29.4 C
Athens
Τρίτη 5 Ιουλίου 2022
 

Γιάννης Αναστασόπουλος, το διαχρονικό πιάνο

Ήταν 12 ετών όταν είδε στον κινηματογράφο «Το Κεντρί» και άκουσε τη μουσική του Scott Joplin. Αυτό ήταν αρκετό για να αφυπνίσει μέσα του την αγάπη για το ragtime. Στη συνέχεια αυτή την αγάπη την καλλιέργησε και την ανέπτυξε. Το 2006, αφού μεσολάβησε η περίοδος των κλασικών ωδειακών σπουδών του, ο Γιάννης Αναστασόπουλος έγραψε μουσική, σε παρεμφερές ύφος, για την παράσταση «Σφήκες» του Αριστοφάνη, που ανέβηκε το 2006 στο Ηρώδειο από το «Αμφιθέατρο». Όσοι την είχαν παρακολουθήσει δεν ξεχνούν το ιδιότυπο ύφος και τη σημειογραφία της θαυμάσιας μουσικής της. Όλα αυτά τα χρόνια ο Γιάννης Αναστασόπουλος συμπληρώνει με μουσικές ψηφίδες ένα μωσαϊκό από εκλεκτές συνθέσεις που μας ταξιδεύουν πέρα από το χρόνο. Πολλές φορές, για να μας γοητεύσει είτε στις θεατρικές σκηνές είτε στις μουσικές τοιαύτες, αρκούν μόνον λίγοι απλοί μελωδικοί σχηματισμοί του στο πιάνο. Είναι ένας καλλιτέχνης που αγαπάει βαθιά και με πάθος την τέχνη και στη σταδιοδρομία του έχει γράψει μουσική για τουλάχιστον είκοσι πέντε παραστάσεις. Μεταξύ αυτών παραστάσεις που λάτρεψαν οι θεατρόφιλοι, όπως η «Ανδρομάχη», η «Τρικυμία», το «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι», η «Έντα Γκάμπλερ» σε σκηνοθεσία όλες του σπουδαίου Σπύρου Ευαγγελάτου. Τώρα δίνει ρυθμική ταυτότητα και ιδανικούς χρωματισμούς στην μπάντα «Beat Ya Beat». Το πρόγραμμά της θα περιλαμβάνει αμερικάνικη μουσική και τραγούδια του πρώτου ημίσεως του 20ου αιώνα, ragtime, early jazz, charleston, swing, boogie-woogie αλλά και cabaret. Άνθρωπος με συναίσθημα, αβρότητα ξεχωριστή, ευαισθησία, ήθος, πλατιά μόρφωση και καλλιέργεια, εκτιμάται ιδιαίτερα στο χώρο των καλλιτεχνών. Έχει την ικανότητα και την ιδανική εκφραστικότητα ώστε να βγάζει από τη ναφθαλίνη μουσικές εκατό και πλέον χρόνων και να τις αναδεικνύει διαχρονικά. Mε τη μουσική του σοφία, το προσηνές ύφος του, την πολύτιμη δεξιότητά του ως πιανίστας κι ενορχηστρωτής είναι μέγα κέρδος για τους συνεργάτες του. Με το γερό επιτελείο του, είναι βέβαιο πως κι αυτή τη φορά θα μας παρουσιάσει εύθυμες, θριαμβευτικές, νοσταλγικές, τρυφερές και μαγικές βραδιές. Ξεκινούν την Τετάρτη, 28 Μαρτίου, Ιλαρίωνος του οσίου, όπως μας υπενθυμίζει, στον ιδιαιτέρως θεατρικό χώρο του «Faust». Eλπίζουμε δε, ο Κοζάκος από το αριστουργηματικό “Yes my darling daughter” που επέλεξε ο Γιάννης να συμπεριλάβει στην παράσταση να ξανάβρει κάποτε, μέσα στην αιωνιότητα, τη χαμένη του αγάπη… Κι εμείς τη χαμένη μας αισιοδοξία…

Διαβάστε τη συνέντευξη.

Τη φωτογράφηση πραγματοποίησε η Τίνα Αλεξοπούλου

Ποια ήταν τα πρώτα σας μουσικά ακούσματα;

* Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, είναι τα νανουρίσματα που μου τραγουδούσε ο πατέρας μου όταν ήμουν βρέφος, και που αντλούσε, κατά βάση, από τη δημοτική παράδοση. Τα θυμάμαι ακόμα σήμερα, μέχρι την παραμικρή τους λεπτομέρεια. Ο δεύτερος μεγάλος σταθμός όσον αφορά τα μουσικά ακούσματα, ήταν οι «15 Eσπερινοί» του Μάνου Χατζιδάκι, που ακούγαμε στο κασετόφωνο του αυτοκινήτου -στο σπίτι δεν είχαμε- κατά τη διάρκεια των κυριακάτικων οικογενειακών εξορμήσεων. Ήταν και τα πρώτα κομμάτια που έβγαλα με το αυτί στο πιάνο σαν παιδάκι. Ο πρώτος δίσκος που αγόρασα ήταν τα βαλς του Chopin, που άκουγα να παίζουν τα μεγαλύτερα ξαδέλφια μου, που κατοικούσαν στον κάτω όροφο.

Πώς εμπνευστήκατε να δημιουργήσετε την μπάντα Beat Ya Beat;

* Σε ηλικία 12 ετών είδα στον κινηματογράφο την ταινία «Το Κεντρί» με μουσική του Scott Joplin, που με επηρέασε βαθιά, και μ’ έκανε να αγαπήσω αυτό το μουσικό είδος, που προέκυψε από τη μίξη ευρωπαϊκής και αφρο-αμερικάνικης μουσικής, και είναι γνωστό ως ragtime. Σιγά σιγά άρχισα να γνωρίζω και άλλα συναφή μουσικά ιδιώματα, και πολύ αργότερα, το 2006, αφού μεσολάβησε η περίοδος των κλασικών ωδειακών σπουδών μου, είχα τη χαρά να γράψω μουσική, σε παρεμφερές  ύφος, για την παράσταση «Σφήκες» του Αριστοφάνη, που ανέβηκε το 2006 στο Ηρώδειο από το «Αμφιθέατρο» του Σπύρου Ευαγγελάτου. Προφανώς όμως, το ενδιαφέρον μου γι’ αυτά τα είδη μουσικής, δεν εξαντλήθηκε στη συγκεκριμένη συνθετική προσέγγιση. Έτσι ωρίμασε η ιδέα της δημιουργίας μιας μπάντας που να παίζει τέτοιου τύπου μουσική. Συζήτησα την ιδέα με την επί 3 χρόνια συνεργάτιδά μου, τόσο σε διάφορες μουσικές σκηνές, όσο και στο θέατρο, Τίνα Αλεξοπούλου (performer) και αποφασίσαμε να την υλοποιήσουμε.  

Στην πορεία όμως προστέθηκαν κι άλλα πρόσωπα.

* Ναι. Προστέθηκαν και οι Πέτρος Τζέκος (κρουστά), Έλλη Δαδήρα (κοντραμπάσο) και Αδάμ Δόγκας (κλαρινέτο και σαξόφωνο) και έτσι γεννήθηκαν οι Beat Ya Beat. Με τον Πέτρο, ο οποίος διαθέτει ανεξάντλητο χιούμορ -πράγμα που θα διαπιστώσετε σίγουρα στο παίξιμό του, είχαμε πέρσι ένα ροκ συγκρότημα, τον «5ο Κύκλο», και χαίρομαι πολύ που θα συνεργαστούμε ξανά. Με την Έλλη, που είναι μια πολυσχιδής και ταλαντούχα προσωπικότητα (διαθέτει δίπλωμα πιάνου, κοντραμπάσου και μονωδίας, ενώ ταυτόχρονα είναι ηθοποιός, χορογράφος και μιλάει 5 γλώσσες), παρότι υπήρξαμε επί χρόνια συμμαθητές στο ίδιο Ωδείο, περιέργως είναι η πρώτη φορά που συνεργαζόμαστε. Φυσικά, είναι εκείνη που ανέλαβε τις χορογραφίες, την τήρηση της μορφολογικής ορθότητας των κομματιών και την άμεση πάταξη κάθε αρμονικής παρατυπίας. Με τον Αδάμ διδάσκουμε και οι δύο στο Ωδείο Ζωγράφου και συνεργαζόμαστε επίσης για πρώτη φορά. Νομίζω ότι, αν κατόρθωσε να αποκτήσει κάποιο ιδιαίτερο μουσικό χρώμα η μπάντα μας, οφείλεται κατά βάση στον Αδάμ. Εκτός από πολύ καλά παιδιά, είναι όλοι τους εξαίρετοι μουσικοί, με ειλικρινή αγάπη για την τέχνη τους.

Το πρόγραμμά σας τι τραγούδια θα περιλαμβάνει;

* Θα περιλαμβάνει κυρίως αμερικάνικη μουσική και τραγούδια του πρώτου ημίσεως του 20ου αιώνα, από διάφορα είδη, όπως ragtime, early jazz, charleston, swing, boogie-woogie κ.λπ., κομμάτια από cabaret, καθώς και κάποιες διασκευές.

Αυτή την εποχή χρειαζόμαστε κάτι για να μας φτιάξει τη διάθεση. Πιστεύετε ότι με την παράστασή σας θα το πετύχετε;

* Θα έλεγα ότι το πρόγραμμά μας αποτελείται από εξαιρετικά χαριτωμένα και ιδιαιτέρως ρυθμικά τραγούδια, και παρά το γεγονός ότι πολλά από αυτά είναι μάλλον άγνωστα στο ευρύ κοινό, αναμφισβήτητα θα φτιάξουν τη διάθεση, ακόμα και σ’ αυτούς που δεν είναι ένθερμοι θιασώτες του συγκεκριμένου μουσικού είδους. Η αλήθεια είναι, ότι δε δυσκολεύτηκα καθόλου να πείσω τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας να συμμετάσχουν στο εγχείρημα, ακριβώς λόγου του ευχάριστου χαρακτήρα του προγράμματος, ο οποίος σε συνδυασμό με τον δικό τους εξίσου ευχάριστο χαρακτήρα και την αίσθηση χιούμορ που διαθέτουν, δημιουργεί μια παράσταση, που όχι μόνο φτιάχνει τη διάθεση, αλλά σε κάνει να θέλεις κυριολεκτικά να χορέψεις.  Το μισό να διασκεδάσει ο κόσμος, από όσο διασκεδάζουμε εμείς στις πρόβες, είναι βέβαιο ότι θα έχει περάσει, αν μη τι άλλο, ένα πολύ ευχάριστο βράδυ.

Ποια θεωρείτε πιο ταιριαστά τραγούδια για γυναικείες φωνές σαν της Τίνας Αλεξοπούλου;

* Παρόλο που η Τίνα έχει ένα εξαιρετικά ευρύ, και μάλιστα πολύγλωσσο, ρεπερτόριο, ποτέ στις μέχρι τώρα συνεργασίες μας δεν πήρα σαν βάση τη φωνή της για να της προτείνω κάποιο τραγούδι, γιατί ποτέ δεν την είδα μόνο σαν τραγουδίστρια. Η Τίνα είναι performer (αυτό εξάλλου είναι και το αντικείμενο του μεταπτυχιακού της στην Αγγλία). Κατά τη διάρκεια μιας μουσικής παράστασης, θα αλλάξει τρεις φορές φόρεμα, θα τραγουδάει και θα χορεύει συνεχώς, θα λέει αστεία, θα παίζει κρουστά και kazoo, θα ανακατεύεται με τον κόσμο, και με το ταλέντο στην επικοινωνία, που προφανώς διαθέτει, στο τέλος θα σηκώσει για χορό όλον τον κόσμο. Αυτό δεν το κάνει μια απλή τραγουδίστρια. Το να «έχεις» τη σκηνή είναι πολύ δύσκολο πράγμα. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι μια performer σαν την Τίνα, θα αποδώσει καλύτερα σε είδη που, εκτός φυσικά από το τραγούδι, συνδυάζουν χορό, θεατρικότητα, κίνηση  και αυτοσχεδιασμό, όπως είναι το μιούζικαλ ή το καμπαρέ. Όχι ότι υπολείπεται στα άλλα είδη. Η έκταση της φωνής της, το ταμπεραμέντο και η κουλτούρα της, της επιτρέπουν να κινείται με άνεση σε όλα αυτά τα μουσικά πεδία. Απλά, ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία των καλλιτεχνών που ερμηνεύουν με την ψυχή και αλλά το σώμα τους, και που δε διστάζουν να μετατρέψουν ένα απλό τραγούδι, σε μια μικρή «παράσταση».

Στην παράστασή σας έχει αναλάβει κι άλλες αρμοδιότητες;

* Ναι, εκτός του ερμηνευτικού τομέα, έχει κάνει και ένα video art, έκανε τις φωτογραφήσεις της μπάντας, τις αφίσες και τα διαφημιστικά, και ανέλαβε όλη την επικοινωνία. Μάλλον της φάνηκαν λίγα όμως, οπότε μαθαίνει και κλακέτες.

Με αυτή την παράσταση θα συναντήσουμε την Άνοιξη;

* Ημερολογιακά πάντως θα τη συναντήσουμε σίγουρα, γιατί ξεκινάμε τις παραστάσεις μας στον πολύ όμορφο και ιδιαιτέρως θεατρικό χώρο του “Faust” στις 28 Μαρτίου, Ιλαρίωνος του οσίου.

Πιστεύετε στην παράδοση ή στην ανταλλαγή των πολιτισμών;

* Η παράδοση δε δημιουργείται σε ένα λαό με παρθενογένεση. Είναι το αποτέλεσμα πολιτιστικών ανταλλαγών που συμβαίνουν συνεχώς κατά τη ροή της Ιστορίας και μετά από ένα εύλογα μεγάλο χρονικό διάστημα διαμορφώνουν αυτό που λέμε παράδοση. Η παράδοση όμως, έχει εξ ορισμού παρελθοντικό χαρακτήρα. Η πρόοδος επέρχεται μόνο μέσω πολιτισμικών ανταλλαγών. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι ο χώρος της παράδοσης, ενώ αποτελεί μια εξαιρετικά πλούσια παρακαταθήκη για ένα λαό, αν δεν αναμειγνύεται συνεχώς με νέες ιδέες, παραμένει ένα μουσειακό είδος. Νομίζω ότι η χρυσή τομή είναι να μελετάς την παράδοση μέσα από το πρίσμα της εποχής σου.

Μιλήστε μας για κάποιο κομμάτι με ιστορία που περιλαμβάνεται στην παράστασή σας;

* Στο πρόγραμμά μας περιλαμβάνεται ένα τραγούδι με τίτλο “Yes my darling daughter” που έγινε επιτυχία στην Αμερική το 1940. Το τραγούδι γράφτηκε τον 18ο αιώνα και αποδίδεται στον Ουκρανό Semen Klymovskiy. Είχε τίτλο «Ένας Κοζάκος διέσχισε το Δούναβη» και ιστορούσε τη λύπη του Κοζάκου που αφήνει πίσω του την αγαπημένη του. Σύντομα κέρδισε δημοτικότητα μεταξύ των Ουκρανών και Κοζάκων στρατιωτών, πολλοί από τους οποίους υπηρέτησαν στο στρατό του Τσάρου κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Ναπολέοντα εναντίον της Ρωσίας. Μετά την ήττα του Ναπολέοντα, το τραγούδι μεταφέρθηκε από τους προελαύνοντες Κοζάκους στις γειτονικές χώρες, Πολωνία, Αυστρία και Γερμανία, όπου σύντομα κέρδισε και εκεί δημοτικότητα. Στην Πολωνία μεταλλάχτηκε στο λαϊκό τραγούδι “Hej Sokoly” (Tα γεράκια). Στους γερμανόφωνους λαούς έγινε γνωστό με τον τίτλο “Schöne Minka” και χρησιμοποιήθηκε σαν θέμα από διάφορους συνθέτες όπως ο Beethoven (Schöne Minka, ich muß sheiden, op.107), o Hummel (Adagio variations and Rondo, op.78) και ο Carl Maria von Weber (Theme and variations, op.40). Η χρήση του θέματος από τόσο φημισμένους συνθέτες, βοήθησε στη διάδοσή του σε όλη την Ευρώπη, αλλά και στην Αμερική όπου αγαπήθηκε επίσης. Σύντομα βγήκαν και εκεί διασκευές, όπως μια για φλάουτο, πιάνο και κιθάρα, και αργότερα ένα βιρτουόζικο κομμάτι για ακορντεόν με το ίδιο θέμα. Στην ίδια την Ουκρανία, από όπου και ξεκίνησε την πορεία του, παραλλάχτηκε στα τραγούδια “Pidmanula” (Mε ξεγέλασες) και “Oy ne Khody Hritsu” (Mην πηγαίνεις στα πάρτι). Τελικά, η παραλλαγή “Oy ne Khody Hritsu” έγινε επιτυχία στην Αμερική το 1940 με την Dinah Shore και τον τίτλο “Yes my darling daughter”. Όλη αυτή η πορεία αποδεικνύει ότι η ανταλλαγή πολιτισμών όχι μόνο μπορεί να διατηρήσει ιδέες για αιώνες, αλλά μπορεί να τις διανθίσει και να τις διασπείρει, δημιουργώντας τελείως διαφορετικά, αλλά εξίσου όμορφα παράγωγα. 

Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συνθέτες;

* Από κλασικούς συνθέτες προτιμώ τον J.S. Bach, και από πιο σύγχρονους τον Philip Glass. Αγαπημένοι Έλληνες συνθέτες ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Γιάννης Κωνσταντινίδης (ακριβώς επειδή κατόρθωσε να αναμείξει, με ιδιαίτερα πιστεύω επιτυχημένο τρόπο, την παράδοση με το σύγχρονο πνεύμα). Πιο ειδικά, γύρω από την εποχή των κομματιών που παίζουμε, οι συνθέτες που μ’ αρέσουν ιδιαίτερα, είναι οι Scott Joplin, Jelly Roll Morton και George Gershwin.

Γράφετε με επιτυχία μουσική και για το θέατρο. Τι κοινό έχουν τα δύο είδη μεταξύ τους; Το θέατρο και η νυχτερινή ψυχαγωγία;

* Θα χρησιμοποιούσα τον όρο ψυχαγωγία μόνο για το θέατρο, σε αντιδιαστολή με τον όρο νυχτερινή διασκέδαση. Τα δύο είδη, αν και με μια πρώτη ματιά δείχνουν να έχουν παρόμοια εξωτερικά χαρακτηριστικά, όπως θέαμα, ακρόαμα, καλλιτέχνες, κοστούμια, φώτα, κοινό, σκηνή, μουσική, εισιτήριο, ίντριγκες κ.λπ., δε νομίζω ότι διαθέτουν άλλη ομοιότητα, ως προς τους στόχους τους τουλάχιστον. Το θέατρο είναι ένα είδος συμπυκνωμένης φιλοσοφίας, που στόχο έχει τη διδασκαλία πανανθρώπινων αξιών με εκλαϊκευμένο τρόπο, και οδηγεί στη γέννηση σκέψεων  και προβληματισμών, με απώτερο προσδόκιμο την ανθρώπινη καλλιέργεια. Αντίθετα ο στόχος της νυχτερινής (όσο και της ημερήσιας) διασκέδασης είναι ακριβώς αυτό που λέει η λέξη, η σκέδαση, δηλαδή το σκόρπισμα των σκέψεων που μας απασχολούν, με προσδοκώμενο αποτέλεσμα την (έστω και προσωρινή) χαλάρωση του ανθρώπου, που με τη σειρά της συνεπάγεται τη στωικότερη αντιμετώπιση της καθημερινότητας. Παρότι τόσο διαφορετικά, και τα δύο είδη είναι αναγκαία στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ ότι ο καλλιτέχνης οφείλει μάλλον να ψυχαγωγεί – καλλιεργεί το κοινό του, παρά να το διασκεδάζει, πράγμα που για μένα αποτελεί και το δείκτη της ποιότητας οποιασδήποτε παράστασης, νυχτερινής και μη.

Ένας πιανίστας σταματά ποτέ να μελετά και να εκπαιδεύεται;

* Κάθε άνθρωπος που διαθέτει δημιουργική φλόγα μέσα του, οφείλει να μελετά και να εκπαιδεύεται, καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Όταν ο Σωκράτης έλεγε, γηράσκω αεί διδασκόμενος, δεν απευθυνόταν μόνο στους πιανίστες. Αναμφισβήτητα όμως, σε σχέση με άλλες κατηγορίες επαγγελματιών, είναι πολύ ευκολότερο για έναν πιανίστα που δε μελετάει συνεχώς να αντιμετωπίσει προβλήματα, ακόμα περισσότερα από αυτά που του δημιουργεί το ούτως ή άλλως επισφαλές επάγγελμά του.

Το www.catisart.gr ευχαριστεί την Τίνα Αλεξοπούλου για τη φωτογράφηση.

 

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
694ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
- Advertisement -

Τελευταία άρθρα

Cat Is Art