Γράφει η Γωγώ Μάντεση
Την προηγούμενη εβδομάδα αποδέχτηκα την πρόσκληση φίλων και για πρώτη φορά επισκέφτηκα το θέατρο «Πρόβα». Παρακολούθησα την παράσταση «Ο Κάφκα συνομιλεί με την Γκούντρουν Ένσλιν (χωρίς επιστροφή)», σε σκηνοθεσία και σύνθεση κειμένων Σωτήρη Τσόγκα. Όπως ανέβαινα την ξύλινη σκάλα του κτηρίου της οδού Ηπείρου, ομολογώ αισθανόμουν άβολα. Δεν γνώριζα τίποτα για την παράσταση και τους συντελεστές της. Τα όμορφα, όμως και χαμογελαστά πρόσωπα γύρω μου, οι αναμνηστικές φωτογραφίες και αφίσες στους τοίχους, το άρωμα από το ξύλινο πάτωμα, μ’ έκαναν να νιώσω άνετα. Και άρχισα πια, ευχάριστα, ν’ αγωνιώ για το έργο. Πρεμιέρα. Δύο μονόλογοι. Δύο κελιά. Ο καλλιτέχνης της πείνας (Αντώνης Ταμβακάς) και η Γκούντρουν Ένσλιν (Δανάη Καλαχώρα) παλεύουν για τα «πιστεύω» και τις ιδέες τους. Τολμούν να σκεφτούν και να κρίνουν, εναντιώνονται σε καθετί «μαζικό», ψυχή τε και σώματι. Αντιδρούν και φτάνουν στα άκρα, με τίμημα την ίδια τους τη ζωή.
Περισσότερα...
Γράφει η Γωγώ Μάντεση
Τελικά η φωνή μου ήταν που με πρόδωσε. Είχαν περάσει πάνω από δύο ώρες. Καθόμασταν αντικριστά και πίναμε ήσυχες τον καφέ μας. Το μικρό διαμέρισμά της ήταν όπως πάντα τακτοποιημένο, με διάχυτο το άρωμα της λεβάντας σε όλο το χώρο. Από μικρή, θυμάμαι, γέμιζε τις χούφτες μου με αυτά τα μικρά μοβ ξεραμένα λουλουδάκια και μου έλεγε «τρίψε τώρα τα δαχτυλάκια σου, θα δεις, η διάθεσή σου θα αλλάξει αμέσως». Ακόμα και όταν με έπαιρνε στο κρεβάτι της, ήξερα ότι είχε κρύψει κάτω από το μαξιλάρι μου ένα μικρό πάνινο σακουλάκι, για να έχω έναν ήρεμο ύπνο. Έβαζα το χέρι μου και αναγνώριζα εκείνο το κομμάτι ύφασμα, τυλιγμένο στα τέσσερα, με ένα μικρό κορδόνι να κρέμεται και να με γαργαλάει. «Η λεβάντα κάνει για τα πάντα» μου επαναλάμβανε. «Μην το ξεχνάς αυτό» και χαμογελούσε.
Περισσότερα...
Γράφει η Γωγώ Μάντεση

«Αύριο φεύγουμε. Τελευταία νύχτα απόψε. Εκείνη απλώς γυρίζει σε οικείο παρελθόν εγώ επιστρέφω σ’ ένα δύσθυμο μέλλον». Γιάννης Βαρβέρης, "Βαθέως Γήρατος"
Ειρήνη μου, Η χτεσινή βραδιά ήταν γεμάτη εκπλήξεις. Παρά την κίνηση στους δρόμους και την αγωνία μου για το παρκάρισμα στα στενά της Κυψέλης, μία θέση με περίμενε Κεφαλληνίας και Επτανήσου γωνία, εννέα παρά. Στήθηκα στην ουρά φοβούμενη ότι δε θα βρω εισιτήριο, δεν πέρασαν όμως παρά λίγα λεπτά και το ροζ χαρτάκι με την ένδειξη Δ4/3 με οδήγησε στην πρώτη πόρτα δεξιά, στη Σκηνή Β’, για την παράσταση "Σκότωσε ό,τι αγαπάς". Βασισμένη στο μυθιστόρημα του Αλέξη Σταμάτη.
Περισσότερα...
Δαραδημώδες
Από το ζωγράφο Μπάμπη Δαραδήμο για την έκθεση "Άνθρωποι, Χρώμα + Σίδερο", στο Πέραμα

Τι να σας πω μωρές παιδιά, τι να σας μολογήσω άλλοι τα ξένα πήρανε κι άλλοι την άδεια Ζώνη για να χαρούνε τα παλιά, να κλάψουν τα χαμένα κι ολούθε κρίση κουρνιαχτός, κρίση μασκαρεμένη σκορπάει σπίτια και μυαλά, όλα μαύρα λιθάρια και δεν θα μείνει ούτε πηγή να πιεις να ξεδιψάσεις Τι μας τα λες παππούκο μου, άκου τα μοιρολόγια
Περισσότερα...
Γράφει η ποιήτρια και ηθοποιός Ειρήνη Βογιατζή

Κι ύστερα ήρθε βροχή καιγόμαστε από κούτσουρα χωρίς να πήρανε φωτιά από την κορμοστασιά προγονικών τους δέντρων και στρώσεις η φλόγα ν' απλωθεί σε εύρος που ανυψώνει.
Περισσότερα...
Γράφει η Δήμητρα Σύρου
Τι είναι αυτά τώρα τα πανέμορφα πράγματα; Είμαι στο θέατρο και μου λένε ότι κάποιος άφησε ένα δωράκι για εμένα. Ξαφνιάζομαι και όλες μου οι κεραίες ενεργοποιούνται! Βλέπω το τσαντάκι από μακριά να με πλησιάζει. Είναι ένα τσαντάκι δώρου αλλά όχι σαν όλα τα άλλα… Είναι ένα τσαντάκι δώρου που λάμπει!.. Βγάζει κάτι χαρούμενες χρυσαφένιες ηλιαχτίδες, μία μυρωδιά από άνοιξη και αλήθεια… αλήθεια σας λέω, χαμογελάει... Το τσαντάκι ναι, χαμογελάει... Γουρλώνω τα μάτια μου και απλώνω τα χέρια μου να πιάσω με λαχτάρα αυτό το πολύτιμο δώρο που ξεφύτρωσε μέσα στη νύχτα! Το χαμόγελό του με έχει πλημμυρίσει! Χαμογελάω και εγώ!
Περισσότερα...
Ποιήματα της Ειρήνης Βογιατζή

Άφησέ με να φύγω
Φάλτσα συγχορδία επαναλαμβανόμενης ματαίωσης πλήκτρα κατευθυνόμενα δίχως πρωτοτυπία στο αποτέλεσμα δεν προκύπτουν συναισθήματα να με ξαφνιάζουν μoνάχα ρηχές των δρόμων ανυπέρβλητες στοές σαν προφητείες να μαστιγώνουν την υπομονή μου.
Περισσότερα...
Toυ Πλάτωνα Τσούλου

Μπαμπάς: Λοιπόν παιδιά θα τον πούμε «Πρόσφυγα». Κατερίνα: Όχι δεν μου αρέσει το «Πρόσφυγας». Θάνος: Και τι σημαίνει δηλαδή πρόφυκας; Ωωωωωχ!!! Δεν ξέρω και πώς να το πω, δεν καταλαβαίνω... Μαριάνθη: Εγώ θέλω «Καλτσωνάτο» είναι πιο γλυκό. Του ταιριάζει! Θάνος: Ναι - ναι, μ’ αρέσει κι εμένα. Μπαμπάς: Ναι, αλλά ο γάτος βρέθηκε στον κήπο μας από το πουθενά. Έρχεται κάθε μέρα πεινασμένος και εμείς τον φροντίζουμε, όπως κάνουν και στους πρόσφυγες που έρχονται στη χώρα μας απρόσκλητοι, γιατί στη δικιά τους χώρα πεινάνε, δεν έχουν λεφτά να αγοράσουν τρόφιμα. Γι’ αυτό παιδιά προτείνω να τον πούμε «Πρόσφυγα», ε… τι λέτε; Θάνος - Μαριάνθη: Όχι, δεν είναι ωραίο όνομα το «Πρόσφυγας». Κατερίνα: Ούτε κι εμένα που αρέσει, δεν είναι τόσο γλυκό όσο ο γάτος μας. Μπαμπάς: Κατερίνα, ο γάτος δεν είναι δικός μας, απλά τον φιλοξενούμε και τον ταΐζουμε. Έρχεται όποτε αυτός θέλει και μένει όσο θέλει στον κήπο μας. Κατερίνα: Εντάξει, αλλά το «Πρόσφυγας» δεν μου αρέσει. … Κατερίνα: Έχω μια ιδέα, να τον πούμε «Τατίνο». Θάνος - Μαριάνθη: Ναι - ναι «Τατίνο» να τον πούμε, μας αρέσει πολύ. Μπαμπάς: Καλά λοιπόν, ο γάτος θα έχει δύο ονόματα: Το μικρό «Τατίνος» και το επίθετο «Πρόσφυγας». Τι λέτε; Παιδιά: Εμείς θα τον λέμε «Τατίνο». Μαμά: Μα ποιος θα ταΐσει επιτέλους, τη γάτα; Μέχρι να αποφασίσετε πώς θα την πείτε θα ψοφήσει από την πείνα! Παιδιά: Εγώ, εγώ! (με μια φωνή) Παραμένει κοντά μας εδώ και ένα χρόνο, αλλά και σε απόσταση. Κανείς δεν έχει καταφέρει να τον πλησιάσει, πόσω μάλλον να τον ακουμπήσει. Ας είναι όμως… Ο «Τατίνος Πρόσφυγας» έγινε το έκτο μέλος της οικογένειάς μας.
* Ο Πλάτωνας Τσούλος είναι δημοσιογράφος και φωτογράφος καλλιτεχνικής φωτογραφίας.
Διήγημα της Ελένης Μουσαμά
Πίνουμε το κρασάκι μας στη βεράντα, με θέα την Πεντέλη. Η ανατολή της σελήνης, πίσω από το βουνό, είναι μαγική. Έχουμε πιάσει την κουβέντα ώρα πολλή και νυχτωθήκαμε.
Ένα τσούρμο παιδιά. Άλλα μεγαλύτερα και άλλα λίγο μικρότερα. Επικρατεί ο νόμος της ζούγκλας. Τα μεγάλα ορίζουν τους κανόνες. Τα μικρότερα ακολουθούν. Τα παράξενα παιδιά, απομονώνονται. Ενοχλούν. Η Λίνα, ήταν λίγο μικρότερη απ' όσο έπρεπε και λίγο πιο παράξενη απ' όσο χρειαζόταν. Μάταια έψαχνε την αποδοχή. Μονίμως, έμενε πίσω. Κάποια στιγμή, το πήρε απόφαση. "Ποιος τους έχει ανάγκη; Αυτοί εκεί κι εγώ, εδώ". Όχι με αυτά τα λόγια ακριβώς και σίγουρα όχι χωρίς κάποια ελπίδα. Αλλά, ο μονόδρομος αυτός την οδηγούσε συνήθως στα ψηλότερα κλαδιά των δέντρων, παρέα με ένα βιβλίο. Είχε διαβάσει βιβλιοθήκες ολόκληρες, ώσπου μεγάλωσε ξαφνικά και τα κλαδιά δεν την κρατούσαν άλλο. Την έστειλαν πίσω στο σκληρό κόσμο της εφηβείας. Καταιγίδες, κάθε τόσο, ξεσπούσαν στο κεφάλι και την καρδιά της. Την απειλούσαν. Έβρισκε καταφύγιο στον κόσμο της φαντασίας. Άλλοτε γαλήνιος και δεκτικός, άλλοτε μαύρο έρεβος να την καταπιεί. Μοιραία, έπιασε το χαρτί και το μολύβι. Χάθηκε από τους άλλους. Κι αυτοί, δεν την αναζήτησαν. Κοίταξαν τις ζωές τους, όπως κοιτάζει ο καθένας τη ζωή του. Όρισαν και ορίστηκαν. Floating boats. Έβαλαν στην πλώρη να ανάβει το νυχτοφάναρο και το ακολούθησαν. Ο δικός τους φάρος. Άρχισε να δουλεύει. Από εφημερίδα σε εφημερίδα, από περιοδικό σε περιοδικό. Μικρά αρθράκια στην αρχή, ρεπορτάζ και συνεντεύξεις, αργότερα.
Περισσότερα...
Διήγημα της Ελένης Μουσαμά
Καθισμένος στον καναπέ, κοιτάζει τον τοίχο απέναντι. Ο Βολανάκης, σε περίοπτη θέση. Μια βαριά κορνίζα, σκούρο ξύλο σκαλιστό, δίνει περισσότερο κύρος στο θέμα. Γύρω από τον πίνακα, βρόμικα ορθογώνια περιγράμματα και ορφανά καρφιά. Φαντάσματα που θυμίζουν, το καθένα χωριστά, τη στιγμή που τους ξεκρέμασε, που τους δίπλωσε προσεχτικά σε άσπρο πανί-σάβανο, και τους πήγε στο φίλο του τον γκαλερίστα. Εκείνος πάντα βρίσκει τον αγοραστή της μεγάλης ευκαιρίας. Σπάνιοι και αυθεντικοί, με πιστοποιητικό. Κάθε φορά τον βεβαιώνει πως το ποσό που παίρνει είναι το καλύτερο δυνατό, κι ας είναι κάτω από τη μισή τιμή της αγοράς. Είναι αναπόφευκτο. Σκέφτεται πώς να το πει στη γριά. Ίσως και να μη χρειαστεί. Ζει στον κόσμο της. Περασμένα μεγαλεία, ολόφωτα σαλόνια, υψηλή κοινωνία και υπηρέτες. Έχει διαλέξει τη λήθη. Είναι το φάρμακό της. Άνοια διέγνωσαν οι γιατροί. Χήρα από χρόνια, μόνο ο γιος τής στέκεται. Ο γιος, που τώρα σκέφτεται να ξεκρεμάσει τον Βολανάκη. Το τελευταίο του γερό χαρτί. Ο γκαλερίστας ξέρει. Κάθε που τον βλέπει να πλησιάζει στο μαγαζί, χλωμός, με μάτια καρφίτσες και μακριά μανίκια, ακόμα και το καλοκαίρι, ξέρει. Δεν είναι πια καράβι σε τρικυμία, είναι ήδη ναυάγιο.
Περισσότερα...
|
|