Τη νύχτα που με ακολούθησε ένας ωραίος νέος
Η ιστορία που ακολουθεί είναι πέρα για πέρα αληθινή: 1997. Φθινόπωρο. Επιστρέφω σπίτι. Περπατώντας αργά μέσα στη νύχτα. Αίφνης νιώθω κοντά μου μια παρουσία. Γυρνώ να κοιτάξω. Κάποιος με ακολουθεί. Παρατηρώ καλύτερα. Είναι νέος, ωραίος.Θεέ μου! Τι θέλει από μένα;
Ανοίγω το βήμα και επιταχύνω. Κάνει κι αυτός το ίδιο. Φτάνω στην είσοδο της πολυκατοικίας. Κοιτάζω πίσω μου κλεφτά. Με ακολουθεί ακόμα. Ξεκλειδώνω. Καλώ τον ανελκυστήρα. Τον βλέπω πάλι, έχει σταθεί δίπλα μου, αθόρυβος. ''Μέχρις εδώ. Μην τολμήσεις'', του λέω όσο πιο αυστηρά μπορώ. Στρέφει το κεφάλι του από την άλλη, με μια κίνηση περιπαιχτική. Σαν να μου υποδηλώνει την ανωτερότητά του. Διάβασα στη λαμπερή ματιά του την αυτοπεποίθηση και λίγο εμπαιγμό: ''Νομίζεις πως θα γλιτώσεις; Αργά ή γρήγορα θα υποκύψεις''.
Ώσπου να φτάσω στον τέταρτο, δεν αντέχω. Ενας μαγνητισμός ακατανίκητος με σπρώχνει να πατήσω το stop και να βρεθώ ξανά στο ισόγειο. Περίμενε στο ίδιο ακριβώς σημείο. ''Ελα'' του λέω, πειθήνια πια.
Όταν μπήκε στο σπίτι, το έψαξε παντού, σε κάθε γωνιά. Εξεταστικά. Ίσως για να διαπιστώσει αν πληροί τις προδιαγραφές για άνετη διαβίωση. Του πρόσφερα ένα νερό κι ένα μεζέ. Ύστερα, όταν θέλησε να φύγει, του άνοιξα την πόρτα. Τις επόμενες μέρες κυριαρχούσε στη σκέψη μου. Nαι, πρέπει να τον είχα ερωτευτεί. ΄Ερωτας κεραυνοβόλος. ΄Ερωτας με μια ματιά. ''Full for love'', που λέει και ο Σέπαρντ.
Κάθε βράδυ, όταν γυρνούσα, σάρωνα με το βλέμμα μου το δρόμο. Μήπως πάλι εμφανιστεί. Υπέφερα. Πέρασε μια βδομάδα. Εκείνη τη νύχτα έβρεχε. Τότε τον είδα. Ήταν εκεί. Ακίνητος. Μέσα στο σκοτάδι και τη βροχή. Το βλέμμα του, που φωσφόριζε, ήταν στυλωμένο επάνω μου. Επίμονα. ''Επιτέλους'', του λέω, ''σε περίμενα, πάμε σπίτι μας''.
Έτσι έγινε και μπήκε στη ζωή μας ο μοιραίος και ωραίος Ζιζής. Και η καθημερινότητά μας έγινε αφάνταστα συναρπαστική. Κάθε μέρα, καινούργια μέρα. Μαζί του.
* Πίνακας: Night street, Valery Rybakow.



