“Ηρακλής μαινόμενος”, άθλος όπως πόνος

Αχ! Ποιο «Αχ» επικρατεί και δεν ισχύει ο νόμος; Mια φράση του κορυφαίου του Χορού Γιάννη Βογιατζή που έγινε, τιμής ένεκεν, η κεντρική ιδέα της παράστασης. Ποιο ήταν το πιο επίπονο κατόρθωμα του Ηρακλή; Nα διαχειριστεί την ανείπωτη δυστυχία του. Οι σπουδαίοι άθλοι του θα μπορούσαν να θεωρηθούν ασήμαντοι σε σύγκριση με την επιστροφή του από την τρέλα. Η δυσκολότερη δοκιμασία είναι να δεχτείς την τραγική σου μοίρα και να συμφιλιωθείς με τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού σου. Άθλος σημαίνει πόνος.
Ο «Ηρακλής μαινόμενος», έργο συγκλονιστικό, από τα λιγότερο παιγμένα κείμενα του Ευριπίδη -αλλά ακριβώς γι’ αυτό το λόγο και με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμενόμενο- παρουσιάστηκε για δεύτερη μόλις φορά, μέσα σε διάστημα 50 χρόνων, από το Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού, στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου το διήμερο της Παρακευής 5 Αυγούστου και του Σαββάτου 6 Αυγούστου. 

 

O Ηρακλής, παντρεμένος με τη Μεγάρα (κόρη του Κρέοντα) και πατέρας ανήλικων τέκνων, βρίσκεται στον Άδη για να φέρει στη γη τον Κέρβερο ύστερα από εντολή του Ευρυσθέα. Η Θήβα δέχεται επίθεση. Ο Κρέοντας εξοντώνεται και τη βασιλεία σφετερίζεται ο Λύκος, που επιδιώκει την εξόντωση του Αμφιτρύωνα, πατέρα του Ηρακλή, της Μεγάρας και των παιδιών τους. Αυτοί καταφεύγουν ικέτες στο ναό του Δία, αναμένοντας την επιστροφή του Ηρακλή.
Ο Λύκος τους χλευάζει, τους απειλεί ότι δεν γλιτώνουν το θάνατο. Στέλνει τους άνδρες του Χορού να συγκεντρώσουν ξύλα για να περιτειχίσουν τους ικέτες και ύστερα ν’ ανάψουν φωτιά. Τότε η Μεγάρα παρακαλεί τον Λύκο ως ύστατη χάρη να της επιτρέψει να πάει με τα παιδιά της στο παλάτι για νεκροστόλισμα.
Νεκροστολισμένους τους συναντάει ο Ηρακλής που επιστρέφει και, αφού ενημερώνεται για τα συμβάντα, επεμβαίνει και σκοτώνει τον τύραννο Λύκο. Κι ενώ θυσιάζει στους θεούς, εμφανίζεται η Ίρις, η αγγελιαφόρος των θεών, μαζί με τη δαιμόνισσα Λύσσα, σταλμένη από την Ήρα, την ισόβια εχθρό του, να πλήξει το μυαλό του Ηρακλή.
Αγγελική ρήση μας μιλά για τη μανία που τον πλήττει και σκοτώνει γυναίκα και παιδιά, αυτούς που αγαπά και λίγο πριν τους έσωσε από το δολοφονικό χέρι του Λύκου. Η Αθηνά τον αναισθητοποιεί για να προλάβει τουλάχιστον την πατροκτονία. Τον πιάνουν και τον δένουν σε μια κολόνα. Όταν ξυπνάει και συνειδητοποιεί τις πράξεις του, μας θυμίζει τον Αίαντα.
Εμφανίζεται ο φίλος του Θησέας και τον συμβουλεύει να μην αυτοκτονήσει και να διατηρήσει την ανδρεία του, ανθρώπινος πια μέσα στην ανείπωτη δυστυχία. Ακουμπώντας στον Θησέα, ο οποίος του υπόσχεται καθαρμό του εδάφους, παίρνει το δρόμο για την Αθήνα που θα του προσφέρει άσυλο. Ο γέροντας Αμφιτρύων παραμένει στη Θήβα για να κάνει τις ταφές των νεκρών.
Στο δεύτερο μέρος ο Ηρακλής χρειάζεται τον ηρωισμό του όχι για να κάνει κατορθώματα, μα για να μπορέσει ν’ αντέξει την έσχατη δυστυχία.
Δυστυχία που δεν υπάρχει μεγαλύτερη κάτω από τον ουρανό. Να αφανίσεις άθελά σου τους αγαπημένους σου.
«…ένας γέροντας. Εξηντλημένος και κυρτός, σακατεμένος απ’ τα χρόνια…», λέει ο Καβάφης. Ο Ηρακλής, περίσσευμα της ζωής, σκυφτός, ανθρώπινος, τραγικός, μες στην αιώνια θλίψη και απελπισία του για το αδίκημα το τρομερό που έπραξε. Παιδοκτόνος και συζυγοκτόνος. Άχθος βαρύ. Μ’ αυτό πρέπει να ζήσει. Η αυτοκτονία θα ’ταν δειλία για τον ήρωα.
Ο «Ηρακλής Μαινόμενος» γράφτηκε από τον Ευριπίδη μεταξύ 421 και 415 π.Χ. Περίπου την ίδια εποχή που παρουσιάστηκαν και οι «Τρωάδες» (415 π.Χ.). Ο αήττητος, ο νικητής, ο εκλεκτός, αυτός που θέλησε να εξανθρωπίσει τον κόσμο, ως ειρωνικό επισφράγισμα μιας ηρωικής πορείας γίνεται ο ίδιος θύμα ανίσχυρο της ιερής μανίας.
Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός παρουσίασε μια παράσταση με ιδιαίτερη σωματικότητα, ποιητική, πειραματική μεν αλλά δίχως ανούσιες εξάρσεις. Λεωφορείο – αντίκα μετέφερε τον περιοδεύοντα θίασο. Με τη νοσταλγική επιγραφή “εκδρομικόν”. Ιδέα λυρικότατη που εξέπληξε το κοινό.
Διάχυτη και μέσω της υπέροχης ζωντανής μουσικής του Δημήτρη Καμαρωτού μια γλυκόπικρη μελαγχολία. Ο μαγικός ρεαλισμός της σε παρέπεμπε σε άλλες εποχές. Μετεμφυλιακές, δεκαετίας του ’50. Ταμπλό vivants, υπαινικτικό χιούμορ, σώματα ίδια γλυπτά, εικόνες από ταινίες του Τάκη Κανελλόπουλου, από το «Θίασο» του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Σκηνές που παραπέμπουν ευθέως στις κινηματογραφικές τραγωδίες του Παζολίνι. Κάδρα ουτοπικά, μινιμαλιστικά, τολμηρά, πέρα από τις κλασικές φόρμες.
Ο Νίκος Καραθάνος ήταν ο Ηρακλής μαινόμενος, ο Ηρακλής συντετριμμένος, ο Ηρακλής σπαρακτικός, ο Ηρακλής βυθισμένος στο πένθος και στην απόγνωση.
Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη υποδύθηκε τη γενναία, ευγενικής ψυχής και αριστοκρατικής καταγωγής Μεγάρα με εσωτερικότητα και παλμό, ακόμα και στις σκηνές της ακινησίας της. Με χαμόγελο αρχαίας θεάς.
Ο Αμφιτρύωνας ερμηνεύτηκε με αλήθεια και σοφία από τον έμπειρο Μηνά Χατζησάββα.
Καταχειροκροτήθηκε επίσης ο αιώνια έφηβος Γιάννης Βογιατζής. Ξεχώρισαν οι Γιώργος Γάλλος, Στεφανία Γουλιώτη, Θεοδώρα Τζήμου, από τα μικρά διαμάντια του δυναμικού του Εθνικού μας Θεάτρου. Όλος ο θίασος αποτελούσε μια ευτυχή διανομή.

Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας σε συνεργασία με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό. Σκηνοθεσία: Μιχαήλ Μαρμαρινός. Σκηνικά: Ελένη Μανωλοπούλου. Κοστούμια: Κέννυ Μακ Λέλλαν. Επιμέλεια κίνησης – χορογραφία: Κωνσταντίνος Ρήγος. Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός. Φωτισμοί: Thomas Walgrave.
Ερμήνευσαν οι ηθοποιοί: Νίκος Καραθάνος, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Μηνάς Χατζησάββας, Θοδωρής Αθερίδης, Γιάννης Βογιατζής, Στεφανία Γουλιώτη, Θεοδώρα Τζήμου, Γιώργος Γάλλος, Χάρης Τσιτσάκης, Γιώργος Μπινιάρης, Γιώργος Ζιόβας, Αργύρης Πανταζάρας, Γιάννης Παπαδόπουλος, Προκόπης Αγαθοκλέους, Αλέξανδρος Μαυρόπουλος, Κώστας Κοράκης, Kωνσταντίνος Ασπιώτης, Γιούλα Μπούνταλη, Δημήτρης Μακαλιάς, Ντένης Μακρής.