Μια νυχτερινή αναζήτηση και μια παράπλευρη απώλεια
Παρασκευή βράδυ περίπου 11.30 και επιστρέφω σπίτι φορτωμένη ψώνια, ύστερα από μια εξοντωτική ημέρα.
Ούτε που κατάλαβα ότι ο Ζιζής γλίστρησε από την πόρτα την ώρα που εγώ έμπαινα με τις τσάντες, κατάκοπη. Έκανα μπάνιο, ετοίμασα φαγητό και μόνον όταν καθίσαμε στο τραπέζι αντιλήφθηκα την απουσία του. Βλέπετε ήταν η πρώτη φορά που έτρωγα χωρίς τον Ζιζή ξαπλωμένο στα πόδια μου. Αρχίσαμε μια αγωνιώδη αναζήτηση, ερευνώντας εξονυχιστικά παντού, στην αυλή, στους δρόμους, στα γύρω οικόπεδα. Στους θάμνους, στα δέντρα. Κάτω από τα αυτοκίνητα. Στους κήπους των γειτόνων.
Κατά τις 4.30 κι ενώ δεν άντεχα άλλο από την απελπισία και την κούραση, στα πρόθυρα κρίσης πανικού, εμφανίστηκε ως δια μαγείας μπροστά μου. Μου έκανε δε και τερτίπια. Δεν ήθελε να επιστρέψει στην εστία του, αλλά προτιμούσε την αλητεία στους δρόμους. Του εξήγησα πως η ζωή στους δρόμους μπορεί να είναι συναρπαστική, αλλά δεν έχει γκουρμέ λιχουδιές, ούτε χάδια μανούλας, ούτε σπιτική θαλπωρή. Ούτε φαγητό βρέξει - χιονίσει. Έδειξε να πείθεται. Ετσι επιστρέψαμε όλοι μαζί στο σπίτι κι επιτέλους ολοκληρώσαμε και το δείπνο μας.
Σάββατο πρωί ξυπνάω κι η Φρουφρού με τον Ομπριγάδο τσακώνονται. Θεώρησα καλό να μπω ανάμεσά τους να τους χωρίσω. Και το μάτι μου έγινε παράπλευρη απώλεια. Φιλοδωρήθηκα με τέσσερις - πέντε γενναίες γρατσουνιές, ένα ωραίο μελανί χρώμα για σκιά και ένα πρηξιματάκι. Δεν φταίει κανένας άλλος βέβαια, παρά μόνον εγώ. Παραβίασα μια βασική αρχή: Μην αναμειγνύεσαι ποτέ στις διαμάχες των ζώων. Τέλος καλό, όλα καλά. Και πάλι είμαι πανευτυχής. Δεν χάσαμε ούτε τον Ζιζή ούτε το μάτι.



