Περίεργο δεν είναι που σ’ αυτόν τον τόπο το γέλιο θεωρείται ασυμβίβαστο με τη σοβαρότητα και την αξιοπρέπεια; Μήπως όμως με τα χρόνια χρειάζεται να γίνουμε πιο ανάλαφροι έτσι που η εξήγηση του κόσμου τούτου να μας χαριστεί απλόχερα;
«Σκόρπισες το γέλιο σου, ως τη βεράντα», λέει ο Γιάννης Φιλιππίδης.
«Θέλω να μου στέλνεις έναν ήλιο παραπάνω τα πρωινά του χειμώνα. Να ξεμένω αιφνιδιαστικά χαμογελαστός να τον κοιτάω».
«Μεγάλωσες θερίζοντας βλέμματα γελαστά».
Απάνθισμα σοφίας είναι το «Ζωή με λες», το νέο βιβλίο του Γιάννη Φιλιππίδη, πείρα που συσσωρεύεται, μπαλάντα που χορεύεται, πάθη, μύθοι, μυθοπλασίες, θρύλοι. Γραφή αληθινή, ασπαίρουσα, λαμποκοπούσα.
Κάπου ρωτάει: «Τι αποφεύγεις να σκεφτείς;». Και απαντά: «Όσα μυρίζουνε γρανάζι, αποφεύγω έτσι την απελπισία».
Αγγίζει την έμπνευση με σεβασμό και θωπεύει τις λέξεις με συγκινημένα ακροδάκτυλα.
Η συναισθηματική ένταση, η μουσικότητα των φράσεων, το λεκτικό πάντρεμα, η ανεπαίσθητη νοσταλγία πίσω από τις αριστοτεχνικές προτάσεις, κάποιο κόκκοι θλίψης, ένας λιτός κυνισμός που μόλις αποκαλύπτει εκείνο το παράπονο που ελλοχεύει στις άκρες των χειλιών, υποψίες, στοχασμοί κι ερωτήματα δημιουργούν το ξεχωριστό ύφος του Γιάννη Φιλιππίδη.
Και πάντα αυτή η ικανότητά του, η μοναδική, να αναστρέφει την έννοια των λέξεων και των εκφράσεων.
Η πλοκή ξετυλίγεται παράγραφο παράγραφο, μιλώντας για πράγματα που αγαπήσαμε, πάνω στα οποία στηρίξαμε όνειρα, μερικές φορές ανασηκώνοντας την προσωπίδα του έρωτα κι αφήνοντας να διαφανεί η αγωνία, η κρυφή λαχτάρα, το αντίδωρο του χαμόγελου, μια ανάσα ειρηνική, μια διαφυγή, ένα φιλί θαλασσινό. Ώσπου να φτάσουμε στην τελευταία παράγραφο την καταλυτική, όπου βρίσκεται και το μήνυμα: η δύναμη της απλής ευτυχίας.