Cat Is Art

Δημήτρης Καπετανάκος, γερή και άφθαρτη βελανιδιά

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Mόλις τον γνωρίσεις μπορείς να μαντέψεις κάτω από το φλοιό της αρραγούς αρρενωπότητας, την πραγματική στόφα από την οποία είναι φτιαγμένος. Το εσωτερικό μου ραντάρ, δίχως να με αιφνιδιάσει, με πληροφόρησε ότι ήταν ένας ευγενής άνθρωπος άλλης εποχής, ένας ντοστογιεφσκικός χαρακτήρας. Ο Δημήτρης Καπετανάκος υπήρξε αλεξιπτωτιστής. Πολλοί τότε του πρότειναν να καταταγεί στην Αστυνομία ή στο Λιμενικό. Για μια σίγουρη σταδιοδρομία. Eκείνος όμως είχε ένα όνειρο. Να μπορεί να σκέφτεται ελεύθερα. Ήξερε τι έπρεπε να γίνει. Πίσω από τα αδρά χαρακτηριστικά και το στιβαρό παρουσιαστικό κρυβόταν ένας αυθεντικά ευαίσθητος καλλιτέχνης. Απαλλαγμένος από το φορτίο των αποφάσεων, των δεύτερων σκέψεων, των ευκολιών και των προθέσεων, οδηγήθηκε στο θέατρο όχι σαν… αλεξιπτωτιστής αλλά ως σοβαρός και αξιόπιστος συμπολεμιστής. Εκτός από ηθοποιός,  ζωγραφίζει και σκηνογραφεί. Επιπλέον ασχολείται και με μια δύσκολη τέχνη – άθλημα, τα ξυλοπόδαρα. Έχει παίξει κλασικά έργα από ύφος… τριών μέτρων. Και γνωρίζει πολύ καλά πώς να κρατάει ψηλά τον πήχη. Για τους θεατές που είδαν τον Δημήτρη Καπετανάκο στο «Rottweiler» και στο «Λα Τσούγκα» υπήρξε μια ειλικρινής έκπληξη. Φέτος εμφανίζεται με επιτυχία στην παράσταση «Κατάδικός μου» με το θίασο της Ελένης Ράντου. Βαθυστόχαστος, ανήσυχος και φιλοσοφημένος,  αποπνέει καλοπιστία, αποφασιστικότατα και θέληση. Είναι ένα δέντρο, μια γερή άφθαρτη βελανιδιά, με υγιείς ρίζες, ειδική δύναμη και ισχυρή προσωπικότητα. Κι έχω τη βεβαιότητα, Δημήτρη, ότι τα κλαδιά αυτής της δυνατής βελανιδιάς σύντομα θα αναπτυχθούν και θα πετάξουν γοργά σαν τον άνεμο.

Διαβάστε τη συνέντευξη.

* Φωτογραφίες: cat is art

* Γεννήθηκα στην Αθήνα. Ο πατέρας μου είναι μισός Μανιάτης και μισός Σπαρτιάτης, από ένα χωριό έξω από τη Σπάρτη, το Ξηροκάμπι. Δεν μεγάλωσα εκεί. Μεγάλωσα στα Μελίσσια.

Ένα ποτάμι και μια ρεματιά

* Από την περιοχή μας περνάει ένα ποτάμι. Στη συνέχειά του γίνεται η γνωστή Ρεματιά του Χαλανδρίου. Περνάει πολύ κοντά από το σπίτι μου και όλη η παλιοπαρέα, τότε που ήμασταν μικρά, μεγάλωσε εκεί στο ποτάμι. Χειμώνα – καλοκαίρι βρισκόμασταν εκεί, σαν να ζούσαμε σε χωριό. Αυτή η παιδική εποχή είχε φύγει από τη μνήμη μου, πριν από λίγα χρόνια όμως μου γεννήθηκε η επιθυμία να ξαναπάω και να περπατήσω σ’ εκείνα τα μονοπάτια. Ήταν συγκινητικό. Πέρασα από σημεία που έχουν να πατηθούν χρόνια αλλά όμως είναι εκεί. Ακόμη το δρομάκι φαίνεται -μπορεί να είναι ρομαντικό αυτό που λέω- αλλά όλα ήταν εκεί. Ήταν χειμώνας, έκανε κρύο και είδα το μονοπάτι που ήταν χαραγμένο εδώ και πολλά χρόνια. Με τα χέρια μου άνοιξα δρόμο στους θάμνους και περπάτησα ξανά στο ίδιο μέρος, όπως τότε. Η διαδρομή ήταν συγκεκριμένη, πέρναγες το ρέμα, έφτανες στην απέναντι όχθη και γύριζες πάλι πίσω. Ήταν όλα εκεί, τα θυμήθηκα και συγκινήθηκα. Σαν να έκανα ένα ταξίδι στη ζωή μου. Από τότε πηγαίνω πολύ τακτικά και κάθομαι μαζί με τα «παιδιά» μου, τους σκύλους μου και επιστρέφω πολύ γεμάτος.

Από πάρα πολύ μικρός…

* Από το νηπιαγωγείο κιόλας, ζωγράφιζα και μάλιστα ήθελα -από τότε- να σπουδάσω στη Σχολή Καλών Τεχνών και να γίνω ζωγράφος. Δεν το προσπάθησα ποτέ όμως. Ζωγράφιζα συνέχεια και παντού, ακόμη και με στυλό διαρκείας. Πράγμα δύσκολο, αφού, όπως μου έλεγε κι ένας εικαστικός, δεν μπορείς να ανακαλέσεις καμία γραμμή. Ήθελα λοιπόν να ασχοληθώ με τη ζωγραφική. Ήμουν πολύ κακός μαθητής, μέχρι και το λύκειο. Όμως αναλάμβανα μόνος μου να διακοσμώ την αίθουσα του σχολείου για τις εκδηλώσεις, 25η Μαρτίου, 28η Οκτωβρίου και στην επέτειο του Πολυτεχνείου. Ήταν μια διέξοδος αυτή. Πάντα έμενα μετεξεταστέος, αλλά πάντα περνούσα.

Τα χρόνια πέρασαν…

* Στη Δευτέρα Λυκείου ο Δήμος Μελισσίων έφτιαχνε διάφορα τμήματα για τις Απόκριες. Εκεί βρήκα τους αρμόδιους και πρότεινα τις ιδέες μου. Έτσι για πρώτη φορά το σχολείο μας πήρε μέρος σε αυτή την εκδήλωση. Τότε κάναμε την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή και έγραψα ένα μικρό σκετς σατιρικό. Είχε τίτλο «Ποιος έκτισε το Λύκειο Μελισσίων ενώ έδωσα εντολή να το γκρεμίσουν;». Πρωταγωνίστριες βέβαια η Αντιγόνη με την Ισμήνη. Θα έπαιζα τον Κρέοντα. Η σκηνή ξεκινούσε με τη φράση «Ω θεοί των υπουργείων…». Είναι κωμικό βέβαια αλλά εμένα εκείνη τη στιγμή σαν να με διαπέρασε ένα ρεύμα ηλεκτρικό. Κυκλοφόρησε σε όλο μου το σώμα. Αυτό που μου συνέβη τότε επανήλθε πολύ αργότερα. Την ίδια περίοδο στο γυμνάσιο μας πήγανε μια φορά στο θέατρο. Ήμουνα τότε στην κοπάνα, στους φραπέδες και όλα αυτά τα γνωστά. Μάλιστα δεν ήθελα να πάμε, πήγα απρόθυμα και κάθισα στο τέλος μαζί με τη γνωστή γαλαρία, που ίσως ενοχλούσε με τον τρόπο της την εξέλιξη της παράστασης. Κάποια στιγμή όμως -στο θέατρο «Κνωσός» ήμασταν και κατά σύμπτωση έπαιζαν «Αντιγόνη»- όπως έβλεπα τους ηθοποιούς και ενώ ήμουνα σε εντελώς άλλο ύφος και στάση ζωής, σκέφτηκα ότι «αυτό θα μπορούσα να το κάνω κι εγώ». Πάλι όμως αυτό που είπα το ξέχασα και συνέχισα στο πουθενά.

Εθελοντής στο στρατό

* Παρουσιάστηκα αμέσως μετά το λύκειο εθελοντής στο στρατό. Πήγα 10 μήνες νωρίτερα από τη σειρά μου. Δεν το έκανα για να κερδίσω χρόνο. Το έκανα επειδή ήθελα να υπηρετήσω στις ειδικές δυνάμεις, όπως και έγινε. Υπηρέτησα στα ΛΟΚ, στην 1η Μοίρα Αλεξιπτωτιστών. Τώρα είμαι έφεδρος υπολοχαγός. Κατά τη διάρκεια της θητείας, μου λέγανε: Εσύ πρέπει να καταταγείς στην Αστυνομία, στην Πυροσβεστική, στο Λιμενικό. Κι εγώ τους απαντούσα: Όχι, θα σπουδάσω ζωγραφική μόλις τελειώσω.

Στα είκοσι και κάτι…

* Άρχισα μαθήματα για να δώσω εξετάσεις στη Σχολή Καλών Τεχνών στα είκοσί μου. Πήγαινα 2-3 μήνες εκεί. Περπατούσα στο δρόμο χωρίς να ’χω στον ήλιο μοίρα, με κάποια όνειρα μόνο να γίνω ζωγράφος. Τότε συνάντησα μια συμμαθήτριά μου από το γυμνάσιο, που μου είπε ότι είναι σε μια θεατρική ομάδα και σε μια δραματική σχολή. Μου άρεσαν όσα μου είπε και έτσι πήγα κι εγώ σε αυτή την ομάδα. Η παράσταση δεν ανέβηκε ποτέ. Η φίλη μου όμως με πήγε στη Σχολή Φωτιάδη. Έδωσα εξετάσεις και δεν πέρασα. Παρόλα αυτά συνέχισα τις σπουδές μου. Στη σχολή τελικά μπήκα τον Οκτώβριο του ’94 και τον Δεκέμβριο με είδε μια συμφοιτήτρια από άλλο έτος, μεγαλύτερο. Έψαχναν έναν ηθοποιό στο δικό μου το… καλούπι. Με πρότεινε σε μια δουλειά. Εγώ ντρεπόμουνα και δεν πήγα. Η φίλη μου τότε ήρθε δεύτερη φορά και με έπεισε. Παράλληλα με τη σχολή άρχισα και να δουλεύω.

Η πρώτη μου παράσταση

* Ήταν παιδικό θέατρο. Λεγόταν «Θέατρο Θέαμα». Κάναμε περιοδεία εκείνο το καλοκαίρι με το έργο του Τσβάιχ Κρούκερ «Φτιάχνουμε έναν παιχνιδότοπο». Σε σκηνοθεσία του Κοσμά Κονδύλη. Αυτή ήταν η πρώτη μου παράσταση. Από το ’94 η μια δουλειά μου φέρνει την άλλη. Στην αρχή παράλληλα δούλευα και ως εμποροϋπάλληλος. Το πρωί στο εμπορικό, το βράδυ στο θέατρο. Έκανα δύο δουλειές μέχρι και πριν από έξι χρόνια. Τα έξι τελευταία χρόνια κάνω μόνο θέατρο και κινηματογράφο.

Δάσκαλοι

* Είχα μια Ρωσίδα δασκάλα που λέγεται Λένα Φιλίπποβα και την Άντζελα Μπρούσκου. Αυτές οι δύο ουσιαστικά μου ξεδιάλυναν το τοπίο σε ό, τι αφορά τη δουλειά μας. Δεν ξέρω τώρα πώς είναι οι σχολές, όμως τότε ήταν πολύ συγκεχυμένα τα πράγματα. Ήμασταν πάρα πολύ μπερδεμένοι. Μάλιστα δούλευα παράλληλα κι έβλεπα πόσο διαφέρει η θεωρία από την πράξη. Εν τούτοις η Σχολή του Διομήδη Φωτιάδη και οι καθηγητές της τότε με βοήθησαν να βρω το δρόμο μου. Συνάντησα πολλά από όσα μας έλεγαν. Μπορεί τότε να μας φαίνονταν περίεργα και τραβηγμένα, ειδικά όσα αφορούσαν την πειθαρχία και τη συνέπεια. Όμως τώρα διαπιστώνω πόσο χρήσιμα ήταν. Αλλά, όμως είπα πιο πάνω, η Φιλίπποβα και η Μπρούσκου μου έδωσαν μια πολύ συγκεκριμένη βάση για να ξέρω από πού πρέπει να πιάνομαι κάθε φορά και πώς να χτίζω και να εξελίσσω τη δουλειά μου στο κομμάτι της διερεύνησης του χαρακτήρα με τον οποίο πρόκειται να ασχοληθώ.

Το νήμα

* Αυτές οι δύο δασκάλες αυτό μου έμαθαν, να βρίσκω το νήμα.

Το πιο δύσκολο κοινό

* Βέβαια η προϋπηρεσία στο παιδικό θέατρο ήταν μεγάλο σχολείο, όπως πρέπει να είναι για όλους τους ηθοποιούς, αφού τα παιδιά είναι το πιο δύσκολο κοινό.

«Θέατρο για παιδιά»

* Νομίζω καταρχάς ότι πρέπει να το λέμε «θέατρο για παιδιά». Φυσικά τότε δεν είχα μέτρο σύγκρισης, αργότερα όμως, που πέρασαν τα χρόνια, κατάλαβα ότι ενώ -ας μου επιτραπεί- στο θέατρο για μεγάλους πρέπει να πορεύεσαι με την αλήθεια, στο θέατρο για παιδιά πρέπει να είσαι πολύ πιο αληθινός, πολύ πιο συγκεντρωμένος, επειδή τα παιδιά που σε παρακολουθούν διαμορφώνουν το χαρακτήρα τους και η δική σου ευθύνη είναι για το λόγο αυτό μεγαλύτερη.  Έχεις υπάρξει κι εσύ ο ίδιος παιδί και ίσως να έχεις εισπράξει και κάποιες λάθος εντυπώσεις από παρόμοιες παραστάσεις και γι’ αυτό οφείλεις να είσαι συνεπής και ακριβής σε αυτό που έχει οριστεί να κάνεις όσο το δυνατόν καλύτερα και στη συνέχεια να αφήσεις το παιδί να πάρει τις εικόνες που πρέπει να πάρει.

Άλλες συνεργασίες

* Στο θέατρο Αθηνών μού δόθηκε η ευκαιρία να συνεργαστώ με τις «Μαγικές Σβούρες» το 2006 – 2008. Ανεβάσαμε τη «Φάρμα των Ζώων» του Τζορτζ  Όργουελ. Ήταν διασκευή για παιδιά που είχε κάνει ο Δημήτρης Αδάμης. Επίσης το παραμύθι «Η ξυλένια κούκλα». Η εμπειρία ήταν συγκλονιστική επειδή ύστερα από αρκετά χρόνια, πιο ώριμος και σαν άνθρωπος, κατάλαβα πόσο σπουδαίο είναι να είσαι σε ένα θέατρο που χτίζει μια παράσταση για παιδιά. 

Ο αυστηρότερος κριτής

* Τα παιδιά είναι ο αυστηρότερος κριτής. Απαιτητικοί θεατές που πολλές φορές έχουν μπει τόσο πολύ μέσα στην παράσταση, που αρχίζεις να λες μια μαγική – καθοριστική λέξη, η οποία είναι γραμμένη από το συγγραφέα και σκηνοθετημένη από το σκηνοθέτη για να ειπωθεί με κάποιο ξεχωριστό τρόπο και έχει τύχει σε παράσταση να πει τη λέξη ένα παιδί! Εκεί απλώς υποκλίνεσαι. Άλλες στιγμές το παιδί σε αγνοεί. Γυρίζει στο συμμαθητή του και λέει κάτι άλλο, αφού δεν είσαι εσύ εκεί για να το τραβήξεις μαζί σου…

Το πιο σημαντικό

* Είναι μοναδικό το συναίσθημα να παρατηρείς τα παιδιά από την κουΐντα να παρακολουθούν γοητευμένα αυτό που συμβαίνει στη σκηνή. Δεν υπάρχει κάτι πιο σημαντικό από αυτό. Είναι η πιο σπουδαία αναγνώριση.

Η ανταμοιβή

* Τα τελευταία χρόνια που έχω επικεντρωθεί μόνο στο θέατρο και δεν μοιράζομαι έχοντας και περισσότερο χρόνο για να σκεφθώ, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η μεγαλύτερη ανταμοιβή είναι η διαδρομή της πρόβας, της έρευνας μέχρι και την πρεμιέρα. Αυτή είναι η μεγαλύτερη δοκιμασία και η μεγαλύτερη πρόκληση. Που ψάχνεις μέσα και έξω από τον εαυτό σου, που δανείζεσαι πράγματα από το οτιδήποτε παρατηρείς στην καθημερινότητά σου, μαζί με το σκηνοθέτη πάντα, αφού καταλάβεις τι ακριβώς θέλει και ποιος είναι ο άξονας. Η μεγαλύτερη ανταμοιβή, λοιπόν, είναι αυτή της προεργασίας. Τώρα, από τη στιγμή που ανεβαίνει η παράσταση και μετά, για μένα είναι ένα άλλο όμορφο ταξίδι. Αυτή η επανάληψη που συμβαίνει κάθε βράδυ και το τι νέα πράγματα μπορεί να σου γεννήσει και να σε εκπλήξει ακόμα και ο ίδιος σου ο εαυτός. Αυτό για μένα -αν το βάζαμε με ποσοστά- θα είναι το 99% αυτού του ταξιδιού.

Συμπαίχτες – συμπολεμιστές

* Η παράσταση εξελίσσεται. Και ειδικά όταν οι συνθήκες είναι ιδανικές, όταν είμαστε συμπαίκτες – συμπολεμιστές,  ευγενικά οπλισμένοι στην καθημερινή μας μάχη για να αντιμετωπίσουμε ό, τι συμβεί. Το υπόλοιπο 1% είναι όταν μερικές φορές έρχεται ένας θεατής και μου λέει πως άγγιξα μια προσωπική του χορδή. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Δεν θέλω τίποτα άλλο. Έτσι κι αλλιώς το θέμα του βιοπορισμού στη δουλειά μας είναι ιδιαιτέρως δύσκολο. Τώρα αν τύχει και όλα είναι όπως πρέπει, τότε τα πράγματα είναι πολύ πιο όμορφα, αφού εκ των προτέρων έχουμε αποδεχτεί τις δυσκολίες του επαγγέλματός μας. Προσπαθούμε τουλάχιστον να κάνουμε καλές δουλειές. Εγώ μάλιστα έμαθα και κάνω ξυλοπόδαρα που τα χρησιμοποίησα ως συμπληρωματικό κομμάτι της δουλειάς μου.

Το “Θέατρο επί Κολωνώ”
 
* Είχα πάει σε ένα γραφείο casting όπως πηγαίνουν πολλοί ηθοποιοί, οι νεότεροι μάλλον. Τότε επρόκειτο να ανεβάσουν στο Θέατρο επί Κολωνώ το «Rottweiler» του Γκιγιέρμο Έρας και αναζητούσαν κάποιον ηθοποιό που να ταιριάζει με την περιγραφή του συγγραφέα. Πήγαν λοιπόν στο γραφείο αυτό. Αυτό το κομμάτι της αναζήτησης είχε αναλάβει ως βοηθός της κυρίας Σκότη, ο Γιάννης Ράμμος, που υποδυόταν το δημοσιογράφο στο έργο. Βρήκε αρκετούς συναδέλφους και μας κάλεσε όλους στο θέατρο. Δεύτερη φορά πήγαινα σε ακρόαση. Την πρώτη ήταν με τον M. Βολανάκη για μια παράσταση που δεν έγινε. Η δεύτερη ήταν στο «Επί Κολωνώ». Ρώτησα αν χρειάζεται να ετοιμάσω κάποιο μονόλογο, κάποιο τραγούδι. Μου είπαν να πάω μόνο με το βιογραφικό μου. Δεν ήξερα κανέναν εκεί.

«Φεγγαράκι μου λαμπρό…»

* Η ακρόαση ήταν το «Φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ» με διαφορετικές διαθέσεις όμως. Αυτό το τόσο απλό με την οδηγία «πες το χαρούμενος πρώτα και μετά θυμωμένος. Πες το σκεπτικός και μετά πολύ χαρούμενος». Η ακρόαση συνεχίστηκε με συνθήκες αυτοσχεδιασμού επειδή το κείμενο δεν είχε ολοκληρωθεί στη μορφή που το είδατε. Με ήθελαν τότε ως βοηθό του δημοσιογράφου και όχι για το ρόλο του σκίνχεντ. Ακολούθησαν αρκετές ακροάσεις μέχρι να καταλήξουμε.

Η Ελένη Σκότη

* Έτσι ξεκίνησε η συνεργασία μου με το «Επί Κολωνώ». Εντελώς αλεξιπτωτιστικά. Ο Γιάννης Ράμμος και ο Γιάννης Τρίμμης ήταν μαθητές της Ελένης Σκότη από το Εργαστήρι. Ο μόνος εκτός ομάδας ήμουν εγώ, ενώ ο Δημήτρης Λάλος είναι από τα ιδρυτικά μέλη της ομάδας «Νάμα». Στη συνέχεια συνεργάστηκα και στο «Λα Τσούνγκα». Τα τελευταία τρία χρόνια ήμουν εκεί. Ευτυχής συγκυρία γιατί έμαθα πάρα πολλά και από την ομάδα και από την Ελένη Σκότη και τον τρόπο δουλειάς της. Επίσης μπορώ να πω ότι σε πιο σύγχρονο επίπεδο η Ελένη μου ξεκαθάρισε πολλά πράγματα. Μου έδειξε πώς να βρίσκω το νήμα με το δικό της τρόπο και νιώθω πάρα πολύ καλά. Βέβαια η διαδρομή μου μέχρι τώρα στο θέατρο μπορεί να μην είναι… πεφωτισμένη ώστε να στέκομαι κάπου φανταχτερά. Όμως δεν μετανιώνω για τίποτα από όσα έχω κάνει στο θέατρο. Είμαι έντιμος σε αυτό που κάνω. Ό, τι έχω το διαθέτω με συνέπεια. Δεν έχω δεύτερες σκέψεις ούτε απωθημένα για κάποιους ρόλους. Εμένα με ενδιαφέρουν οι καλοί συνεργάτες, όπως στο «Επί Κολωνώ», που το περιβάλλον είναι οικογενειακό και προσφέρει ιδανικές συνθήκες για τους καλλιτέχνες.

Κόντρα ρόλοι

* Όλοι τα έχουμε όλα μέσα μας. Εδώ, λοιπόν, είναι το μαγικό να προσπαθήσουμε να βρούμε πού είναι το δικό μας κομμάτι, να το ανασύρουμε, να το διανθίσουμε με τις πληροφορίες που δίνει ο συγγραφέας και η εποχή, η οδηγία από το σκηνοθέτη, οι προσλαμβάνουσες που έχουμε από το περιβάλλον μας. Αυτό είναι το ωραίο της υπόθεσης. Μαζεύεις όλα αυτά τα κομμάτια, από τα παιδικά σου χρόνια, από την παρατήρηση της ζωής, από τη δική σου φαντασία. Αν ακολουθήσεις αυτή τη διαδικασία είσαι πάντα εσύ αλλά είσαι και διαφορετικός. Έτσι όπως σε θέλει ο ρόλος και ο σκηνοθέτης. Αυτό είναι ένα ταξίδι που δεν σταματάει ποτέ. Ακόμη κι όταν κατέβει η παράσταση μπορεί να σου έρθουν στο μυαλό κάποιες εικόνες για το χαρακτήρα που έκανες. Λες πως κι αυτό θα ταίριαζε και αυτό θα μπορούσε να γίνει έτσι. Αν λοιπόν έπειτα από χρόνια η παράσταση ανέβει ξανά, τότε θα δεις ότι όλα όσα έμεναν στην άκρη βγαίνουν πάλι στην επιφάνεια γιατί πάντα ήταν μέσα σου. Βέβαια όσο πολυδιάστατος είναι ο ρόλος πρέπει να κρατάς μια ισορροπία. Κρατάς την απόσταση, ξέρεις ποιος είσαι και δεν φεύγεις ποτέ από την πραγματικότητα. Σε αυτό με βοήθησε πολύ μια φίλη μου που μου ξεδιάλυνε κι αυτή το νήμα. Μου είπε τη λέξη «προσφορά». «Αυτό που κάνεις, Δημήτρη, το προσφέρεις στους θεατές». Είναι η προσφορά του θεάτρου και του καλλιτέχνη.

Η χορδή

* Δεν κάνουμε θέατρο μόνο για την ψυχή μας. Σίγουρα σε λυτρώνει, οπωσδήποτε σε καθορίζει, αλλά δεν το κάνουμε για μας. Έρχεται κάποιος για να μας δει. Ο άλλος αφήνει πίσω τη ζωή του και σου αφιερώνει από αυτήν δύο ώρες για να ψυχαγωγηθεί. Έρχεται για να του χτυπήσεις μια χορδή. Δεν έρχεται για να διασκεδάσει. Μάλιστα τα τελευταία χρόνια -που είμαι πιο συγκροτημένος- ανακάλυψα ότι υπάρχουν κατηγορίες θεατών. Είναι αυτοί που πάνε να δούνε θέατρο επειδή πρέπει να πάνε για να πουν ότι πήγαν. Είναι αυτοί που αγαπούν το θέατρο βαθιά και το στηρίζουν. Είναι αυτοί που είτε είναι 17 χρονών είτε 77 βλέπουν για πρώτη φορά στη ζωή τους θέατρο και με αφορμή αυτή την παράσταση μπορεί ν’ αλλάξουν σαν χαρακτήρες και να ακολουθήσουν άλλο δρόμο στη ζωή τους. Όπως συνέβη με μένα όταν πρωτοείδα θέατρο. Και, τέλος, υπάρχουν κι αυτοί που, παρά τα όποια οικονομικά προβλήματα, κάνουν τη θυσία και επιλέγουν το θέατρο για την αγωγή της ψυχής τους. Για όλους αυτούς, λοιπόν, εμείς οι ηθοποιοί πρέπει να ξεχνάμε ό, τι μας απασχολεί όλη την ημέρα. Πρέπει να είμαστε εκεί συνεπείς και πειθαρχημένοι, σταθεροί και έντιμοι στην κάθε παράσταση που δίνουμε. 

Ο θεατής

* Η εκτόνωση του θεατή μετά την παράσταση είναι κάποια έξοδος, πιο χαλαρή, για φαγητό. Είναι και μια άμυνα. Μπορεί να θέλει να ξεχάσει κάτι που τον ενόχλησε ή αυτό που του θύμισε κάτι. Υπάρχει κι αυτό. Διάβαζα πρόσφατα ένα κείμενο το οποίο ήταν ευχάριστο και είχε ωραία εξέλιξη. Όμως καταλάβαινα ότι δεν πήγαινε πουθενά. Ήξερα ότι είναι 111 σελίδες και ήμουν στην 110 και έβλεπα ότι η σελίδα 111 ήταν μισή. Και λέω: Μα αυτός ο συγγραφέας πώς θα το κλείσει αυτό το κείμενο; Στο τέλος λοιπόν με δύο λέξεις που είπε μου ήρθε όλο αυτό το έργο που είχα διαβάσει μπροστά μου και με διαπέρασε γι’ άλλη μια φορά αυτό το… ρεύμα που σας έλεγα στην αρχή. Κι αυτό το ρεύμα το ένιωσα επειδή τώρα παρακολουθώντας θέατρο και κινηματογράφο έχω εκπαιδεύσει τον εαυτό μου να λειτουργώ ως θεατής και να μη λέω πως αυτό εγώ θα το έκανα έτσι ή αλλιώς, όπως κάναμε όταν ήμασταν μαθητές της δραματικής σχολής.

Η ζωγραφική και η σκηνογραφία

* Όταν παράτησα τη ζωγραφική, ήθελα να ασχοληθώ με τη σκηνογραφία. Μάλιστα στη δραματική σχολή διαβάζοντας το κείμενο έφτιαχνα στις πίσω λευκές σελίδες σκίτσα για το σκηνικό έτσι όπως το φανταζόμουν εγώ. Σε μια παράσταση λοιπόν, στο Θέατρο Τσέπης, με το «Κονφιούζον» του Άλαν Έιμπορν, έπαιζαν επαγγελματίες ηθοποιοί αλλά και ερασιτέχνες που ήταν δημοσιογράφοι και εικαστικοί. Εκεί γνώρισα τον Νικόλα Κληρονόμο, τον εικαστικό και δάσκαλο. Είναι σκηνογράφος και δίδασκε στη Σχολή Βακαλό. Είχαμε κάνει μια συζήτηση για τα ενδιαφέροντά μου. Κάποια στιγμή, το 2005, με ειδοποίησε ότι στη Σχολή άνοιξε και τμήμα σκηνογραφίας. Πήγα και το παρακολούθησα. Εκεί δίδασκε και ο Ανδρέας Σαραντόπουλος. Μετά τις σπουδές που παρακολούθησα, έκανα σκηνικά – κοστούμια στην ομάδα του Θεατρικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην ομάδα Θέατρο Δίνη της Μαριλένας Μωραγλή και επίσης επιμέλεια σκηνικών για τον Σπύρο Ανδρεόπουλο. Έτσι με αυτές τις συμμετοχές μου αυτό το κομμάτι της σκηνογραφίας κάπως το εξημέρωσα μέσα μου.

Κοντά στο σκηνογράφο

* Δεν παύω σε όποια παράσταση κι αν βρίσκομαι να «τρυπώνω» εκεί κοντά στο σκηνογράφο, να συζητάμε, να λέω καμιά ιδέα αλλά κυρίως να μαθαίνω. Γενικά η ενασχόλησή μου αυτή με βοηθά να δω εικαστικά κάθε παράσταση στην οποία συμμετέχω  και να ταξιδέψω στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο σκηνοθέτης.

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη

* Η κυρία Καραμπέτη πραγματικά είναι φάρος για κάθε νέο καλλιτέχνη. Φάρος από τον τρόπο δουλειάς μέχρι τον τρόπο συμπεριφοράς. Από την πρώτη στιγμή «έβγαλε τα παπούτσια της» και όλοι μαζί ήμασταν ξυπόλυτοι. Όλοι μαζί από την ίδια βάση. Και μόνο η αφοσίωσή της στη δουλειά είναι μάθημα ζωής για μας.

Το μαγικό κάτι παραπάνω

* Την ατμόσφαιρα και την ενέργεια του κοινού τη νιώθουμε όλοι οι ηθοποιοί. Ενώ ξεκινάμε πάντα με καλή διάθεση μερικές φορές βλέπουμε ότι δεν συμβαίνει αυτό το κάτι παραπάνω, το μαγικό, που όλοι επιδιώκουμε. Μάλιστα κάποιες φορές σε τέτοιες περιπτώσεις λέμε μεταξύ μας πως «σήμερα είχαμε τσάρτερ από τη Σκανδιναβία». Η παράσταση είναι κάτι ζωντανό και ο καθένας μπορεί να αντιδράσει. Και νομίζω ότι αυτό είναι και σημάδι επιτυχίας της παράστασης. Αλίμονο βέβαια αν η συμμετοχή του κοινού περιλαμβάνει και το κομπολόι ή το ανοιχτό κινητό ή τέλος και κάποιο ποτό που μπορεί να έχει πάρει κάποιος μαζί του. Στο θέατρο ακούμε τα πάντα. Είμαστε άνθρωποι οι ηθοποιοί και μας ενοχλεί ακόμη και η δόνηση του κινητού. Πόσω μάλλον όταν κάποιοι απαντούν την ώρα της παράστασης. Δεν είναι σινεμά. Στο σινεμά το ποπ κορν δεν θα ενοχλήσει τον ηθοποιό. Όπως στη δουλειά του κάποιος δεν θέλει να τον ενοχλούν και να τον βγάζουν έξω από τους ρυθμούς του, το ίδιο ζητάμε κι εμείς.

Χωρίς αγωνία

* Πάντα, από τη σχολή ακόμα, δεν είχα καμία αγωνία για τους ρόλους. Είμαι και άνθρωπος που δεν κυνηγάω τη φήμη. Πιστεύω σε αυτό που σου φέρνει η ζωή. Όπως μου έφερε και το «Επί Κολωνώ» για τρία χρόνια. Ήμουνα στο «Αθηνών» και δεν πήγαινα σε ακροάσεις πιστεύοντας ότι αυτό που είναι να έρθει θα έρθει… Πάντα κάτι έρχεται και θέλω έτσι να πορεύομαι στο θέατρο, όπως το ίδιο κάνω και στη ζωή μου. Σε δεύτερη ανάγνωση εσύ τα ζητάς και μετά έρχονται.

Συνειδητή επιλογή

* Τελικά είμαι ευχαριστημένος. Τόσα χρόνια έβλεπα τους συναδέλφους μου που αγωνιούσαν και έλεγα μήπως εγώ έχω μια παθητικότητα και μια δειλία απέναντι στη δουλειά, αλλά τελικά ήταν μια συνειδητή επιλογή το να περιμένω να έρχονται τα πράγματα μόνα τους. Δεν έχω παράπονο.

Στην Επίδαυρο με τον Σταμάτη Φασουλή

* Μετά το «Ροτβάιλερ» και το «Λα Τσούνγκα» στο «Επί Κολωνώ», το καλοκαίρι που πέρασε έκανα το μεγάλο ταξίδι στην Επίδαυρο. Συνεργάστηκα με το Εθνικό Θέατρο στην παράσταση «Σκηνοβάτες», που έγραψε και σκηνοθέτησε ο Σταμάτης Φασουλής. Κέρδισα πολλά από αυτή τη συνεργασία.

Με την Ελένη Ράντου

* Αυτό το χειμώνα είμαι με την κυρία Ελένη Ράντου στο θέατρο «Διάνα». Ο τίτλος του έργου είναι «Κατάδικός μου». Το συνυπογράφουν η Ελένη Ράντου, η Σάρα Γανωτή και ο Νίκος Σταυρακούδης. Τη σκηνοθεσία έχει αναλάβει ο Γιώργος Παλούμπης. Η Ελένη Ράντου, ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης και ο Oρφέας Αυγουστίδης είναι στους βασικούς ρόλους. Συμμετέχουν ο Μιχάλης Ιατρόπουλος, ο Μπάμπης Γιωτόπουλος κι εγώ. Τα σκηνικά είναι της Μαγιούς Τρικεριώτη, τα κοστούμια του Μανώλη Γαλετάκη, οι φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη και η φωτογραφία του Ορφέα Εμιρζά. Πρόκειται για μια σύγχρονη κωμωδία με έναν αλλοδαπό διαρρήκτη, μια φιλόλογο της ελληνικής γλώσσας, έναν ηλικιωμένο καθηγητή και ένα Βαλκανιονίκη. Όλοι οι παραπάνω διαβιούν σε έναν πίνακα ζωγραφικής με φόντο την Ελλάδα του σήμερα.

Αγαπημένα βιβλία

* Δύο βιβλία είναι τα πρώτα μου: Το «Να ζεις, να αγαπάς και να μαθαίνεις» του Λέο Μπουσκάλια, ο οποίος δυστυχώς με στενοχώρησε όταν έμαθα ότι αυτοκτόνησε. Και το άλλο είναι οι «Χαμένες ψευδαισθήσεις» του Ονορέ ντε Μπαλζάκ. Επίσης αγάπησα το «Έγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογιέφκσι. Ακόμη βλέπω ζωντανό μπροστά μου το Ρασκόλνικοφ κάθε φορά που πιάνω αυτό το βιβλίο. Έχω πολύ ζωηρές εικόνες. Υπάρχει όμως και ο Αριστοτέλης με την «Ποιητική» του, που τη διαβάζω αλλά νομίζω πως δεν θα την ανακαλύψω ποτέ.

Συγγραφείς

* Από λογοτέχνες θα έλεγα πρώτο τον Γιάννη Ρίτσο, που τα τελευταία χρόνια μια φίλη με μύησε στο έργο του. Έχω σταθεί σε ένα βιβλίο του που λέγεται «Ο Αρίοστος ο Προσεχτικός» και αφηγείται στιγμές του βίου του και του ύπνου του. Εκεί βρίσκομαι τώρα. Επειδή μάλιστα ήμουν κακός μαθητής στο σχολείο χρωστούσα στον εαυτό μου το διάβασμα. Ποτέ δεν είχα καλή σχέση με το διάβασμα και την επιμέλεια. Έτσι όταν μπήκα στη δραματική σχολή «τα πλήρωσα μαζεμένα». Κάναμε Τσέχοφ, διάβαζα τη βιογραφία και μετά όλα τα έργα του. Κάναμε Ίψεν. Διάβαζα τα πάντα γύρω από τους συγγραφείς. Μετά ένα έργο που τότε δεν ανέβηκε, το «Τραβεστί» (Μεταμφιέσεις) του Τομ Στόπαρντ, που έπαιζαν μέσα ο Λένιν, ο Τζέιμς Τζόις και η Ναντέζντα Κρούπσκαγια (η γυναίκα του Λένιν). Εγώ θα έκανα τον Λένιν. Οπότε πήγαινα στην Εθνική Βιβλιοθήκη και μελετούσα τα πάντα γι’ αυτόν. Ότι του άρεσε το σκάκι, ότι οδηγούσε μοτοσικλέτα, ότι η πεθερά του τον έλεγε τεμπέλη επειδή η κύρια απασχόλησή του ήταν οι μεταφράσεις. Ακόμη και για το λευκό τραπεζομάντιλο που -λόγω αστικής καταγωγής- χρησιμοποιούσε, ήταν αντικείμενο χλευασμού από τους συντρόφους του. Έχω αποκτήσει πλέον μια τέτοια σχέση με το διάβασμα που με βοηθά στην αναζήτηση του ήρωα που κάθε φορά καλούμαι να ενσαρκώσω.

Στην εποχή της κρίσης

* Πιστεύω ότι ειδικά αυτή την περίοδο η τέχνη πρέπει να συνεχίσει να υπηρετεί το σκοπό της και να μην κάνει καμία έκπτωση σ’ αυτό το πανηγύρι που μας έχουν βάλει. Οι καλλιτέχνες πρέπει να εξακολουθήσουν να προσφέρουν. Σαφώς έχουν σταματήσει κάποιες χορηγίες. Αυτό δεν θα έπρεπε να αλλάξει. Αφού το υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού ρυθμίζει τα χρέη των ποδοσφαιρικών ομάδων θα έπρεπε να συνεχίσει τη στήριξη και των άλλων ομάδων, των θεατρικών, των μουσικών, των ομάδων χορού και γενικά θα έπρεπε να βρίσκεται πάντα στο πλευρό του πολιτισμού και των εργατών του. Αφού οι ποδοσφαιρικές ανώνυμες εταιρείες βρίσκουν χρήματα για να χρυσοπληρώσουν τους Βραζιλιάνους παίκτες, να βρουν χρήματα και για να ξεπληρώσουν τα χρέη τους. Η τέχνη δεν χρωστάει. Της χρωστάνε. Είμαστε μια χώρα που παράγει πολιτισμό και αυτό θα πρέπει να το λάβουν υπόψη τους οι κυβερνώντες και να το υποστηρίξουν. Καλύτερα να υπάρχουν πιο πολλά θέατρα και να λιγοστέψουν οι καφετέριες.

Αριστούργημα

* Για μένα το «Χαμόγελο της Τζοκόντα» του Μάνου Χατζιδάκι είναι αριστούργημα. Καθετί που γεμίζει την ψυχή μου είναι αριστούργημα. Χωρίς κάποια υπερανάλυση και χωρίς δεύτερες σκέψεις.

Χαμόγελο

* Η ζωή η ίδια με κάνει να χαμογελώ. Τα πιο απλά πράγματα. Κάτι που υπάρχει πιθανότητα να δεις μέσα στο μετρό, σε μια σκοτεινή σου μέρα, όπως για παράδειγμα η έκφραση ενός μωρού στην αγκαλιά της μητέρας του. Ακόμη κι ένας καβγάς ενός οδηγού ταξί με έναν άλλον αυτοκινητιστή στη μέση του δρόμου.

Συγκίνηση 

* Δεν ξέρω αυτό από πού πηγάζει, αλλά κυρίως έχω μεγάλη ευαισθησία για τους ανθρώπους που έχουν την ανάγκη μας. Με συγκινεί η σκέψη για τη διαδρομή που έχουν κάνει μέχρι να φτάσουν σε αυτό το σημείο, αλλά μπορεί να με συγκινήσει και μια φωτογραφία, μια φωτογραφία από τον οικογενειακό μου περίγυρο.

Σεβασμός 

* Με εξοργίζει η έλλειψη σεβασμού. Η ασέβεια γενικότερα ως έννοια. Η ευγένεια που έχει χαθεί, ακόμη και η απλή κίνηση να ανοίξεις μια πόρτα και να δώσεις τη σειρά σου σε κάποιον.

Η νέα γενιά

* Θεωρώ ότι οι νέοι σήμερα είναι πολύ πιο έξυπνοι. Εμείς είμαστε μάλλον πιο πρακτικοί. Η νέα γενιά έχει πιο εύκολη πρόσβαση στη γνώση και μπορούν γρήγορα να επιλέξουν τι θα κάνουν στη ζωή τους, ενώ οι γονείς τους είναι πολύ πιο σύγχρονοι και πιο κοντά στη γενιά των παιδιών τους. Πιστεύω ότι οι σημερινοί νέοι δεν έχουν δείξει ακόμη τις δυνατότητές τους και θα φέρουν την ουσιαστική αλλαγή. Τα πράγματα έχουν φθάσει στην οροφή. Οι σημερινοί νέοι σε όλους τους τομείς θα τα καταφέρουν καλύτερα.

Ξυλοπόδαρα, άθλημα και τέχνη

* Παίζοντας σε μια παράσταση, ως συμβατικός ηθοποιός, υπήρχε μια συνάδελφος, η Σοφία Πανάγου, που έκανε ξυλοπόδαρα. Τη βοηθούσα να τα δέσει και να ανέβει και εξαιτίας της τα αγάπησα κι εγώ. Πήγα και έμαθα ξυλοπόδαρα, στο Θέατρο Δρόμου «Έλιξ» του Νίκου Χατζηπαππά. Εκεί έμεινα 10 χρόνια, κάναμε και κάποια σεμινάρια. Εντάχθηκα στην ομάδα και παράλληλα με το Θέατρο Δρόμου κάναμε και παραστάσεις με έργα κλασικά πάνω στα ξυλοπόδαρα. Πάντα σε ανοιχτούς χώρους. Πρόκειται για συναρπαστική εμπειρία. Στήνεται το έργο όπως πάντα και μετά προσαρμόζουμε το χαρακτήρα που υποδυόμαστε από ύψος τριών μέτρων. Εκεί πάνω κινείσαι, εκεί πάνω διαχειρίζεσαι το συναίσθημα του ρόλου. Πάνω σε δύο ξύλα και φυσικά με όλα τα παράπλευρα απαιτούμενα. Όπως για παράδειγμα ένα μακρύ κοστούμι που κινδυνεύεις ανά πάσα στιγμή να το πατήσεις. Εκεί πάνω είμαστε ακόμη και δύο ώρες. Όσο διαρκεί δηλαδή μια παράσταση. Είναι πολύ κουραστικό και υπάρχει σοβαρή καταπόνηση στο σώμα, στις αρθρώσεις. Συνέχεια πρέπει να είσαι σε πολύ καλή φυσική κατάσταση. Ακόμη κι όταν δεν κάνεις ξυλοπόδαρα πρέπει να διατηρείσαι σε φόρμα. Πρόκειται για αθλητισμό, μάλλον για πρωταθλητισμό. Άθλημα και τέχνη ταυτόχρονα.

Απομυθοποίηση 

* Είχα και συνεχίζω να πορεύομαι με αθωότητα και άγνοια στη ζωή μου. Πολλές φορές δεν είχα άποψη για πολλά πράγματα. Όταν απομυθοποίησα κάποια πράγματα και διαπίστωσα πως όλοι έχουμε περάσει από τους ίδιους δύσκολους δρόμους, τότε απελευθερώθηκα και άρχισα να βλέπω με άλλη διάθεση τους γύρω μου. Σταμάτησα να οργανώνω επιθέσεις, σταμάτησα να στήνω άμυνες και άρχισα να βλέπω τον εαυτό μου και τους συνανθρώπους μου σαν συμπαίκτες και όχι σαν αντιπάλους. Βέβαια αυτό που πιστεύω είναι ότι πρέπει πιο συχνά να έχουμε το θάρρος να ζητάμε συγγνώμη. Είναι γενναιότητα. Έτσι θα καθαρίσει η ψυχή σου και έτσι θα ηρεμήσει το… τέρας μέσα σου.

Κινηματογράφος 

* Έχω χαρεί πάρα πολύ ό, τι έχω κάνει. Η πρώτη μου ταινία ήταν μια μικρού μήκους με τον Ανέστη Χαραλαμπίδη, το «Πέρα από τις Φράουλες», που είχε βραβευτεί στο Φεστιβάλ της Δράμας. Έχω κάνει με τον Μάκη Παπαδημητράτο τους «Κλέφτες» και τελευταία έπαιξα στον «Κανένα» του Χρήστου Νικολέρη και στην ταινία «Man at Sea» του Κωνσταντίνου Γιάνναρη τον οποίο τίμησε φέτος το 52ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης. Επίσης ολοκλήρωσα τη συμμετοχή μου στην ταινία μικρού μήκους «Οι πεινασμένοι» του Γιώργου Μπακάλη.

Τα «παιδιά» μου 

* Πάντα υπήρχε στο σπίτι μας ένας σκύλος. Στα Μελίσσια, μέχρι πριν από 15 χρόνια είχαμε κότες, κουνέλια, κατσίκες και φυσικά το σκύλο του σπιτιού μας. Το είχαμε βρει στο δρόμο και το πήραμε στο σπίτι. Βέβαια την εποχή εκείνη τα κλειδιά ήταν πάνω στην πόρτα του σπιτιού. Ήταν η εποχή που ζούσαμε στη γειτονιά. Όλα τα σπίτια μια οικογένεια. Κάποια στιγμή αυτό σταμάτησε. Η δόμηση από αραιή έγινε πιο πυκνή. Θύμα αυτής της αλλαγής ήταν το πρώτο μας σκυλί που το «φόλιασε» ένας από τους καινούργιους κατοίκους της περιοχής επειδή του χάλαγε το γκαζόν. Στενοχωρηθήκαμε πολύ. Είπαμε να μην ξαναπάρουμε αλλά ο πατέρας μου έφερε ένα κουτάβι. Έκανε οικογένεια και τώρα έχει μείνει από αυτή την οικογένεια ο Κρέων, που είναι 10 ετών.

Το όνειρο και ο Κανέλλος

* Ένα απόγευμα ξεκουραζόμουνα πριν πάω στην παράσταση. Μισοκοιμήθηκα και ξύπνησα από ένα όνειρο. Είχα δει ένα κουτάβι να μου δαγκώνει τα δάχτυλα έτσι όπως ήμουν στο χουζούρι. Σηκώθηκα, ετοιμάστηκα και πήγα στο θέατρο. Μετά την παράσταση ήρθε ένα μήνυμα από τη φίλη και συνάδελφο Ελένη Σταυράκη. Της τηλεφώνησα και μου είπε πως βρήκε ένα κουτάβι στο δρόμο και επειδή ήξερε ότι έχω σπίτι με αυλή με ρώτησε αν το θέλω. Τη ρώτησα αν το κουτάβι είναι άσπρο με καφέ. Με έκπληξη μού απάντησε «ναι». Λέω: «Εντάξει, φέρ’ το γιατί το είδα στον ύπνο μου». Την επόμενη μέρα μου έφερε τον Κανέλλο. Ήταν πράγματι αυτό που είχα δει στο όνειρό μου. Οπότε τώρα έχω δύο. Τον Κρέοντα, που είναι λίγο πιο ήσυχος και τον Κανέλλο, ο οποίος λόγω ηλικίας είναι και λίγο αντάρτης. Φυσικά δεν λείπουν και οι γάτες από την οικογένειά μας.

* Πάνω, ο Δημήτρης με τον Κανέλλο.

* Οι φωτογραφίες είναι του cat is art.

Εκτύπωση
diaxeiristisΔημήτρης Καπετανάκος, γερή και άφθαρτη βελανιδιά

Related Posts