Γίνε η αλλαγή που θέλεις να δεις στον κόσμο
Γράφει η Κάτια Σωτηρίου, νομικός - εγκληματολόγος
Πριν από κάποια χρόνια διάβασα ένα κείμενο του Νίκου Δήμου, για τη δυστυχία του να είσαι Έλληνας. Η αυτόματη αντίδρασή μου ήταν οργισμένη και αφοριστική. Νέα και κάπως πιο αισιόδοξη, λιγότερο ρεαλίστρια αν θέλετε, αρνήθηκα να δω όλα αυτά που με μετριοπάθεια τελικά περιέγραφε σε εκείνο το κείμενο. Και να φανταστείτε, ήταν κείμενο του 1975… Μερικές φορές όμως σε στιγμές κρίσης τα προσωπεία πέφτουν, τα πραγματικά αισθήματα και συναισθήματα φαίνονται, και μόνον αν είσαι εμπαθής, ή αν τυφλός τα τ' ώτα, τον τε νουν, τα τ΄ όμματ΄ ει, μπορείς να αποφύγεις τη συνειδητοποίηση.
Δεν είμαστε όλοι οι Έλληνες ίδιοι στη νοοτροπία και συμπεριφορά μας. Δεν κάνουμε όλοι τις ίδιες επιλογές στον τρόπο που θα αναρριχηθούμε, και που θα αντιμετωπίσουμε τους συνανθρώπους μας. Αρνούμαι να μπω στο ίδιο τσουβάλι με άλλους. Κι εγώ και μια χούφτα ανθρώπων γύρω μου που ήσυχα, διακριτικά και ήρεμα προσπαθούν να κάνουν τη δουλειά τους, με σεβασμό και, όσο γίνεται, ψυχραιμία.
Το κακό σε αυτή τη χώρα είναι ότι τελικά αυτοί που φωνάζουν περισσότερο είναι και αυτοί που κάπου έχουν βάλει το χεράκι τους σε αυτό το έκτρωμα που ζούμε. Τους τελευταίους μήνες φωνάζουν οι πάντες. Και (ψευδο)οργίζονται οι πάντες. Και πλάι σε αυτούς που βλέπουν τα κεκτημένα μιας ζωής να χάνονται σιγά σιγά, βλέπουμε να φωνάζουν και κάποιοι άλλοι. Όσοι κλέβουν και ψεύδονται, όσοι έκαναν δόγμα ζωής τον ωχαδερφισμό, τα λαμόγια όλων των μεγεθών, όσοι δεν κουράστηκαν ποτέ ούτε για να μπουν στο πανεπιστήμιο γιατί ο μπαμπάς τους είχε αρκετά λεφτά να τους στείλει κάπου στον κόσμο να σπουδάσουν και να πάρουν, ερχόμενοι πίσω, με μέσο, τη θέση κάποιου που ξενύχτησε χρόνια για να μπει σε ένα ελληνικό πανεπιστήμιο και να μείνει τελικά άνεργος.
Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αυτοί συμμετέχουν ξαφνικά σε ομάδες αντίστασης κατά εκείνων που τους εξασφάλισαν δουλειά, που τους έκαναν ένα γρανάζι στο αποτυχημένο ελληνικό σύστημα. Όλοι αυτοί που μπήκαν σε θέσεις γιατί είχαν τον κατάλληλο γνωστό, ακατάλληλα προσόντα, αλλά αρκετή ελληνική κουτοπονηριά να κλαφτούν, να αλλάξουν στρατόπεδα και φίλους κατά το δοκούν και συμφέρον.
Αρνούμαι να μπω στην ίδια λίστα με όλους αυτούς. Γιατί δεν έφαγα, δεν παρακάλεσα, δεν πήρα τη θέση κανενός άλλου. Δεν έδωσα μίζα, δεν ψήφισα ποτέ κανέναν γιατί θα με έβαζε κάπου. Αρνούμαι να μπω στο ίδιο σακί ιδεολογικής μορφοποίησης - μαζί με όλους, όσοι ακόμα και τώρα φωνάζουν ότι φταίνε οι άλλοι, εκείνοι οι μπλε, οι πράσινοι, οι ενδιάμεσοι… Όλοι αυτοί οι χρωματιστοί κόκκοι δεν θα υπήρχαν αν δεν υπήρχε το εκλογικό τους σώμα. Και από τη στιγμή που έχει ψηφίσει κάποιος συνειδητά έναν από αυτούς για πάνω από μια φορά, θα πρέπει να σκύβει το κεφάλι και αντί να διαμαρτύρεται για τα χαμένα επιδόματα που ποτέ δεν άξιζε, να ζητά συγγνώμη. Από τον εαυτό του, τα παιδιά του, τα παιδιά των φίλων του που τώρα θα δουλεύουν, αν είναι τυχερά, για 400 ευρώ.
Βαρέθηκα όλους αυτούς που τόσα χρόνια εκβιάζουν, κλέβουν, παίρνουν τη θέση στην ουρά, προσποιούνται τους άρρωστους για να μπουν πρώτοι στο γιατρό, πετούν τα σκουπίδια τους έξω από το παράθυρο, που φιλούν ποδιές και πόδια κάθε τύπου για να ανέβουν τα σκαλιά της κοινωνικής τάξης, και να κρύψουν την έλλειψη ηθικής τους. Όλους, όσοι θέλησαν να πιάσουν την καλή, να κάνουν μια κομπίνα, να ζήσουν τη ζωή τους παρασιτικά ή συμβάλλοντας στις καρκινογενέσεις του συστήματος. Βαρέθηκα. Δεν θέλω να τους ξέρω, δεν θέλω να είναι στον κοινωνικό μου περίγυρο όλοι αυτοί που δεν έχουν ίχνος συμπόνιας για τίποτα και κανέναν και ξαφνικά βρέθηκαν να «αγανακτούν» στους εικονικούς τους τοίχους. Γιατί, εκτός των άλλων, με τον τρόπο αυτό σφετερίζονται για μια ακόμα φορά το δικαίωμα της διαμαρτυρίας και αγανάκτησης, στερώντας το από αυτούς που το αξίζουν πραγματικά. Και κάπως έτσι δημιουργείται πάλι ένας διχασμός, από αυτούς που τελικά εμείς συνηθίζουμε πολύ στην Ελλάδα. Εμείς από εδώ, εσείς από εκεί. Δεν μπορείς όμως να τον αποφύγεις, γιατί τελικά ο καθένας κάνει την επιλογή του, και με αυτή ζει και πορεύεται.
Εκτός από τη λέξη μάγκας, και η λέξη λαμόγιο δε μεταφράζεται. Είναι λέξη και ουσία της καθημερινότητάς μας. Γιατί όλη αυτή η λαμογιά γύρω δεν προσβάλλει μόνο το βιοτικό μας επίπεδο, αλλά την αισθητική και τη νοημοσύνη μας.
Αν η προσωπική επανάσταση του καθενός μπορεί να αρχίσει από την περιθωριοποίηση αυτών των ανθρώπων που τόσα χρόνια καταπίεσαν τη λογική και το συναίσθημα όσων από εμάς δε μεγάλωσαν με τη λογική του λύκου, ας γίνει έτσι. Ίσως είναι ο μόνος τρόπος για να δείξουμε ότι αυτή η νοοτροπία δεν πιάνει πια, δεν μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει. Προτιμώ να ανήκω σε μια ομάδα λίγων ανθρώπων που σέβονται τον εαυτό τους και τους γύρω τους, που κινούνται στον κοινωνικό και επαγγελματικό τους χώρο και δεν αμείβονται αρκετά ούτε για τη σωματική ούτε για την ψυχική κούραση που συνεπάγεται το να είσαι σωστός και συνεπής.
Αν όμως η νοοτροπία μας δεν αλλάξει, αν δεν αναθεωρήσουμε εμείς τις προτεραιότητες και ηθικές μας αξίες, αν δεν καταδείξουμε και ξεμπροστιάσουμε εμείς όλους αυτούς που με την αδειανοσύνη τους έχουν γεμίσει πληθωρικά καρέκλες και θέσεις, ακόμα και αν κάνουμε επανεκκίνηση ως κράτος, η πορεία μας θα είναι ίδια. Και θα είμαστε πάλι δυστυχείς ως Έλληνες. Γιατί αυτό που θα έχουμε να κουβαλάμε πια δεν θα είναι ένα ένδοξο παρελθόν, αλλά μια σάπια νοοτροπία και ιδεολογία. Επειδή όμως με λίγη συνειδητοποίηση και προσπάθεια μπορούμε να αποκτήσουμε έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας και ηθικής, αξίζει να το προσπαθήσουμε. Για να γίνουμε ένας ένας η αλλαγή που θέλουμε να δούμε στον τόπο μας.
Πίνακας: Νικηφόρος Λύτρας, Προσμονή.



