“Βιοτεχνία Υαλικών”, το εμβληματικό έργο της μεταπολίτευσης γίνεται υπέροχο θεατρικό

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Η δουλειά του δημιουργού είναι να προετοιμάζει το κοινό και να οξύνει την ευαισθησία του για την υποδοχή νέων αισθητικών αντιλήψεων και νέων στοιχείων στην τέχνη. Η Εταιρεία Θεάτρου «Νεάπολις» μας παρουσίασε φέτος για πρώτη φορά στο ελληνικό θέατρο και ειδικά διασκευασμένο, το μυθιστόρημα του Μένη Κουμανταρέα «Βιοτεχνία Υαλικών», σε σκηνοθεσία Άγγελου Χατζά και θεατρική διασκευή Γιάννη Μπουραζάνα, στο Θέατρο της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών.

Ένα μυθιστόρημα σε μια θεατρική μικρογραφία. Ένα εμβληματικό έργο της μεταπολίτευσης (κρατικό βραβείο μυθιστορήματος 1975), με μια συγκλονιστική, σχεδόν κινηματογραφική μυθοπλασία, εστιασμένη στον άνθρωπο, που έβγαινε κατατραυματισμένος από την Ελλάδα της δικτατορίας προς ένα καινούργιο θαμπό τοπίο. Ένα αποκαλυπτικό για την ελληνική κοινωνία έργο που η θεατρική διασκευή αγκάλιασε και εμπιστεύτηκε τους ήρωές του, τις καταστάσεις του, τις εικόνες του και τους έδωσε ανάγλυφα άλλες προεκτάσεις, σκηνικές και καλλιτεχνικές. Τόνισε το ερεθιστικά παράλογο των κοινωνικών σχέσεων, τη δυσαρμονία μεταξύ ατόμων και την ελπίδα που γεννά η συνειδητοποίηση του αδιέξοδου κόσμου μας.

Σε μια Αθήνα, γνώριμη, πάλλουσα, ζωντανή, πληγωμένη, μια Αθήνα σαν αιμάσσουσα πληγή, με τους πολίτες της να ψάχνουν ανάσες ελευθερίας, μέσα από την απόπνοια της βενζίνης και του Γκαζιού, που λειτουργούσε ακόμη σαν εργοστάσιο στην οδό Πειραιώς, μέσα στην καρδιά της αεικίνητης πόλης.
Τέσσερις άνθρωποι, στα όρια των αντοχών τους, στην ακμή της ηλικίας τους, στο μέσον της διαδρομής τους, με τη νιότη τους να τους στοιχειώνει. Μια παρέα, μια οικογένεια. Και μια σκόντα, να μεταφέρει τις προσδοκίες τους. Η Μπέμπα και ο Βλάσης, το ζεύγος Ταντή, ιδιοκτήτες της βιοτεχνίας των υαλικών και οι δύο λούμπεν φίλοι τους, ο Βάσος Ραχούτης και ο Σπύρος Μαλακατές, θα προκαλέσουν τη μοίρα τους, θα αγωνιστούν κόντρα στους καιρούς, θα το παλέψουν ο καθένας με τον τρόπο του και από τη δική του αφετηρία. Στο τέλος, ένα φως από μια λάμπα θα τρεμοπαίζει, καθώς θα ξημερώνει, με τους συμβολισμούς να βρίσκονται πάντα σε συνάρτηση με τις πραγματικότητες.

Η παράσταση «Βιοτεχνία Υαλικών» αφορά την κρίση, τη φθορά της ζωής, την προσπάθεια των ανθρώπων να επιβιώσουν ενταγμένοι σ’ ένα δύσκολο κοινωνικό περιβάλλον, να συνυπάρξουν, να αγαπήσουν και να αγαπηθούν, να οδηγήσουν τις ζωές τους, σύμφωνα με τις προσδοκίες και τα όνειρά τους. Θέματα που παραμένουν ανοιχτά και καίρια και σήμερα.

Πρωταγωνίστρια τόσο ανάμεσα στο ζευγάρι, όσο και σε όλο το έργο, η παρουσία της Μπέμπας. Είναι σχεδόν το δικό της χρονολόγιο. Ωραία και ποθητή γυναίκα η Μπέμπα, επιλέγει τον Βλάση για σύντροφο στη ζωή της και συνεταίρο στην επιχείρηση. Στη φάση που τους παρακολουθούμε η αγάπη τους διέρχεται μεγάλη κρίση. Είκοσι χρόνια μετά το πανεπιστήμιο και τους κοινωνικούς αγώνες, η Μπέμπα έχει εγκαταλείψει το αριστερό της παρελθόν, έχει ρίξει όλη της την ενέργεια στο μαγαζί, και στρέφει τη φλογερή της ιδιοσυγκρασία σε νέες σεξουαλικές αναζητήσεις. Ο Βλάσης εξακολουθεί να ονειρεύεται, αρνείται τη δράση και το νευρικό του σύστημα θα τον προδώσει. Εκείνη συνεχίζει θεληματική κι ανήσυχη με τους άλλους άντρες. Απέχει πια παρασάγγας από την εικόνα της πάλαι ποτέ αγωνίστριας, με τη λευκή κορδέλα στα μαλλιά, που σκαρφάλωνε στις καρότσες με τους εργάτες, παρακινώντας τον κόσμο για κοινωνική αλλαγή. Εκείνος καταθλιπτικός κι αιώνια ερωτευμένος με τη γυναίκα του. Οι φίλοι τους, ο Βάσος και ο Σπύρος, από τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, παλεύουν να αρπάξουν κάτι από τη ζωή, με τυχοδιωκτισμό αλλά ταυτόχρονα και με μια πανίσχυρη αφέλεια. Δύο φίλοι κωμικοτραγικοί. Υπάρχει μια αγνότητα, μια ανάγκη για αγάπη, που τους οδηγεί να γίνουν και οι τέσσερις μια δεμένη συντροφιά. Μια συντροφιά όμως που στην πορεία περνάει μέσα από συμπληγάδες. Μια ιστορία χαμένων ιδεολογιών και ξοφλημένων ονείρων στη μεταπολεμική Ελλάδα, η «Βιοτεχνία Υαλικών» είναι το βιβλίο-σταθμός στην πορεία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Πάντα κλασικό στη συνείδηση των αναγνωστών.

Η σκηνοθεσία μας έβαλε στη δύσκολη πορεία των ηρώων μέσα στο χρόνο. Ενώ στην αρχή του έργου επικρατεί μια εύθραυστη κι επίφοβη ισορροπία, αυτή στην εξέλιξη της παράστασης θα υποστεί τρομακτικά χτυπήματα και φθορές. Όσον αφορά την εποχή, η παράσταση έχει αρκετά συμβολικά στοιχεία της, κάποιες αναφορές, χωρίς όμως να την αναπαριστά με ακρίβεια.

Οι συνεχείς αναφορές που κάνει ο Κουμανταρέας στα χρόνια που προηγήθηκαν της εποχής που αφηγείται και τα οποία σφράγισαν μια ολόκληρη γενιά, αλλά και οι λεπτομερείς περιγραφές ολόκληρων περιοχών, όπως το εργοστάσιο στο Γκάζι (σημερινή Τεχνόπολη, στάση μετρό Κεραμεικός), που ο καπνός του φουγάρου του πνίγει την περιοχή, η Λεωφόρος Αθηνών, με τα μικρά απόμερα καταστήματα που κλείνουν, η επαρχία, τόσο διαφορετική αλλά στο βάθος παρόμοια με την πρωτεύουσα, δίνουν μια αληθοφάνεια στη γραφή του και σε ταξιδεύουν σε μια Ελλάδα άγνωστη στους νεότερους.

Εστιάζει στην ιδιωτική πλευρά της ελληνικής κοινωνίας και κυρίως σε όσους αναζητούν μια ταυτότητα σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται. Στη λογοτεχνία τον Μένη Κουμανταρέα θα τον θυμόμαστε ως τον συγγραφέα της Αθήνας, που απαθανάτισε τους ανθρώπους της και τις γειτονιές της, ιδιαίτερα την Κυψέλη και την πλατεία Βικτωρίας, σε όλα τα στάδια της μεταπολεμικής Ιστορίας.

Ο συγγραφέας, στα χρόνια της δικτατορίας (τα χρόνια συγγραφής 1971-74), παραιτείται από το -αν και άφθονο- υλικό πολιτικής επικαιρότητας και μας δίνει ένα έργο όπου η νόθα ζωή, μαζί με την εφταετία που υπάρχει σαν φόντο όλου του μύθου, φτάνει σε ένα μόνιμο μεταφυσικό ξάφνιασμα. Με αυτό το υλικό και με αυτή τη μέθοδο δούλεψαν και οι εκλεκτοί συντελεστές του έργου που παρακολουθήσαμε. Η αίσθηση της ζωής, η οποία μας διαποτίζει, δεν μας εγκαταλείπει ακόμα και μετά το πέρας της παράστασης. Κάτι που για να το περιγράψουμε σαφέστερα σημαίνει πως η μοναδική εμπειρία του θεάτρου, όπως και η αίσθηση της ανάγνωσης ενός βιβλίου, δεν έχουν κανένα υποκατάστατο.

Ο τίτλος του βιβλίου δεν είναι τυχαίος. Είναι η τέχνη και τα τεχνάσµατα του βίου ή καλύτερα της επιβίωσης. Μας παραπέμπει δε στο έργο ενός άλλου μεγάλου συγγραφέα: το «Γυάλινο κόσμο» του Τενεσί Ουίλιαμς. Πώς θα επιζήσουµε από τη γελοιοποίηση; Η οικτρή επιχείρηση της Μπέµπας Ταντή µάς επισημαίνει το λάθος δρόμο. Αν καταλάβουµε πραγµατικά τι συµβαίνει µ’ αυτή τη γυναίκα, τότε υπάρχει η ελπίδα ν’ αλλάξουµε. Ο άνθρωπος, ανήμπορος να πλάσει την πραγματικότητα σύμφωνα με τα όνειρά του και μην αντέχοντας τη θλιβερότητά της, γλιστράει στη φαντασίωση για να αναζητήσει μια λύτρωση.

Είναι ενδεικτικό ότι οι αντιήρωες του Κουμανταρέα δεν έχουν παιδιά, είναι άτεκνοι ή εργένηδες και μοναχικοί, πρώην φερέφωνα του κόμματος, πολεμιστές και κλεπταποδόχοι στην Κορέα, λαντζιέρηδες στην Αμερική, πλασιέ και κληρονόμοι βιοτεχνιών που άνθησαν στις δεκαετίες της μετεμφυλιακής δανειοδοτούμενης με δολάρια ανοικοδόμησης και πλαστής αστικοποίησης.

Ακολουθούν κι αυτοί την πορεία μιας γενιάς που ξεκίνησε με όνειρα και αγώνες για κοινωνική αλλαγή, συμβιβάστηκε, μπήκε με σχέδια και ενθουσιασμό στο μικροαστικό περίβλημα και η πεταλούδα που έμελλε να δημιουργηθεί, έμεινε κάμπια γυμνή κι αχόρταγη την οποία τσαλαπάτησαν οι ερπύστριες ενός ανελέητου συστήματος. Δίχως να καταφέρουν να ξετυλίξουν τα φτερά τους, προσπαθούν να σώσουν τη μικρή τους επιχείρηση και τα μέτρια σπίτια τους, τα μέτρια φώτα τους, τις μέτριες ζωές τους.

Η παράσταση

Η θεατρική διασκευή του Γιάννη Μπουραζάνα έγινε με γνώση, υπευθυνότητα, σύνεση κι ευαισθησία. Μας δίδαξε σκηνικά ένα λεπτών αποχρώσεων κοινωνικό δράμα με τόνους εύληπτους και πυκνά ποιητική, ζεστά ανθρώπινη γλώσσα ψυχολογικού άλγους. Αντικρίζει τα πρόσωπα με πόνο και ανεκτικότητα και μας τα παρουσιάζει με συμπόνια και οίκτο. Κάθε χαρακτήρας έχει το λόγο του για τις πράξεις του και όλοι μαζί αναζητούν διέξοδο από την αλήθεια.

Εκείνο επίσης που έχουμε να σημειώσουμε είναι η ζωντάνια με την οποία ο σκηνοθέτης Άγγελος Χατζάς προβάλλει πρόσωπα και σκηνές. Ασφαλώς αναδεικνύονται σκηνοθετικά και τμήματα της πολυσύνθετης, σύγχρονης ιστορίας του τόπου μας. Διάστικτα στοιχεία, που όσοι -έστω και σε παιδική ηλικία- τα ζήσαμε, τα ενθυμούμεθα και μας συγκινούν. Όσοι τα έμαθαν μελετώντας ή τα άκουσαν από παλαιότερους, τα συσχετίζουν. Και για όσους είναι terra incognita, η παράσταση αυτή αποτελεί την τέλεια ευκαιρία να πάρουν μια πρώτη γεύση.

Και οι τέσσερις ηθοποιοί είναι μοναδικοί. Άμεσα κερδίζουν το αντίκρισμα των ρόλων τους. Οι υποδειγματικές ερμηνείες τους, μέσα από τις αλλεπάλληλες αναδρομές στο παρελθόν, φωτίζουν άπλετα τους χαρακτήρες. Και οι τέσσερις έχουν ένα μαγνητικό τρόπο να παρασύρουν το θεατή στη ροή. Ένα τρόπο σφραγισμένο από ένα ουμανιστικό μειδίαμα και μια κατασταλαγμένη καλλιτεχνική σοφία.

Ενίοτε οι ήρωες ταξιδεύουν και στην ελληνική επαρχία και μέσω αυτών η φαντασία του θεατή επισκέπτεται την εικόνα του τόπου πριν από περίπου πενήντα τόσα χρόνια.

Ας μη λησμονούμε επίσης ότι το έργο είναι έχει κι έναν αδιόρατο ερωτισμό. Δίχως φανερές αναφορές σε αισθαντικές στιγμές, υπάρχει διάχυτη μια σιγούσα και υφέρπουσα ηλεκτρισμένη, ερωτική αύρα.

Ο Άγγελος Χατζάς με σκηνικό κύρος, στο ρόλο του συζύγου, αποδίδει όλες τις αποχρώσεις του χαρακτήρα. Απέριττος και γνήσιος, μελαγχολικός, πειστικός, καίριος, τόσο στις ρεαλιστικές του στιγμές όσο και όταν βυθίζεται στον ονειρικό του κόσμο.

Απόλυτα αποτελεσματικός, σπουδαίος, με αμεσότητα κωμικής έκφρασης, λιτός και λαϊκός, εκπληκτικός και πληθωρικός ο Γιάννης Μπουραζάνας.

Φανταστικός, αδρός, με  ολοζώντανη παρουσία, ευρηματικός, με αβίαστο χιούμορ, ποιότητα και σημασία ο Γιάννης Στόλλας.

Η εξαιρετική Τζίνη Παπαδοπούλου ήταν, για άλλη μια φορά, υπέροχη επί σκηνής. Αισθαντική, με θεατρικό ήθος, θηλυκότητα και σαρωτική εκφραστικότητα, άκρατα γοητευτική, πυροδότησε όλους τους δραματικούς σπινθήρες του έργου και μας αιχμαλώτισε με την ερμηνεία της.

Η καλοκουρδισμένη μηχανή της παράστασης λειτουργεί άριστα μέσα στο θαυμάσιο σκηνικό του Γιάννη Γκαρδιακού.

Ωραία μελετημένη και αρμονική η κίνηση της Άρτεμης Ιγνατίου.

Με τα σωστά περιγράμματα της εποχής τα κοστούμια του Αλέξανδρου Κομπόγιωργα, εκτός από το πρώτο γυναικείο που θα ήταν καλύτερα να αλλαχθεί στις επόμενες παραστάσεις.

Η «Βιοτεχνία Υαλικών» της Εταιρείας Θεάτρου «Νεάπολις» είναι μια παράσταση υψηλής αισθητικής ποιότητας, που αντέχει στο χρόνο και αξίζει της προσοχής μας. Πιστεύω δε ακράδαντα πως την επόμενη χρονιά θα ξαναπαιχθεί, θα τη χαρούμε ξανά και πως έχει σίγουρο μέλλον.

Συντελεστές

Ηθοποιοί:
Γιάννης Μπουραζάνας, Τζίνη Παπαδοπούλου, Γιάννης Στόλλας, Άγγελος Χατζάς

Θεατρική διασκευή: Γιάννης Μπουραζάνας
Σκηνοθεσία: Άγγελος Χατζάς
Επιμέλεια κίνησης: Άρτεμις Ιγνατίου
Σκηνικά: Γιάννης Γκαρδιακός
Κοστούμια: Αλέξανδρος Κομπόγιωργας

Παραγωγή: Εταιρεία Θεάτρου «Νεάπολις»

* Με την υποστήριξη και τη συνεργασία
του Θεάτρου της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών

Πληροφορίες

«Βιοτεχνία Υαλικών»
του Μένη Κουμανταρέα

Θέατρο Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών
Πειραιώς 256, Ταύρος

 Μένης Κουμανταρέας

Από τους σπουδαιότερους Έλληνες πεζογράφους, γνωστός στο ευρύ κοινό από το μυθιστόρημά του «Η φανέλα με το 9», που μετέφερε στη μεγάλη οθόνη ο Παντελής Βούλγαρης το 1988.

Ο Αριστομένης Κουμανταρέας γεννήθηκε στις 17 Μαΐου 1931 στην Αθήνα και ήταν γιος του τραπεζικού και χρηματιστή Αντώνη Κουμανταρέα. Το 1948 έζησε για έξι μήνες κοντά στον αδερφό του πατέρα του στο Λονδίνο, όπου ήρθε σε επαφή με την εκεί πολιτιστική κίνηση. Τον επόμενο χρόνο αποφοίτησε από το Πρότυπο Λύκειο Αθηνών και τη συνέχεια σπούδασε νομικά και φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο ναυτικό ως υποκελευστής και στη συνέχεια εργάστηκε για είκοσι χρόνια ως υπάλληλος σε ναυτιλιακές και ασφαλιστικές εταιρειών.

Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε το 1961, με μεταφράσεις έργων των Αλμπέρτο Μοράβια, Έρνεστ Χέμινγουεϊ και Τζέιμς Τζόις, στο περιοδικό «Ταχυδρόμος». Το πρώτο βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων «Τα μηχανάκια», κυκλοφόρησε το 1962 και περιλαμβάνει ιστορίες καταπιεσμένων εφήβων της εποχής, που αναζητούν διέξοδο στις παρορμήσεις και τα όνειρά τους.

Κατά τη διάρκεια της απριλιανής δικτατορίας πήρε μέρος στην αντιστασιακή έκδοση «Δεκαοχτώ Κείμενα» και οδηγήθηκε τρεις φορές σε δίκη για το δεύτερο βιβλίο του «Το αρμένισμα», που είχε τιμηθεί με κρατικό βραβείο διηγήματος. Το 1969 αποδέχθηκε υποτροφία του ιδρύματος «Φορντ», η οποία συνετέλεσε στην ολοκλήρωση του μυθιστορήματός του «Βιομηχανία Υαλικών» και το 1972 σπούδασε με υποτροφία στο Βερολίνο για έξι μήνες.

Το βιβλίο του «Δύο φορές Έλληνας», μία τοιχογραφία της ελληνικής κοινωνίας από το 1949 έως το 1990, αποτέλεσε μεγάλη εκδοτική επιτυχία το 2001. Κείμενά του δημοσιεύτηκαν σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά, όπως τα «Εκλογή», «Επιθεώρηση Τέχνης», «Τραμ», «Ηριδανός», «Ο Ταχυδρόμος», «Οδός Πανός», «Η Λέξη».

Τιμήθηκε τέσσερις φορές με το κρατικό βραβείο πεζογραφίας (1967 για το «Αρμένισμα», 1975 για τη «Βιοτεχνία Υαλικών», το 1997 για τη συλλογή «Η μυρωδιά τους με κάνει να κλαίω» και το 2002 για τον «Ωραίο Λογαχό»). Το 2001 έλαβε το βραβείο Blue Book για το μυθιστόρημά του «Ο ωραίος λοχαγός». Το 2008 η Ακαδημία Αθηνών τον τίμησε για το σύνολο του έργου του.

Έργα του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, ρωσικά γερμανικά, ενώ ο ίδιος μετέφρασε κυρίως Αγγλοσάξονες συγγραφείς. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και από το 1982 ως το 1986 διετέλεσε μέλος του Δ.Σ. της Εθνικής Λυρικής Σκηνή.

Το 1971 έγραψε το σενάριο της ταινίας του Παντελή Βούλγαρη «Το προξενιό της Άννας», ενώ τρία δικά του έργα μεταφέρθηκαν στο θέατρο, τη μικρή και τη μεγάλη οθόνη: «Κυρία Κούλα» (το 1983 στην τηλεόραση σε σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου και το 1987 στο θέατρο σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη), «Τα Καημένα» (το 1987 για την τηλεόραση σε σκηνοθεσία Γιάννη Διαμαντόπουλου) και «Η φανέλα με το 9» (το 1988 για τον κινηματογράφο σε σκηνοθεσία Παντελή Βούλγαρη).

Ο Μένης Κουμανταρέας τοποθετείται χρονολογικά στη λεγόμενη δεύτερη μεταπολεμική γενιά της ελληνικής πεζογραφίας. Η γραφή του κινείται στα όρια ανάμεσα στον κοινωνικό ρεαλισμό με έμφαση στην απεικόνιση των αλλοτριωτικών κοινωνικών μηχανισμών και την ποιητική έκφραση του αισθήματος της φθοράς και της χαμένης αθωότητας της νεανικής ηλικίας.

Ο Μένης Κουμανταρέας βρέθηκε νεκρός στο διαμέρισμά του στην Κυψέλη τα ξημερώματα της 6ης Δεκεμβρίου 2014. Η αστυνομία αποδίδει τον θάνατό του σε εγκληματική ενέργεια.