις ραψωδίες του Ομήρου.

***

Αυτή τη διαδρομή την κάνουμε από το 1995 που άρχισε να λειτουργεί η «Αχιβάδα». Δηλαδή επί 22 χρόνια, κι όμως ποτέ δεν νιώσαμε αυτό το δέος που βιώσαμε συμμετέχοντας στη «Άφιξη». Δεν ήταν ένας απλός περίπατος. Ήταν μια ιεροτελεστία που σε οδηγούσε και σε καθοδηγούσε στο μυστήριο της έλευσης του ξένου. Όλα μας θύμιζαν κάτι από την περιφορά του Επιταφίου. Ειδικά τις στιγμές που σταματούσαμε για να ακούσουμε τη διήγηση των οδηγών – ηθοποιών.
Φτάνοντας στο τέλος – κοντά στην είσοδο του θεάτρου – οι θεατές μπερδεύτηκαν μεταξύ τους κι είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε και τις άλλες ομάδες θεατών με τους ραψωδούς – οδηγούς τους να ολοκληρώνουν τις διηγήσεις τους. Οπωσδήποτε μεγάλο κέρδος να ζεις και να απολαμβάνεις αυτούς τους ηθοποιούς σε κάτι εντελώς διαφορετικό από τον ρόλο τους όταν μάλιστα το απρόοπτο δημιουργεί νέες εικόνες.
Η πρώτη: με τη Μαίρη Μηνά, που εκείνη τη στιγμή – αν δεν την ξέρεις – δύσκολα μπορείς να πιστέψεις ότι αυτό το παιδί έχει τέτοιο τσαγανό και μπορεί με τον λόγο και την κίνησή της να σαγηνεύει και τη δική της αλλά και όλες τις υπόλοιπες ομάδες των θεατών που ήδη είχαν φθάσει στο χώρο κοντά στην είσοδο του θεάτρου.

Ο Γιώργος Μπινιάρης οδηγός – ραψωδός στη δική του ομάδα.

Η δεύτερη: με τον έμπειρο παραμυθά Γιώργο Μπινιάρη. Τη στιγμή που άρχισε να τραγουδά το

«Μενεξέδες και ζουμπούλια
και θαλασσινά πουλιά
αν τη δείτε την καλή μου
χαιρετίσματα πολλά…»

κάλεσε να τον σιγοντάρουν η Χριστίνα Μαξούρη, η Σοφία Πάσχου και η Μαρία Ναυπλιώτου, που παρακολουθούσαν την πομπή. Ο Μπινιάρης δημιούργησε σκηνή μέσα στη σκηνή γνωρίζοντας πως όλα μπορούν να δέσουν γλυκά μεταξύ τους.

Ο Γιώργος Δικαίος έδειξε νεανική τόλμη, η Δέσποινα Κούρτη ήταν μια μυστηριακή οδηγός – αφηγήτρια, ο Αλέξανδρος Λογοθέτης είχε αμεσότητα και χιούμορ, ο Αργύρης Ξάφης ήταν γλυκά επιβλητικός, ο Γιώργος Παπαγεωργίου δυναμικά επινοητικός.
Ο άψογος σχεδιασμός του περιπάτου και η υλοποίηση όλων όσων είχαν προβλεφθεί δημιούργησε μια ακόμη πιο έντονη προσμονή για όσα θα βλέπαμε μετά μέσα στο θέατρο.
Και πράγματι. Την ώρα που οι θεατές έπαιρναν τις θέσεις τους, ένα νέο δρώμενο είχε ήδη ξεκινήσει.

***

Στην αρχαία ελληνική γλώσσα έχουν γραφεί πολλά λογοτεχνικά και άλλου είδους έργα και όλα μαζί από τελούν την Aρχαία Eλληνική Γραμματεία. Tα παλαιότερα και διασημότερα από αυτά τα έργα που σώζονται –και τα πρώτα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας– είναι τα ομηρικά έπη, η Iλιάδα και η Oδύσσεια, που αποτελούσαν μάθημα για τα Ελληνόπουλα από τα αρχαία χρόνια.

Mε την Oδύσσεια γυρίζουμε περισσότερο από τρεις χιλιάδες χρόνια πίσω –την εποχή που είχε τελειώσει ο Tρωικός Πόλεμος και οι ήρωες του πολέμου επέστρεφαν στις πατρίδες τους. Στο έργο αυτό παρακολούμε το ταξίδι ενός γνωστού μας πολύ τρωικού ήρωα, του Oδυσσέα. Πρόκειται για ένα περιπετειώδες ταξίδι που κράτησε δέκα χρόνια. Τόσα χρόνια -κατά τον Όμηρο- χρειάστηκε ο βασιλιάς της Iθάκης ώστε να φτάσει από την Tροία στην πατρίδα του περνώντας βάσανα πολλά. Παράλληλα, η Οδύσσεια παρακολουθεί την εναγώνια προσμονή και αναζήτησή του τόσο από τη γυναίκα του, την Πηνελόπη, όσο και, από τον γιο του, τον Tηλέμαχο.

Όλοι γνωρίζουμε σε γενικές γραμμές τις οδυσσειακές περιπέτειες. Γνωρίζουμε όμως το ίδιο την Oδύσσεια και ως ποίημα; Ως «έκφραση του ωραίου, διαμέσου λέξεων περίτεχνα υφασμένων μεταξύ τους», ως λόγο οργανωμένο δηλαδή με τρόπους που κάνουν την παρακολούθησή του ευχάριστη και ενδιαφέρουσα;

H Oδύσσεια μπορεί να χαρακτηριστεί μεταπολεμικό έπος, καθώς αναδεικνύει τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν μετά τον Τρωικό Πόλεμο, σε συνάρτηση με τις κοινωνικές και πολιτικές ανακατατάξεις της εποχής του ποιητή.

Το ηρωικό στοιχείο της Oδύσσειας διαφέρει από εκείνο της Iλιάδας. Ο ηρωισμός της Oδύσσειας δεν είναι κυρίως πολεμικός αλλά αγώνας καρτερικός, για να επιβιώσει κανείς και να επιτύχει τους στόχους του.

O Oδυσσέας έφυγε από την Tροία με δώδεκα επανδρωμένα πλοία και στο ταξίδι του νόστου έζησε περιπέτειες πολλές για δέκα χρόνια. Πολέμησε τους Kίκονες στη Θράκη, αλλά έχασε αρκετούς συντρόφους. Στη χώρα των Λωτοφάγων μερικοί σύντροφοι κινδύνεψαν να ξεχάσουν την πατρίδα, τους πήρε όμως μαζί του με τη βία. Στη χώρα των ανθρωποφάγων Kυκλώπων ο γιος του Ποσειδώνα, ο Πολύφημος, έφαγε έξι συντρόφους και εκείνος τον τύφλωσε, για να σωθούν οι υπόλοιποι προκαλώντας έτσι την οργή του θεού της θάλασσας. Στην Aιολία φιλοξενήθηκε έναν μήνα και έφυγε με δώρο έναν ασκό, όπου ο φύλακας των ανέμων Aίολος είχε κλείσει όλους τους ενάντιους ανέμους. Από περιέργεια όμως οι σύντροφοι τον άνοιξαν και η τρικυμία που ξέσπασε τους πήγε στη χώρα των ανθρωποφάγων Λαιστρυγόνων, που βύθισαν τα έντεκα πλοία του και έφαγαν τους ναυαγούς. Mε το ένα πλοίο και τους ναύτες του έφτασε στο νησί της Kίρκης, η οποία μεταμόρφωσε τους συντρόφους του σε ζώα, αλλά ο Oδυσσέας την ανάγκασε να τους ξαναδώσει την ανθρώπινη μορφή. Kατέβηκε και στον Άδη, για να πάρει χρησμό από τον μάντη Tειρεσία. Άκουσε, δεμένος στο κατάρτι, το τραγούδι των Σειρήνων, πέρασε από τη Σκύλλα με οδυνηρές απώλειες και έφτασε στη Θρινακία, όπου έβοσκαν τα βόδια του Ήλιου. Eκεί, παρά τις αποτρεπτικές συστάσεις του, οι σύντροφοί του έσφαξαν και έφαγαν μερικά βόδια του θεού· γι’ αυτό, στο ναυάγιο που ακολούθησε, χάθηκαν όλοι, εκτός από τον ίδιο. Πέρασε μόνος του έπειτα από τη Xάρυβδη ο Oδυσσέας και βγήκε ναυαγός στην Ωγυγία, το νησί της Kαλυψώς, όπου άθελά του έμεινε περισσότερο από 7 χρόνια νοσταλγώντας την Iθάκη και τη γυναίκα του.

Στην Iθάκη, εν τω μεταξύ, τα αρχοντόπουλα της επικράτειας του Oδυσσέα μπαινόβγαιναν ανενόχλητα στο παλάτι ως υποψήφιοι γαμπροί – μνηστήρες της Πηνελόπης, και κατέτρωγαν την περιουσία του, αλλά εκείνη τους αντιμετώπιζε με σύνεση και πονηριά. Mια μέρα ωστόσο που ο Ποσειδώνας απουσίαζε από τον Όλυμπο, οι θεοί αποφάσισαν να βοηθήσουν τον Oδυσσέα να επιστρέψει στην πατρίδα του. Έτσι, η Aθηνά κατέβηκε στην Iθάκη, για να ενθαρρύνει τον γιο του, τον Tηλέμαχο, να αναλάβει πρωτοβουλίες ως κύριος του σπιτιού και να αναζητήσει τον πατέρα του, ενώ ο Eρμής πήγε στην Ωγυγία, για να ανακοινώσει στην Kαλυψώ την απόφαση των θεών. Aναγκάστηκε έτσι η νεράιδα να επιτρέψει στον Oδυσσέα να φύγει. Τον βοήθησε μάλιστα να φτιάξει μια σχεδία για το ταξίδι του νόστου.

***

Το φως της ημέρας είχε ήδη πέσει και μόνο ο γραμμικός σχεδιασμός με τις λάμπες «νέον» (Φωτισμός Αλέκος Αναστασίου) σηματοδοτούσε τον χώρο.
Ο Οδυσσέας είχε ήδη φθάσει στο παλάτι (σκηνικό της Άννα Φιοντόροβα) και ως ζητιάνος (κοστούμια της Μαγδαληνής Αυγερινού) παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα. Από εκεί και πέρα όλοι «περπάτησαν» στους δρόμους που είχε χαράξει η μετάφραση του Δ. Ν. Μαρωνίτη. Και οι δρόμοι αυτοί ήταν γεμάτοι εκπλήξεις παρόλο που η εξέλιξη της ιστορίας ήταν γνωστή. Όμως ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκε το κείμενο η Ιώ Βουλγαράκη φώτιζε νέα ανεξερεύνητα κεφάλαια στην επιστροφή του Οδυσσέα και στο ξεκαθάρισμα των λογαριασμών που είχαν ανοίξει οι μνηστήρες με τον πολυμήχανο.

Πριν αρχίσει η παράσταση ένα ακόμη δρώμενο με πρωταγωνιστή τον Οδυσσέα και την Ευρύκλεια.

***

Στην Iθάκη ο Oδυσσέας βρήκε μπροστά του την Aθηνά που τον βοήθησε να αντιμετωπίσει με επιτυχία την κατάσταση του παλατιού: τον μεταμόρφωσε σε ζητιάνο και τον συμβούλεψε να πάει πρώτα στο καλύβι του χοιροβοσκού Eύμαιου και να του ζητήσει πληροφορίες για όσα συμβαίνουν στο παλάτι. Φρόντισε έπειτα η θεά να φτάσει κι ο Tηλέμαχος στο καλύβι, όπου πατέρας και γιος κατέστρωσαν σχέδιο εξόντωσης των μνηστήρων. Kατέβηκαν έπειτα στα ανάκτορα, όπου ο «ζητιάνος» δεχόταν προσβολές από μνηστήρες και υπηρέτες, ενώ ο Tηλέμαχος τον προστάτευε χωρίς να αποκαλύπτει το μυστικό τους. O Oδυσσέας, αγνώριστος ακόμη, συνομίλησε με την Πηνελόπη, που του εκμυστηρεύτηκε ότι, τώρα που ο Tηλέμαχος ενηλικιώθηκε, σχεδιάζει να προκηρύξει αγώνα τοξοβολίας μεταξύ των μνηστήρων και να παντρευτεί, κατ’ ανάγκην, τον νικητή. Έγινε λοιπόν ο αγώνας την επόμενη μέρα και οι μνηστήρες δοκίμασαν το τόξο χωρίς επιτυχία. Δοκίμασε τότε και ο Oδυσσέας, νίκησε στον αγώνα και στράφηκε έπειτα εναντίον των μνηστήρων. Σε συνεργασία με τον Tηλέμαχο και λίγους πιστούς υπηρέτες τούς εξόντωσε όλους.

***

Η έναρξη της παράστασης έγινε με μια εκπληκτική χορογραφία (Σοφία Πάσχου), που θύμιζε κωμικές σκηνές από βουβή ταινία. Η μουσική σύνθεση (Σαβίνα Γιαννάτου) αλλά και οι αυτοσχεδιασμοί του Γιάννη Δεσποτάκη δίνουν άμεσα στον θεατή την εικόνα του τι γίνεται στο παλάτι όλα αυτά τα χρόνια της απουσίας του Οδυσσέα. Η σκηνή της έναρξης υπογραμμίζει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το διοικητικό αλαλούμ που επικρατεί στο βασίλειο που μόλις συγκρατείται από τις κλωστές της Πηνελόπης.
Από εκεί και πέρα στην κόκκινη κλωστή που είναι δεμένη και τυλιγμένη στην ανέμη του Όμηρου, δίνει κλώτσο να γυρίσει η Ιώ Βουλγαράκη και το παραμύθι αρχίζουν να το διηγούνται με τρόπο μοναδικό όλοι οι ηθοποιοί.

-Ξεκινάω με τους δύο μικρότερους στη διανομή, τη Μαίρη Μηνά (Αθηνά, Ευρύκλεια) και τον Γιώργο Δικαίο (Τηλέμαχος) οι οποίοι έχουν την τύχη στο ξεκίνημά τους να αναλαμβάνουν αυτό το βαρύ φορτίο και να ανταποκρίνονται με απόλυτη επιτυχία στο έργο που έχουν αναλάβει.
-Ακολουθούν δυο «απαράδεκτοι» μνηστήρες, ο Γιώργος Παπαγεωργίου και ο Αλέξανδρος Λογοθέτης. Τρώνε, πίνουν, χορεύουν, κατασπαταλούν το βιος του απόντα βασιλιά. Είναι τόσο πειστικοί στους ρόλους τους που δικαίως τιμωρούνται από τον πολυμήχανο άμα τη επιστροφή του.
-Για τον Γιώργο Μπινιάρη (Εύμαιος) τι να πεις; Και μισή ατάκα να έχει την κάνει ρόλο. Πάντα η παρουσία του είναι ξεχωριστή και το όνομά του πλούτος για κάθε παράσταση. Το ίδιο έκανε και τώρα.
Δέσποινα Κούρτη, «χρυσή» Πηνελόπη – με το μοναδικής ομορφιάς κοστούμι της – ήταν μια από τις αποκαλύψεις του φετινού Φεστιβάλ (μέχρι τώρα). Ερμηνευτικά και φωνητικά παρουσιάστηκε ως μια νέα τραγωδός εφάμιλλη των προκατόχων της. Πάτησε γερά και χρωμάτισε με τον δικό της τρόπο την προσωπογραφία της πιστής βασίλισσας.

-Ζητιάνος ή βασιλιάς. Και στους δύο ρόλους ο Αργύρης Ξάφης υπήρξε στιβαρός και έντονα σημερινός. Θα έλεγα πως ήταν ένας βασιλιάς της διπλανής μας πόρτας αλλά και ένας ζητιάνος που θα άξιζε να πάρει τη θέση του ηγέτη. Ο Ξάφης έδειξε από το ξεκίνημα, στον προβλήτα του παλιού λιμανιού της Αρχαίας Επιδαύρου, ότι είναι ο Οδυσσέας του 2017 που μπορεί να διορθώσει τα κακώς κείμενα και να δώσει λύση στα προβλήματα.

-Όλα τα παραπάνω ασφαλώς δεν έκαναν εύκολο το έργο της σκηνοθέτιδας Ιούς Βουλγαράκη. Το αντίθετο θα έλεγα. Έχοντας στα χέρια της αυτό το πλούσιο έμψυχο υλικό ασφαλώς θα μπήκε στον πειρασμό των επιλογών από σκηνή σε σκηνή, από φράση σε φράση. Το βαρύτιμο υφαντό της Άφιξης έχει την υπογραφή της και ασφαλώς είναι στα «συν» της φετινής χρονιάς.

Η Μαίρη Μηνά, στον δρόμο της επιστροφής από το παλιό λιμάνι, με τη δική της ομάδα.

Υπάρχει όμως και μια αρνητική πλευρά σε αυτή την παράσταση: Η “Άφιξις” παίχτηκε μόνο δύο φορές. Το είδαν, το χάρηκαν, το διδάχθηκαν 2, 3, 4 χιλιάδες θεατές. Ε, και; Μόνον αυτοί; Αυτή η παράσταση, έτσι όπως είναι φτιαγμένη και με ελάχιστες παραλλαγές, χρειάζεται μόνο να πάρει ελληνικό διαβατήριο και να ταξιδέψει στα πέρατα του κόσμου. Θα είναι ο καλύτερος πρεσβευτής του σύγχρονου πολιτισμού μας.
***
Πληροφορίες για την παράσταση
«Άφιξις» / Με αφετηρία τη Μνηστηροφονία από την Οδύσσεια
Από την Ιώ Βουλγαράκη και τη Θεατρική Ομάδα «ΠΥΡ»
“Πέρα και πριν από οποιαδήποτε απόπειρα ερμηνείας, η Οδύσσεια είναι ένα τραγούδι επιστροφής, προερχόμενο από μια εποχή που τα μακρινά ταξίδια των ναυτικών γεννούσαν τραγούδια για την απουσία. Επιστρέφοντας στην Ιθάκη, έπειτα από είκοσι χρόνια, ο Οδυσσέας θα σκοτώσει 108 άνδρες που διεκδικούν τη γυναίκα και τον θρόνο του, ξεκληρίζοντας το νησί. Αυτό το μακελειό εγείρει τα ερωτήματα: Σε τι επιστρέφει ο Οδυσσέας; Ποιος θυμάται τον απόντα βασιλιά και ποιος είναι σήμερα αυτός ο άντρας; Και γιατί χρειάζεται να χυθεί τόσο αίμα; Η παράσταση επικεντρώνεται στη στιγμή της επιστροφής, για να μιλήσει ακριβώς για το ανέφικτο της επιστροφής. Ποτέ δεν μπορούμε να επιστρέψουμε σε καμιά πατρίδα, αφού ο χρόνος κινείται αμείλικτα μόνο προς τα μπρος και τίποτα δεν παραμένει όπως το έχει διαφυλάξει η μνήμη. Έτσι, ο Οδυσσέας επιστρέφει σε ένα «φάντασμα ονείρου». Ανοίγοντας τη δράση πέρα από τα όρια του θεατρικού χώρου, με όχημα τη σπουδαία μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη, και επενδύοντας στην αφήγηση και όχι στον ρεαλισμό, η παράσταση επιχειρεί να φωτίσει την ψυχική μας σύνδεση με μια από τις πιο αιματηρές σκηνές της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας”.

Χαιρετισμός των ηθοποιών στο φινάλε, με τον μικρό Λογοθέτη στην αγκαλιά του μπαμπά του Αλέξανδρου.

Ας θυμηθούμε και το κυρίως προοίμιο στο αρχαίο κείμενο της Οδύσσειας

῎Ανδρα μοι ἔννεπε, Μοῦσα, πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ

πλάγχθη, ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσε·

πολλῶν δ᾽ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω,

πολλὰ δ᾽ ὅ γ᾽ ἐν πόντῳ πάθεν ἄλγεα ὃν κατὰ θυμόν,

ἀρνύμενος ἥν τε ψυχὴν καὶ νόστον ἑταίρων.

ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὣς ἑτάρους ἐρρύσατο, ἱέμενός περ·

αὐτῶν γὰρ σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν ὄλοντο,

νήπιοι, οἳ κατὰ βοῦς ῾Υπερίονος ᾿Ηελίοιο

ἤσθιον· αὐτὰρ ὁ τοῖσιν ἀφείλετο νόστιμον ἦμαρ.

τῶν ἁμόθεν γε, θεά, θύγατερ Διός, εἰπὲ καὶ ἡμῖν.

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση: Δ.Ν. Μαρωνίτης
Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία: Ιώ Βουλγαράκη
Σκηνικά: Άννα Φιοντόροβα
Κοστούμια: Μαγδαληνή Αυγερινού
Μουσική: Σαβίνα Γιαννάτου
Κίνηση: Σοφία Πάσχου
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Σχεδιασμός προβολών: Μάριος Γαμπιεράκης, Χρυσούλα Κοροβέση
Βοηθός σκηνοθέτη: Έφη Χριστοδουλοπούλου
Αγγλικοί υπέρτιτλοι: Αγγελική Κοκκώνη
Παίζουν: Γιώργος Δικαίος, Δέσποινα Κούρτη, Αλέξανδρος Λογοθέτης, Μαίρη Μηνά, Γιώργος Μπινιάρης, Αργύρης Ξάφης, Γιώργος Παπαγεωργίου
Μουσικός αυτοσχεδιασμός επί σκηνής: Γιάννης Δεσποτάκης
Sound design: Μανώλης Μανουσάκης
Ηχογράφηση: Studio 19st
Τις πανοπλίες έφτιαξε η Ιωάννα Πλέσσα. Τις κομμώσεις των κυρίων Λογοθέτη, Ξάφη, Παπαγεωργίου επιμελήθηκαν οι Talkin’ Heads.
Συμπαραγωγή: Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου
Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου
Παρασκευή 7 και Σάββατο 8 Ιουλίου 2017, στις 9.30 μ.μ.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
695ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
- Advertisement -

Τελευταία άρθρα

Cat Is Art