«Αφέντης και Δούλος» του Τολστόι. Μεγαλειώδες αφηγηματικό θέατρο

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

«Δεν υπάρχει μεγαλείο όταν δεν υπάρχει απλότητα, καλοσύνη και αλήθεια». Λέων Τολστόι

Ο γίγαντας της Γιασνάγια Παλιάνα αγαπήθηκε εξαρχής, εξακολουθεί και θα εξακολουθεί να διαβάζεται από κάθε γενιά αναγνωστών. Θα λέγαμε πως είναι «ένας συγγραφέας για όλες τις εποχές». Ο Τολστόι στα έργα του καταπιάνεται με ιστορίες ανθρώπων και αυτές γίνονται ένα μέσο για να μεταφερθεί η σοφία της ζωής αλλά και οι σκέψεις του για την Ιστορία, τη θρησκεία και τη ρώσικη ψυχή. «Όταν διαβάζεις Τουργκένιεφ ξέρεις ότι διαβάζεις Τουργκένιεφ. Όταν όμως διαβάζεις Τολστόι αρχίζεις και δεν μπορείς να σταματήσεις». Με αυτή τη φράση ο Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ αποτίει τον δικό του φόρο τιμής στον γίγαντα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Έλεγε: «Οι μουζίκοι, οι μουζίκοι πώς πεθαίνουν. Έτσι, φαίνεται, θα πεθάνω κι εγώ μες στις αμαρτίες μου…». Πριν ξεψυχήσει, κοιτώντας μπροστά του, είπε: «Δεν καταλαβαίνω τι να κάνω!». Και τα έσχατα λόγια του ήταν τα εξής: «Υπάρχει πλήθος ανθρώπων στον κόσμο, κι εσείς κοιτάτε έναν Λέοντα».

Ο «Αφέντης και Δούλος», μια από τις νουβέλες του Τολστόι που έγραψε από το 1894-1895, πενήντα πέντε σελίδων και δέκα ενοτήτων, αναφέρεται στη θυσία ενός αφεντικού κατά τη διάρκεια μιας νύχτας που παγιδεύτηκαν με τον υπηρέτη του από τη χιονοθύελλα του γνωστού ρωσικού χειμώνα. Στις σελίδες της είναι τοποθετημένο ένα πρόβλημα που θα πάρει αργότερα την πρώτη θέση σ’ όλη την πνευματική δημιουργία του Τολστόι: η αναγέννηση των ανθρώπων εκείνων που, ενώ ανήκουν στις προνομιούχες τάξεις, αντιλαμβάνονται την κοινωνική αδικία, την ηθική ποταπότητα και την ψευτιά του περιβάλλοντός τους.

Σύμφωνα με τις πεποιθήσεις του Τολστόι, ένας τέτοιος άνθρωπος (αδιάφορο αν είναι ο εισαγγελέας Ιβάν Ιλίτς ή ο έμπορος Βασίλι Αντρέιτς Μπρεχούνοφ ή ο ευγενής Νιεχλιούντοφ στο μυθιστόρημα «Ανάσταση» και το «Πρωινό ενός Τσιφλικά») μπορεί ν’ αρχίσει μια καινούργια «αληθινή ζωή», αρκεί μονάχα να κατανοήσει πως όλη η περασμένη του ζωή είναι «κάτι άλλο».

Μετά τις επιτυχίες του «Κατερίνα» και «Χειρόγραφο», ο χαρισματικός Γιώργος Νανούρης ξανασυνεργάστηκε με τη «Λυκόφως», με την παράσταση «Αφέντης και Δούλος». Το διήγημα του Λέοντος Τολστόι, που γράφτηκε σε μια πολύ δύσκολη οικονομική περίοδο της Ρωσίας 125 χρόνια πριν, είναι ίσως τώρα πιο επίκαιρο από ποτέ. Μοιάζει με σύγχρονη παραβολή που μιλά για την αναζήτηση του νοήματος της ζωής. Μας επισημαίνει ότι ο άνθρωπος πρέπει να γνωρίζει ποιο είναι το νόημα της ζωής. Είναι πολύ υψηλότερο από ό, τι φαντάζεται κανείς. Το νόημα της ζωής βρίσκεται στη βελτίωση της ανθρώπινης ψυχής. Από την έλλειψη αγάπης να περάσεις στην αγάπη, από το θάνατο στη ζωή, από το κακό στο καλό, από την απιστία στην πίστη. Αυτό είναι το νόημα της ζωής.

Το έργο «Αφέντης και Δούλος» είναι μια παραβολή επιμελώς γραμμένη, η οποία παραμένει ακμαία και εναργής παρά τους βαρείς συμβολισμούς και οι χαρακτήρες της αντιπροσωπεύουν πολλά περισσότερα από την αρετή και την απληστία απλώς. Οι ήρωες είναι παγιδευμένοι σε ένα εχθρικό πεδίο κρίσης, σε ένα καθαρτήριο επίπεδο μεταξύ αυτού και του άλλου κόσμου, στις παρυφές μιας μετάβασης, αν και βρίσκονται μόλις 200 μέτρα μακριά από τη δημοσιά, στη μέση μιας χιονοθύελλας. Το να συνδυάσεις όλα τα παραπάνω και να τα κάνεις ένα αριστούργημα, αποτελεί μια σύνθετη τέχνη που φέρει την προφανή απλότητα του χιονισμένου τοπίου σε μία κατάσταση κάθαρσης για να φθάσουν οι ήρωες στην αγιότητα ή στην «τελική θέωση».

Ένας πλούσιος έμπορος, σε μια έξαρση απερίσκεπτης συσσώρευσης περιουσιακών στοιχείων, αψηφά τις ακραίες καιρικές συνθήκες και με μοναδικό κίνητρο το κέρδος, αποφασίζει να βγει με τον υπηρέτη του μέσα στη νύχτα για να προλάβει να αγοράσει πρώτος αυτός ένα κτήμα σε τιμή ευκαιρίας. Αγνοώντας πως τα περισσότερα από αυτά που μας κάνουν πραγματικά ευτυχισμένους στη ζωή, είναι δύσκολο να μετρηθούν. Ο Τολστόι διαφωτίζει τους ανθρώπους σχετικά με την ύπαρξη ενός ασυνείδητου κινήτρου που οδηγεί σε κοντόφθαλμες, εγωιστικές και καταστροφικές επιλογές.

Ο Βασίλι Αντρέιτς Μπρεχουνόφ δείχνει να εκτιμά το δούλο του για την ειλικρίνειά του, την εργατικότητά του, την επιδεξιότητα και τη δύναμή του. Κυρίως όμως για τις λιγοστές οικονομικές απαιτήσεις του. Από την άλλη ο μουζίκος Νικίτα αντιλαμβάνεται πολύ καλά ότι ο αφέντης του τον κοροϊδεύει και τον εκμεταλλεύεται. Δεν μιλά όμως. Πρέπει να ζήσει… Ο αφέντης είναι πεπεισμένος πως τον ευεργετεί.

Στο δρόμο, εξαιτίας μιας δυνατής χιονοθύελλας, χάνονται στις παγωμένες εκτάσεις της ρωσικής επαρχίας. Οι δύο άντρες βρίσκονται πλέον ανυπεράσπιστοι μπροστά στους κινδύνους της μανιασμένης φύσης. Ο αφέντης θα προσπαθήσει να σώσει τον εαυτό του αφήνοντας τον δούλο του μόνο και αβοήθητο. Πολύ σύντομα όμως θα βρεθεί στην ίδια θέση μ’ αυτόν και τότε θα ακούσει για πρώτη φορά την καρδιά του να χτυπά πραγματικά…

«Αφέντης και Δούλος», μια παράσταση που αγαπήθηκε ιδιαίτερα από το κοινό και πήρε πολλές παρατάσεις, προσθέτοντας νέες ημέρες! Ο Γιώργος Νανούρης διασκεύασε και σκηνοθέτησε το ομώνυμο διήγημα του Λέοντος Τολστόι με τον Δημήτρη Λιγνάδη στο ρόλο του Αφέντη και τον ίδιο στο ρόλο του Δούλου. Τη μουσική της παράστασης υπογράφει ο Λόλεκ.

Ο κόμης Τολστόι

Ο κόμης Λεβ Νικολάγιεβιτς Τολστόι, ή απλώς Λέων Τολστόι, ήταν ένας από τους κορυφαίους συγγραφείς όλων των εποχών. Άφησε πίσω του πλήθος έργων κορυφαίας ποιότητας, επέδρασε καταλυτικά στον παγκόσμιο λογοτεχνικό ρεαλισμό, ουμανιστής και φιλάνθρωπος αποτέλεσε το πνευματικό σημείο αναφοράς της τόσο της εύπορης τάξης όσο και του απλού λαού.  Ο Τολστόι ανέλυσε πτυχές της γνήσιας χριστιανικής αρετής σε αντιδιαστολή με τον τυπικισμό, μια αρετή που εφάρμοσε ζώντας ασκητικά, παρά τις σοβαρές αντιρρήσεις της γυναίκας του και την αποστασιοποίησή του από το οργανωμένο κράτος και την επίσημη Εκκλησία. Πλήθη όμως ολόκληρα τον θεωρούσαν πρότυπο και προσπαθούσαν να τον γνωρίσουν από κοντά, στη δύση πλέον της ζωής του.

Η ζωή του Τολστόι χαρακτηρίστηκε από μεγάλες αντιθέσεις, καθώς τα πρώτα άσωτα χρόνια της αριστοκρατίας τα διαδέχτηκε η ριζοσπαστική μεταστροφή του προς την άρνηση του πλούτου, τη φιλανθρωπία, τη φιλευσπλαχνία και προς έναν ιδιόμορφο ειρηνιστικό και χριστιανικό αναρχισμό, που έτυχε θαυμασμού από προσωπικότητες όπως ο Γκάντι και επισφραγίστηκε με τον αφορισμό της Ρωσικής Εκκλησίας. Η στροφή στην κοσμοθεωρία του άρχισε να συντελείται με την απογοήτευση που γεύτηκε πολεμώντας με τον ρωσικό στρατό σε διάφορα μέτωπα μέχρι το 1856, όταν και έγραφε τα πρώτα του έργα, αυτοβιογραφικά σε μεγάλο βαθμό.

“Δεν είναι ευτυχία να κάνεις πάντα αυτό που θέλεις, αλλά να θέλεις αυτό που κάνεις”.

Ο Έρνεστ Χέμινγουέι, ο Μπέρναρντ Σο, ο Ρίλκε, ο Στρίντμπεργκ, ακόμη και ο Γκάντι, είναι μερικά από τα ονόματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, φιλοσοφίας και πολιτικής, τα οποία δέχτηκαν την επίδραση του Ρώσου διανοητή.

Στο “Αφέντης και Δούλος” (γράφτηκε το 1895) εκφράζεται η ιδιότυπη θρησκευτικότητά του.

“… Οι αντιφάσεις στις απόψεις και στις θεωρίες του Τολστόι δεν είναι τυχαίες, αλλά είναι έκφραση των αντιφατικών συνθηκών που επικρατούσαν στη ρωσική ζωή το τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα… Ο Τολστόι είναι μεγάλος ως εκφραστής εκείνων των ιδεών και εκείνων των διαθέσεων που διαμορφώθηκαν στα εκατομμύρια της ρώσικης αγροτιάς τον καιρό του ερχομού της αστικής επανάστασης στη Ρωσία.” (Λένιν, 1908)

Οι δύο άνδρες, ο εύπορος έμπορος κι ο υπηρέτης του, στη διάρκεια του κοντινού τους ταξιδιού, χάνονται στις χιονισμένες εκτάσεις της ρωσικής επαρχίας. Αντιμέτωποι με τους κινδύνους που κρύβει η μανιασμένη φύση, ξεδιπλώνουν το χαρακτήρα τους κι αναλογίζονται τις επιλογές που έκαναν στη ζωή τους και που, σε μεγάλο βαθμό, καθορίζονται από την τάξη στην οποία ανήκουν. Ο Λέων Τολστόι, μέσα από το έργο “Αφέντης και υπηρέτης”, καρπό της ύστερης δημιουργίας του, μας δίνει ένα διεισδυτικό ψυχογράφημα με αναπόφευκτες πολιτικές προεκτάσεις, το οποίο, χάρη στους διαυγείς συμβολισμούς του, προβάλλει ιδιαίτερα επίκαιρο στις μέρες μας.

Η παράσταση

Η αφηγηματικότητα αποτέλεσε ως επιλογή ένα χρήσιμο εργαλείο για την περιγραφή του λογοτεχνικού κειμένου και έμμεσα οδήγησε σε εξαιρετικές ερμηνείες. Η αφηγηματολογία εξακολουθεί άλλωστε να αποτελεί μία από τις εγκυρότερες ερμηνευτικές προσεγγίσεις μεγάλων κειμένων.

Στο αφηγηματικό θέατρο σημασία δεν έχει τι είσαι, σημασία έχει τι κάνεις. Οι συντελεστές του «Αφέντης και Δούλος» βρέθηκαν στη σκηνή του θεάτρου «Βασιλάκου» από αγάπη και πάθος για τη δουλειά και όχι γιατί κάποιοι θα τους ξεχωρίσουν με βάση το ρόλο. Το μικρότερο πράγμα στη σκηνή όντως έχει τη μεγαλύτερη αξία. Γιατί αξία έχει πώς το κάνει κανείς. Στον «Αφέντης και Δούλος» βρισκόμαστε πράγματι προ εκπλήξεων. Η παράσταση έχει μια ευρύτερη λογική, μια δική της γλώσσα. Στην πορεία της δεν αφορά τον θεατή ποιος κάνει τον Αφέντη και ποιος τον Δούλο, ποιος κάνει τον Αφηγητή. Στην περίπτωσή της έχουμε δύο σπάνιους ανθρώπους αλλά και καλλιτέχνες που μοιράζονται το παιχνίδι επί ίσοις όροις. Ώριμοι συναισθηματικά να αναμετρηθούν με το έργο και να ερμηνεύσουν τους ήρωες του Τολστόι. Επιλογή τους να δημιουργήσουν κάτι λιτό, όχι όμως ευτελές. Η αφαίρεση είναι δύσκολη, αλλά παράλληλα συντελεί να επικεντρώνεσαι σε σπουδαιότερα πράγματα. Κι ο θεατής σήμερα θέλει μόνο το ουσιώδες, τίποτε άλλο.

Το κείμενο έχει απελευθερωθεί από κάθε περίβλημα που αφορά την εποχή και έχουν κρατηθεί αλώβητα και πολύτιμα τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν την τραγωδία. Όπως είναι το χρέος του ανθρώπου. Το έργο έχει να πει πολλά σήμερα. Σε μια εποχή που έχουμε ξεχάσει να αφουγκραζόμαστε, ο Τολστόι μας προτρέπει: Δώστε απλόχερα τη βοήθειά στον συνάνθρωπό σας, όπου και όταν σας χρειάζεται. Δείξτε την ανθρωπιά σας, η ανιδιοτελής προσφορά είναι το κυριότερο στην καθημερινή μας ζωή. Αυτή είναι η παρηγοριά των αιώνων. Η Ελλάδα χρειάζεται αυτήν τη στιγμή παρηγοριά και αυτογνωσία και η παράσταση αυτή παρέχει και τα δύο γενναιόδωρα. Στη θεατρική μας γλώσσα ο δεύτερος τίτλος της θα μπορούσε να είναι «το νόημα της ζωής».

Η εικαστική σύλληψη, που ο ίδιος ο Γιώργος Νανούρης επιμελήθηκε, υπήρξε ευφάνταστη, και χάρη σε αυτήν αλλά και στα σκηνικά – κοστούμια της Μαίρης Τσαγκάρη και των βοηθών της, Νατάσας Τσιντικίδη και Σωτήρη Μήτσουλα, μπορέσαμε να παρακολουθήσαμε ένα μυθικό ονειρόδραμα υψηλής αισθητικής.

Λευκά αέρινα πέπλα που αιωρούνται, σχηματίζουν ένα ημικύκλιο επί σκηνής. Ανεμίζοντας από τον θρηνητικά απειλητικό αέρα, μεταφέρουν τους θεατές στο μέσον μιας χιονισμένης, σκοτεινής κι επικίνδυνης ερημιάς. Στην εξέλιξη της παράστασης, τα τεράστια αυτά άσπιλα υφάσματα, με λίγες μόλις κινήσεις, μετατρέπονται σε έναν άμορφο σωρό πάγου, τον οποίο πρέπει να διασχίσουν οι εγκλωβισμένοι άντρες, έχοντας χάσει τον προσανατολισμό τους και το κουράγιο τους.

Οι ριπές του χιονιού στολίζουν μοναδικά το παραμυθένιο έλκηθρο και οι δύο ταξιδιώτες, με τους θεατές συνταξιδιώτες, μας προσφέρουν εικόνες ανεπανάληπτης ωραιότητας. Η δε σκηνή του θεάτρου με τη βοήθεια και των μελωδιών του Λόλεκ αλλά και των υποβλητικών φωτισμών του Χρήστου Τζιόγκα, παίρνει απόκοσμες και ποιητικές διαστάσεις.

Οι δύο ηθοποιοί υπήρξαν συγκλονιστικοί στους πολύ ξεχωριστούς και αντίθετους -μεταξύ τους- ρόλους. Ο Δημήτρης Λιγνάδης σε αυτόν του ανυποχώρητου, πλούσιου κι εγωκεντρικού αφέντη, που όμως δεν αντέχει και πεθαίνει, θύμιζε άλλες στιγμές εύστροφο λαϊκό παραμυθά και άλλες το μεγαλείο του βασιλιά Ληρ. Επωμίζεται με συναίσθηση ευθύνης το ρόλο του και τον φέρει εις πέρας ως το έσχατο σημείο του γαλήνιου αναπαμού. Αλλά και ο Γιώργος Νανούρης, στο ρόλο του υποτακτικού και υποταγμένου δούλου, ο οποίος υφίσταται τα πάνδεινα, μα στέκεται τυχερός -μέσα στη φτώχεια και στην ατυχία του- και σώζεται, κρατά γερά στα χέρια του τα ηνία του θάρρους και της τιμιότητας.

Και οι δυο τους είχαν ενθουσιασμό, είχαν έγνοια για την κατάκτηση των ρόλων τους, ευσυνειδησία και έμπνευση. Ο μόχθος τους και ο αγώνας τους εξέφραζε καίρια την πολυσημία του έργου.

Στην παράσταση του παρακολουθήσαμε, το κατάμεστο θέατρο δικαίως καταχειροκρότησε τους δύο ερμηνευτές, αναγκάζοντάς τους να βγουν στη σκηνή πολλές φορές, καθώς όλοι ζήσαμε μια απολαυστική θεατρική βραδιά.

Ανεπανάληπτη η σκηνοθεσία του ηθοποιού, σκηνοθέτη και ανθρώπου Γιώργου Νανούρη. Δείγμα θεατρικού ύφους η γοητευτική διασκευή του ιδίου, που φέρει τη βαρύνουσα σημασία ενός καταξιωμένου μελετητή. Έξοχη η μετάφραση από τα ρωσικά αυτού του απαιτητικού μεταφραστικά αριστουργήματος από τη Σταυρούλα Αργυροπούλου. Αξιοσημείωτη και η συμβολή των βοηθών του σκηνοθέτη, Δημήτρη Κυπραίου και Αντώνη Κολοβού, καθώς και της διεύθυνσης παραγωγής από την Κατερίνα Μπερδέκα.

Απόλυτης ομορφιάς παράσταση και απόλυτης ισορροπίας μεταξύ κλασικού και σύγχρονου.

  • Η τελευταία φράση του έργου:

«Περίεργο πράγμα η καρδιά.
Όσο τη σπαταλάς τόσο περισσότερη έχεις»

Από τις «Στιγμές» του Κύπριου ποιητή Κώστα Μόντη (Εκδόσεις «Κέδρος»)

  • Στην παράσταση ακούγονται τα ποιήματα «Η προσευχή του ταπεινού» του Ζαχαρία Παπαντωνίου και «Ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας» του Αλέξανδρου Ραγκαβή.

Συντελεστές

Διασκευή-Σκηνοθεσία

Γιώργος Νανούρης

Παίζουν

Δημήτρης Λιγνάδης

Γιώργος Νανούρης

Μουσική

Λόλεκ

Σκηνικά-Κοστούμια

Μαίρη Τσαγκάρη

Φωτισμοί

Χρήστος Τζιόγκας

* Εικαστική σύλληψη και επιμέλεια: Γιώργος Νανούρης

Βοηθ. σκηνοθέτη: Δημήτρης Κυπραίος, Αντώνης Κολοβός

Βοηθ. σκηνογράφου: Νατάσα Τσιντικίδη, Σωτήρης Μήτσουλας

Φωτογραφίες: Νίκος Πανταζάρας

Διεύθυνση Παραγωγής: Κατερίνα Μπερδέκα

Οργάνωση Παραγωγής: Όλγα Μαυροειδή

Παραγωγός: Γιώργος Λυκιαρδόπουλος

  • Η διασκευή είναι βασισμένη στο βιβλίο:

Λέων Τολστόι, Αφέντης και υπηρέτης

  • Μετάφραση από τα ρωσικά: Σταυρούλα Αργυροπούλου

Εκδόσεις Ροές, Αθήνα 2016.

Πληροφορίες

Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου

Προφήτη Δανιήλ 3-5 και Πλαταιών, Κεραμεικός

Τηλ.: 2110132002-5, 2121042777

Μια παραγωγή της Λυκόφως

www.lykofos.org

Ένα απόσπασμα από το έργο (παλαιά μετάφραση)

«Το χιόνι είχε σκεπάσει ολότελα το έλκηθρο, αλλά τα ξύλα με το μαντήλι φαίνονταν ακόμα. Ο Μουχόρτη (το άλογο) χωμένος στο χιόνι ως την κοιλιά με την κουρελού πεσμένη από πάνω του στεκότανε κάτασπρος σαν άγαλμα, γέρνοντας το νεκρό κεφάλι του. Ο Νικήτας όμως ήταν ζωντανός, αν και ξεπαγιασμένος ως το κόκκαλο. Όταν τον συνέφεραν, ήταν σίγουρος πως είχε πεθάνει και πως ξυπνούσε όχι πια σε τούτον τον κόσμο, αλλά στον άλλο. Όταν όμως άκουσε τους μουζίκους να φωνάζουν καθώς τον ξέθαβαν κι είδε τον κοκκαλιασμένο Βασίλη Αντριέϊτς, που τον είχαν σηκώσει από πάνω του, απόρησε στην αρχή που και στον άλλο κόσμο οι μουζίκοι ξεφωνίζουν όπως και σε τούτον εδώ και τα κορμιά είναι τα ίδια. Ύστερα όμως κατάλαβε πως βρίσκεται ακόμα εδώ και μάλλον λυπήθηκε αντί να χαρεί, προ πάντων σαν ένιωσε πως τα δάχτυλά και στα δυο του πόδια είχαν πάθει κρυολογήματα».

Αυτόθι, σελ. 55 σε μτφ. Σ. Πρωτόπαπα (1959).