Δευτέρα
27
Μαρτίου
2017
Σελήνη
28 ημερών
Λήδα, Λύδα, Λυδία, Μακεδόνιος, Μακεδόνας, Μακεδόνης, Μακεδονία, Μακεδονούλα, Μακεδονίτσα, Μακεδών, Φίλητος, Φιλήτα, Φιλήτη, Ματρώνα, Ματρόνα

Κυνηγήστε μας...

Translate

Greek Arabic Dutch English French German Italian Portuguese Russian Spanish Swedish Turkish

Γρηγόρης Ποιμενίδης: "Να βγάλουμε το φάλτσο απ’ τη ζωή μας, να βάλουμε τέλος στην αμάθεια…"

 

Του Παναγιώτη Μήλα

 

«Ο Γρηγόρης Ποιμενίδης σχεδόν στα τρία τέταρτα της παράστασης ήταν αμέτοχος, αποστασιοποιημένος. Καθόλου αμήχανος, όμως. Απλώς σου προκαλούσε μια απορία για το τι θα κάνει. Όταν όμως άρχισε την αφήγησή του, σου έδινε την αίσθηση ενός αβρού, απλοϊκού γίγαντα. Μετέδιδε την εμπειρία αυτού που αισθανόταν. Ήταν σαν να ξεπήδησε κάτι ήρεμο και ταυτόχρονα ρωμαλέο μέσα από τη γη. Με την ευθυβολία του βλέμματός του ακτινοβολούσε το ήθος, το πάθος, την ειρηνικότητα και τη λεβεντιά του απρόβλεπτου Νόκερ».
Αυτά έγραφε για τον Γρηγόρη Ποιμενίδη στο catisart.gr η Ειρήνη Αϊβαλιώτου στην κριτική της για την παράσταση «Γκιάκ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου, σε σκηνοθεσία του Θανάση Δόβρη.
Αυτό ακριβώς ένιωσα κι εγώ όταν ένα χειμωνιάτικο μεσημέρι συναντήθηκα με τον Γρηγόρη Ποιμενίδη σε ένα ήσυχο καφέ στα Πετράλωνα. Γνώρισα έναν άνθρωπο συμπαθέστατο, γλυκύτατο, ευγενέστατο, καλλιεργημένο, ανέμελο, πληθωρικό αλλά και διακριτικό. Κουβεντιάζοντας μαζί του, κυρίως όμως κατά τη διάρκεια της απομαγνητοφώνησης, διαπίστωσα ότι είναι προτιμότερο να τον ακούς παρά να τον… διακόπτεις.
Ηθοποιός σπάνιος, πηγαίος, με ποιότητα και ψυχολογημένο παίξιμο, από τους καλύτερους της γενιάς του, ο Γρηγόρης μας μιλάει για την καταγωγή και την οικογένειά του, για την αγαπημένη του Θεσσαλονίκη, τις σπουδές και τους δασκάλους του. Μας εξηγεί τους λόγους που τον οδήγησαν στο θέατρο. Αναφέρεται στη χώρα που όλοι είναι προπονητές. Εκνευρίζεται για όσα γίνονται όταν «δεν θέλει κι ο άλλος να σωθεί». Εξηγεί ποιος μπορεί να κάνει κολορατούρα και ποιος προφιτερόλ. Δίνει τη δική του άποψη για τα τάλεντ σόου και θυμίζει τις διαφωνίες και τα delete που έχει κάνει. Περιγράφει τα χιλιόμετρα που ταξίδεψε για να δει μια παράσταση. «Βγάζει» φωτογραφίες στη Ζυρίχη, στη Ζάκυνθο και στη Σαντορίνη. Δεν ξεχνάει την Επίδαυρο και καταθέτει τις σκέψεις, τις ιδέες και τις απόψεις του για τον πολιτισμό και την καθημερινότητά μας αλλά και για τα αγαπημένα του σκυλάκια. Μας μιλάει χωρίς δασκαλίστικο ύφος. Απλά και ανεπιτήδευτα. Κι αυτό είναι που αξίζει.

Έτσι, στη συνέχεια, μπορούμε να τον απολαύσουμε σε έναν ξεχωριστό μονόλογο με τον οποίο μας φέρνει πίσω στα χρόνια...

 

ΔΙΑΔΕΧΟΜΑΙ

* Είμαι από τη Θεσσαλονίκη, γεννήθηκα εκεί και έχω να θυμάμαι ωραία πράγματα, όμορφα παιδικά χρόνια. Μεγάλωσα στους Αμπελόκηπους, έζησα όμως και στον Δενδροπόταμο και στη Μενεμένη. Αλλάζαμε συνεχώς σπίτια. Διαδέχομαι τους παππούδες που είναι από τη Μικρά Ασία, από τον Εύξεινο Πόντο και από τη Βέροια. Έχω ωραίες αναμνήσεις, αν και γνώρισα μόνο τις γιαγιάδες ένιωσα την αύρα των παππούδων από τις διηγήσεις. Απ’ ό,τι μου έχουν πει και οι γονείς μου, ήτανε πολύ καλοί άνθρωποι οι δύο παππούδες, αυτοδημιούργητοι. Ήτανε πολύ προστατευτικοί για την οικογένεια. Το κατάλαβα και μεγαλώνοντας, απ’ τους γονείς μου, οι οποίοι είχαν τα ίδια στοιχεία. Στην οικογένεια υπάρχει και η μικρότερη αδελφή μου.

 

ΔΙΑΝΥΩ

* Οι αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων είχανε πάντα να κάνουνε με μια κουζίνα, γιατί γενικά στα σπίτια μας μαγειρεύαμε πάρα πολύ. Μαζευόταν κόσμος, ακούγαμε μουσικές, περνούσαμε πολύ όμορφα με επίκεντρο πάντα τη… γεύση. Αυτός ήτανε και ένας λόγος που, εκτός απ’ την ηθοποιία, ασχολήθηκα και με την αρτοζαχαροπλαστική αφού από μικρός μαστόρευα πάντα δίπλα στη μάνα μου. Είχα έφεση στα γλυκά και ιδιαίτερα στις δοσολογίες. Ακόμα και με το μάτι πετύχαινα το επιθυμητό γλυκό αποτέλεσμα. Σπεσιαλιτέ μου είναι το προφιτερόλ, αν και σε όλα τα άλλα είμαι το ίδιο καλός.

 

ΔΙΑΜΟΡΦΩΝΩ

* Ηθοποιός ήθελα να γίνω από πολύ μικρός. Ενώ όλα τα παιδάκια λέγανε ότι θα γίνουν πυροσβέστες, αστυνομικοί, γιατροί και δικηγόροι, εγώ είχα διαμορφώσει από τότε άποψη και έλεγα πως θέλω να γίνω ηθοποιός. Ούτε καν ήξερα τι είναι. Αλλά θα σας πω ένα περιστατικό για να καταλάβετε: Στο Δημοτικό που πήγαινα, αν και δεν γινόταν λόγος για θέατρο, εγώ βρήκα στήριγμα σε μια δασκάλα που μας έκανε μουσική και ήταν πολύ θεατρόφιλη. Ήταν η κυρία Μαρίνα. Μαζί της συνωμότησα στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Αμπελοκήπων. Έκανα ολόκληρο αγώνα για να πάμε να δούμε το έργο «Ο Κύκλος με την κιμωλία» στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Τους έπεισα όλους. Μαζέψαμε υπογραφές από γονείς και δασκάλους. Τελικά τα καταφέραμε. Όμως είχα τόση αγωνία για τη μέρα αυτή, που ανέβασα πυρετό και δεν πήγα. Πάνω από 40 πυρετό έκανα. Ήμουν ο μόνος που δεν πήγε! Δεν κοιμήθηκα όλη νύχτα και το πρωί δεν μ’ άφησε η μάνα μου να πάω. Ήταν μια φοβερή θεατρική μη συμμετοχή μου. Μετά όλα άλλαξαν. Γυμνάσιο, Λύκειο, παρέες, βόλτες στην παραλία. Διάβαζα πάρα πολύ. Κυρίως λογοτεχνία. Είχαμε μια πολύ καλή βιβλιοθήκη και έτσι διάβαζα από πάρα πολύ από μικρός. Αυτό φαινόταν και στο λεξιλόγιό μου και στον τρόπο που μιλούσα και επικοινωνούσα και με τους συνομήλικους μου, αλλά και με τους μεγαλύτερους από μένα.

 

 

* Στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μου σημαντικό ρόλο έπαιξε και η μουσική. Ασχολήθηκα και με το τραγούδι, και με τις χορωδίες. Όλα αυτά προετοίμασαν το έδαφος ώστε να εμπλακώ την κατάλληλη στιγμή με το θέατρο. Όταν εντάχθηκα ως ερασιτέχνης στη Θεατρική Ομάδα του Δήμου Αμπελοκήπων, μου έλεγαν: «Μα, εσύ πρέπει να πας σε Σχολή, πρέπει να πας σε Σχολή, πρέπει να πας σε Σχολή…». Εγώ βέβαια δεν ήξερα καν τι είναι η Σχολή, αλλά ήθελα να μάθω. Δεν ήξερα καλά καλά τι είναι ηθοποιός. Μάλιστα όταν ήρθα στην Αθήνα δεν ήξερα κανένα έργο. Για το μόνο που είχα ακούσει ήταν ο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» και κάποια ελληνικά. Στη Θεσσαλονίκη είχα δει μόνο για πρώτη φορά θέατρο, το έργο «Οι τρομεροί γονείς», με την Άννα Παναγιωτοπούλου, τον Μίμη Χρυσομάλλη, τη Ρένια Λουϊζίδου και τον Χριστόφορο Παπακαλιάτη. Μετά το Δημοτικό και την κυρία Μαρίνα, στο Γυμνάσιο βρήκα νέο στήριγμα. Ήταν η καθηγήτρια Ελένη Γκογκουλάκη, η οποία διέκρινε την έφεση που είχα στα φιλολογικά και γενικά στη γλώσσα. Όταν με ρώτησε: «Τι διαβάζεις;», εγώ της απάντησα: Λουντέμη και Καρκαβίτσα. Έμεινε έκπληκτη. Όμως εγώ διάβαζα τα πάντα, ακόμη και τις ετικέτες των απορρυπαντικών… Από τότε είμαι έτσι, μού αρέσει να διαβάζω συνεχώς. Επίσης είχα έφεση -και έχω- στις ξένες γλώσσες. Έμαθα αγγλικά και γερμανικά. Τα μιλάω όλα πολύ καλά. Το ίδιο και τα γαλλικά που ήταν απαραίτητα στη Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων. Εκεί μετά την πρώτη μου πρακτική -που έκανα στη Ζάκυνθο- βρήκα στη Θεσσαλονίκη τη Θεατρική Ομάδα των Αμπελοκήπων όπου υπό τις οδηγίες του Δημήτρη Μαυρομάτη και του Φίλιππα Κακούρα, άρχισα σιγά σιγά να «μυρίζομαι» λίγο από αυτό το πράγμα που λέγεται θέατρο. Ένας απ’ τους λόγους που κατέβηκα στην Αθήνα ήταν αυτός: για να μάθω.

 

ΔΙΑΛΕΓΩ

* Εκείνο το καλοκαίρι πήγα και δούλεψα Σαντορίνη. Έκατσα ένα μήνα αλλά δεν έβγαλα ρούχα απ’ τη βαλίτσα, γιατί κάτι μέσα μου μού έλεγε ότι δεν θα μείνω. Και όντως έφυγα. Ανέβηκα Θεσσαλονίκη. Μου ήρθε το «Είναι ώρα να κατέβω Αθήνα. Τέλος»! Γι' αυτό και οι γονείς μου δεν φέρανε καμιά αντίρρηση όταν τους είπα τι έχω διαλέξει. Είδαν ότι ήμουν πολύ αποφασισμένος. Και επειδή εγώ δεν ήξερα «τι και πώς», ρώτησα εκεί κάτι φίλους μου... Μάλιστα είχα ρωτήσει, θυμάμαι τότε, τον Κωνσταντίνο Ραβνιωτόπουλο, έναν συνάδελφο, ο οποίος ήταν χρόνια στην Αθήνα. Μου είπε πέντε πράγματα και μου έδωσε κάποιες οδηγίες. Κατέβηκα αυθημερόν, συγκέντρωσα όσα χαρτιά χρειάζονταν για το Υπουργείο. Όμως έφτασα την τελευταία ημέρα υποβολής των δικαιολογητικών και άργησα να το μάθω. Μου λένε: «Ίσα που προλαβαίνεις». Έπαθα σοκ. Φανταστείτε, έφτασα στην Αθήνα 12 η ώρα το βράδυ από Θεσσαλονίκη με το λεωφορείο βέβαια και τα ξημερώματα έξω από το Υπουργείο. Ήπια έναν καφέ και μετά κατέθεσα τα χαρτιά. Ήμουν ένα βήμα πριν από τη Σχολή. Όταν πήρα την απάντηση και γύρισα, είχα την τύχη να κάνω προετοιμασία με τον Αλέκο Αλεξανδράκη, με τον Ερρίκο Μπελιέ και με τον Θανάση Νικόπουλο στη Σχολή «Ίασμος» του Βασίλη Διαμαντόπουλου. Εκεί πήρα την πρώτη κρυάδα σχετικά με το πόσο μελετημένος πρέπει να ’σαι και το πόσο αφοσιωμένος. Στη συνέχεια έδωσα εξετάσεις στο Υπουργείο Πολιτισμού, πέρασα και μετά πήγα στη Σχολή του Διομήδη Φωτιάδη. Όπου κι αυτός στάθηκε ένας πολύ καλός δάσκαλος για μένα. Καλλιτεχνικός διευθυντής ήταν τότε ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ.
Πριν αρχίσω τις σπουδές, με μια τρελοπαρέα από τη Θεσσαλονίκη κατεβαίναμε και βλέπαμε παραστάσεις. Φεύγαμε Παρασκευή, πηγαίναμε θέατρο και επιστρέφαμε. Έχω κάνει πολλά χιλιόμετρα αλλά είδα πολύ καλές παραστάσεις. Από τις πρώτες ήταν η «Φόνισσα» με τη Λυδία Κονιόρδου και η «Νύχτα της κουκουβάγιας» που είχε κάνει ο Λευτέρης Βογιατζής. Μπορώ να πω ότι έτσι πήρα την απόφαση να διαλέξω το θέατρο για όλη μου τη ζωή.
Μόνο στην Επίδαυρο δεν είχαμε πάει.

 

 

Για πρώτη φορά στην Επίδαυρο

 

* Εκεί πήγα για πρώτη φορά ως ηθοποιός το 2008, με τους «Βάτρα-Χ» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη. Για να πω την αλήθεια δεν πολυκατάλαβα τι έγινε γιατί έτρεχα τόσο πολύ, μα τόσο πολύ. Θυμάμαι πως είχα πει κάτι όταν βγήκα απ’ τη σχολή.
Με ρώτησαν: «Άμα σου πούνε για Επίδαυρο;».
Εγώ απάντησα: «Παιδιά, εγώ Επίδαυρο σε 10 χρόνια κι αν». Γιατί δεν ένιωθα έτοιμος για κάτι τόσο μεγάλο. Όσο ήμουνα στη Σχολή αλλά και αργότερα όταν είχα πάει στην Επίδαυρο, είχα πάθει σοκ. Δεν ήξερα πώς να διαχειριστώ αυτό το θέμα. Την πρώτη φορά λοιπόν επειδή έτρεχα συνέχεια – τρέχαμε όλοι, όχι μόνον εγώ – δεν πρόλαβα, δεν κατάλαβα τι έγινε. Δεν κατάλαβα.
Μετά ήρθε η «Λυσιστράτη» σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα, τότε κατάλαβα τι εστί Επίδαυρος. Ήμουν πολύ πιο ήρεμος. Ήταν φοβερή αυτή η βοή απ’ τον κόσμο, όταν περνούσαμε για να πάμε στις θέσεις μας. Εκεί τα είδα όλα. Μάλιστα είχαμε ένα πρόσθετο πρόβλημα επειδή λόγω έργων είχαν φτιάξει μια ράμπα με αποτέλεσμα να έχει διπλασιαστεί η απόσταση από την ορχήστρα του Θεάτρου. Τρέχαμε με τα πόδια στις πλάτες. Τρέξιμο, όχι αστεία. Βέβαια στη «Λυσιστράτη» μου δόθηκε η ευκαιρία να νιώσω και να ζήσω όλο αυτό. Να βιώσω όλη αυτή την ενέργεια που είναι μοναδική. Εδώ έρχονται ξένοι και το λένε, δεν θα το πω εγώ; Ήταν μοναδική η αίσθηση, γιατί το ζούσαμε όλοι μαζί. Γιατί ήμασταν ένα σύνολο ανθρώπων, όπου είχαμε τις αγωνίες μας. Λέγαμε: «Θα ’ρθει ο κόσμος; Δεν θα ’ρθει». Ενώ με το «Βατρα-Χ» δεν καταλάβαμε τίποτα. Πότε έγινε, πότε ήρθανε, πότε φύγανε, χαμπάρι δεν πήραμε. Γιατί ήμασταν σε έναν πανικό όλοι.
Αλλά στη «Λυσιστράτη», αισθανόμασταν ακόμη και την ανατριχίλα του διπλανού μας. Όταν, ας πούμε, την πρώτη μέρα είχαμε 10.000 θεατές και ακούγαμε την ανάσα τους και στο τέλος τους βλέπαμε όρθιους να χειροκροτούν, ήταν μαγικό.

 

 

ΔΙΑΓΡΑΦΩ

* Ποτέ δεν διαγράφω κάτι. Ποτέ δεν μετανιώνω για κάτι. Νομίζω ότι όσες φορές ακολούθησα το ένστικτό μου, βγήκα σωστός. Πιστεύω ότι ο άνθρωπος πρέπει να βασίζεται περισσότερο στο ένστικτό του, αν αυτό απορρέει από γνώσεις και αντίληψη των πραγμάτων. Το ένστικτο μπορείς να το απαρνηθείς για λίγο καιρό και να μην το ακολουθείς, αλλά κάποια στιγμή και μόνο οι γνώσεις σου στη ζωή σε οδηγούν σε πράξεις και καταστάσεις, που σκοπό έχουν να σου κάνουν καλό. Αν ας πούμε δεν είμαι καλός με τον εαυτό μου, δεν θα είμαι καλός και με τους γύρω μου. Βέβαια εγώ που είμαι λίγο ρομαντικός βλέπω ότι οι άνθρωποι σκύβουν το κεφάλι και προχωρούν. Δεν βλέπουν ούτε αριστερά ούτε δεξιά ούτε μπροστά ούτε πίσω. Και αυτός ήταν πάντα κι ο φόβος μου: Να περιτριγυρίζομαι από ανθρώπους που μπορεί να σε κλωτσήσουνε ή να σε χτυπήσουνε στο δρόμο και να μη γυρίσουνε να σου πουν ούτε συγγνώμη ή να σου κάνουν έστω ένα νεύμα.
Και το ένστικτο, που έλεγα πριν, έχει να κάνει και με την αντίληψη, το ποιος είμαι και πού ζω. Δηλαδή αν ζούσα στη Ζυρίχη, πιθανώς να είχα άλλες προτεραιότητες. Τα δικαιώματα κάθε ανθρώπου είναι απεριόριστα αλλά σταματάνε εκεί που αρχίζουνε τα δικαιώματα του άλλου. Εγώ είμαι υπέρ του «Δεν σε ενοχλώ. Δεν με ενοχλείς». Δεν θα μπω στη μύτη κάποιου απλά και μόνο «για να μπω στη μύτη». Πρέπει να υπάρχει λόγος. Πιστεύω ότι και το θέατρο είναι ένας τρόπος να επικοινωνείς και να βλέπεις τις αντοχές και τα όριά σου. Και ειδικά σ’ αυτή τη χώρα που ζούμε. Διάβαζα πρόσφατα, ότι οι ηθοποιοί σε άλλες χώρες χαίρουν εκτίμησης και παραδοχής όπως έχουν όλοι οι επαγγελματίες. Εδώ τείνει να γίνει χόμπι αυτό το επάγγελμα και δεν πιστεύω ότι φταίνε οι συνθήκες. Φταίνε οι άνθρωποι. Γιατί οι άνθρωποι δημιουργούν τις συνθήκες. Αν είσαι κάπου που δεν σου αρέσει, είτε ο μισθός σου, είτε ο απέναντί σου ή οτιδήποτε ή το αλλάζεις αυτό ή φεύγεις. Ή αν δεν θέλεις να αλλάξεις κάποιον – λογικό τ’ ακούω απ’ την άλλη – φεύγεις.

 

 

ΔΙΑΦΩΝΩ

* Γενικά διαφωνώ με την αγένεια. Θέλω να πω, πως ο τρόπος που φέρεσαι στους άλλους, είναι στη ζωή μας, οπότε η όποια αγένεια έχει τις ανάλογες συνέπειες. Είναι αποτέλεσμα πραγμάτων που έχεις αντιμετωπίσει στη ζωή σου. Τα οποία όμως δεν τα έχεις φιλτράρει. Με αποτέλεσμα να σου βγαίνουν άγαρμπα και με κακό τρόπο. Πρέπει λοιπόν να ασχοληθούμε με τον εαυτό μας. Πολλοί άνθρωποι δεν το θέλουν αυτό, όμως ένας απ’ τους λόγους που έγινα ηθοποιός ήταν αυτός, για να ψάξω μέσα μου. Όχι για να κάνω ψυχοθεραπεία, γιατί δεν είναι ψυχοθεραπεία. Αυτοί που θέλουνε ψυχοθεραπεία, να πάνε στους επαγγελματίες. Το θέατρο είναι μια τέχνη, με την οποία πρέπει να αντιμετωπίσεις τα σκοτάδια σου, αλλιώς δεν κάνεις τίποτα. Αλλιώς είναι όλα ωραία και είναι όλοι καλοί. Μόνο αν κοντράρεις τον εαυτό σου θα έχει αποτέλεσμα και στη ζωή σου και σ’ αυτό που κάνεις και που αγαπάς. Για τον λόγο αυτό δεν έχω σταματήσει να διαβάζω. Απλά, τα τελευταία χρόνια έχω παρατηρήσει ότι εάν δεν έχω τον χρόνο τον ποιοτικό, που θέλω να έχω για μένα, δεν κάθομαι να διαβάσω. Για τα χρόνια κρίσης μιλάω τώρα, απ’ το 2010 μέχρι σήμερα. Γιατί θυμάμαι τον εαυτό μου όποτε είχα πρόβλημα, είτε ψυχολογικό, είτε αυτοεκτίμησης, είτε οτιδήποτε, τότε αφιέρωνα στον εαυτό μου ώρες, διαβάζοντας ή ακούγοντας μουσική ή γρατζουνώντας λίγο την κιθάρα, για να ισορροπήσω και για να βρω τον τόνο μου. Γιατί καμιά φορά ακούμε τα φάλτσα και νομίζουμε ότι αυτά είναι. Αλλά δεν είναι το φάλτσο. Δεν σημαίνει ότι επειδή ο άλλος είναι φάλτσος πρέπει να φαλτσάρεις κι εσύ. Και απ’ την άλλη δεν μπορούμε να κάνουμε όλοι κορόνες. Δεν μπορούμε. Μπορεί να κάνει μια σοπράνο κολορατούρα, μπορεί να κάνει ένας τενόρος. Ναι, αυτοί μπορούν να κάνουν κορόνες. Οι άλλοι καλό είναι να σιωπούν. Αυτό έμαθα στα χρόνια που ήμουν στη χορωδία.
Ειδικά πιστεύω ότι πρέπει να βγάλουμε το φάλτσο απ’ τη ζωή μας. Εννοείται ότι δεν συμφωνώ με αυτό που λένε ότι «Μα, αυτό θέλει ο κόσμος». Ο κόσμος μαθαίνει. Άμα τον έχεις στην αμάθεια και στην αμορφωσιά, εκεί θα είναι μια ζωή. Δεν συμφωνώ με εκπομπές τάλεντ σόου. Τάλεντ σόου στην Ελλάδα; Θέλω να πω σόου μπιζ στην Ελλάδα; Δηλαδή, είμαστε 10 εκατομμύρια και θέλουμε και σόου μπιζ; ΟΚ, κάποιοι άνθρωποι νομίζουν ότι βρίσκουν μια διέξοδο. Εντάξει. Σ’ αυτούς που λένε ότι «είναι κι αυτά ωραία και καλά κλπ», απλά ρωτάω: Όλοι αυτοί οι νικητές, απ’ αυτά τα τάλεντ σόου κλπ, πού είναι; Πού είναι; Τους τρώει ένα σύστημα. Τους κατεδαφίζει το ίδιο το σύστημα που τους έχεις αναδείξει. Καταρχήν όλοι ψάχνουν την εφήμερη δόξα, το δεκαπεντάλεπτο της δημοσιότητας. Και με κάθε τρόπο. Εκεί είναι το θέμα.

 

 

ΔΙΑΠΑΙΔΑΓΩΓΩ

* Αυτό το ρήμα εάν δεν θέλεις, δεν γίνεται. Δεν μπορώ να σου ανοίξω το κεφάλι, να σου βάλω εκατό καντάρια γνώση μέσα και να σου εμφυσήσω με κάποιον τρόπο και κάποια βασικά, στοιχειώδη πράγματα για τη ζωή και γενικά τον κόσμο και το πώς λειτουργεί, άμα δεν θέλεις. Η διαπαιδαγώγηση θέλει δύο, όπως το τάνγκο. Δεν είναι μόνο θέμα του παιδαγωγού αλλά και εκείνου που δέχεται τη διαπαιδαγώγηση, αν τη δέχεται. Γιατί αν «κατεβάσει τα ρολά» ακόμη κι αν εγώ «κάνω παπάδες» ο άλλος δεν πρόκειται να αποδεχτεί τίποτα. Κι αυτό που λένε: «Εγώ κάνω θέατρο για μένα» - θα το πω κι αυτό – ε, λοιπόν δεν το κάνεις για σένα. Βαθιά, μέσα σου, το κάνεις για τον ένα που θα ‘ρθει και θα δει την ελάχιστή σου κίνηση και το βλέφαρο να παίζει ώστε να πει: «Κοίτα ρε, πώς έπαιξε το βλέφαρο»! Εγώ για αυτόν αγωνιώ, κι αυτόν κυνηγάω. Ο άλλος που έρχεται να δει μια παράσταση επιτυχία ή μια παράσταση με τον τάδε ή με την τάδε – με απασχολεί κι αυτός, εννοείται – αλλά, δεν είναι το γνωστό «Κοίτα με! Ρε, Κοίτα»! Όποιος θέλει κοιτάει αφού άλλο είναι το «κοιτάζω» και άλλο το «βλέπω», έχει διαφορά το θέμα. Υπάρχουν κι άνθρωποι που δεν βλέπουν και δεν κοιτάζουν αλλά αισθάνονται πράγματα και έχουν καλύτερη εικόνα όλων όσων γίνονται. Χαίρομαι τους ανθρώπους που τα έχουν βρει με τον εαυτό τους και μπορούν να το περάσουν και στους άλλους αυτό. Δηλαδή, να μπορούνε να δίνουν γνώση, χωρίς να την τονίζουν. Και χωρίς να την επιβάλλουν. Γιατί αυτό είναι το μεγαλείο. Δηλαδή το να απλώσεις το χέρι σε έναν άνθρωπο για να τον βοηθήσεις και να του πεις πέντε πράγματα, εξαρτάται απ’ το σε τι βαθμό αναγνωρίζει αυτός ότι του κάνεις καλό. Γιατί άμα προσπαθήσεις μια, δυο, τρεις, άμα «δεν θέλει κι ο άλλος να σωθεί», τότε αυτό «αρχίζει και σε τρώει». Βλέπεις ότι τα πράγματα δεν πάνε όπως θα ήθελες όχι επειδή δεν μπορείς εσύ αλλά επειδή δεν θέλει ο άλλος να σε ακούσει. Θέλω να πω, δεν είναι κακό να αφήνουμε κάποια πράγματα και κάποιες καταστάσεις. Γιατί από ένα σημείο και μετά αυτές σου κάνουν κακό κι αρχίζεις να φθείρεσαι, να φθείρεις, και να διαφθείρεις και τους γύρω σου. Για τον λόγο αυτό μ’ αρέσει να ψάχνω τα πράγματα με τα δικά μου μέτρα και σταθμά. Και να προσαρμόζουμε σε καταστάσεις ή όχι.

 

 

ΔΙΑΣΚΕΔΑΖΩ

* Μπερδεμένη ιστορία η διασκέδαση και η ψυχαγωγία. Το ότι κάποια έργα είναι διασκεδαστικά για σένα και ψυχαγωγικά, δεν σημαίνει ότι θα είναι και για τον άλλον. Το ότι περνάς εσύ καλά επίσης σε μια παράσταση δεν σημαίνει ότι περνάει κι ο άλλος που θα ’ρθει να σε δει.
Γενικά όμως, ως αναφορά αυτό το θέμα της διασκέδασης και ψυχαγωγίας γύρω απ’ το θέατρο, πιστεύω ότι πρέπει να γίνουμε λίγο πιο σκληροί με το κοινό. Παίζω σε κάποια έργα και γίνομαι κάποιος άλλος ακολουθώντας μια ολόκληρη διαδικασία πριν βγω στη σκηνή. Ψάχνω τα πάντα πριν για να αποδώσω σωστά τον ρόλο μου. Είμαι εντάξει ως ηθοποιός σε κάθε παράσταση και σε κάθε συνεργασία, αλλά είμαι βέβαιος ότι όσο περισσότερο ένας ηθοποιός δυσκολεύει τον εαυτό του, άλλο τόσο θα δυσκολεύει και το κοινό. Και είμαι υπέρ αυτού. Δηλαδή, όταν λέω δύσκολο δεν εννοώ δυσνόητο, εννοώ δύσκολο από την άποψη του «καταλαβαίνω». Δεν είναι κακό να μην καταλαβαίνει κάποιος κάτι. Αυτό του δίνει και ένα έναυσμα για επεξεργασία, συζήτηση και αναρώτηση. Ακόμα και η αμφισβήτηση αυτού που κάνεις είναι μια αναζήτηση του άλλου. Δηλαδή σε βοηθάει κι εσένα να γίνεις καλύτερος. Αλίμονο αν όλοι ήμασταν μια χαρά και όλοι λέγαμε «τι καλά που είσαι», και «τι ωραίος που είσαι», και «τι καλός που είσαι». Σε μια τέτοια κατάσταση θα ήμασταν όλοι στάσιμοι, στα ίδια και στα ίδια και ένα πράγμα που δεν μου αρέσει είναι η στασιμότητα. Και δεν εννοώ μόνο τη στασιμότητα ως άνθρωπος και ως ηθοποιός αλλά γενικά και ειδικά ως κοινωνία.
Θυμάμαι τότε που συμπλήρωσα ένα ερωτηματολόγιο στη Σχολή, υπήρχε η ερώτηση: «Γιατί θέλεις να γίνεις ηθοποιός;». Αυτό που έγραψα, και δεν έχει αλλάξει από τότε, είναι: «Εγώ θέλω να γίνω ηθοποιός, για να γίνω καλύτερος άνθρωπος, με όλες τις αισθήσεις μου παρούσες». Έτσι νιώθω. Αυτό πιστεύω. Το να μπω σε μια κατάσταση νιρβάνα και μια κατάσταση αυτοκολακείας, αλαζονείας για το τι κάνω; Ε, σιγά! δεν κάνω και τίποτα σπουδαίο. Θέλω να πω, το αν κάνεις κάτι σπουδαίο ή όχι, το λένε οι άλλοι για σένα, δεν θα το λες εσύ για σένα. Επειδή ακριβώς κάνω αυτή τη δουλειά ειδικά σ’ αυτή τη χώρα, που ως γνωστόν, όλοι είναι προπονητές, όλοι είναι πολιτικοί, όλοι είναι κάτι… Εδώ που όπως λένε: «Η γνώμη είναι σαν τη μύτη, όλοι έχουν από μια». Απ’ τη μια λοιπόν δέχεσαι τις κριτικές, καλοπροαίρετες ή μη, απ’ την άλλη όμως πάντα αναρωτιέσαι, ποτέ δεν μένεις στα ίδια.

 

ΔΙΑΔΙΔΩ

* Θα ήθελα όλοι μας - και ειδικά εμείς οι ηθοποιοί - να είμαστε λίγο πιο ευγενείς και λίγο πιο υποψιασμένοι για τα πράγματα. Να μην είμαστε τόσο ανώριμα κριτικοί απέναντι στα πράγματα, τάχα μου από ελευθερία απόψεων και καταστάσεων, γιατί βλέπουμε το δάχτυλο και χάνουμε και το φεγγάρι και το δάσος και όλα. Γενικά εμάς τους Έλληνες μάς αρέσει να δείχνουμε τους άλλους και να μη βλέπουμε τον εαυτό μας και τα λάθη μας. Αυτό θα ήθελα να διαδώσω ως συμβουλή στους συμπολίτες μου.

 

ΔΙΑΜΕΝΩ

* Εδώ έχω να πω για τους κατά καιρούς συγκατοίκους μου, με τους οποίους έχω τρελή σχέση. Μου αρέσουν πάρα πολύ από τότε που ήμουν μικρός. Τότε είχα ένα σκύλο. Και τώρα έχω δύο σκύλαρους στο χωριό. Όταν υπάρχει στο σπίτι αυλή, τότε αξίζει να έχω αυτή την παρέα. Όμως δεν μπορώ, ειδικά τον σκύλο στο μπαλκόνι. Δεν το αντέχω. Αισθάνομαι ότι τον βασανίζω. Και γενικά με τα ζώα, επειδή η δουλειά μου είναι αυτή και μια είμαι εδώ και μια είμαι εκεί, είναι δύσκολο να ασχοληθώ μαζί τους. Τα ζωντανά θέλουν το χρόνο τους. Θέλουν να ασχοληθείς μαζί τους και θέλουν να έχουν ένα πρόγραμμα. Δεν είναι σαν τη γάτα που είναι πιο εύκολα διαχειρίσιμη. Γενικά όταν διαμένω με κατοικίδια θέλω και να τα χαίρομαι. Τώρα να το παίρνω, το γατί ή το σκυλί, και να τ’ αφήνω μια εδώ και μια εκεί, γιατί εγώ έχω γύρισμα εκτός Αθηνών ή έχω παράσταση εκτός Αθηνών ή έχω δουλειά εκτός Αθηνών… Δηλαδή και εντός Αθηνών να είναι μια δουλειά, στη Γλυφάδα που μένω θα κάνω 4-5 ώρες να γυρίσω. Οπότε, ό,τι έχω το ’χω στο χωριό, στην αυλή και το χαίρομαι όταν πηγαίνω εκεί. Στο χωριό λοιπόν έχω ένα που είναι μίξη τσόου-τσόου και χάτσικο. Έχω ακόμη έναν ελληνικό ποιμενικό, που είναι σαν πολική αρκούδα, τεράστιος. Τελευταία φορά που τον είδα δεν είχε κλείσει ακόμη τους 8 μήνες και δεν μπορούσα να χαϊδέψω το κεφάλι του με το ένα χέρι. Ήταν τεράστιος… Αφού μου λέει η μάνα μου, «τρώει τα πάντα. Ό,τι βρεθεί. Τρώει και του αλλουνού». Ο άλλος τώρα είναι μισός απέναντί του. Πολύ γέλιο. Όποτε μπορώ επιστρέφω στο χωριό, όποτε μου το επιτρέπει η δουλειά που κάνω, που είναι άστατη αλλά πανέμορφη…

 

 

ΔΙΑΤΗΡΩ

* Σε ένα μικρό πρόχειρο χαρτί διατηρώ στο αρχείο μου κάποιες σημειώσεις, ως βιογραφικό σημείωμα:
"Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη. Είμαι απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Διομήδη Φωτιάδη (2002).
Υπήρξα μέλος της θεατρικής ομάδας του Δήμου Αμπελοκήπων της Θεσσαλονίκης.
Μέλος του φωνητικού σχήματος «Μελωδιστές» στη Θεσσαλονίκη. Πήρα μέρος σε μουσικά αφιερώματα για γνωστούς Έλληνες συνθέτες και σε συναυλίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό υπό τη διδασκαλία του μαέστρου Πέτρου Μαυρόπουλου.
Έχω συμμετάσχει σε θεατρικές παραστάσεις υπό την σκηνοθετική καθοδήγηση των Γιάννη Κακλέα, Πέτρου Φιλιππίδη, Α. Πινό, Βλαδίμηρου Κυριακίδη, Διομήδη Φωτιάδη, Γιάννη Ιορδανιδη, Όλγας Ποζέλη, Δημήτρη Λιγνάδη, Γ. Οικονόμου, Λευτέρη Καπώνη, Γ. Σιούλα, Νίκου Ζαπατίνα, Γιώργου Κιουρτσίδη, Βασίλη Μαυρογεωργίου, Κώστα Τσιάνου, Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη, Θανάση Δόβρη.
Συνεργασίες με το ΚΘΒΕ:
«Ο προεστός του χωριού», του Σπυρίδωνα Περεσιάδη και σκηνοθεσία του Γιώργου Κιουρτσίδη.
«Πού είναι ο Τάσος που ερωτεύτηκα;», της Χαρούλας Αποστολίδου και σκηνοθεσία του Γιώργου Κιουρτσίδη.
«ΑριστοFUNης, στη χώρα της ουτοπίας», σε σκηνοθεσία του Νίκου Διαμαντή.
Έχω παρουσία στην τηλεόραση σε διάφορες παραγωγές καθώς επίσης και στον κινηματογράφο με συμμετοχή σε ελληνικές και ξένες ταινίες, μικρού και μεγάλου μήκους.
Τηλεόραση:
«Η φωνή», (υποψήφιος για το βραβείο καλύτερου πρωτοεμφανιζόμενου ηθοποιού), «Μου το κρατάς μανιάτικο» (Αlpha), «Big Bang» (Mega), «Λάκης ο γλυκούλης» (Mega).
Κινηματογράφος:
«Ο φούρνος του Αργύρη» (σκηνοθεσία Γ. Παναγιωτάκης), «Ο χαμένος τα παίρνει όλα» (σκηνοθεσία Ν. Νικολαΐδης), «OPA the movie», (Udayan Prasad, M. Modine, R. Griffiths, Tony Award 2005), «Straight Story» (σκηνοθεσία Βλαδίμηρος Κυριακίδης), «Γαμήλιο πάρτι» (σκηνοθεσία Ch. Crokos)".

 

* Οι φωτογραφίες είναι του catisart.gr

 

 

* Η τελευταία φωτογραφία από το "Γκιακ" είναι του Κωστή Καλλιβρετάκη.