Δύο αβγά δεκαοχτούρας
Ισχυρίζονται κάποιοι ότι σπαραχτικά αναζητά τα δεκαοχτώ παιδιά της που της τα έκλεψαν. Γι' αυτό το ιδιότυπο κελάηδημά της μοιάζει σαν να συλλαβίζει μελωδικά τον αριθμό δεκαοχτώ.
Υπάρχει όμως κι ένας άλλος μύθος που λέει πως υποστηρίζει το δίκιο της. Ζύμωσε και έψησε δεκαοκτώ ψωμιά η τίμια νοικοκυρά και όμορφη σύζυγος κι όχι δεκαεννιά, όπως ισχυρίστηκε η πανούργα πεθερά της. Η μοχθηρή, δύστροπη, προφανώς και δύσμορφη, πεθερά μισούσε την προκομμένη νύφη της και της έκανε το βίο αβίωτο. Κάποτε της έδωσε εντολή να φτιάξει δεκαοκτώ καρβέλια ψωμί. Η νύφη υπάκουη τα έφτιαξε. Όταν όμως επέστρεψε ο άνδρας της από τη δουλειά, η μάνα του τη συκοφάντησε: "Ήταν δεκαεννιά τα ψωμιά. Το ένα το έφαγε. Είναι ανεπρόκοπη και λαίμαργη. Σπαταλά το βιος σου". Τώρα γιατί ο γιος την πίστεψε, κάπως ακατανόητο μου φαίνεται. Μάλλον μωρός και αστόχαστος θα ήταν. Ρίχτηκαν με βία μάνα και γιος πάνω στην κοπέλα για να την τιμωρήσουν. Αυτή, μέσα στην απελπισία της, φώναζε η δύσμοιρη: Δεκαοχτώ, δεκαοχτώ. Κάποιος πονετικός θεός τη λυπήθηκε και την έκανε πτηνό. Η κραυγή όμως τής έμεινε. Από τότε πορεύεται στους αιώνες με τον ήχο τον χαρακτηριστικό να τη συνοδεύει.
Μέχρι κι ο ποιητής Γεώργιος Βιζυηνός συγκινήθηκε από την ιστορία της αδικημένης κοπέλας κι έγραψε ποίημα ολόκληρο για τα δεινά της: "ήταν άλλοτε η καημένη/ κοριτσάκι διαλεκτό/ χρόνοι τώρα περασμένοι/ δεκαοχτώ, δεκαοχτώ". Αυτό το χαριτωμένο αγριοπερίστερο, που μοιάζει με τρυγόνι αλλά έχει ένα μαύρο δαχτυλίδι περασμένο στο λαιμό, πετά και πάνω από τον γκρίζο ουρανό της θορυβώδους Αθήνας. Γεννά κάθε Απρίλιο δύο αβγά. Μια κουρασμένη δεκαοχτούρα έφτιαξε φωλιά κι απόθεσε τ'
αβγά της στην ανθισμένη βεράντα του αγαπητού φίλου Αντώνη. Όταν κλωσάει ένα τέτοιο πουλί είναι η ζωντανή απόδειξη της άνοιξης. Διεκδίκησε το χώρο της, αυτόν που καταπατήσαμε αλαζονικά οι άνθρωποι; Μετέφερε από τα ταξίδια της σε ξένους τόπους κάποιο μήνυμα στον ιδιοκτήτη της ηλιόλουστης βεράντας; Το σίγουρο είναι πως πρόκειται για ύψιστη τιμή να γεννήσει ένα πουλί στο σπίτι σου. Ο Αντώνης, από την πλευρά του, εντυπωσιάστηκε. Η έκπληξή του ήταν πολύ ευχάριστη. Προσπάθησε όμως να το κρύψει με πειραχτικά αστεία. "Θα τα κάνω ομελέτα". "Θα περιμένω να βγουν οι νεοσσοί, να μεγαλώσουν και θα τους μαγειρέψω με πιλάφι". ΄Οταν όλοι οι άλλοι μιλούσαμε για σπουδαίο οιωνό, αυτός έλεγε: "Δεν μου δίνετε καμιά καλή συνταγή;". Τάχα σκληρός. Μα τα αβγά, Αντώνη μου, είναι πανάρχαιο σύμβολο της ζωής, της γέννησης και της κοσμογονίας. Κι αυτά που τρεμοφέγγουν στο φως λουσμένα το απαλό δεν θα επιτρέψει η τρυφερή και στοργική καρδιά σου να πάθουνε κακό. Θέλεις εσύ να πονέσει κι άλλο η δύστυχη δεκαοκτούρα;
Φωτογραφία: Αντώνης Ψαρράς



