Δευτέρα
27
Μαρτίου
2017
Σελήνη
28 ημερών
Λήδα, Λύδα, Λυδία, Μακεδόνιος, Μακεδόνας, Μακεδόνης, Μακεδονία, Μακεδονούλα, Μακεδονίτσα, Μακεδών, Φίλητος, Φιλήτα, Φιλήτη, Ματρώνα, Ματρόνα

Κυνηγήστε μας...

Translate

Greek Arabic Dutch English French German Italian Portuguese Russian Spanish Swedish Turkish

Τάκης Τζαμαργιάς: "Ό,τι έχω κατακτήσει, το πέτυχα με πολύ κόπο. Δεν μου χαρίστηκε τίποτα..."

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

 

Στην τέχνη του θεάτρου εκόμισε τον εαυτό του, με την τόσην ανθρωπιά που μετέφερε εντός του. Αποτελεί μια σημαντική μορφή στην τέχνη μας σήμερα, φιλόσοφος - σκηνοθέτης και, κυρίως, δημιουργός. Ο Τάκης Τζαμαργιάς, εκτός από σκηνοθέτης, είναι δάσκαλος, συγγραφέας και στοχαστής. Ακάματος πηλοπλάστης του θεάτρου μας, συνετός και νοήμων άνθρωπος. Ακέραιος και σεμνός, ένας διανοούμενος κοινωνικά προβληματισμένος. Κάθε φορά που τον συναντώ, νιώθω πως φέρει την αύρα της παραθαλάσσιας ευγένειάς του και την αυθεντικότητα στο χαμογελαστό του βλέμμα. Όταν σε κοιτάζει, όταν σου μιλάει, αποπνέει έναν αέρα συνέπειας και εμπιστοσύνης, την ίδια που είχε ο ίδιος στον εαυτό του όταν αποφάσισε να αφοσιωθεί στο θέατρο. Αγαπά τη γενέτειρά του, τον Πειραιά, το λιμάνι του και είναι δεμένος σε όλους τους κάβους του. Το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά μάλιστα του χρωστά την πρώτη -κρίσιμη- περίοδο της επαναλειτουργίας του. Καθώς, ως καλλιτεχνικός διευθυντής, αυτός ένας αγνός Πειραιώτης, που έχει αφιερώσει τη δράση του στην πρόοδο της πολιτιστικής ζωής της πόλης του Πειραιά, αλλά και στο θέατρο απαιτήσεων, κλήθηκε να του δώσει σχεδιασμό και γραμμή πλεύσης.
Στη συνέντευξη που παραχώρησε στο catisart.gr σχολιάζει, παρατηρεί και διατυπώνει με εύγλωττη σοφία δεκάδες απόψεις, για τη ζωή, για την κοινωνία, για το θέατρο. Mιλάει για τα παιδικά του χρόνια στο Κερατσίνι, για τον "Ριχάρδο Γ'" αλλά και για την Μπέλα και τον Πέτρο... Μεγάλωσε παρακολουθώντας θέατρο, κυνηγώντας παραστάσεις. Αρχικά από τον αείμνηστο Κερατσινιώτη θεατράνθρωπο Αλέκο Χρυσοστομίδη, κατόπιν από το Δημοτικό Πειραιά, από το Εθνικό Θέατρο και το Θέατρο Τέχνης. Πολύτιμα πετράδια στις αναμνήσεις του οι «Τρωάδες» (1977) του Γιάννη Τσαρούχη, η «Αντιγόνη» από το Living Theatre (1979), το μοντέρνο πολιτικό θέατρο. Όλη αυτή η ζύμωση αποτελεί μέρος της πνευματικής κληρονομιάς του. Είναι παρών όπως και απών, ο Τάκης Τζαμαργιάς. Ανήκει στα πρωταγωνιστικά πρόσωπα του θεάτρου και της διανόησής μας αλλά κρατά μια διακριτική και συγκρατημένη στάση. Στάση που δεν έχει εγωκεντρισμούς. Μορφή αινιγματική, ευαισθησίας και δύναμης. Βοηθούμενος από μια φαντασία ζωηρή και ευέλικτη, έγινε δημιουργός ενός εξαιρετικά πρωτότυπου αφηγηματικού σύμπαντος με τις παραστάσεις του. Παραστάσεις που σου προσφέρουν αφειδώς τη χαροποιό αίσθηση της παρακολούθησης. Παραστάσεις ζωντανές, που συγκινούν τους ανθρώπους της εποχής μας. Οι νεοελληνικοί αλλά και οι σύγχρονοι μύθοι αποτελούν τη βάση της δουλειάς του έως σήμερα. Το «Τρίτο Στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή, «Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου» της Άλκης Ζέη, «Δυτικά της πόλης: Ανείπωτο για τον Γιώργο Χειμωνά», «Εις το ρεύμα της ζωής τους» βασισμένη σε διηγήματα του Σωτήρη Δημητρίου, δουλειές στέρεες και ερευνητικές, που αγαπήθηκαν. Το δράμα του Σάιμον Στέφενς «Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα» και το «Συγγνώμη» της Μάρτα Μπουτσάκα είναι μερικές μόνο από τις ευρηματικές σκηνοθεσίες του οι οποίες επικεντρώθηκαν στο συστατικό της ανθρώπινης επικοινωνίας. Πρόσφατα βρέθηκε για άλλη μια φορά στην αγαπημένη του Κύπρο όπου, σε μια σύμπραξη με τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, ανέβασε μια από τις παλαιότερες, μεγάλες του επιτυχίες, την παράσταση «Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου». Ωστόσο, παρά την πλούσια θεατρική εμπειρία του και τη μακροχρόνια πορεία του στη σκηνή, ο Τάκης Τζαμαργιάς δεν είχε καταπιαστεί ποτέ με το σπουδαίο έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Από πέρυσι όμως και μέχρι τώρα παρουσιάζει στο Σύγχρονο Θέατρο το αριστούργημα του Βρετανού βάρδου, «Ριχάρδος ο Γ’», επιφυλάσσοντας στο κοινό μια ιδιαίτερη έκπληξη. Την Καίτη Κωνσταντίνου να αναλαμβάνει υπό τη σκηνοθετική διδασκαλία του -και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία- τον πρωταγωνιστικό, ομώνυμο ρόλο. Αυτό τον καιρό βρίσκεται σε πρόβες για ένα σπουδαίο κείμενο της σύγχρονης ευρωπαϊκής δραματουργίας. Γραμμένο το 2009, το έργο του Πολωνού Ταντέους Σλομποντζιάνεκ «Η τάξη μας», καταγράφει με ψυχραιμία, αλλά και γερές δόσεις συναισθήματος, πώς οι ιστορικές συγκυρίες στιγματίζουν τις ζωές των ανθρώπων, φέρνουν στην επιφάνεια τον «κρυμμένο» μας εαυτό και διαλύουν τους πιο ισχυρούς ανθρώπινους δεσμούς. Θα ανέβει στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου και αναμένουμε με αγωνία την πρώτη παράσταση στις 27 Απριλίου. Εν τω μεταξύ, διαβάστε τη συνέντευξη – κατάθεσή του και θα διδαχτείτε πολλά…

 

* Η φωτογράφιση του Τάκη Τζαμαργιά έγινε από το catisart.gr

 

* Η παρακαταθήκη μου, οι πηγές μου, είναι στον Πειραιά. Στη γειτονιά μου. Δεν ξέρω εάν έχω ωραιοποιήσει το παρελθόν, αλλά έχω πολύ έντονες μνήμες, γιατί εκεί ουσιαστικά είναι και τα χρόνια που έζησα με τη μάνα μου. Έχασα τη μητέρα μου σε ηλικία 12 χρονών. Έτσι είναι πολύ έντονα και φορτισμένα χρόνια. Είχε έντονο χαρακτήρα η ζωή τότε στον Πειραιά και στις συνοικίες του. Ήταν διαφορετική η στάση των πραγμάτων, η σύνθεση του πληθυσμού, γιατί οι πιο πολλοί ήταν από νησιά και Μικρασιάτες. Όπως είναι γνωστό, ο Πειραιάς και η ευρύτερη περιοχή του Πειραιά είναι, όπως λέμε, των μεταναστών.

 

Κομμάτι μνήμης


* Έπαιξα πολύ ως παιδί προσχολικής και σχολικής ηλικίας. Δηλαδή μέχρι τα 12 μου. Σε δρόμο χωμάτινο. Παγωτατζήδες, μικροπωλητές. Όλα αυτά, καμιά φορά τώρα, κλείνω τα μάτια μου και λέω «τα έχω ζήσει άραγε;». Μήπως είναι από ταινίες; Γιατί και οι ταινίες και το θέατρο, είναι και αυτό κομμάτι μνήμης, γίνεται και αυτό ζωή μέσα μας. Το βλέπω από παραστάσεις που έχω παρακολουθήσει, συμβάντα που έχω δει στη σκηνή ή στο πλατό και νομίζω ότι τα έχω ζήσει, ότι ήμουν μάρτυρας.


- Είχε ένα κινηματογραφικό ύφος η γειτονιά στον Πειραιά. Οι συνοικίες του…


* Πολύ. Αυτό το υλικό με σημαδεύει σε βαθμό περιορισμού, δηλαδή νομίζω αυτοπεριορισμού. Χρωστάω πολύ σ’ αυτό, γιατί μου έδωσε μία ταυτότητα και μου έδωσε και μία ταξική στάση απέναντι στα πράγματα. Ποτέ δεν έχω ξεχάσει την καταγωγή μου, τον τόπο προέλευσής μου, τις καταβολές μου. Επειδή ήταν ένας κόσμος πολύ διαφορετικός –όπως είπα και πριν– με μία δική του ταυτότητα ολότελα, που τώρα αυτό δεν υπάρχει. Παντού κυριαρχεί η παγκοσμιοποίηση. Είναι τα πράγματα καλά ή άσχημα, αλλοτριωμένα ή μη, το ίδιο παντού.

- Να υποθέσω ότι την εποχή εκείνη είδατε για πρώτη φορά θέατρο; Ήταν στο Δημοτικό του Πειραιά;


* Όχι. Πρωτοείδα θέατρο σε κάτι ακόμα πιο αγνό και παλιό. Στα Ταμπούρια, στην ιστορική σκηνή του Αλέκου Χρυσοστομίδη. Η πρώτη μου επαφή ήταν με τα μπουλούκια. Ουσιαστικά εκεί ο Χρυσοστομίδης φιλοξενούσε τα απομεινάρια των μπουλουκιών και μαζί με αυτούς και πολύ γνωστούς ηθοποιούς τότε του θεάτρου και του κινηματογράφου. Τον Νίκο Σταυρίδη, τη Σπεράντζα Βρανά, τον Μίμη Φωτόπουλο. Θυμάμαι μάλιστα ότι είχα φάει και ξύλο στο σπίτι μου, γιατί την είχα κοπανήσει και είχα πάει να δω παράσταση. Μάλιστα ήμουν ο μικρότερος μέσα εκεί. Από 7 χρονών είχα πάει και είχα δει.

 

Η Βρανά

 

* Εκεί ήταν και η πρώτη ηθοποιός που είδα και με μάγεψε, η Σπεράντζα Βρανά. Θυμάμαι μου λέει, «ψιτ… έλα να σου πω. Πήγαινε να μου πάρεις έναν καφέ». Και εγώ επειδή πια μου παρήγγειλε καφέ η Βρανά, πήγα να τρελαθώ. Τότε τα μεγέθη ήταν διαφορετικά και οι μύθοι μεγάλοι.

 

Ένας Γάλλος...

 

* Μία θεία μου παντρεύτηκε Γάλλο και είχε έρθει τότε ο Γάλλος και τον αγγίζαμε, για να δούμε αν είναι άνθρωπος. Μόνο γιατί μίλαγε άλλη γλώσσα. Ένας εργάτης από τη Μασσαλία ήταν, αλλά για μας ήταν Γάλλος, γιατί μιλούσε άλλη γλώσσα και τον βάζαμε και τα παιχνίδια μας κατόπιν. Καταλαβαίνετε ότι πολιτισμικά ήταν εντελώς διαφορετικό το περιβάλλον. Δεν υπήρχε αυτή η έννοια της πολυπολιτισμικότητας. Νομίζω ότι σε όλη την Αττική η πολυπολιτισμικότητα ήρθε μετά το ’70, το ’77, το ’78. Μέχρι και που τελείωσα το Γυμνάσιο, τότε το εξατάξιο, ήταν γενικά αμιγής ο πληθυσμός.

 

- Πότε αποφασίσατε ν’ ασχοληθείτε με το θέατρο και μάλιστα με τη σκηνοθεσία;


* Με τη σκηνοθεσία πολύ μεταγενέστερα. Νομίζω ότι πάντα με ενδιέφερε το θέατρο. Από 13 χρονών, μάζευα λεφτά για εισιτήριο. Θυμάμαι όταν πήγα στο γυμνάσιο και είχε πεθάνει και η μητέρα μου, μέναμε στη γιαγιά μου, μάζευα χρήματα, 10 δραχμές τότε, για τις παραστάσεις του Εθνικού. Από 13 χρονών γνώριζα τις παραστάσεις του Εθνικού και νόμιζα ότι ήδη μπήκα σε έναν άλλο κόσμο, σε έναν άλλο χώρο. Εκεί ήταν η πρώτη μου ουσιαστική επαφή. Α! Αυτό είναι θέατρο. Όπου θέατρο δεν ήταν πια μόνον αυτό που έβλεπες πάνω στη σκηνή, με εντυπωσίαζε και η σύνθεση των ανθρώπων ανάμεσα στο κοινό. Ήταν ένας διαφορετικός κόσμος για μένα. Όπως επίσης το βάπτισμα που πήρα μετά, όταν ήμουν ήδη στη Δραματική και είδα στο Θέατρο Τέχνης της Λούλας Αναγνωστάκη τη «Νίκη» με τη Ρένη Πιττακή. Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το ζεϊμπέκικό της πριν από το φονικό. Ήταν συγκλονιστικό. Όταν είδα αυτό, είπα: «Το θέατρο είναι πολύ κοντά στη ζωή. Με αφορά πολύ περισσότερο απ’ όσο φανταζόμουν». Σταδιακά μού αποκαλυπτόταν το θέατρο. Όσο προσπαθούσα να πλησιάσω κοντά του, τόσο και περισσότερο μου αποκαλυπτόταν κάθε φορά μια έκπληξη. Αυτό νομίζω ότι είναι η γοητεία του. Δεν ξέρω τι προσφέρουμε εμείς στο θέατρο, αλλά το θέατρο σε μας δίνει πολλά. Είναι ένας κόσμος γενναιόδωρος καταρχάς και μιλάω τώρα από την πλευρά του θεατή, δεν μιλάω από την πλευρά του δημιουργού. Νιώθω ότι είναι τεράστιο το κέρδος των ανθρώπων που πλησιάζουν το θέατρο. Ακόμα και ο συνειδητός, ο επαρκής θεατής, όπως λέμε, έχει τεράστιο κέρδος. Του ανοίγεται ένας κόσμος. Από τους ελάχιστους χώρους που μας έχουν απομείνει, που μπορούμε να αισθανόμαστε μέλη μιας κοινότητας. Ότι ανήκουμε κάπου. Αυτό το ανήκειν, όσο πάει και συρρικνώνεται.


- Πολλές φορές συναντάμε και τους ίδιους θεατές ξανά…


* Και νιώθεις οικεία. Ειδικά τα τελευταία χρόνια, που έχει δημιουργηθεί ένα συγκεκριμένο σώμα κοινού, πραγματικά αισθάνεσαι τώρα πια εξοικειωμένος και με το κοινό. Είναι γνωστά πρόσωπα. Οι άνθρωποι που δεν έχεις μιλήσει ποτέ, αλλά που νιώθεις πολύ άνετα μαζί τους.


- Ήθελα να μου πείτε, εκείνη την εποχή, ποιους δασκάλους είχατε, τι σας άφησαν αυτοί οι άνθρωποι;


* Καταρχάς έδωσα εξετάσεις στον Πειραϊκό Σύνδεσμο, που ήταν μια ημικρατική σχολή. Δεν πληρώναμε δίδακτρα. Και είχα την εντύπωση ότι είναι το Εθνικό, γιατί δεν την ήξερα αυτή τη διαδικασία. Δεν είναι όπως τώρα, που είναι τα πράγματα πιο οικεία. Όλοι μέσα στην οικογένειά τους ή στις παρέες τους έχουν έναν ηθοποιό, οπότε κάπως προσανατολίζονται. Πήγα κρυφά από το περιβάλλον μου. Για να πείσουν τον πατέρα μου να κάνω θέατρο, έναν οδηγό στα λεωφορεία, χρειάστηκε να έρθουν οι καθηγητές μου να τον βεβαιώσουν ότι θα σπουδάσω και παράλληλα θα κάνω θέατρο. Δεν θα γίνω θεατρίνος. Και έτσι ησύχασε κάπως. Γιατί νομίζω ότι τα τελευταία 15-20 χρόνια έχει αποκατασταθεί το επάγγελμα. Παλαιότερα προσδιοριζόταν συγκεκριμένα το επάγγελμα του ηθοποιού. Βέβαια πάντα συμμετείχα στο σχολείο σε παραστάσεις.


Ροντήρης - Μανωλίδου - Πιττακή


* Τότε ήταν η περίοδος που, για πολύ μικρό διάστημα, είχα την τύχη να δω πολύ λίγο Ροντήρη, αλλά ούτε και θυμάμαι, γιατί πρέπει να ήμουν πολύ μικρός. Μετά το ’70 όμως, είχε αρχίσει η συνεργασία με το Εθνικό στο Δημοτικό του Πειραιά, οπότε έρχονταν στο Δημοτικό οι παραστάσεις του Εθνικού και εκεί πρέπει να έχω δει κάποιες παραστάσεις. Όμως οι παραστάσεις που με αλλάξανε ουσιαστικά, ήταν μετά, όταν άρχισα να παρακολουθώ τακτικά στο Εθνικό. Η πρώτη παράσταση, ήταν το «Γύρνα πίσω μικρούλα Σίμπα» του Ουίλιαμ Ινγκ με τη Βάσω Μανωλίδου θυμάμαι και η παράσταση στο Θέατρο Τέχνης με τη Ρένη Πιττακή, που ένιωσα ότι κάτι άλλο συμβαίνει.


«Τρωάδες» του Τσαρούχη και Living Theatre

 

* Την περίοδο που ήμουν στη Δραματική Σχολή, πάλι συνέβησαν δύο πολύ μεγάλα γεγονότα που με κλόνισαν. Οι «Τρωάδες» του Γιάννη Τσαρούχη, που μου μετέβαλαν την οπτική ως προς το αρχαίο δράμα. Γιατί ήμουν πια μαθητής στη Δραματική και εκεί με άλλαξαν εντελώς. Είπα, με αφορά πολύ το αρχαίο δράμα. Είναι μέσα στην οικογένειά μας. Είναι η γιαγιά μου. Αυτό ποτέ δεν το είχα συλλάβει. Και το Living Theatre που είχε έρθει τότε και είχε παίξει την «Αντιγόνη». Με έναν πολύ ακραίο και πρωτοποριακό τρόπο. Γυμνοί όλοι οι ηθοποιοί επί σκηνής. Σας μιλάω για την περίοδο '76 - '77. Καταλαβαίνετε τι σήμαινε τότε, για μένα, ένα παιδί χωρίς εμπειρίες, που δεν υπήρχε το Διαδίκτυο, ξαφνικά να βλέπω μία παράσταση που ένας θίασος γυμνών εκδράμει στην πλατεία και ανεβαίνει από πάνω μας και γίνεται όλη αυτή η δράση. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Αυτά ήταν σημαντικά γεγονότα. Από κει και ύστερα, υπήρξε σπουδή. Ποτέ όμως η γειτονιά και το περιβάλλον στο Κερατσίνι και στον Πειραιά δεν με εγκατέλειψαν. Το κατάλαβα όταν έκανα το «Τρίτο Στεφάνι». Εκεί είδα πραγματικά πόσο έντονα είναι. Παρόλο που νόμιζα ότι αυτό το κομμάτι το είχα αφήσει πίσω μου και μάλιστα συνειδητά. Τελικά, μάλλον από έναν άλλο χώρο, μη συνειδητό, έκανε την παρουσία του και ένιωθα τρομακτικές μνήμες που ήρθαν στην επιφάνεια, με αφορμή το «Τρίτο Στεφάνι». Δουλεύοντας τη διαδικασία, εννοώ.

- Επιρροή…


* Συμφωνώ απολύτως. Οι γυναίκες κυρίως. Αλλά και η παρουσία αυτών των αντρών, που ήταν κάτι πολύ διαφορετικοί από το πώς ήμασταν μετά εμείς άντρες. Άλλα μεγέθη αντρών. Δεν ξέρω εάν ήταν καλύτερα ή χειρότερα. Δεν μπαίνω σε ηθική αποτίμηση. Αλλά σε μέγεθος, σε όγκο, ή ίσως έτσι αποτυπώνονταν πάνω μου, σε αυτή την ηλικία που ήμουν εγώ, που ήμουν παιδί.

 

Η Σχολή


* Στη Δραματική Σχολή, λοιπόν, του Πειραϊκού Συνδέσμου έδωσα εξετάσεις. Τότε έδινε πολύ μεγάλος αριθμός και παίρνανε πάρα πολύ λίγους. Ήταν μία Σχολή με κύρος με διευθυντή τον Γκίκα Μπινιάρη, με την Πίτσα Καπιτσινέα, τον Νίκο Φιλιππόπουλο. Όλοι καθηγητές από το Εθνικό και ήρθε βέβαια εκείνη την περίοδο ένα νέο αίμα, ο Κοραής Δαμάτης. Εξαιρετικός. Σπουδαίος δάσκαλος και φίλος σήμερα. Τον είχα δάσκαλο, μάλιστα μαζί του έκανα και μία παράσταση, τους «Νεκρούς χωρίς τάφο» του Σαρτρ.

- Συμμαθητές ποιους είχατε;


* Τον Μάνο Βακούση, τον Σπύρο Μπιμπίλα, δηλαδή παιδιά που κάνουν σταδιοδρομία σήμερα. Η αλήθεια είναι ότι ο μεγαλύτερος αριθμός από την τάξη μου μετά στράφηκαν κυρίως αλλού, σε παράπλευρα αντικείμενα. Γύρω από το θέατρο, αλλά όχι στη σκηνοθεσία ή στην υποκριτική.


- Σας ενδιαφέρουν περισσότερο οι Έλληνες συγγραφείς; Και μάλιστα οι συγγραφείς της λογοτεχνίας; Γιατί είδαμε από σας «Το Τρίτο Στεφάνι», είδαμε «Το Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου».


* Και όχι μόνο. Έχω σκηνοθετήσει Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη στην Κύπρο. Έχω κάνει την παράσταση «Εις το ρεύμα της ζωής τους» βασισμένη σε διηγήματα του Σωτήρη Δημητρίου. Έχω κάνει Μαγιακόφσκι επίσης. Γενικά έχω ασχοληθεί με το κομμάτι αυτό και αυτό κυρίως σχετίζεται με την άλλη μου σπουδή, τα Παιδαγωγικά.


- Γνωρίζω ότι τελειώσατε Παιδαγωγικά, κάνατε μεταπτυχιακό στο θέατρο στην εκπαίδευση, επιπλέον κάνατε και ειδίκευση για το θέατρο στην εκπαίδευση. Ακόμα είστε ειδικό επιστημονικό προσωπικό στο Καποδιστριακό, διδάσκετε στο Παιδαγωγικό και στο Τμήμα Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία. Έχετε συμμετάσχει σε συνέδρια, με άρθρα σε ημερίδες, σε εργαστήρια για το θέατρο στην εκπαίδευση.


* Ναι, η εκπαιδευτική κοινότητα με γνωρίζει καλά και τη γνωρίζω καλά. Έχω επίγνωση της σχολικής πραγματικότητας. Υπήρξα 16 χρόνια δάσκαλος μάχιμος.


- Τι πιστεύετε ότι δεν διδάσκεται στα σχολεία και θα έπρεπε να διδάσκεται;


* Είναι ένα πολύ δύσκολο ερώτημα αυτό, γιατί νιώθω δέος για τον δάσκαλο και σεβασμό. Υπάρχουν εκπαιδευτικοί που πραγματικά κάνουν υπερβάσεις... Μπορεί να μη βγαίνουν στο φως της δημοσιότητας, όπως βγαίνουν οι υπερβάσεις των ανθρώπων της τέχνης. Κάθε μέρα δίνουν μάχη όμως, με μία πολύ σκληρή πραγματικότητα. Βέβαια μιλάμε για δασκάλους με κεφαλαίο «Δ». Και έτσι είναι πολύ δύσκολο να πεις τι λείπει. Νομίζω ότι τα πάντα είναι υπόθεση πραγματικά του δασκάλου. Είναι υπόθεση - λαχείο στη δημόσια εκπαίδευση. Μπορεί να τύχεις πραγματικά σε έναν δάσκαλο που να σε καθορίσει και να σε σημαδέψει για όλη σου τη ζωή. Πιστεύω πολύ στην προσωπικότητα του δασκάλου, γιατί πιστεύω πολύ στις διαπροσωπικές σχέσεις. Τώρα, λόγω του αντικειμένου μου, έτσι κι αλλιώς είμαι υπέρμαχος, έχω δώσει μάχες γι’ αυτά. Υπήρξα μέλος σε πολλές επιτροπές, για την εισαγωγή του θεάτρου στην εκπαίδευση, θεωρώντας ότι είναι μία αξία κοινά αποδεκτή. Δεν υπάρχει πια καμιά αμφιβολία ότι η θεατρική αγωγή και γενικότερα η καλλιτεχνική αγωγή συμβάλλει στην άρση των μαθησιακών δυσκολιών και στην ενίσχυση της σχολικής επίδοσης. Μάλιστα όχι ως αυτοσκοπός οι τέχνες, αλλά όταν χρησιμοποιούνται ως μεθοδολογία, δηλαδή αν μπορεί να αξιοποιήσει ο δάσκαλος στοιχεία από τις τέχνες από οποιονδήποτε δρόμο κι αν βρίσκεται. Να πάρει υλικό που να το χρησιμοποιήσει ως μέρος της διδακτικής μεθοδολογίας. Σαν μέσο. Νομίζω ότι χρειάζεται περισσότερο αφαίρεση και πιο πολύ επικέντρωση στη μέθοδο. Χρειάζεται περισσότερο η προσωπική σχέση, να αφήσουν το δάσκαλο να κάνει τη δουλειά του, χωρίς παρεμβάσεις, είτε από πάνω, είτε από κάτω, από τους γονείς…


- Πηγαίνετε τακτικά στην Κύπρο και υπάρχει μία ειδική σχέση με το νησί. Θέλετε ν’ αναφερθείτε σε αυτή τη σχέση;

 

"Ο Μεγάλος Περίπατος του Πέτρου" (ΘΟΚ)"Ο Μεγάλος Περίπατος του Πέτρου" (ΘΟΚ)* Νομίζω ότι είναι μία σχέση ειδική -όπως τη λέτε- που χτίστηκε όμως με τον χρόνο και μέσα από πολύ ωραίες συνεργασίες και πολύ ωραία αποτελέσματα συνεργασιών. Εκεί είχα κάνει τον «Καυτό Πάγο» της Μπράιονι Λέιβερι το 2008. Με κάλεσε μετά η Εταιρεία Θεατρικής Ανάπτυξης Λεμεσού και έκανα στη Λεμεσό του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη το «Φτωχοί και Άγιοι», που είχε πολύ μεγάλη απήχηση. Με κάλεσαν έπειτα από τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου για το «Τρίτο Στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή. Μαζί με τον Σάββα Κυριακίδη, που ήταν συνεργάτης μου και στο «Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου», δουλέψαμε τη διασκευή του κειμένου. Κατόπιν ήρθε η στιγμή του «Μεγάλου Περίπατου του Πέτρου» της Άλκης Ζέη, που παίζεται αυτή τη στιγμή και υπάρχει μεγάλη ανταπόκριση από το κοινό.


- Είναι η ίδια σκηνοθεσία που είχατε κάνει στο Εθνικό Θέατρο;


* Κοιτάξτε, η ματιά είναι διαφορετική. Γιατί στο Εθνικό το αντιμετώπισα ως εθνικό μυθιστόρημα. Κάτω από το πρίσμα που είχε θέσει τότε ο Γιάννης Χουβαρδάς, «Τι είναι η πατρίδα μας;». Στην Κύπρο ήθελα να αποκτήσει μία οικουμενική διάσταση. Πρόκειται για ένα βιβλίο καταξιωμένο. Δούλεψα με άλλους ηθοποιούς, σε μια τελείως διαφορετική θεατρική σκηνή, με το ίδιο όμως κείμενο ουσιαστικά και την ίδια μουσική, έτσι όπως δεν έχω ξαναδουλέψει. Κατά τη διάρκεια της πρώτης εβδομάδας πέρασα μία μεγάλη κρίση, γιατί λειτουργούσε ως εφιάλτης μέσα μου η προηγούμενη δουλειά, ως φάντασμα ερχόταν, παίζανε και άκουγα τις φωνές των άλλων. Όταν κατάφερα να αποστασιοποιηθώ από αυτά και να δουλέψω ουσιαστικά και σε βάθος, βγήκαν πάρα πολύ ωραία πράγματα. Και πολύ ιδιαίτερα, λεπτά, καινούργια, διαφορετικά. Θεωρώ ότι τώρα ήμουν πιο ώριμος, πιο έτοιμος για το τι ήθελα σχετικά με το έργο. Κι επειδή είναι και η Ζέη, κι επειδή «Ο Μεγάλος Περίπατος του Πέτρου» είναι υποχρεωτικό ανάγνωσμα, ή μάλλον ήταν, επί τρεις γενιές. Τώρα τα τελευταία πέντε χρόνια είναι επιλογής πια. Δηλαδή στο γυμνάσιο το έχουν διδαχθεί σχεδόν όλοι. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν διαβάσει κανένα βιβλίο και έχουν διαβάσει το «Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου».


Η απήχηση του «Πέτρου»


* Είναι ένα έργο που λατρέψαμε. Δουλέψαμε εξαιρετικά, αν θυμάστε και εδώ. Είχε πολύ μεγάλη απήχηση. Δύο χρόνια παιζόταν. Και νομίζω ότι κάτι ανάλογο θα γίνει και στην Κύπρο. Είναι το κείμενο και η δύναμή του αφενός μεν, η διασκευή που είναι σπουδαία, η εξαιρετική μουσική, αλλά και η τύχη των ωραίων συνεργασιών. Γιατί έπρεπε να είναι Κύπριοι οι συντελεστές. Ο μουσικός έτσι κι αλλιώς είναι Κύπριος που ζει στο Λονδίνο, o Δημήτρης Ζαβρός. Ο σκηνογράφος είναι ο Εδουάρδος Γεωργίου, που έχει κάνει και εδώ δουλειές. Και η κινησιολόγος είναι Κυπρία. Εδώ είχα την Αμάλια Μπένετ. Εκεί είχα μία εξαιρετική χορογράφο - κινησιολόγο την Έλενα Χριστοδουλίδου, που δουλέψαμε πολύ αρμονικά.

 

- Με την επιστροφή στην Αθήνα;

 

* Έπεσα με τα μούτρα στο «Ριχάρδο Γ’», για τον λόγο ότι ουσιαστικά οι τρεις αντικαταστάσεις που έγιναν σημαίνουν καινούργιο έργο. Δεν είναι τρεις ηθοποιοί, τρεις ρόλοι. Είναι τρεις ηθοποιοί, εκ των οποίων οι δύο ειδικά μοιράζονται επτά ρόλους. Οπότε καταλαβαίνετε… Είχα δουλέψει όμως και το καλοκαίρι πριν φύγω ένα μήνα μαζί τους αποκλειστικά πάνω στο κείμενο και μετά δουλέψαμε εδώ στο θέατρο. Προσπάθησα, ωστόσο, έχοντας πια την εμπειρία του θεατή, μέσα από τις παραστάσεις που είδα και να σφίξω τους ρυθμούς και γενικά να επικεντρωθώ πιο πολύ στο νόημα. Και νομίζω ότι είναι καλύτερη παράσταση από πέρσι.


- Πέρσι που την είχα δει, μου άρεσε πολύ, είναι εξαίσια παράσταση.


* Σας προτρέπω να τη δείτε και φέτος. Έχει ο χρόνος μικρύνει στη μιάμιση ώρα και είναι γενικά πολύ πιο καθαρή, πιο στοχευμένη. Στο ίδιο πλαίσιο, στην ίδια αντίληψη, κάτω από το ίδιο πρίσμα, απλώς είναι πιο σφιχτή και γίνεται πιο καθαρό αυτό που θέλουμε να πούμε.


- Ο Ριχάρδος Γ’ ζει σε έναν κόσμο που καταρρέει…


* Ακριβώς. Νομίζω ότι δεν είναι τυχαίο αυτή τη στιγμή, σε όλες τις σκηνές στην Ευρώπη, το γεγονός ότι προσεγγίζουν αυτό το έργο. Δεν είναι εύκολο έργο, γιατί θέλει πάντα έναν ιδιαίτερα χαρισματικό ηθοποιό. Αν δεν τον έχεις, δεν το κάνεις. Από την άλλη, είναι το ίδιο το κείμενο, που είναι βέβαια τραγωδία, αλλά έχει στοιχεία ιστορικά τα οποία γίνονται πολύ δύσκολα αντιληπτά για κάποιον που είναι εκτός Μεγάλης Βρετανίας. Να καταλάβει δηλαδή όλη αυτή την ιστορία των Γιορκ, των Λάνγκαστερ, των Τυδώρ κ.λπ. Από την άλλη, η ίδια η δράση του Ριχάρδου αν τη δει κανείς σε επίπεδο κειμενικό, θα έλεγα ότι είναι κάπως μονοσήμαντη. Σκοτώνει, σκοτώνει, σκοτώνει. Έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον λοιπόν να σκύψει κανείς στο πώς χρησιμοποιεί το λόγο. Πώς χρησιμοποιεί τη ρητορική τέχνη, ως όπλο, ως μέσον για την επίτευξη των στόχων του από τη μια και από την άλλη να δεις έναν ψυχισμό ο οποίος δεν βλέπει τον άλλον, δεν υπάρχει η έννοια του άλλου. Ορίζεται από μία βαθιά ζωική ορμή μέσα του. Ένα «θέλω». Όλος είναι ένα «θέλω». Θέλω να κατακτήσω την εξουσία και, αφού την κατακτά, νομίζω ότι από εκεί και ύστερα νιώθει ότι δεν μπορεί να μπει μέσα σ’ αυτό, όχι γιατί είναι ανίκανος, είναι ικανότατος. Δεν μιλάω σε επίπεδο ιστορικό, αλλά και ως ήρωας, μέσα στο έργο, είναι ικανότατος, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. Αισθάνεται όμως ότι αυτή η σωρεία των εγκλημάτων που έχει κάνει αρχίζουν πια να τον ελέγχουν. Αρχίζουν πια τα πράγματα να αποκαλύπτονται γύρω του. Ενώ πριν, μέχρι να φθάσει εκεί, ήταν βαθύς γνώστης των μηχανισμών της εξουσίας. Τώρα που έχει κατακτήσει πια την εξουσία, αυτό είναι ένα άλλο επίπεδο, που πια δεν μπορεί να κρυφτεί. Η ρητορική τελείωσε.

 

- Να κρυφτεί από τον εαυτό του;


* Να κρυφτεί κυρίως από τον εαυτό του. Γι’ αυτό και τελειώνει για μένα εκεί το έργο. Γιατί το μεγάλο ερώτημα που θέτει αυτό το έργο είναι, «το βασίλειό μου για ένα άλογο». Είναι μια φράση στερεοτυπική σχεδόν, εμβληματική. Τη γνωρίζει ο κόσμος, χωρίς να ξέρει πολλές φορές πού ανήκει.


- Όπως το «να ζει κανείς ή να μη ζει».


* Ναι, φράσεις που έχουν υπερβεί πια και τον ήρωά τους και τον συγγραφέα τους. Νομίζω ότι ο Ριχάρδος είναι σαν να ζητάει να μπει σε ένα άλλο σώμα. Γιατί το δικό του σώμα είναι τόσο βεβαρημένο, που είναι αδύνατον να συνεχίσει να ζει. Δεν μπορεί να υπάρξει άλλο τέλος, παρά μόνον ο θάνατος. Γιατί έρχεται αντιμέτωπος με όλα του τα θύματα και για πρώτη φορά αρχίζει να λειτουργεί η συνείδηση. Δεν υπάρχει η έννοια της ενσυναίσθησης μέσα του. Απουσιάζει η έννοια του άλλου.


- Δεν έχει ίχνος καλοσύνης…


* Νομίζω ότι τα υπερβαίνει αυτά, δεν μπαίνει σε τέτοια ηθικολογικά διλήμματα, καλό - κακό. Αυτός βλέπει ότι υπάρχει ένας δρόμος. Ένα διακαές «θέλω». Να φθάσει στην εξουσία. Και από τη στιγμή που φθάνει, αυτό αρχίζει λίγο και είναι σαν να έχει τελειώσει η αποστολή του. Ουσιαστικά έχει φθάσει στην αυτοπραγμάτωσή του. Επομένως, από κει και ύστερα δεν έχει νόημα. Εδώ μπαίνει η απουσία του άλλου. Ότι δεν υπήρξε ποτέ ο άλλος. Οπότε είναι πολύ δύσκολο να τον βρει τότε. Θα συνεχίσει πάλι να τον μηχανεύεται. Μέσα από αυτές τις επινοήσεις του, ωστόσο, έχουν πια συνειδητοποιηθεί και οι άλλοι, για το τι γίνεται και ποιος είναι. Προδίδει και τον πιο έμπιστό του φίλο, τον Μπάκιγχαμ κι αυτό είναι το αποκορύφωμα…


- Εκτός από απόλυτα ανάλγητος και αδίστακτος…


* …Είναι ταυτόχρονα και βαθιά γοητευτικός. Γιατί ξέρει πολύ καλά τους μηχανισμούς της εξουσίας και έχει όλη αυτή την ικανότητα. Ερωτική ρητορική τέχνη. Μπορεί να μαγεύει τους πάντες.


- Μπορεί να σε πείσει για τα πάντα. Πείθει τα θύματά του.


* Ακριβώς. Από τη λαίδη Άννα, τους πρίγκιπες, όλους, τον έναν μετά τον άλλον.

- Πιστεύετε ότι θα μπορούσε να διοικήσει σωστά ο Ριχάρδος, αν δεν είχε ηττηθεί και αν δεν είχε αυτό το πρόβλημα συνείδησης, όπως λέτε; Ήταν ικανός;


* Άνετα, ήταν ικανότατος βασιλέας. Δεν νομίζω ότι υστερούσε σε κάτι. Εξάλλου όλη αυτή η κίνηση, αν το δει κανείς ψυχαναλυτικά, είναι ένα είδος υπεραναπλήρωσης. Είναι μία προσπάθεια να αναπληρώσει τις αναπηρίες του. Και επίσης είναι αυτό που δεν φαντάζεται κανείς ότι μπορεί να γίνει και τον αγνοούν. Τέτοιες περιπτώσεις είχαμε πολλές μέσα στην Ιστορία. Δείτε τον Χίτλερ, πώς γελούσαν οι διανοούμενοι την περίοδο του Μεσοπολέμου. Του γυρίζανε την πλάτη, αδιαφορούσαν, θεωρούσαν ότι ήταν ένας ανόητος λαϊκιστής και ποιος θα τον εμπιστευθεί, ποιος θα τον πιστέψει. Και είδατε πόσοι τον πίστεψαν. Και βλέπετε τώρα, βέβαια δεν είναι η ίδια περίπτωση, αλλά δεν ξέρουμε πού μπορεί να εξελιχθεί, η περίπτωση του Τραμπ.


- Πιστεύετε ότι την εξουσία πρέπει να επιμένει κάποιος να την κρατήσει, ενώ δεν ξέρει να τη διαχειριστεί;


* Είναι ένα μεγάλο ερώτημα αυτό που θέτετε, γιατί η εξουσία δεν σου επιτρέπει να δεις το άλλο που λέτε. Είσαι τόσο πολύ μέσα σε αυτό που νομίζεις ότι συμβαίνει, μέσα σε αυτό που νομίζεις ότι γίνεται, που δεν μπορείς να δεις το άλλο. Οπότε εκ των πραγμάτων είσαι αυτοπαγιδευμένος. Χρειάζεται χρόνος και απόσταση για να δεις κάποια πράγματα. Και η εξουσία και αυτή η καθημερινότητα που είναι πολύ άγρια αναμφισβήτητα, που πρέπει να παρθούν αποφάσεις, δεν είναι πια θεωρητικά χαλαρά, μεταξύ καφέ και τσιγάρου ν’ αναλύουμε τα πράγματα. Σας το λέω αυτό, γιατί και εγώ πέρασα από τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή σε ένα μικρόκοσμο…

 

- Αυτό ακριβώς θα ήθελα να σας ρωτήσω. Για τη θητεία σας στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Επανερχόμαστε πάλι βέβαια στη γενέτειρά σας.


* Πάντα. Νομίζω ότι για μένα δεν ήταν καλλιτεχνικό. Ήταν πιο πολύ για μένα σχέση συναισθηματική. Πιστεύω ότι με αυτό ολοκλήρωσα κάπως τη σχέση μου με την πόλη μου.


- Τι κρατήσατε από αυτή τη θητεία; Τι αποκομίσατε; Τι σας δίδαξε;


* Για να σας πω με απόλυτη ειλικρίνεια, υπάρχει ένα τεράστιο cut. Είναι σαν να μην πέρασα ποτέ. Δεν μου έχει αφήσει απολύτως τίποτα. Νιώθω ότι ήταν μία πάρα πολύ δύσκολη περίοδος γιατί ήταν η εκκίνηση του Δημοτικού Θεάτρου. Εξάλλου και ο σημερινός καλλιτεχνικός διευθυντής πάνω σ’ αυτό το δρόμο ουσιαστικά προχωρεί και πολύ γόνιμα και δημιουργικά, με ωραίες παραστάσεις. Φέτος ειδικά έχει πολύ ωραίο ρεπερτόριο. Οπότε ήταν πολύ δύσκολη η περίοδος εκείνη, γιατί εγώ έπρεπε να πείσω για κάτι διαφορετικό και επειδή ακριβώς έπρεπε να πείσω για κάτι διαφορετικό και να με εμπιστευθούν για κάτι διαφορετικό, ήμουν πιο απόλυτος, πιο άκαμπτος. Που αυτό το απόλυτο και το άκαμπτο σήμερα, δεν είναι τόσο απαραίτητο για να συνεχίσει κανείς. Επειδή ήταν στο ξεκίνημά του και μ’ ενδιέφερε να δώσω ένα στίγμα αποκοπής από τον ομφάλιο λώρο του Δήμου, ήμουν πιο απόλυτος, πιο άκαμπτος. Αυτό νομίζω ότι δεν είναι τόσο απαραίτητο, όσο προχωράει ο καιρός.


- Θα μπορούσαμε να πούμε ότι παραλάβατε μία κατάσταση ολίγον χαώδη…


* Παρέλαβα ένα χάος στην κυριολεξία, με όλα τα πράγματα στα κουτιά, το κτήριο μόλις είχε παραδοθεί. Όταν ανέλαβα ήταν ένα διάστημα ολίγων ημερών που είχε περάσει το θέατρο από το Υπουργείο Πολιτισμού στο Δήμο. Οπότε έμεινα και ένα διάστημα μετά με μία αβεβαιότητα και με μία ασάφεια, αφού είχε λήξει η θητεία μου. Νομίζω ότι πάει καλά το Δημοτικό και αυτό έχει σημασία. Σημασία δεν έχουν οι άνθρωποι. Σημασία έχει να προχωράει. Γιατί κανείς δεν πίστευε ότι το Δημοτικό θα έχει κόσμο, γιατί και στο παρελθόν δεν είχε δώσει δείγματα ανταπόκρισης του κοινού. Σήμερα το κοινό νομίζω ανταποκρίνεται πολύ πιο θετικά στις επιλογές του Δημοτικού, άρα είναι πολύ θετικό αυτό. Απέκτησε στίγμα στο θεατρικό χάρτη.


- Ήσασταν 14 χρόνια δάσκαλος.


* Πιστεύω ότι εκεί ζυμώθηκα κυρίως ως σκηνοθέτης.


- Η νέα γενιά, το έχετε πει κι εσείς αυτό, έχει πολλά εφόδια. Πιστεύετε ότι έχει και ουσιαστική καλλιέργεια;


* Υπάρχουν πάρα πολλά θετικά στη νέα γενιά και πολλά πράγματα ανεμπόδιστα, σε σχέση με τη δική μας γενιά, αλλά σε αυτούς ορθώνονται τείχη διαφορετικά πάλι που θα πρέπει να υπερβούν και να τα ξεπεράσουν ουσιαστικά για να καταφέρουν τους στόχους τους. Υπάρχει μία απουσία, δεν είναι τόσο πνευματικότητας, αλλά πολύ εύκολα παγιδεύονται μέσα στο τι είναι θέατρο. Και θεωρούν ότι αυτό που κάνουν είναι θέατρο και αυτό που έκαναν οι προηγούμενοι, ή αυτό που πολλές φορές κάνουν οι άλλοι, δεν είναι. Αλλά αυτό μπορεί και να είναι και ίδιον της νιότης. Θεωρώ ότι με πολύ μεγάλη ευκολία κρίνουν και απορρίπτουν. Πολύ νωρίς δε σχηματίζουν εικόνα για το τι είναι το θέατρο.


- Είναι λίγο βιαστικοί;


* Ναι. Πολλές φορές έχει να κάνει με τη δική τους πορεία και εξέλιξη. Νομίζω ότι κάποιος στο θέατρο, από νέος, έχει σημασία να είναι ανοιχτός. Αυτό είναι το πιο σημαντικό από όλα. Να είναι πολύ ανοιχτός. Βεβαίως να μην επιτρέπει κάποια πράγματα που επιτρέψαμε εμείς στη δική μου γενιά, που είχαν να κάνουν με χειραγώγηση και τέτοια, γιατί υπήρχε ένας άλλος σεβασμός, για τον οποίον θεωρώ ότι ήταν στα όρια και της υποτέλειας.


- Είχε όμως ένα άλλο σεβασμό η δική μας η γενιά, ίσως και ένα φόβο ανάμικτο.


* Αναγνωρίζαμε πάντως την εμπειρία. Ενώ σήμερα, νομίζω ότι στους νέους υπάρχει μία αντίληψη, ότι η εμπειρία είναι πάντα ταυτισμένη και με κάτι παλιό. Δεν αναγνωρίζουν εύκολα αυτό το κομμάτι, γιατί βιάζονται.


- Τι θεωρείτε επικίνδυνο για ένα νέο ηθοποιό με ταλέντο; Ποια η παγίδα;


* Όταν του δίδονται όλα άνευ όρων. Και όταν δεν παλεύει για να τα αποκτήσει. Πιστεύω πάρα πολύ στη στέρηση και στην ανάγκη. Αυτά γενικά τα στερητικά σύνδρομα και ο τρόπος που τα επεξεργάζεσαι φυσικά, δημιουργούν πολύ ωραία υποδοχή για κάποια πράγματα. Είμαι κατά του να σου έρχονται όλα έτοιμα. Να μη θεωρούν τίποτα δεδομένο. Αυτό θεωρώ τη μεγάλη παγίδα. Ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο. Και αυτό μερικές φορές νομίζω ότι δεν το ξέρουν, παρότι υπάρχει τόση κρίση και ανασφάλεια. Μιλάω για κάποιους νέους που είναι πιο πετυχημένοι, που πολύ πιο γρήγορα ανοίγονται δρόμοι.


- Θέλετε να μιλήσουμε για την «Τάξη μας», το έργο του Πολωνού συγγραφέα Ταντέους Σλομποντζιάνεκ, που θα ανεβάσετε στο Εθνικό Θέατρο;


* Είμαι σε μελέτη. Για μένα είναι από τα ωραιότερα έργα που έχω διαβάσει. Το κατατάσσω στην κατηγορία των μεγάλων έργων και από τα πιο σύγχρονα κείμενα.


- Ποιοι ηθοποιοί είναι στη διανομή;


* Είναι οι Κώστας Γαλανάκης, Καίτη Κωνσταντίνου, Αλέξανδρος Μαυρόπουλος, Ράνια Οικονομίδου, Άλκης Παναγιωτίδης, Θέμης Πάνου, Γιώργος Πυρπασόπουλος, Κωνσταντίνα Τάκαλου, Γιάννης Νταλιάνης. Επίσης ο νεαρός που ξεχώρισε στην «Αντιγόνη» ως Αίμονας, ο Βασίλης Μαγουλιώτης…


- Μεγάλος και εξαιρετικός θίασος.


* Ναι, είναι δέκα ηθοποιοί και το κάνω να συμβαδίζει με την ηλικία θανάτου τους. Αυτή είναι η διαφορά μου από την προσέγγιση του Γιάννη Καλαβριανού στο ίδιο έργο που παρουσιάστηκε στην Κύπρο. Το κάνω με την ηλικία που πέθαναν, γιατί έτσι τους παρουσιάζει ο συγγραφέας. Αυτό λειτουργεί ανάμεσα στο κείμενο το δραματικό και στο ντοκουμέντο. Και νομίζω ότι έχει προκύψει από εργαστήρι γραφής και είναι απόρροια έρευνας που έκανε μια συγκεκριμένη συγγραφική ομάδα με τον Σλομποντζιάνεκ, τον συγγραφέα.


- Το μίσος γεννά μίσος;


* Αυτά είναι τα ερωτήματα που θέτει το έργο. Αν το μίσος γεννά μίσος; Δεν ξέρω ν’ απαντήσω σε αυτό.

- Πιστεύετε ότι πρέπει να συγχωρούμε; Ίσως να προσθέσω και το να μην ξεχνάμε όμως.


* Μεγάλα ερωτήματα. Νομίζω ότι γι’ αυτό κάνουμε θέατρο, για να τα θέτουμε. Περισσότερο για να τα επεξεργαζόμαστε, παρά για να τα απαντάμε. Δεν είμαι σε θέση να απαντήσω. Πάντως το έργο αυτό με έχει σοκάρει. Είναι δέκα συμμαθητές και δεν μπορείς να το πιστέψεις το πώς εξελίσσονται οι ζωές τους. Κάθε φορά που το διαβάζω, κλαίω στα ίδια σημεία. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι συνέβησαν όλα αυτά σ’ αυτούς τους δέκα ανθρώπους. Δεν μπορείς να φανταστείς ποια είναι η εξέλιξή τους. Ο χθεσινός τους συμμαθητής, κάτω από την επήρεια τι; Ιδεοληψιών; Ιδεολογιών; Διαβάζοντας αυτό το έργο πάντως ένιωσα τι σημαίνει ιδεολογία. Το δικό μου είναι σωστό και το δικό σου λάθος; Αυτό είναι το ερώτημα που θέτω. Αυτό είναι ιδεολογία. Είναι απίστευτο, πάντως, πώς φθάνουν εκεί που φτάνουν αυτοί οι άνθρωποι, κάτω από ποιες συγκυρίες. Τι είναι αυτό που φωλιάζει μέσα τους. Είναι δέκα συμμαθητές πολύ αγαπημένοι. Εξαιρετική τάξη. Η τάξη δεν είναι απλώς μία σειρά. Είναι χωρικό σημείο. Είναι χώρος. Είναι η τάξη. Μέσα στην τάξη. Αυτό είναι η δική μου ανάγνωση. Νομίζω ότι έχει ενδιαφέρον, πώς συμβαίνει, να επιστρέφουν στην τάξη. Ό,τι και να συμβαίνει, να επιστρέφουν στην τάξη. Η παρουσία δηλαδή της τάξης πρέπει να είναι ισχυρή. Και σε επίπεδο αίθουσας εννοώ, χώρου κιόλας, όχι μόνο σειράς.

 

- Μελλοντικά, τι θα θέλατε να σκηνοθετήσετε; Υπάρχουν έργα τα οποία έχετε στο μυαλό σας;

 

* Υπάρχουν έργα που με ενδιαφέρουν πάρα πολύ. Όπως του Ουαζντί Μουαουάντ, που έχει γράψει τις «Πυρκαγιές». Αυτός ο συγγραφέας μου αφήνει κάτι το αξεδιάλυτο το οποίο με ενδιαφέρει πολύ να το προσεγγίσω. Έχει ένα μυστήριο, που προβάλλει μέσα από τον πόνο, την αγάπη. Έργα που έχουν αυτό το στοιχείο, με ενδιαφέρουν. Αυτό που είπατε πριν, η συγνώμη και η αγάπη, είναι από τα πράγματα που με ενδιαφέρουν στο θέατρο. Όπως επίσης και το ανεκπλήρωτο. Η αίσθηση του ανεκπλήρωτου.


- Ποιους ηθοποιούς θα θέλατε να είχατε σκηνοθετήσει;


* Από αυτούς που πέρασαν και δεν ζουν;


- Ναι, από αυτούς που βλέπατε παιδί.


* Αισθάνομαι ότι ποτέ δεν μπορώ να τους δω κάτω από τη δική μου μπαγκέτα. Αισθάνομαι ότι ανήκαν πραγματικά σε άλλη εποχή. Κουβαλούσαν έναν πλούτο και είναι ολίγον τι μυθοποιημένοι μέσα μου.


- Τους βλέπετε με δέος;


* Ναι, με δέος τους βλέπω. Δηλαδή την Έλλη Λαμπέτη, την Κατερίνα Χέλμη, τον Νίκο Κούρκουλο, τον οποίο είχα την τύχη να γνωρίσω με το «Καλιφόρνια Ντρίμιν» (2004) στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου και ήταν εξαιρετική η επαφή που είχα μαζί του.


- Για ποιο πράγμα μέχρι τώρα είσαστε περήφανος;


* Είμαι υπερήφανος γιατί ό,τι έχω κατακτήσει μέχρι τώρα, το έχω κατακτήσει με πάρα πολύ κόπο. Δεν μου χαρίστηκε κάτι. Από πού έχω ξεκινήσει και το πού έχω φθάσει. Για τη μεγάλη πορεία δουλειάς. Είμαι λίγο ανικανοποίητο άτομο και γκρινιάρικο, αλλά και αγχωτικό. Υπάρχουν όμως στιγμές που λέω μέσα μου: πρέπει να νιώθεις και λίγη ευγνωμοσύνη απέναντι στον εαυτό σου και στους ανθρώπους που σε εμπιστεύθηκαν τη δεδομένη στιγμή. Δεν μου ανοίχτηκαν οι πόρτες. Νομίζω ότι σε κανέναν δεν ανοίγονται. Χρειάστηκε πολλή δουλειά, γιατί έπρεπε και εγώ να ζυμωθώ. Και νομίζω ότι από όλους τους χώρους έχω κερδίσει.


- Τι τίτλο θα βάζατε στη μέχρι τώρα σταδιοδρομία σας;


* «Λάθε Βιώσας».


- Το 2015 σκηνοθετήσατε το «Συγγνώμη» της Ισπανίδας Μάρτα Μπουτσάκα, ένα έργο για τη βία στην εφηβεία.

 

* Ήταν πολύ ωραίο έργο. Επρόκειτο να επαναληφθεί. Δυστυχώς, δεν βοήθησαν οι συγκυρίες, γιατί το ζητάει αρκετός κόσμος. Ήταν μία παράσταση που είχε πολύ ενδιαφέρον, νομίζω για τους εφήβους κυρίως και για τις οικογένειες και για τη στάση των γονιών. Δεν το έχουμε εγκαταλείψει όμως, γιατί όλος ο θίασος το θέλει πολύ, όλοι οι συνεργάτες θέλουν να επαναληφθεί.

Με την ΜπέλαΜε την Μπέλα

- Για ποιο λόγο εσείς θα ζητούσατε συγγνώμη;


* Γενικά είμαι της συγγνώμης. Είμαι φύση ενοχική και τη συγγνώμη την έχω αρκετά. Κυρίως ζητάω συγγνώμη από τους ανθρώπους που είναι ανοιχτοί και που εγώ δεν είμαι τη δεδομένη στιγμή ανοιχτός μαζί τους. Από αυτούς ζητάω συγγνώμη και έχουν υπάρξει τέτοιες περιπτώσεις ανθρώπων πολλών, που ήταν ανοιχτοί, γενναιόδωροι μαζί μου και εγώ ήμουν κλειστός απέναντί τους.


- Από την πείρα σας, τι νομίζετε σήμερα ότι ζητάει το κοινό από το θέατρο;


* Στην Ελλάδα έχουμε ένα πάρα πολύ καλό θέατρο, πολυμορφικό και πολυτασικό, που μπορεί να καλύψει τις ανάγκες και τα γούστα όλων των ανθρώπων. Νομίζω ότι κατά κάποιο τρόπο εμείς κατευθύνουμε τα πράγματα. Υπάρχουν κάποιοι μηχανισμοί που, κατά έναν περίεργο τρόπο, προσπαθούν να κατευθύνουν τις προτιμήσεις του κοινού. Το κοινό από μόνο του, έχει και κριτήριο και αισθητήριο και μπορεί να επιλέξει. Νομίζω ότι γενικά το κοινό πιάνει. Έχει σήμανση, όταν δεν το εξαπατάς. Και νομίζω ότι σήμερα ολοένα και σπανίζει πια αυτό. Ξέρει κανείς ότι η αγορά είναι πολύ δύσκολη και ότι αυτό που πρέπει να καταθέσει, πρέπει να είναι αποτέλεσμα πραγματικής δουλειάς και ανάγκης. Ο κόσμος έχει ανάγκη να νιώσει τη συγκίνηση. Την αναζητά. Θέλει να ξανανιώσει ότι ανήκει κάπου και θέλει να νιώσει όμορφα στη διαδικασία της παράστασης. Και όταν λέω όμορφα, εννοώ το να μπορέσει να δει πράγματα, όχι με τα οποία θα ταυτιστεί, αλλά στα οποία θα συναντήσει ρωγμές, που μέσα σε αυτές θα δει τον εαυτό του. Ζητάει να δει τον εαυτό του.


- Η κρίση πιστεύετε ότι είναι πραγματικό εμπόδιο στη δημιουργία, ή το χρησιμοποιούμε και ως πρόσχημα;


* Κρίση εμείς είχαμε πάντα στο θέατρο και πριν εδραιωθεί η κρίση. Βέβαια όχι σε τέτοιο βαθμό. Και θετικά και αρνητικά έχει. Γιατί μας έχει κάνει και πιο ανθρωποφαγικούς από την άλλη. Δεν είναι τα πράγματα ιδανικά και μαγικά. Υπάρχει μία κατάσταση, από τη μία στέρησης ανθρώπων που δεν μπορούν να είναι μέσα στα πράγματα και μένουν εκτός και κάποιων ανθρώπων που άπληστα κάνουν τέσσερις και πέντε δουλειές μέσα στην ίδια σεζόν. Δεν ξέρω αν όλα είναι απόρροια δημιουργικότητας. Από τη στιγμή όμως που το κοινό συντρέχει και παρακολουθεί…


- Μας έχει κάνει πιο δημιουργικούς;


* Νομίζω ότι στο περιβάλλον της εκάστοτε συνθήκης που στήνεται, εκεί οφείλεται η δημιουργικότητα. Είναι ζήτημα πιο πολύ έμψυχου δυναμικού. Οι συνθήκες, οι οικονομικές βέβαια, κάποια στιγμή έρχονται και δημιουργούν εμπόδια. Και μπορεί αυτό να αλλάξει κάπως το περιβάλλον. Αλλά, αν πραγματικά είναι ισχυρή η συνοχή του θιάσου, της ομάδας των ανθρώπων που θέλουν να μιλήσουν για κάτι, νομίζω ότι δεν μπορεί εύκολα κάτι να τους διαλύσει. Απλώς αυτό πολλές φορές γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης. Ξέροντας ότι θα το κάνουν και με λιγότερα. Και έχει εδραιωθεί μία κατάσταση τέτοια, που είναι αρκετά ταπεινωτική νομίζω. Όπως ότι οι περισσότεροι είμαστε συμπαραγωγοί πια παντού, με ποσοστό, και αυτό ακόμα λέει πολλά.


- Τι μπορεί να σας απογοητεύσει;


* Να ξέρω ότι μπορώ να το κάνω καλύτερα και να μην κατάφερα, ή να μην πρόλαβα να το κάνω. Για άλλους λόγους, που δεν σχετίζονται πάντα με μένα. Αυτό με απογοητεύει. Κυρίως αυτό. Οι απογοητεύσεις πάντως είναι από μένα για μένα. Δεν μου φταίνε οι άλλοι. Προσπαθώ πάντα να παίρνω το μερίδιο της ευθύνης μου. Αυτό που αντιστοιχεί και αναλογεί σε εμένα. Αυτό πάντως με απογοητεύει κάποιες φορές. Ότι δεν υπάρχει ο χρόνος, ή ότι δεν οργανώθηκα σωστά, ούτως ώστε αυτό που παραδίδω να με εκφράζει εκατό τοις εκατό. Και όταν συμβαίνει ξέρετε αυτό, είμαι γαλήνιος μέσα μου. Αισθάνομαι ότι αυτό μπόρεσα, αυτό έκανα. Όταν όμως αισθάνομαι ότι κάτι λείπει και δεν το έφθασα, είναι λίγο βασανιστικό.


- Συμβαίνει με τους ανθρώπους που είναι πολύ απαιτητικοί με τον εαυτό τους.


* Είμαι εγώ απαιτητικός με τον εαυτό μου. Βάζω αρκετά ψηλά τον πήχη.


- Είστε και τελειομανής;


* Δεν ξέρω εάν είμαι τελειομανής. Η αγωνία μου πάντως είναι να διατηρηθούν και οι ανθρώπινες σχέσεις, που στο θέατρο, ξέρετε, αυτό πια είναι το 50%.

Με τον ΠέτροΜε τον Πέτρο- Σημασία για σας περισσότερο έχει το έργο, ο φορέας ή η συνεργασία;


* Νομίζω όλα. Το να υπάρχει συγκρουσιακό περιβάλλον, πιστεύω στο συγκρουσιακό περιβάλλον, πιστεύω ότι είναι γόνιμο και δημιουργικό. Το συγκρουσιακό όμως που συμβάλλει στη συνοχή. Που ουσιαστικά μας κάνει από διαφορετικές κατευθύνσεις να συναντηθούμε, τόσο που να μην ξέρουμε τα όρια του ενός και του άλλου. Να μην ξέρουμε τι κατέθεσε ο ένας και τι έβαλε ο άλλος. Να ανήκει σε όλους. Αυτό είναι το ζητούμενό μου, δεν σημαίνει ότι το πετυχαίνουμε πάντα.


- Τι μουσική ακούτε και τι διαβάζετε τις ελεύθερες ώρες σας;


* Ως προς τη μουσική, έχω μία περίεργη σχέση μαζί της, δηλαδή παθαίνω εμμονές. Δεν έχω κάτι αποκλειστικά, αλλά πάντως μπορώ ν’ ακούσω τα πάντα. Εξαρτάται πολύ από τη διάθεσή μου και κυρίως με κινεί πιο πολύ το πού βρίσκομαι κάθε φορά, σε ποια φάση βρίσκομαι, εννοώ της δουλειάς μου πάντα. Τα πάντα προσανατολίζονται γύρω από το ποιο έργο πρόκειται να κάνω ή σε ποια συνεργασία βρίσκομαι. Μου καθορίζει πολύ αυτό τις μουσικές μου επιλογές. Με έναν περίεργο τρόπο, με επηρεάζουν και οι άλλοι. Δηλαδή αυτό που θα μου πει ο άλλος, το ακούω. Ως προς τα βιβλία, λατρεύω τη λογοτεχνία. Δεν σταματάω. Παρακολουθώ και την ελληνική λογοτεχνία και τη σύγχρονη νεοελληνική. Διάβασα τη «Νίκη» του Χρήστου Χωμενίδη, πρόσφατα. Άργησα βέβαια. Αλλά πραγματικά θεώρησα ότι ήταν ένα βιβλίο - σταθμός, κατά τη γνώμη μου. Γενικότερα όμως παρακολουθώ τη λογοτεχνία, τα καινούργια βιβλία που βγαίνουν και κάπου κάπου επιστρέφω στα παλιά. Σε στιγμές κρίσης προσωπικής, συνειδησιακής, επιστρέφω στον Ντοστογιέφσκι. Αλλά γενικά, διαβάζω πολλή Ιστορία. Εάν ξεκινούσα τώρα, πραγματικά θα σπούδαζα την επιστήμη της Ιστορίας. Με μαγεύει. Και νομίζω ότι είμαστε πολύ κοντά εμείς οι άνθρωποι του θεάτρου με την Ιστορία. Δεν κάνουμε τίποτα άλλο, παρά να λέμε ιστορίες άλλων. Και έχει ενδιαφέρον να βλέπεις τη μεγάλη ιστορία, πώς επηρεάζει τη μικρή ιστορία. Και επειδή στα έργα που έχω κάνει εγώ, θέλετε γιατί αυτός είναι ο οπλισμός μου, υπάρχει πάντα η αντανάκλαση της Ιστορίας. Μου είναι αδύνατον να δω κάτι, αν δεν το δω ενταγμένο ιστορικά.


- Και στα θεατρικά έργα πέφτουμε πάνω στην Ιστορία, σε ιστορικά γεγονότα και μαθαίνουμε και από το θέατρο.


* Και βλέπουμε τον μικρόκοσμο. Είναι τεράστια η συμβολή του θεάτρου. Μα ο «Μεγάλος Περίπατος του Πέτρου» Ιστορία είναι ουσιαστικά. Όπως επίσης και «Η Τάξη μας».


- Αν δεν σας έχω κουράσει και αν δεν θέλετε να πείτε εσείς κάτι που δεν κάλυψα εγώ, θα ήθελα να προχωρήσω στην τελευταία ερώτηση.


*Σας ευχαριστώ πολύ. Δεν ξέρω τι έχει βγει, αυτό εσείς το ξέρετε που θα το ακούσετε. Αλλά ένιωσα ότι μου κάνατε ένα ολόκληρο ταξίδι.


- Εμένα, πάντως, μου άρεσε να σας ακούω...


* Είστε ευγενικός άνθρωπος. Και είναι πολύ συγκινητική η αγάπη σας για το θέατρο, γι’ αυτό σας αγαπάνε όλοι. Έχετε αποδοχή στο θέατρο μεγάλη.


"Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα" ("Αγγέλων Βήμα")"Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα" ("Αγγέλων Βήμα")- Σας ευχαριστώ, κάνω ό,τι μπορώ και μου αρέσει το θέατρο. Το αγαπώ από νεαρή ηλικία. Είχατε το 2014 σκηνοθετήσει εκείνο το εξαίσιο -θα μπορούσα να πω- έργο, το «Ποιος Σκότωσε τον Σκύλο τα Μεσάνυχτα», που ήταν για το ρατσισμό, για τη διαφορετικότητα. Ήθελα να σας ρωτήσω ποια είναι η σχέση σας με τα ζώα;


* Έχω και σκύλο και γάτα στο σπίτι μου. Όσο περνούν τα χρόνια, είναι οι στιγμές της χαλάρωσής μου αυτές. Δεν υπάρχουν άλλες. Νομίζω ότι τίποτα δεν με κάνει τόσο πλήρη, παρά παρατηρώντας τα. Όχι πάντα παίζοντας μαζί τους. Ειδικά το γατί που το ανακαλύπτω και επειδή είναι τόσο διαφορετικό από το σκύλο, που νομίζω ότι το ξέρω καλύτερα.

 

Η Μπέλα και ο Πέτρος

 

* Είναι η Μπέλα και ο Πέτρος. Ο Πέτρος είναι γάτος και η Μπέλα είναι ο σκύλος. Είναι και τα δύο του δρόμου. Την Μπέλα νομίζω ότι την ξέρω καλύτερα, επειδή τα σκυλιά σου παραδίδονται άνευ όρων, τα διαβάζεις πιο εύκολα, νομίζεις κιόλας ότι τα διαβάζεις πολλές φορές, γιατί και αυτό το έχω σκεφτεί. Μου κάνει τρομερή εντύπωση το τι έχω κερδίσει από το γάτο. Ο τρόπος που παρατηρεί, ο τρόπος που ελέγχει το χώρο, οι αντιστάσεις του, το γεγονός ότι ξέρει τη στιγμή του, αυτό το πράγμα με έχει μαγέψει. Πότε και πώς θα προχωρήσει, τόσο αθόρυβα, έχω μαγευτεί. Κάθε πρωί αφού ξυπνήσω, βγάζω έξω την Μπέλα και αφήνω την πόρτα ανοιχτή, γιατί ο Πέτρος δεν βγαίνει, βγαίνει για λίγο, δεν τον αφήνω παραπάνω και τον παρακολουθώ, έχω το νου μου. Η Μπέλα ξέρω πού θα πάει και τι θα κάνει. Επειδή είναι μονοκατοικίες εκεί στην Καστέλλα όπου μένω, έχω αυτή την πολυτέλεια, δεν υπάρχει πρόβλημα να είναι μόνη της για λίγο. Και παρατηρώ αυτόν. Είναι τεράστιο το κέρδος μου. Δεν περιγράφεται με λόγια. Αισθάνομαι ότι επιστρέφουμε στη φύση μας. Ευτυχώς που υπάρχει και αυτό το κομμάτι και μου θυμίζει λίγο τη φύση μας. Αυτές οι στιγμές, βρε παιδί μου, που δεν κάνει απολύτως τίποτα. Αυτό με τρελαίνει, το πώς είναι εκεί και παρατηρεί. Να μπορούσα να το είχα. Ή επίσης, πότε θέλει το χάδι, πότε δεν θέλει καθόλου να πλησιάζεις, πότε επιζητά και έρχεται και τρίβεται πάνω σου.

 

Τα ζώα

 

* Με τα ζώα είναι άριστη η σχέση μου. Δυστυχώς δεν μπορώ πολύ να προσφέρω. Θα ήθελα πολύ περισσότερο. Και αν πραγματικά βρω χρόνο, αυτό το έχω πει, όταν πάρω τη σύνταξή μου, δεν υπάρχει περίπτωση, θα είμαι στους δρόμους. Ταΐζουμε και τα γατιά της γειτονιάς. Αυτό που σου δίνουν, το δίνουν χωρίς προϋποθέσεις, άνευ όρων. Έχουν μία διαρκή ευγνωμοσύνη. Κοινότοπα πράγματα λέω τώρα, που όποιοι έχουν ζώα γι’ αυτούς είναι δεδομένα αυτά. Αλλά εγώ κάθε φορά που το ανακαλύπτω. Επίσης, η χαρά που κάνουν όταν έρχομαι, που με περιμένουν και τα δύο.

 

"Συγγνώμη" (θέατρο "Σταθμός")"Συγγνώμη" (θέατρο "Σταθμός")

* Ο Τάκης Τζαμαργιάς γεννήθηκε στον Πειραιά το 1959.

Σπούδασε θέατρο και παιδαγωγικά. Εκπαιδευτικός, σκηνοθέτης, κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος του Πανεπιστημίου Αθηνών με ειδίκευση «Θέατρο στην εκπαίδευση».

Επί εικοσαετία δάσκαλος στη δημόσια πρωτοβάθμια εκπαίδευση, δίδαξε τεχνικές θεάτρου σε επιμορφωτικά σεμινάρια εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και στο Σύλλογο Θεατρολόγων, θεατρικό αυτοσχεδιασμό στις Φυλακές Ανηλίκων Κορυδαλλού, ενώ είναι καθηγητής υποκριτικής στη Δραματική Σχολή του Πειραϊκού Συνδέσμου.
Για δεκατέσσερα συνεχή χρόνια διευθύνει το Θεατρικό Εργαστήρι του Δήμου Κερατσινίου. Έχει ανεβάσει έργα ελληνικού κυρίως ρεπερτορίου, είτε ως υπεύθυνος της Θεατρικής Σκηνής του Δήμου Κερατσινίου - της οποίας υπήρξε και ιδρυτής - και της Εταιρείας Δυτικά της Πόλης, είτε συνεργαζόμενος με ελεύθερους θιάσους και την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.
Επίσης, έχει λάβει μέρος σε συνέδρια και ημερίδες με αντικείμενο το θέατρο στο σχολείο και έχει γράψει άρθρα για το θέμα αυτό.
Διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο Παιδαγωγικό Τμήμα.
"Ριχάρδος Γ" ("Σύγχρονο Θέατρο")"Ριχάρδος Γ" ("Σύγχρονο Θέατρο")

Ριχάρδος Γ' - κριτική παρουσίαση του catisart.gr

 

Η τάξη μας

του Ταντέους Σλομποντζιάνεκ

 

ΚΤΙΡΙΟ ΤΣΙΛΛΕΡ - ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ - ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ
Η καθηλωτική αφήγηση της ζωής 10 πολωνών συμμαθητών, που τους συνδέει η κοινή εθνικότητα και τους διαχωρίζει η διαφορετική θρησκεία. Όταν ο ναζισμός εισβάλλει στη χώρα τους, οι σχέσεις που είχαν κτιστεί μέσα στη σχολική τάξη καταρρέουν. Θηριωδία και μίσος παίρνουν τη θέση της συνύπαρξης και της αλληλοϋποστήριξης. Το μίσος γεννά νέο μίσος και ο άνθρωπος βγάζει στην επιφάνεια τα πιο απρόβλεπτα στοιχεία του εαυτού του. Άραγε ο χρόνος μπορεί να επουλώσει τις πληγές; Το σήμερα να αθωώσει το χθες; Πώς ησυχάζει η ψυχή, όταν έχει αποκαλύψει τις πιο σκοτεινές πτυχές της;

* Πρώτη παράσταση: 27/04/2017
Τελευταία παράσταση: 28/05/2017

 

Συντελεστές

 

Μετάφραση Έρι Κύργια
Σκηνοθεσία Τάκης Τζαμαργιάς
Σκηνικά - κοστούμια Ελένη Μανωλοπούλου
Μουσική Δημήτρης Μαραμής
Φωτισμοί Σάκης Μπιρμπίλης
Κίνηση Ζωή Χατζηαντωνίου
Βοηθός σκηνοθέτη Μάκης Μεζόπουλος
Διανομή:
Κώστας Γαλανάκης
Καίτη Κωνσταντίνου
Αλέξανδρος Μαυρόπουλος
Ράνια Οικονομίδου
Άλκης Παναγιωτίδης
Θέμης Πάνου
Γιώργος Πυρπασόπουλος
Κωνσταντίνα Τάκαλου
Βασίλης Μαγουλιώτης
Γιάννης Νταλιάνης