Δευτέρα
27
Μαρτίου
2017
Σελήνη
28 ημερών
Λήδα, Λύδα, Λυδία, Μακεδόνιος, Μακεδόνας, Μακεδόνης, Μακεδονία, Μακεδονούλα, Μακεδονίτσα, Μακεδών, Φίλητος, Φιλήτα, Φιλήτη, Ματρώνα, Ματρόνα

Κυνηγήστε μας...

Translate

Greek Arabic Dutch English French German Italian Portuguese Russian Spanish Swedish Turkish

Πέγκυ Τρικαλιώτη: "Δεν έχω δυσκολία στο να αφεθώ στον ενθουσιασμό"

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

 

Πάντοτε είχε κάτι μοιραίο και αναπόφευκτο η παρουσία της. Κάτι που δεν ξεχνιέται. Όσο περίεργο κι αν φανεί, η μακρινότερη ανάμνηση που έχω από αυτήν ήταν σε ένα γνωστό στούντιο της δεκαετίας του ’90 όπου γυρίζονταν τηλεοπτικές σειρές οι οποίες άφησαν εποχή. Ποια μπορεί να είναι αυτή η νέα εντυπωσιακή γυναίκα; είχα αναρωτηθεί. Ερχόταν προς το μέρος μου με ανάλαφρο, επιβλητικό και γεμάτο αυτοπεποίθηση βήμα, στοχαστικό, σαν να είχε επίγνωση πως το μέλλον την πλησίαζε. Φορούσε μακριά μαύρη φούστα και σκουρόχρωμη μπλούζα. Τα άφθονα, λυτά κι ελεύθερα, καστανοκόκκινα μαλλιά της, σχημάτιζαν δαχτυλίδια, που συστρέφονταν ελικοειδώς κι έμοιαζαν με τη χαίτη της Άρτεμης. Δεν μιλήσαμε ούτε γνωριστήκαμε τότε. Κράτησα όμως την αύρα της.
Λίγες μέρες αργότερα αναγνώρισα στην τηλεόραση το θεατρικό της βάδισμα, τον περήφανο τρόπο που κρατούσε ψηλά λαιμό και κεφάλι, την αλλόκοτη, μυστηριώδη αλλά και ανεπιτήδευτη δραματικότητα αυτής της παρουσίας. Ήταν η υπέροχη Πέγκυ Τρικαλιώτη. Με περίπου είκοσι πέντε χρόνια σταδιοδρομίας στο θέατρο, στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο, με σπουδαίους ρόλους και πολλές διακρίσεις στο ενεργητικό της σήμερα. Βραβευμένη για το θεατρικό «Θαύμα της Άνι Σάλιβαν» και για το «Τέλος εποχής» στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, γνώρισε την αναγνώριση ήδη από τα πρώτα της βήματα σε κλασικές -πια- τηλεοπτικές σειρές, όπως «Πρόβα Νυφικού», «Η αγάπη άργησε μια μέρα», «Προς την ελευθερία», «Γεώργιος Βιζυηνός: Η σιωπή των αγγέλων». Ηθοποιός δυνατών παλμών, με θητεία σε ερμηνείες απαιτήσεων και συγκινήσεων. Το 2015 τη θαυμάσαμε για άλλη μια φορά στο θέατρο με το πολυβραβευμένο έργο του Τζωρτζ Μπραντ, "Προσγείωση". Καθηλωτική και μεγαλειώδης, υποδύθηκε μια Αμερικανίδα πιλότο F-16, που σκορπά το θάνατο «για το καλό» της Αμερικής και του δυτικού κόσμου. Ακριβής, καταιγιστική, κυνική και ποιητική μαζί, σπάνιας υποκριτικής. Μια ερμηνεία... απογειωτική, που πραγματικά μας μαγνήτισε. Θυμάμαι ότι στην παράσταση που παρακολούθησα το κοινό την αποθέωσε κι εγώ ήθελα να τη χειροκροτώ ξανά και ξανά, ασυγκράτητα.

Φέτος κάνει μια πτήση στο χρόνο και ταξιδεύει στην τσαρική Ρωσία. Γίνεται η όμορφη και παράξενη Ανίσια, ένα πλάσμα διαφορετικό, στη "Δύναμη του Σκότους", το άγνωστο αριστούργημα του Τολστόι, που παρουσιάζει η ομάδα Νάμα στο "Σύγχρονο Θέατρο".
Το κακό εισβάλλει όταν η Ανίσια ερωτεύεται τον Νικήτα, το μοναδικό εργάτη του ηλικιωμένου γαιοκτήμονα συζύγου της. Γιατί πρέπει να έχει κανείς ένα μεγάλο έρωτα, για να του εξασφαλίζει άλλοθι στις αδικαιολόγητες απελπισίες που μας κυριεύουν όλους. Η μητέρα του Νικήτα δράττεται της ευκαιρίας και, ως ηθικός αυτουργός, πιέζει τον γιο της να ενδώσει στον έρωτα, ώστε να αποσπάσουν την περιουσία του γαιοκτήμονα, προφανώς σκοτώνοντάς τον. Το 1880, ένας μουζίκος ομολόγησε δημόσια, στο γάμο της προγονής του, πως είχε κάνει παιδί μαζί της, αμέσως μετά το σκότωσε και ύστερα προσπάθησε να σκοτώσει και το δικό του εξάχρονο κοριτσάκι. Λίγα χρόνια μετά, με αφορμή αυτό το ανατριχιαστικό έγκλημα, γράφεται "Η δύναμη του σκότους". Ένα έργο που το αβυσσαλέο σκοτάδι του θυμίζει τον "Μάκβεθ" του Σαίξπηρ και την "Κόλαση" του Δάντη.

Το αναμφισβήτητο και σχεδόν άγνωστο αυτό αριστούργημα είναι γραμμένο μέσα στη δίνη μιας βαθύτατης εσωτερικής κρίσης και φωτίζει με τρόπο σπαρακτικό τις διαστάσεις της, γιατί εδώ ο Τολστόι χρησιμοποιεί ως ήρωές του όχι πρόσωπα της "καλής κοινωνίας", που έτσι κι αλλιώς την κατακρίνει και την απορρίπτει, μα απλούς μουζίκους -"αγνούς", "καλούς" χωρικούς θα λέγαμε αφελώς- κοντά στους οποίους προσπαθεί να ζήσει γαλήνια και ειρηνικά. Κι όμως συμβαίνουν και ανάμεσά τους πράξεις φρικαλέες.

Τα συμπεράσματα του Λεβ Νικολάγεβιτς Τολστόι για την ίδια την ανθρώπινη φύση, εν τέλει, είναι σκοτεινά, ζοφερά, δυσβάστακτα. Με το έργο του όμως αφήνει μια χαραμάδα φωτός, καθώς δεν αποκλείει, ύστερα από μια πτώση -όσο μεγάλη κι αν είναι αυτή-, την τελική εξύψωση, τη μετάνοια, την πραγματική, ολοκληρωτική "εκ των ένδον" αλλαγή, όσο δύσκολη -σχεδόν αδύνατη- και αν φαίνεται αυτή.
Συναντηθήκαμε με την Πέγκυ Τρικαλιώτη στο ζεστό καμαρίνι του "Σύγχρονου Θεάτρου", και συζητήσαμε για όλα. Για τα παιδικά της χρόνια, για τα χρόνια της μεγάλης αναγνωρισιμότητας, για τη ζωή της, τη σταδιοδρομία της αλλά και για την 4,5 χρονών κορούλα της. Μου μίλησε με ζέση για τη "Δύναμη του Σκότους" και την προεργασία με την Ελένη Σκότη και τον Γιώργο Χατζηνικολάου. Είναι μαγικό το πώς μεταδίδει τον ενθουσιασμό της. Τον ενθουσιασμό της μπροστά στη ζωή και την πραγματικότητα. Πώς ερωτεύεται καθετί που κάνει. Πώς οπτικοποιεί τα λόγια της και πώς μια ολιγόωρη συνομιλία μαζί της σου βελτιώνει τη διάθεση. Αδιαμφισβήτητα αξιαγάπητη, πλάσμα ρομαντικό και αισιόδοξο. Με εύκολο χαμόγελο, καλή προαίρεση, ευγενική, φινετσάτη, γλυκύτατη και προσαρμοστική. Ένα πραγματικά χρυσό κορίτσι, με ακτινοβόλο, έξυπνο και καθαρό βλέμμα. Δείτε τη γλυκιά Πέγκυ ως Ανίσια, να ξετυλίγει τις κρυφές πτυχές της ψυχής της ερωτευμένης γυναίκας με μια απίστευτα άμεση και βαθιά συναισθηματική καθαρότητα... Είναι ένα θαύμα. Κι όπως έλεγε κι ο Κάρολος Κουν, "για να γίνουν θαύματα πρέπει να πιστεύουμε σε θαύματα".

 

Διαβάστε τη συνέντευξη

 

 

* Γεννήθηκα στην Αθήνα, στα Πατήσια. Οι γονείς μου μεγάλωσαν εκεί, γεννηθήκανε επίσης στην Αθήνα. Ήταν συμμαθητές στο σχολείο και παντρεύτηκαν. Ζούσαν στην αρχή στα Πατήσια. Έχω ρίζες από τη Σμύρνη και από τις δύο οικογένειες, από προπάππο και από προγιαγιά. Οπότε κατά το ήμισυ στην πραγματικότητα είμαι Σμυρνιά, πρόσφυγας δηλαδή. Τρίτη γενιά προσφύγων. Δεν έχω χωριό, θα ήθελα πολύ να είχα, ή κάποιο νησί. Μου λείπει το ότι δεν έχω ένα σημείο αναφοράς και το σημείο αναφοράς μου είναι τα Πατήσια και η Αθήνα. Όσο περίεργο και αν ακούγεται, θα ήθελα να είχα ένα χωριό.


- Τι θυμάσαι έντονα από την παιδική σου ηλικία, Πέγκυ;


* Από την παιδική μου ηλικία θυμάμαι ότι δουλεύανε πάρα πολύ και οι δύο μου γονείς και μεγάλωσα μέχρι την Ά Δημοτικού περισσότερο με τις γιαγιάδες. Μετά πήγαμε στα Γλυκά Νερά που ο πατέρας της μητέρας μου εκεί είχε φτιάξει με τα ίδια του τα χέρια ένα σπίτι και το είχαν ως εξοχικό. Το κάναμε μόνιμη κατοικία. Ήταν τότε που φεύγανε όλοι οι άνθρωποι από το κέντρο και πήγαιναν προς τα προάστια. Θυμάμαι ότι δεν μου άρεσε καθόλου. Ήμουν ένα πολύ κοινωνικό παιδί και είχα μεγαλώσει μέσα σε κόσμο. Ανοίγαμε την πόρτα της πολυκατοικίας, βγαίναμε και βρισκόμασταν επάνω στην Πατησίων. Γινόταν χαμός. Αυτό για μένα ήταν το φυσιολογικό, γιατί εκεί γεννήθηκα. Πηγαίνοντας ξαφνικά σε ένα σπίτι που βρισκόταν μέσα σε τρία στρέμματα και το επόμενο σπίτι ήταν στο ένα χιλιόμετρο και χωματόδρομοι τριγύρω, η μαμά μου νόμιζε ότι θα είμαι τρισευτυχισμένη γιατί είχαμε ένα δάσος κοντά και θα κρεμιέμαι από τα δέντρα για παιχνίδι. Απεναντίας εγώ ήμουν μελαγχολική, κλεινόμουν στο δωμάτιό μου και έπαιζα με τις κούκλες μου και δεν ήθελα καθόλου να βγω έξω. Και το μόνο που έλεγα ήταν «θέλω και άλλα παιδάκια».


Η αδελφή μου


* Όταν ήμουν δέκα χρονών, απέκτησα μία αδελφή. Οι γονείς μου έφεραν στον κόσμο την αδελφή μου, την Τερέζα. Έχουμε 10 χρόνια διαφορά. Μέχρι 10 ετών μεγάλωσα σαν μοναχοπαίδι. Και στην πραγματικότητα με την αδελφή μου βρεθήκαμε όταν αυτή ήταν 17-18 και εγώ 27-28. Διότι όταν γεννήθηκε και μεγάλωνε, εγώ μπήκα στην εφηβεία μου, οπότε δεν έδινα σημασία στο μωρό που ήταν στο σπίτι. Αργότερα, όταν εγώ ήθελα να την πλησιάσω ήταν αυτή στη δική της εφηβεία. Οπότε βρεθήκαμε στα μεγάλα μας και έκτοτε είμαστε πολύ δεμένες.


- Ας κάνουμε μια παρένθεση εδώ, Πέγκυ, ώστε να μιλήσουμε για το νέο έργο στο οποίο συμμετέχεις και για τη συνεργασία σου με την Ελένη Σκότη και την ομάδα Νάμα. Πώς είναι αυτή η αλληλεπίδραση;


* Κάθισα για ένα μεγάλο διάστημα με την κόρη μου χωρίς να εργάζομαι, γιατί ήθελα να μείνω με το παιδί. Αισθανόμουν καλά, αισθανόμουν και χορτάτη. Δεν είχα αυτή την αγωνία, τι θα γίνει, να μη φύγω από το χώρο και όλα αυτά, οπότε έμεινα και το ευχαριστήθηκα. Όταν αποφάσισα λοιπόν να γυρίσω και είπα «τώρα θέλω να παίξω», κάποια στιγμή, μέσα σε διάφορα πράγματα που συζητούσα, το προηγούμενο καλοκαίρι, είχα διαβάσει μία συνέντευξη που είχε δώσει η Ελένη Σκότη στο catisart.gr. Έχω δει πάρα πολλές σκηνοθεσίες της. Είμαι πάρα πολύ μεγάλη fun. Και πάντα μου άρεσε αυτό το ρεαλιστικό στοιχείο που έφερνε με τη δουλειά της. Δεν την είχα γνωρίσει ποτέ. Δεν την ήξερα. Διαβάζω λοιπόν αυτή τη συνέντευξη -άκου τώρα να δεις!- και ήταν τόσο ωραία αυτά που έλεγε και ο τρόπος που τα έλεγε… Για πρώτη φορά είδα και το πρόσωπό της, δεν ήξερα πώς ήταν φυσιογνωμικά. Και λέω, να, με αυτή τη γυναίκα θα ήθελα να δουλέψω. Και ξαφνικά, χτυπάει το τηλέφωνο και ακούω την Ελένη, με αυτή την αμερικάνικη προφορά και μου λέει: "Είσαι η Πέγκυ Τρικαλιώτη; Είμαι η Ελένη Σκότη". Και μένω άναυδη. Και πριν μου πει το οτιδήποτε, λέω από μέσα μου, ό,τι και να μου προτείνει, θα δεχτώ. Μου προτείνει λοιπόν να κάνουμε τη «Δύναμη του Σκότους» του Τολστόι. Αυτό είναι ένα έργο ανσάμπλ, είναι ένα εντελώς σωματικό έργο. Δεν έχει πρωταγωνιστές. Υπάρχουν τρεις ρόλοι που είναι πιο βασικοί από τους άλλους, αλλά ο τρόπος που το σκηνοθετεί η Ελένη Σκότη, ο Γιώργος Χατζηνικολάου, η Ομάδα Νάμα γενικά, έτσι όπως το αντιμετωπίζει, είναι καθαρά ομαδικό το αποτέλεσμα. Γι’ αυτό δεν έχουμε και ονόματα. Δεν υπάρχει πρώτο, δεύτερο, τρίτο όνομα… Είναι ένα σύνολο. Είναι όλη η ομάδα.


Handmade σκηνοθεσία

 

* Ο τρόπος που το σκηνοθετεί επίσης η Ελένη Σκότη είναι πολύ handmade. Είναι χειροποίητο. Δημιουργείται από την ίδια, τον Γιώργο Χατζηνικολάου και εμάς όλους. Τον σκηνικό χώρο τον δημιουργούμε εμείς. Η μουσική παίζεται και γράφεται live επί σκηνής, από live όργανα, από τους ηθοποιούς και την έχουν συνθέσει οι ηθοποιοί: Ο Γιώργος Παπαγεωργίου και η Βαλέρια Δημητριάδου. Αυτό που συμβαίνει με έχει κατενθουσιάσει. Είναι σαν να έχω γυρίσει πίσω στη Σχολή. Είναι τόσο δημιουργικό! Είμαστε τόσο μέσα όλοι σ’ αυτό, που έρχομαι κάθε μέρα χαρούμενη στο θέατρο. Την Ελένη Σκότη και τον Γιώργο Χατζηνικολάου τους έχω λατρέψει. Νιώθω ότι θέλω πολύ να ξαναδουλέψω με αυτούς τους δύο ανθρώπους και την ομάδα Νάμα. Θα ήθελα πάρα πολύ την Ελένη να την ξαναβρώ στο δρόμο μου.


- Μακάρι!


* Μακάρι, δεν το συζητάω. Μου πάει ο τρόπος της, μου πάει το στυλ της, μου πάει αυτό που είναι. Μου πάει σαν άνθρωπος και μόνο καλά μπορώ πω αυτή τη στιγμή. Εν τω μεταξύ έχουμε πάρει στα χέρια μαςς ένα έργο που έχει αρκετά ηθογραφικά στοιχεία και στοιχεία εποχής, τα οποία στο σήμερα δεν ξέρω πόσο θα μπορούσαν να βοηθήσουν ώστε να φανεί πραγματικά το νόημα του έργου και να λειτουργήσουν. Οφείλω να ομολογήσω ότι για πρώτη φορά η Ελένη Σκότη κάνει έναν πειραματισμό σε κάτι που δεν είναι ρεαλισμός. Όλοι μαζί πειραματιζόμαστε σε ένα έργο, που έχει και ρεαλιστικά κομμάτια και νατουραλιστικά. Πειραματιζόμαστε πάνω σε διάφορες φόρμες. Και είμαστε κατενθουσιασμένοι όλοι.


- Οπότε θα περιμένουμε να δούμε κάτι διαφορετικό αυτή τη φορά από τις προηγούμενες σκηνοθεσίες της Ελένης Σκότη;


* Πάρα πολύ. Αυτό που θα δεις είναι η πιο διαφορετική δουλειά της. Είναι κάτι άλλο.


- Την ηθογραφία την έχετε απομονώσει, την έχετε παραμερίσει;


* Ο Τολστόι αυτό το έργο το έγραψε για να πει ότι το σκότος, το κακό δηλαδή, δεν είναι μόνο ιδιότητα των πλουσίων, αλλά μπορεί να μπει και μέσα στον καθημερινό άνθρωπο και στον πολύ φτωχό άνθρωπο. Γιατί μέχρι τότε υπήρχαν οι κακοί πλούσιοι και οι καλοί φτωχοί. Και όταν το έγραψε το έπαιξε στους εργάτες του αγροκτήματός του, για να δει πώς θα το αντιληφθούν. Και του έκανε φοβερή εντύπωση ο τρόπος που το αντιμετώπισαν. Επίσης όλο αυτό το έργο, αυτό είναι και το πιο ενδιαφέρον, είναι στηριγμένο σε μια αληθινή ιστορία. Μια αληθινή ιστορία την οποία είχε ακούσει ο Τολστόι. Το 1880 ένας μουζίκος στο γάμο της προγονής του ομολόγησε ότι σκότωσε το παιδί που είχε κάνει μαζί της. Πάνω σ’ αυτή τη συνθήκη, λοιπόν, πάνω σ’ αυτή την ιστορία, ο Τολστόι γράφει αυτό το θεατρικό έργο. Μιλάει για τους μουζίκους, για τους πιο φτωχούς ανθρώπους εκείνης της εποχής στη Ρωσία και για το πού μπορεί να φτάσουν τον άνθρωπο τα πρωταρχικά του ένστικτα. Το χρήμα, η πείνα, το σεξ, η εμμονή του έρωτα, η απόκτηση περιουσίας, η επιβίωση. Θέτει το ερώτημα, όταν ο άνθρωπος σε σχέση με όλα αυτά τα πρωταρχικά του ένστικτα φτάνει σε ακραίες καταστάσεις, τι επιλογές κάνει; Κάνει το καλό ή κάνει το κακό; Επιλέγει τον καλό δρόμο ή τον κακό; Τον εύκολο ή τον δύσκολο;

 

- Αυτό μπορούμε να πούμε ότι οφείλεται και στην καλλιέργεια που έχει στο βάθος του ένας άνθρωπος;


* Στην καλλιέργεια που έχει σχέση με το μέσα του, με την ψυχή του. Υπάρχει ένας λόγος που λέει ο πατέρας στο γιο: «Υπάρχει ψυχή και το ξεχνάμε». Υπάρχουν άνθρωποι λοιπόν, που ξεχνάνε ότι έχουν ψυχή. Υπάρχουν και κάποιοι που την παραμερίζουν, τη βάζουν στην άκρη για λίγο. Γιατί δεν τους βολεύει, γιατί δεν τους συμφέρει. Αυτό δεν το κάνουν μόνον οι πλούσιοι. Το κάνουν και οι φτωχοί άνθρωποι. Αυτοί που πιστεύουμε ότι είναι καλοί και αγνοί. Το κακό μπορεί να μπει οπουδήποτε. Αν του ανοίξεις την πόρτα, το κακό θα μπει μέσα. Το έργο έχει τίτλο «Η Δύναμη του Σκότους» και υπάρχει και μία ρώσικη φράση που ουσιαστικά λέει ότι "έστω και το νύχι του πουλιού να πιαστεί στην ξόβεργα, θα πιαστεί τελικά ολόκληρο το πουλί". Δηλαδή, λίγο να βάλεις το χέρι σου στο κακό, έτσι να κάνεις, δεν σώζεσαι. Σε παρασύρει το κακό.

 

Το σκοτάδι


* Σε παρασύρει. Είναι πιο δυνατό. Γιατί συνήθως το ένα κακό για να καλυφθεί φέρνει άλλο, φέρνει άλλο και φέρνει άλλο και εσύ βουτάς, και βουτάς, και βουτάς και πας όλο και πιο βαθιά και μετά, πραγματικά δεν έχει πάτο αυτό το βαρέλι και δεν μπορείς να βρεις και το έξω. Το έργο δείχνει πόσο δυνατό είναι το σκοτάδι.


- Θα μας πεις για τον ρόλο σου;


* Υποδύομαι την Ανίσια, μία γυναίκα που είναι παντρεμένη με έναν πολύ μεγαλύτερό της άντρα. Είναι η ζωή της μία κόλαση. Έχει μεγαλώσει το παιδί αυτού του άντρα και έχει κάνει και άλλο ένα παιδί μαζί του. Δύο κόρες δηλαδή υπάρχουν. Η μία είναι δική της και η άλλη είναι από προηγούμενο γάμο. Όμως ερωτεύεται εμμονικά τον νεαρό εργάτη του κτήματος και φτάνει σε ακραίες καταστάσεις για να τον έχει στη ζωή της και για να ζήσει αυτό τον έρωτα. Μπαίνει στο κακό, για να ζήσει αυτό τον έρωτα.


- Αυτό το πάθος μπορεί να είναι και αυτοκαταστροφικό γι’ αυτή τη γυναίκα;


* Ναι. Καταλήγει να είναι αυτοκαταστροφικό, γιατί θεωρώντας ότι κάνοντας το κακό θα τον έχει κοντά της, τελικά και κάνει το κακό και δεν εξελίσσονται τα πράγματα με τον τρόπο που αυτή νόμιζε ότι θα εξελιχθούν. Το πληρώνει το τίμημα ακριβά.


- Το έργο είχε απαγορευτεί αρχικά στη Ρωσία και παίχτηκε πρώτη φορά στο Βερολίνο και στο Παρίσι.


* Ναι. Επίσημα πρώτα παίχτηκε αλλού και μετά παίχτηκε στη Ρωσία.


- Όλοι οι ήρωες είναι αγρότες;


* Όλοι οι ήρωες είναι αγρότες, άλλοι πιο πάνω, άλλοι πιο κάτω. Ακόμα και ο άντρας της γυναίκας που υποδύομαι όμως, που θεωρητικά είναι ο κτηματίας, δεν έχει κανένα κτήμα τεράστιο. Είναι ένας μικροκτηματίας με μόνο έναν εργάτη. Προσπαθεί να τα βγάλει και αυτός πέρα, απλώς υπάρχουν και πιο φτωχοί απ’ αυτόν, οι οποίοι εξαρτώνται απ’ αυτόν και η ιστορία συμβαίνει μέσα σ’ αυτό το σπίτι. Ένα σπίτι που ο καθένας, για διαφορετικούς λόγους, βάζει μέσα το κακό και αυτό το σπίτι αρχίζει και αλλοτριώνεται. Αυτό το σπίτι αρχίζει και καταρρέει.


- Ποιοι άλλοι ηθοποιοί παίζουν στην παράσταση;


* Είναι ο Μιχαήλ Γιαννιτσάκης, που υποδύεται τον άντρα μου. Το νεαρό τον υποδύεται ο Γιώργος Παπαγεωργίου, η Αγορίτσα Οικονόμου παίζει τη μητέρα του και ο Χρήστος Σαπουντζής ερμηνεύει έναν εργάτη. Ο Θανάσης Χαλκιάς κάνει τον πατέρα του Γιώργου. Παίζει και η Αθηνά Αλεξοπούλου, η οποία ενσαρκώνει μια γειτόνισσα που μπαινοβγαίνει… Επίσης η Μαρία Προϊστάκη, η Βαλέρια Δημητριάδου, η Αθανασία Κουρκάκη. Επαναλαμβάνω όμως ότι δεν υπάρχουν πρώτοι και δεύτεροι ρόλοι.

 

- Ας γυρίσουμε πάλι πίσω Πέγκυ και να μιλήσουμε για τα πρώτα σου βήματα. Ποιο ήταν το ερέθισμα που σε οδήγησε στο δρόμο του θεάτρου;


* Νομίζω ότι από τότε που μπορώ να θυμηθώ τον εαυτό μου ήθελα να γίνω ηθοποιός. Δεν ήθελα να γίνω κάτι άλλο. Ήταν αυτό που προφανώς με τράβαγε, αν εγώ ήμουν μία μύγα αυτό ήταν το μέλι. Δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω κάτι άλλο. Ποτέ δεν έμαθα ποιο ήταν το ερέθισμα στην πραγματικότητα. Αργότερα, ήταν διάφορες παραστάσεις. Θυμάμαι, η μαμά μου είχε μία αδυναμία στην Έλλη Λαμπέτη, αλλά δεν με είχε πάρει ποτέ μαζί της. Ήμουν πολύ μικρή. Είχε ακόμα μία μεγάλη αδυναμία στην Τζένη Καρέζη και είχαμε πάει σε κάποιες παραστάσεις της. Με θυμάμαι να περιμένω να τελειώσει η παράσταση, να φύγει ο κόσμος και να πάω, αφού δεν ήταν πια κανένας στην αίθουσα, να αγγίξω τη σκηνή. Και ήμουν παιδάκι. Την άγγιζα, δεν ανέβαινα. Τότε ντρεπόμουν τρομερά, ούτε στο καμαρίνι, ούτε αυτόγραφα, ούτε τίποτα.

 

- Θυμάσαι ποια ήταν η πρώτη παράσταση που είδες ως παιδί, ή αργότερα;


* Δεν μπορώ να θυμηθώ τώρα, γιατί δεν πηγαίναμε πολύ σε παιδικά. Αργότερα που πήγα ως έφηβη, θυμάμαι το «Πρόσωπο με Πρόσωπο» με την Καρέζη. Νομίζω ότι αυτή ήταν από τις πρώτες παραστάσεις που με άφησαν άναυδη. Δεν μπορούσα να ανασάνω.


- Στη συνέχεια πηγαίνεις στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης.


* Ναι. Είχα διαβάσει το βιβλίο "Κάρολος Κουν, για το θέατρο" και η φράση «κάνουμε Θέατρο για την Ψυχή μας» με συγκλόνισε. Είπα: Δεν μ’ ενδιαφέρει τίποτα άλλο, παρά μόνον αυτό. Και πήγα και έδωσα μόνον εκεί. Σε καμία άλλη σχολή. Ούτε στο Εθνικό. Μόνον εκεί έκανα αίτηση και μόνον εκεί έδωσα εξετάσεις.


- Τι θυμάσαι από εκείνη την περίοδο; Ποιους δασκάλους είχες;


* Ο Κουν δεν ζούσε τότε. Θυμάμαι τον Γιώργο Λαζάνη πολύ έντονα. Θυμάμαι την Κάτια Γέρου. Είχα και τον Μίμη Κουγιουμτζή, τη Ρένη Πιττακή δασκάλους. Όλους τους θυμάμαι για τελείως διαφορετικούς λόγους.


- Τι αύρα σου έχει αφήσει εκείνη η περίοδος;


* Ήταν μια πολύ δημιουργική περίοδος, με πολλή δουλειά. Δούλευα κιόλας παράλληλα σε ένα μαγαζί, δηλαδή σέρβιρα. Σχεδόν έξι με εφτά μέρες την εβδομάδα και κοιμόμουν ελάχιστα και όλες τις άλλες ώρες ήμουν στο Τέχνης, έκανα πρόβες και τη Σχολή. Θυμάμαι ατελείωτες ώρες πρόβας, πολύ λίγο ύπνο, ελάχιστο φαγητό και στιγμές ευτυχίας, μεγάλης έντασης, προβληματισμού, φόβου και αγωνίας. Κάνω γι’ αυτή τη δουλειά; Είναι σίγουρο; Το έχω; Υπήρχε και αυτό το κομμάτι.


- Αυτή η δημιουργική αγωνία. Και μετά σε ποια παράσταση παίζεις;


* Με το που τελείωσα, την ίδια χρονιά έπαιξα το καλοκαίρι. Τον επόμενο χειμώνα αμέσως έπαιξα με τον Θίασο 81 σε ένα παιδικό θέατρο τον «Βαρόνο Μινχάουζεν». Και το ένα έφερε το άλλο. Μετά έγινε ένα συγκλονιστικό πράγμα. Μέσα σε μία σεζόν με πήρε ο Κώστας Κουτσομύτης ύστερα από τρεις οντισιόν να παίξω τη Ρηνούλα στην «Πρόβα Νυφικού» και ο Γιώργος Κιμούλης να παίξω στον «Ιβάνοφ» τη Σάσα με σκηνοθεσία του Σταμάτη Φασουλή με τον Κιμούλη και τη Θέμιδα Μπαζάκα. Συγχρόνως, την ίδια ακριβώς χρονιά πήρα και το βραβείο για το «Τέλος Εποχής» του Αντώνη Κόκκινου στο 35ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου, το 1994.


- Εκπληκτικό μπαμ...


* Την επόμενη χρονιά ο Φασουλής, που με είχε σκηνοθετήσει στον "Ιβάνοφ", με πήρε και έκανα το «Φιντανάκι» και υπήρξε μια συνεχής ροή δουλειάς.


- Πιστεύεις ότι από την τηλεόραση έγινες περισσότερο γνωστή;


* Ναι, βέβαια, στο ευρύ κοινό φυσικά. Είχαμε την τύχη αυτή η γενιά να είμαστε μια γενιά με ένα - δύο χρόνια διαφορά. Είναι η γενιά που έχει βγάλει τη Μαρία Πρωτόπαπα, από το Θέατρο Τέχνης, τον Κωνσταντίνο Καζάκο, τη Μυρτώ Αλικάκη που ήταν ένα έτος κάτω από μένα. Αντίστοιχα, ένα έτος πάνω από μένα στο Εθνικό ήταν η Σμαράγδα Καρύδη, ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, η Βίκυ Βολιώτη. Όταν έδωσα εξετάσεις στη Δραματική Σχολή, δεν υπήρχε ιδιωτική τηλεόραση. Εγώ έδωσα για να κάνω θέατρο. Στο 2ο έτος μου ξεκίνησε η ιδιωτική τηλεόραση. Όταν βγήκα λοιπόν, όλα εμάς τα νέα παιδιά μας ρούφηξε... Είμαστε μία γενιά που έκανε τηλεόραση και καλή τηλεόραση στην αρχή της σταδιοδρομίας μας. Μπήκαμε ξαφνικά στα σπίτια.

Η αναγνωρισιμότητα


* Επίσης έγινε και κάτι άλλο. Μέχρι τότε αναγνωρισιμότητα είχαν η Καρέζη, η Βουγιουκλάκη, κάποιοι άνθρωποι που κάνανε κινηματογράφο, θέατρο και λιγότερο τηλεόραση. Υπήρχαν βέβαια στην τηλεόραση σειρές όπως η «Αστροφεγγιά» αλλά ήταν πολύ λίγοι οι αναγνωρίσιμοι ηθοποιοί. Ξαφνικά έγινε μια τεράστια έκρηξη και ξεκίνησε ένα καινούργιο είδος αναγνωρισιμότητας, το οποίο προέκυψε από την τηλεόραση. Μας βοήθησε σαν γενιά, γιατί μετά μπορέσαμε και πήραμε τα πράγματα στα χέρια μας. Αρχίσαμε και παίζαμε ρόλους μεγάλους στο θέατρο, πράγμα που τώρα ένα παιδί που βγαίνει αυτή τη στιγμή, που η τηλεόραση είναι σε αυτή την κατάσταση, που τα θέατρα είναι τόσο πολλά, είναι πάρα πολύ δύσκολο να καταφέρει.
Υπάρχουν κάποια παιδιά που παίζουν κατ’ εξοχήν στο θέατρο, τα οποία στους θεατρόφιλους είναι γνωστά. Δηλαδή θα σου πω ένα τυχαίο όνομα: Ο Αργύρης Πανταζάρας. Είναι ένα παιδί που στο θεατρόφιλο κοινό αυτή τη στιγμή είναι πασίγνωστος. Το ευρύ κοινό όμως, δεν τον γνωρίζει.


- Πράγματι, δεν τον ξέρουν, ή αν τον ξέρουν, μπορεί να ξέρουν την όψη του από τη διαφήμιση.


* Ακριβώς. Και δεν μπορούν να φανταστούν, ούτε το ταλέντο που έχει, ούτε τι είναι αυτό το πλάσμα. Θέλω να καταλήξω ότι εμάς μας δόθηκε αυτή η ευκαιρία: Και να κάνουμε τηλεόραση, να μας μάθει ο κόσμος και να μπορούμε να παίζουμε συγχρόνως στο θέατρο. Με τον Κώστα Κουτσομύτη έκανα τρία δικά του σίριαλ συνεχόμενα. Το «Η αγάπη άργησε μία μέρα» ήταν όλο γυρισμένο σε φιλμ.


- Νιώθεις ευγνωμοσύνη;


* Γενικά είμαι ένας άνθρωπος που το θέμα της ευγνωμοσύνης παίζει πολύ σε μένα. Το έχω δουλέψει αρκετά βέβαια αυτό, αλλά είμαι ευγνώμων για την τηλεόραση, για την τύχη μου, για το θέατρο, για τους γονείς που έχω, για τη ζωή που έζησα και για το τώρα, για την κάθε ημέρα μου. Μπορεί να δυσκολεύομαι, μπορεί να γκρινιάζω αλλά είμαι ένας άνθρωπος που στο τέλος της ημέρας τείνω να λέω «ευχαριστώ». Γιατί δεν είναι δεδομένα τα πράγματα. Δεν είναι δεδομένο ότι αυτή τη στιγμή έχω τα δυο μου πόδια, τα δυο μου χέρια και κάθομαι εδώ και σε λίγο θα έχω πρεμιέρα. Δεν είναι δεδομένο ότι έχω δουλειά. Δεν είναι δεδομένο ότι έχω καταφέρει να κάνω ένα παιδί. Δεν είναι δεδομένο ότι η προσωπική μου ζωή αυτή τη στιγμή είναι πολύ καλή. Τίποτα δεν είναι δεδομένο. Δεν είναι δεδομένο ότι ακόμα και τώρα οι γονείς μου είναι και οι δύο εδώ κοντά μου. Αυτά δεν είναι δεδομένα. Και να χτυπήσω ξύλο, νιώθω ότι η ζωή μού έχει φερθεί καλά. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε τα πάνω μας, έχουμε τα κάτω μας. Φυσικά και έχω νιώσει ότι μπορεί να έχω αδικηθεί, αλλά για τη σούμα στο τέλος, είμαι ευγνώμων.


- Θέλω τώρα να σχολιάσουμε κάποιες λέξεις. Ας αρχίσουμε με τη λέξη «αγάπη».


* Η αγάπη νομίζεις ότι είναι μία στη ζωή σου, ότι είναι ένα τεράστιο πράγμα και δεν διαφοροποιείται. Και όμως, μεγαλώνοντας, καταλαβαίνεις ότι υπάρχουν πολλά είδη αγάπης. Με τελείως διαφορετικό τρόπο αγαπάς τους γονείς σου, αγαπάς τη δουλειά που κάνεις, αγαπάς ένα φίλο σου και με τελείως διαφορετικό τρόπο αγαπάς την καινούργια σου οικογένεια. Φέρνοντας στον κόσμο ένα παιδί πια, έχω φύγει από την πατρική οικογένεια που αγαπάω και λατρεύω, δεν το συζητώ, απλώς ο τρόπος που αγαπάω την καινούργια μου, τη δική μου προσωπική οικογένεια, διαφέρει πάρα πολύ απ’ όλες τις άλλες οικογένειες. Και η μεγαλύτερη αγάπη απ’ όλες φυσικά είναι το παιδί μου. Δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτα άλλο. Είναι 4,5 ετών.


- Ναι, το δικό σου το κύτταρο.


* Το κύτταρο το δικό μου και του ανθρώπου μου, γιατί μαζί φτιάξαμε αυτή την οικογένεια.


Έρωτας


* Έχει παίξει τεράστιο ρόλο στη ζωή μου. Υπήρχαν δύο πράγματα στη ζωή μου μέχρι να γνωρίσω τον άνθρωπό μου και να κάνω παιδί. Ήταν οι έρωτες που ζούσα μέχρι τότε, οι διάφορες σχέσεις που είχα, γιατί είχα κάποιες σχέσεις μακροχρόνιες μεν, αλλά τον άνθρωπό μου τον βρήκα πολύ αργά στη ζωή μου, στα 38 μου. Για μένα ήταν δύο μέχρι τότε τα πράγματα. Ο έρωτας για τη δουλειά μου, τεράστιος έρωτας. Αυτή η δουλειά είναι έρωτας. Αν δεν είσαι ερωτευμένος, με την έννοια του ότι καρδιοχτυπώ, με την έννοια του ότι βλέπω εφιάλτες το βράδυ, με την έννοια του ότι το μυαλό μου είναι μόνο εκεί τον καιρό των προβών, δεν μπορείς να την κάνεις αυτή τη δουλειά. Αυτό εννοώ έρωτας. Τι είναι ο έρωτας; Ο έρωτας είναι ότι σε πιάνει μία εμμονή. Είναι αυτό το πράγμα. Δεν μπορείς να πάρεις το μυαλό σου από τίποτα. Ξυπνάς το βράδυ και σκέφτεσαι αυτό τον άνθρωπο. Περπατάς στο δρόμο και σκέφτεσαι αυτό τον άνθρωπο. Χωρίς αυτόν δεν μπορείς να ζήσεις.
Για μένα, λοιπόν, το θέατρο είναι έρωτας. Και επίσης οι άνθρωποι που βρεθήκανε στη ζωή μου και είχα τις σχέσεις που είχα, ήταν πολύ σημαντικοί, γιατί με κάνανε να ζήσω. Να αποκτήσω εμπειρίες και να γελάσω και να κλάψω και να χαρώ και να πονέσω. Και νιώθω γεμάτη. Έχω ζήσει. Όταν ερωτεύτηκα τον άντρα μου και ήρθε το παιδί μας, ένιωθα ότι είμαι πολύ πλήρης. Δηλαδή δεν μου λείπει κάτι, μου φτάνει αυτό που έχω αυτή τη στιγμή. Αυτό είναι ο έρωτας και συνεχίζει να είναι για τη δουλειά. Μου λέει ο Θανάσης, ο άντρας μου, με την πρόβα, είσαι σε ένα παράλληλο σύμπαν, του λέω ναι, ζω έρωτα τώρα. Είναι έρωτας.


- Μην ξεχνάμε ότι μία παράσταση, ένα έργο, είναι ένας ολόκληρος κόσμος που πρέπει να εισέλθεις. Μία ιστορία, που πρέπει να ανατρέξεις και να ανακαλύψεις.


* Βεβαίως.


Ενθουσιασμός


* Παλιότερα ενθουσιαζόμουν πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τώρα. Δεν έχω δυσκολία στο να ενθουσιαστώ. Δεν έχω δυσκολία στο να αφεθώ στον ενθουσιασμό. Μ’ αρέσει πολύ να ενθουσιάζομαι. Είμαι ευτυχισμένη όταν κάτι με κάνει να ενθουσιάζομαι. Είχα πολύ καιρό να ενθουσιαστώ και έχω ενθουσιαστεί τώρα με αυτές τις πρόβες, με αυτό το έργο, με την Ελένη Σκότη και τον Γιώργο Χατζηνικολάου. Είμαι ενθουσιασμένη με την ομάδα, με τους συναδέλφους. Στο λέω και γελάει όλο το πρόσωπό μου.


- Το πιστεύω. Φαίνεται. Είσαι αισιόδοξη γενικά ή όχι;


* Τείνω να απαισιοδοξώ ως γνήσιος Σκορπιός. Παλεύω πολύ με το τέρας αυτό, της απαισιοδοξίας. Παλεύω πολύ, δεν θέλω να είμαι απαισιόδοξη και δεν μου είναι εύκολο να μην είμαι. Προσπαθώ να μην είμαι. Όσο μεγαλώνω, το παλεύω πιο πολύ. Δηλαδή στη δεκαετία των είκοσι - τριάντα ετών ήμουν πάρα πολύ απαισιόδοξη. Τώρα όσο περνάει ο καιρός είμαι καλύτερα. Δεν με παίρνει κιόλας. Όταν έχεις παιδί δεν μπορείς να είσαι απαισιόδοξος.


- Δεν έχεις το περιθώριο πια, με την έννοια ότι δεν σου επιτρέπεται.


* Δεν μου επιτρέπεται, αυτό λέω, φυσικά.

Ψέμα


* Νομίζω ότι το ψέμα μπορεί να καταστρέψει τα πάντα, τα πάντα όμως. Να καταστρέψει τη ζωή σου, ό,τι ελπίζεις, τα όνειρά σου, ό,τι έχεις φτιάξει. Αλλά χωρίς μικρά ψέματα στη ζωή μας, δεν μπορούμε να ζήσουμε. Ακόμα και στον ίδιο μας τον εαυτό, για να μπορέσουμε ν’ αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες συχνά χρειάζεται αρχικά να πούμε ένα μικρό ψέμα και αφού τα φέρει εις πέρας, να του πούμε την αλήθεια. Νομίζω ότι το ψέμα, όταν υπερβαίνει τα όρια, μπορεί να γίνει καταστροφικό. Χωρίς αυτό επίσης, η ζωή μπορεί να γίνει καταστροφική. Δεν μπορείς να λες πραγματικά, ανά πάσα στιγμή, αυτό που πιστεύεις για τον άλλον. Μπορεί εγώ να έχω ένα συνάδελφο -που σ’ αυτή την παράσταση δεν υπάρχει ούτε ένας- που να θεωρώ ότι δεν είναι καλός σ’ αυτό που κάνει. Φαντάσου μία κοινωνία στην οποία ό,τι σκεφτόσουν να το έλεγες; Άρα λοιπόν το ψέμα, είναι αυτό που σου είπα πριν, αν είναι μέσα σε κάποιο πλαίσιο πολιτισμού, δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτό. Αλλά αν ξεπεράσει τα όρια και στηριχτούν ζωές πάνω σε ένα ψέμα, είναι απολύτως καταστροφικό.


Λάθος


* Μια υπέροχη ευκαιρία να κάνεις το σωστό. Μια υπέροχη ευκαιρία να καταλάβεις, να πάρεις ένα μάθημα, να πάρεις μία απόσταση, να κοιτάξεις μέσα σου και απέξω σου και να βρεις τον σωστό δρόμο και την επόμενη φορά να κάνεις το σωστό. Να κάνεις σωστά αυτό που έκανες λάθος. Γιατί όταν κάνεις μόνο σωστά τα πράγματα, δεν καταλαβαίνεις τι κάνεις σωστά. Πρέπει να κάνεις ένα λάθος, για να καταλάβεις τη διαφορά. Για να φανεί το φως πρέπει να υπάρχει το σκοτάδι. Και πρέπει να σου πω ότι, στο έργο μας, με έναν τρόπο στο τέλος, υπάρχει ένα φως. Ένας από τους ήρωες φέρει το φως.


- Δηλαδή διαφαίνεται μία ελπίδα;


* Ναι. Υπάρχει ένας άνθρωπος ο οποίος μέσα σε όλο αυτό το κακό λέει μια "συγγνώμη" κάποια στιγμή.


Συγγνώμη και συγχώρεση


* Πρέπει να συγχωρούμε όταν μας ζητείται και θεωρητικά αυτό είναι το πιο ανώτερο στάδιο που μπορεί να φθάσει η ψυχή ενός ανθρώπου. Όταν κάποιος σου έχει κάνει πραγματικά κακό, να έχεις την ικανότητα να τον συγχωρέσεις. Αυτό για να το πετύχεις πρέπει σχεδόν να είσαι Βούδας. Όταν μιλάμε για μεγάλο κακό, δεν μιλάμε τώρα να μου έχεις πατήσει το πόδι. Μιλάμε για άγρια πράγματα. Είναι μεγαλείο ψυχής να καταφέρνεις πραγματικά να συγχωρείς. Από την άλλη, όταν εσύ ζητάς συγγνώμη για κάτι κακό που έχεις κάνει, αυτό δεν σβήνει, το κακό που έχεις κάνει. Ζητάς συγγνώμη, αλλά αυτό μπορεί να ανακουφίζει μόνο το ένα χιλιοστό από την ψυχή σου, τα υπόλοιπα 999 συνεχίζουν ναι είναι εκεί και να σε βαραίνουν.


- Εννοείς ότι είναι μέσα σου αυτό; Παρά τη μεταμέλεια;


* Μιλάω για άγριες καταστάσεις τώρα. Ναι, άμα έχεις κάνει κάποιο μεγάλο κακό και ζητήσεις συγχώρεση, αυτό δεν σημαίνει ότι αμέσως σε λυτρώνει. Γιατί είναι δύσκολο να συγχωρέσεις τον εαυτό σου στην πραγματικότητα. Είναι πιο εύκολο να ζητήσεις συγγνώμη από τον άλλον, από το να ζητήσεις συγγνώμη από σένα και να συγχωρέσεις τον εαυτό σου, αυτό θέλει πολύ ψάξιμο, πολλή ενδοσκόπηση και παίρνει μεγάλο χρόνο.


Περί θυμού και φόβου…


* Θυμώνω όταν βλέπω την αδικία. Αυτό με θυμώνει, όχι όταν φοβάμαι. Όταν φοβάμαι, φοβάμαι. Είναι ένα τελείως διαφορετικό πράγμα. Εξοργίζομαι και ξυπνάει ο θυμός μέσα μου όταν αδικούμαι ή όταν βλέπω τον διπλανό μου να αδικείται ή όταν βλέπω τη χώρα μου να αδικείται. Αυτό μου ξυπνάει το θυμό: Η αδικία. Για μένα το θέμα του δικαίου είναι πολύ σημαντικό, πρωταρχικό κομμάτι της ζωής μου. Δεν αντέχω το άδικο και όταν νιώθω ότι αδικώ τον άλλον χωρίς να το καταλάβω, έχω φοβερές ενοχές. Ειδικά όταν καταλάβω ότι σε έχω αδικήσει και δεν το έχω αντιληφθεί. Έχω ζήτημα με την αδικία.


- Πώς θα χαρακτήριζες τον εαυτό σου με λίγες λέξεις;


* Μαμά. Ηθοποιό. Ένα μεγάλο «θέλω» είμαι. Νιώθω συνέχεια ότι «θέλω». Αυτό το «θέλω» πηγαίνει σε πάρα πολλά πράγματα. Αλλά θέλω, θέλω, θέλω… Υπάρχουν στιγμές που λυγίζω μπρος σε αυτό το «θέλω», φοβάμαι να το ζητήσω και υπάρχουν και στιγμές που πάω κατά πάνω του. Είμαι αρκετά ευαίσθητη, αλλά και πολύ σκληρή μαζί. Δεν είμαι ευάλωτη, είμαι ευαίσθητη. Δεν νιώθω αδύναμη.


- Τι μπορεί να σε κάνει να δακρύσεις αυθόρμητα;


* Πρώτα απ’ όλα μια ερμηνεία. Το ταλέντο. Μπορεί να μπω και ν’ αρχίσω να βλέπω μία κωμωδία και να τρέχουν τα μάτια μου και να είναι κωμωδία. Να δω ένα παιδί να χορεύει στο δρόμο και να βάλω τα κλάματα. Εννοώ όχι απλώς μία παράσταση. Το ταλέντο. Εμένα το ταλέντο με κάνει και έχω ταχυπαλμία, κοκκινίζω και βουρκώνω.


- Το ταλέντο, σε αφοπλίζει;


* Ναι, με αφοπλίζει το ταλέντο στον άνθρωπο.


Τι σε κάνει να γελάσεις αυθόρμητα;


* Γελάω πολύ δύσκολα. Δυστυχώς, αυτό σκέφτηκα τώρα. Αυτή η ερώτηση που μου έκανες, με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι πολύ πιο αυθόρμητα κλαίω, απ’ ό,τι γελάω. Μάλλον το παιδί μου αυτή την περίοδο με κάνει και γελάω εύκολα. Κάνει συνέχεια πολλές καραγκιοζιές… Σήμερα σε κάποια στιγμή ήρθε στο κρεβάτι το βράδυ και όταν άνοιξα τα μάτια μου είδα την πατούσα της στο πρόσωπό μου. Είχα ένα ποδαράκι εδώ, μια πατουσίτσα πάνω στη μούρη μου. Εντάξει! Γέλασα πολύ μέσα στον ύπνο μου.


- Η φήμη! Την έχεις άφθονη... Ειδικά όταν έπαιζες στην τηλεόραση, όταν σε αναγνωρίζανε παντού. Πώς το διαχειρίστηκες; Μήπως σε κακόμαθε αυτό;


* Δεν με κακόμαθε, δεν το ένιωσα αυτό. Την πρώτη φορά που το νιώθεις αυτό, τις πρώτες φορές που το συνειδητοποιείς, είναι πολύ εντυπωσιακό. Αρχικά προσπαθείς να καταλάβεις αν πραγματικά συμβαίνει. Μετά, σου αρέσει γιατί είναι και το κομμάτι της ματαιοδοξίας. Οι ηθοποιοί το έχουμε αυτό, αλλιώς θα καθόμασταν και θα παίζαμε σπίτι μας. Θέλουμε ν’ αρέσουμε, έτσι; Το επόμενο στάδιο του να αρέσεις, είναι το να σε γνωρίζουν. Οπότε έχει μία χαρά. Μπορεί να μη χοροπηδάς, αλλά υπάρχει μια ωραία αίσθηση. Βέβαια κάποια στιγμή είχε φθάσει σε ένα σημείο κουραστικό για όλους της γενιάς μας. Το διάστημα που είχαμε πρωτοβγεί και παίζονταν οι σειρές του Κώστα Κουτσομύτη, της Μιρέλλας Παπαοικονόμου και άλλες, έβγαινες για φαγητό και σε κοιτούσαν όλοι στο στόμα. Έμπαινες στον κινηματογράφο να δεις μια ταινία και γυρνούσαν να σε δουν. Στην αρχή χαιρόσουν, μετά όμως σκεφτόσουν: Ωχ! Τώρα δεν θέλω να με κοιτάξουν, γιατί πεινάω, γιατί φτερνίζομαι, γιατί βήχω, γιατί τρέχει η μύτη μου και είμαι άρρωστη και θέλω να φυσήξω τη μύτη μου και δεν μπορώ επειδή με κοιτάνε. Με το που βγήκα από τη Σχολή μπήκα κατευθείαν στην τηλεόραση, οπότε για μένα κατευθείαν ήρθε και η αναγνωρισιμότητα. Με την πάροδο του χρόνου όλη αυτή η διαδικασία πήρε τη δική της θέση. Έγινε μέρος της κανονικότητάς μου, που τώρα πια δεν με ενοχλεί και δεν την παρατηρώ. 

 

- Έγινε πλέον συνήθεια;

 

* Ναι, είναι κανονικότητα. Για ενάμιση χρόνο είχα ολόισια τα μαλλιά μου, τα ίσιωνα ενώ τα μαλλιά μου είναι σγουρά. Εν τω μεταξύ επειδή είχα πολύ καιρό να παίξω, ούτε γυρνούσαν να με δουν. Η Ελένη Σκότη (η σκηνοθέτις της παράστασης «Η δύναμη του σκότους), όμως μου ζήτησε να κάνω τα μαλλιά μου σγουρά για την παράσταση. Από την πρώτη στιγμή μόλις μπήκα στο μετρό, όλοι άρχισαν να με κοιτάζουν, να με πλησιάζουν, να μου μιλάνε, να μου ζητάνε αυτόγραφο. Κι όμως έκανα την ίδια διαδρομή επί ενάμιση χρόνο χωρίς καμία αντίδραση. Αναρωτήθηκα τι έγινε ξαφνικά και τότε κατάλαβα πως τα μαλλιά μου ήταν ο λόγος…

Η αποχή από την τηλεόραση


* Τώρα απέχω πάρα πολλά χρόνια από την τηλεόραση. Απλώς παίζονται οι επαναλήψεις του Πάνου Κοκκινόπουλου κάθε βράδυ. Όσοι δεν με ξέρουν και με βλέπουν στην τηλεόραση με αναγνωρίζουν μόνο ως σγουρομάλλα. Τόσο καιρό λοιπόν που ήμουν με ίσια μαλλιά, δεν έδινε άνθρωπος σημασία. Και ξαφνικά ήρθε η ανατροπή…


- Όταν σου μιλάνε, ανταποκρίνεσαι;


* Βεβαίως. Προσπαθώ να είμαι όσο πιο ευγενική μπορώ και να απαντώ στις ερωτήσεις τους. Κάνω αυτό που θα ήθελα να κάνει κάποιος άλλος για μένα. Επίσης ένα άλλο πράγμα που με εξοργίζει είναι ο σνομπισμός. Δεν τον καταλαβαίνω. Είναι ίσως επειδή δεν το έχω. Δεν το είχε η οικογένειά μου…


- Έχω προσπαθήσει κι εγώ να τον καταλάβω…


* Ξέρεις, αυτοί που δεν το έχουμε καθόλου, δεν μπορούμε να το αποκωδικοποιήσουμε. Προσπαθώ και εγώ, δεν το καταλαβαίνω, γιατί δεν το έχει η μαμά μου, δεν το έχει ο μπαμπάς μου, δεν το έχω εγώ, δεν το έχει η αδελφή μου, δεν υπάρχει στο περιβάλλον μου. Οπότε όταν άρχισα να το αντιμετωπίζω κυρίως στο σχολείο από κάποια παιδιά δεν μπορούσα να καταλάβω από πού προέρχεται. Τι είναι αυτό τώρα; Άμυνα; Ακόμα και τώρα, που είμαι 24 χρόνια στο θέατρο, υπάρχουν άνθρωποι που μπορεί να με σνομπάρουν ή όταν μιλήσω να μου γυρίσουν το κεφάλι. Πηγαίνω να μιλήσω σε κάποιον με χαρά. Μπορεί όμως να γυρίσει και να με αντιμετωπίσει σνομπίστικα. Γιατί; Έχει κάτι στο μυαλό του; Το κάνει για άμυνα; Μήπως είναι τρελός; Σίγουρα δεν ξέρω. Πάντως κάθε φορά εκπλήσσομαι και σοκάρομαι. Και μετά λέω: Μα είναι δυνατόν; Γιατί σοκάρεσαι; Αφού το ξέρεις ότι είναι έτσι…


- Μπορεί να είναι μια πανοπλία, μπορεί να είναι δειλία και συστολή, εκτός από έπαρση.


* Υπάρχουν και τα τρία. Έχω γνωρίσει σνομπ ανθρώπους που ήταν έτσι από τότε που τους γνώρισα. Μετά έγιναν φίλοι μου και διαπίστωσα ότι είχαν συστολή από την οποία έβγαινε ο σνομπισμός προς τα έξω, ενώ σε κάποιους άλλους ο σνομπισμός ήταν η καλύτερη άμυνα.


- Όπως γνωρίζουμε, υπάρχουν πολλοί ηθοποιοί και πολλά θέατρα στην Αθήνα. Πώς θα σχολίαζες αυτό το φαινόμενο;

 

* Προφανώς για να υπάρχουν όλοι αυτοί οι ηθοποιοί και όλα αυτά τα θέατρα, κάποιοι άνθρωποι έχουν ανάγκη να εκφραστούν, είναι ένας τρόπος έκφρασης. Αν δεν υπάρχει διέξοδος στον τρόπο έκφρασης, ο άνθρωπος οδηγείται σε άλλες ατραπούς, άσχημες. Παθαίνει καταθλίψεις, χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο, παίρνει ναρκωτικά… Προτιμώ να έχουμε πολλές παραστάσεις και πολλούς ηθοποιούς, από το να έχουμε πολλούς ανθρώπους που ζουν με αντικαταθλιπτικά. Γιατί εάν το έχεις μέσα σου έντονα και δεν μπορείς να το εκφράσεις, έχεις πρόβλημα. Από κει και πέρα, το θέμα είναι, αν μπορείς να συντηρηθείς από αυτό και να επιβιώσεις. Επίσης, έπειτα από ένα διάστημα, κάθε ηθοποιός που βγαίνει, πρέπει ν’ αποφασίσει και να αναρωτηθεί: Είμαι καλός; Δεν είμαι καλός; Αρέσω; Δεν αρέσω; Μπορώ να πάω παρακάτω; Και να δει τι θα κάνει.

Υπάρχει βέβαια ένα άλλο θέμα πολύ σημαντικό. Τι θα γίνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι και πώς θα επιβιώσουν; Αυτό είναι ένα ζήτημα. Αλλά από μόνο του, το ότι υπάρχουν πολλά θέατρα δεν μ’ ενοχλεί. Αν ο άνθρωπος μπορεί να επιβιώσει, ας επιβιώσει.

 

Θεατρικός τουρισμός


* Δεν με ενοχλεί που υπάρχουν τόσες παραστάσεις. Δεν με ενοχλεί που υπάρχει τόσο θέατρο. Το θέατρο στην Ελλάδα γεννήθηκε. Αν δεν έχουμε τόσες παραστάσεις εδώ, πού θα έχουμε; Και είναι αρνητικό που η Ελλάδα δεν έχει τουρισμό για το θέατρό της. Γιατί να έχει το Λονδίνο τουρισμό για το θέατρό του; Γιατί να μην έχουμε εδώ μονίμως αρχαίες τραγωδίες να παίζονται μέσα στο χειμώνα, έτσι ώστε ο τουρίστας που θα έρθει για την Ακρόπολη, το Νέο Μουσείο και τους Δελφούς να μπορέσει να δει και θέατρο; Όπως πάμε εμείς στο Λονδίνο και βλέπουμε τα μιούζικαλ, ή πάμε στο Global και παρακολουθούμε Σαίξπηρ, που γι’ αυτούς είναι η παράδοσή τους, το ίδιο να κάνουμε κι εμείς εδώ. Να παρουσιάζουμε αυτό το οποίο εμείς γεννήσαμε. Εμείς γεννήσαμε το θέατρο. Εδώ γεννήθηκε. Ναι, λοιπόν, μ’ αρέσει που υπάρχουν πολλά θέατρα.


- Θα ήθελα τώρα να μου πεις τη γνώμη σου για ένα άλλο ένα θέμα: Τον εκφοβισμό, το bullying, που είναι πιστεύω διάχυτο στην κοινωνία μας. Bullying, όχι σωματικό μόνο, αλλά και συναισθηματικό και λεκτικό…


* Ακριβώς, είναι διάχυτο. Νιώθω ότι και οι κυβερνήσεις κάνουν bullying σε ολόκληρους λαούς. Και η Ευρώπη κάνει bullying σε μας. Τα παιδιά κάνουν bullying στο σχολείο. Οι γονείς στο σπίτι, στα παιδιά τους. Ο πατέρας στη μάνα και η μάνα στον πατέρα. Ο ανώτερος στον υφιστάμενό του στη δουλειά. Δηλαδή το bullying πια παίζει πάρα πολύ, ή πάντα υπήρχε και δεν είχαμε βρει την κατάλληλη λέξη. Και είναι μόδα πια να λέγεται.


- Ίσως και αυτό. Ειδικά στους εργασιακούς χώρους συμβαίνει…


* Και στο σχολείο όταν πήγαινα εγώ γινόταν bullying, απλώς δεν το κάνανε τόσο θέμα. Τώρα έχει φωτιστεί και είναι πολύ θετικό που έχει φωτιστεί. Όπως το θέμα των παιδιών με διαταραχές. Τόσα χρόνια υπήρχαν, απλώς τώρα ξέρεις ποιος είναι αυτός που πάσχει από ελαφρύ αυτισμό μέχρι δυσλεξία, μέχρι βαριά δυσλεξία, ποιος είναι υπερκινητικός και ούτω καθεξής. Θέλω να καταλήξω ότι με τα χρόνια γίνονται γνωστά και παίρνουν ορισμό κάποια θέματα. Έτσι και με το bullying. Πάντα υπήρχε. Σε όλα τα κομμάτια της κοινωνίας μας. Η χούντα έκανε bullying στους ανθρώπους…
Νομίζω ότι μεγαλώνουμε, προσπαθώντας και μαθαίνοντας καθημερινά να το αντιμετωπίζουμε. Αν δεν υπήρχε αυτό θα ήμασταν και πιο καλλιεργημένοι και πιο ανώτερα πλάσματα, γιατί δεν θα καταναλώναμε την ενέργειά μας στο να αποφύγουμε ή να διαχειριστούμε το όποιο bullying γίνεται εις βάρος μας, που γίνεται συνέχεια και παντού.


Εξουσία


* Πρώτα απ’ όλα ο άνθρωπος πρέπει να αποκτήσει εξουσία για να καταλάβεις τι χαρακτήρας είναι. Όταν έχεις εξουσία, δεν θες να την αφήσεις φυσικά, γιατί είναι σαν για πρώτη φορά να σου δίνουν τον έλεγχο σε κάτι και δεν θέλεις να τον χάσεις. Όταν σου δίνουν εξουσία νιώθεις, λανθασμένα μάλλον, ότι έχεις τον έλεγχο και αυτό έχει και τα καλά του και τα άσχημά του. Μπορεί να κρατάς τον έλεγχο θετικά και να πηγαίνεις ένα πράγμα μπροστά, μπορεί να κρατάς τον έλεγχο και να γίνεσαι αυταρχικός και να κάνεις bullying λόγω του ότι νιώθεις κυρίαρχος. Το κομμάτι που σε κάνει να μη θες να χάσεις την εξουσία, είναι το κομμάτι του ελέγχου. Δεν θέλεις να χάσεις τον έλεγχο. Τον έλεγχο πάνω στο αντικείμενό σου, τον έλεγχο πάνω στον απέναντί σου άνθρωπο. Αισθάνεσαι ότι είσαι ένα βήμα πιο πάνω και έτσι μπορείς πιο εύκολα να διαχειριστείς τα πράγματα και να τα κινήσεις.


Τα social media


* Για πρώτη φορά εδώ και κάποιο διάστημα έχω μία σελίδα στο Facebook και σκέφτομαι να κάνω και ένα λογαριασμό. Γενικά συνειδητοποίησα ότι σε σχέση με τη δουλειά μου, είναι καλό να υπάρχω μέσα σ’ αυτό. Αυτό που με τρομάζει είναι αυτή η millennium’s γενιά και τα παιδιά που γεννήθηκαν μέσα στα social media. Γιατί για σένα και για μένα τα social media είναι ένας τρόπος να μιλήσουμε με δύο φίλους μας και να προωθήσουμε τη δουλειά μας. Για τα περισσότερα παιδιά όμως, τα social media είναι λόγος ύπαρξης. Η ύπαρξή τους εξαρτάται από τα likes που παίρνουν. Αν δεν υπάρχουν στα social media, είναι σαν να μην υπάρχουν. Αυτό είναι τρομακτικό. Εσύ και εγώ, εάν κλείσουμε το Facebook, υπάρχουμε. Αυτά τα παιδιά είναι από το πρωί μέχρι το βράδυ στο Facebook και στο Instagram. Φωτογραφίζουν κάθε δευτερόλεπτο της ζωής τους και γι’ αυτούς γίνεται σημαντική η ζωή τους επειδή τους βάζουν like. Χωρίς αυτό, είναι σαν να μην υπάρχουν σαν προσωπικότητες.


Μια… ωραιοποιημένη ζωή

 

* Το επικίνδυνο της υπόθεσης είναι ότι εμφανίζεται μέσω των social media μία ωραιοποιημένη ζωή. Δηλαδή δεν θα ανεβάσεις εύκολα τη μούρη σου την άβαφτη και το άλουστο το μαλλί σου ή τη στιγμή που είσαι χάλια και κλαις. Όλη αυτή η ψεύτικη δημόσια εικόνα, όσο και να ξέρεις εσύ ότι είναι ψεύτικη όταν την ανεβάζεις, πολύ συχνά μπορεί να μπερδέψει εσένα τον ίδιο για το τι συμβαίνει. Γιατί εάν η ύπαρξή σου ολόκληρη είναι αυτό που βγαίνει προς τα έξω, τότε ποιος είσαι εσύ; Είναι αυτός που βγαίνει προς τα έξω ή είναι και αυτός που πάει στην τουαλέτα, που βρίζεται με τη μάνα του, που χωρίζει και κλαίει και οδύρεται και που κάνει κατινιές; Τι είναι; Είμαστε όλα αυτά. Αυτά τα παιδιά δεν ξέρω εάν μπορούν να το αντιμετωπίσουν αυτό. Αυτό είναι ο φόβος μου με τα social media. Που έχεις 5.000 φίλους και δεν έχεις κανένα κανονικό φίλο. Ή που καθόμαστε και τρώμε και αντί να φάμε και να μιλήσουμε, ο καθένας έχει ένα κινητό; Είμαστε μία παρέα και δεν μιλάμε μεταξύ μας. Δεν είναι τώρα τραγικό; Κατά τα άλλα είναι ένας υπέροχος τρόπος επικοινωνίας με φίλους.


- Πριν σε ευχαριστήσω θερμά, θερμότατα, γι’ αυτή τη συζήτηση, θα σου κάνω και την τελευταία ερώτηση με την οποία πάντα κλείνω τις συνεντεύξεις. Είναι για τα ζώα. Ποια είναι η επαφή σου μαζί τους, πώς αισθάνεσαι μ’ αυτά και αν στο σπίτι σου έχεις κατοικίδιο;


* Είχαμε πάντα ζώα στο σπίτι. Στα Γλυκά Νερά είχαμε σκύλο, γιατί είχαμε πολύ μεγάλο κτήμα. Μεγάλωναν, πέθαιναν, παίρναμε άλλα και, όπως θυμάμαι, πάντοτε αυτό γινόταν και ήταν λίγο δύσκολο συναισθηματικά. Και γάτα είχα κάποια στιγμή. Και στο κτήμα που είχαμε τότε, υπήρχαν πολλές γάτες. Τώρα στην οικογένειά μας έχουμε ένα Γουέστι Τεριέ. Είναι θηλυκό και τη λέμε Σαφίρα. Η κόρη μου το αγαπάει πολύ.

- Σε ευχαριστώ πολύ για τη συνομιλία, Πέγκυ.


* Κι εγώ σε ευχαριστώ Ειρήνη!

 

- Φωτογραφίες: catisart.gr


***

 

- Το τρέιλερ της παράστασης

 

Ταυτότητα παράστασης


«Η δύναμη του σκότους» του Λεόντος Τολστόι


Σκηνοθεσία/Καλλιτεχνική επιμέλεια: Ελένη Σκότη, Γιώργος Χατζηνικολάου
Σκηνικά/Κοστούμια: Γιώργος Χατζηνικολάου
Πρωτότυπη Μουσική: Βαλέρια Δημητριάδου, Γιώργος Παπαγεωργίου
Επιμέλεια Φωτισμών: Αντώνης Παναγιωτόπουλος
Video/Trailer: Σταύρος Συμεωνίδης, Κώστας Δαβελάς
Φωτογραφίες: Γιώργος Καλφαμανώλης
Βοηθός σκηνοθέτη: Τριανταφυλλιά Δούνια
Διεύθυνση Παραγωγής: Γιώργος Χατζηνικολάου
Δημόσιες Σχέσεις/Βοηθός Παραγωγής: Μαρία Αναματερού
Διανομή:
Ματριόνα: Αγορίτσα Οικονόμου
Νικήτας: Γιώργος Παπαγεωργίου
Ανίσια: Πέγκυ Τρικαλιώτη
Μίτριτς: Χρήστος Σαπουντζής
Ακίμ: Θανάσης Χαλκιάς
Μαύρα: Αθηνά Αλεξοπούλου
Πιοτρ: Μιχαήλ Γιαννικάκης
Ακουλίνα: Αθανασία Κουρκάκη
Ανιούτκα: Μαρία Προϊστάκη
Μαρίνα: Βαλέρια Δημητριάδου

 

Πληροφορίες

 

Παραστάσεις:
Δευτέρα στις 7.30 μ.μ.
Τρίτη στις 9 μ.μ.
Σάββατο στις 5 μ.μ.
Κυριακή στις 9 μ.μ.
Διάρκεια: 130’ (με διάλειμμα)

Πληροφορίες εισιτηρίων
Δευτέρα, Τρίτη, Σάββατο:
Κανονικό: 14 ευρώ
Φοιτητικό/Ανέργων/Άνω των 65: 12 ευρώ
Κυριακή & αργίες:
Κανονικό: 16 ευρώ
Φοιτητικό: 12 ευρώ
Ανέργων/Άνω των 65: 13 ευρώ
* Προσφορά Προπώλησης μέχρι την παραμονή της πρεμιέρας (11/2): Όλα τα εισιτήρια 8€
Κράτηση θέσεων & Πώληση εισιτηρίων:
-Στo ταμείo του Σύγχρονου Θεάτρου, Ευμολπιδών 45, Γκάζι
Τηλέφωνο: 210- 34.64.380
Στάση μετρό Κεραμεικός
e-mail: sixronotheatro@gmail.com, site: www.sixronotheatro.gr  
-Στο ταμείο του Επί Κολωνώ, Ναυπλίου 12 & Λένορμαν 94, Κολωνός
Τηλέφωνο: 210- 513.80.67
e-mail: xkolono@otenet.gr, site: www.epikolono.gr 
Στάση Μετρό Μεταξουργείο