Δευτέρα
27
Μαρτίου
2017
Σελήνη
28 ημερών
Λήδα, Λύδα, Λυδία, Μακεδόνιος, Μακεδόνας, Μακεδόνης, Μακεδονία, Μακεδονούλα, Μακεδονίτσα, Μακεδών, Φίλητος, Φιλήτα, Φιλήτη, Ματρώνα, Ματρόνα

Κυνηγήστε μας...

Translate

Greek Arabic Dutch English French German Italian Portuguese Russian Spanish Swedish Turkish

Κώστας Νικούλι: "Να ακούμε τον εαυτό μας και να μην αποφασίζουν άλλοι για μας…"

 

Του Παναγιώτη Μήλα

 

Τον λένε Ντάνι και τον γνώρισα σε μια σκοτεινή αίθουσα. Εκείνη την ημέρα έκανε μια στάση στο περιπετειώδες ταξίδι του. Ήταν μαζί με τον αδελφό του, τον Όντι. Παρέα του είχε και το μικρό του κουνέλι. Όση ώρα κράτησε η προβολή, το κοινό μαγεύτηκε. Γιατί περί ταινίας επρόκειτο. Όταν άναψαν τα φώτα, μάταια τον αναζήτησα τριγύρω. Είχε φύγει. Ήθελα να του μιλήσω αλλά… δεν τα κατάφερα. Πέρασαν δύο χρόνια από τότε. Δεν τον είχα ξεχάσει ως ηθοποιό και ήμουν πεπεισμένος πως θα τον ξανασυναντούσα. Θυμόμουν πάντα την εκφραστικότητά του, το βλέμμα του, έντονο και αληθινό.

Το φθινόπωρο τον είδα πάλι σε μια αίθουσα, αυτή τη φορά θεάτρου. Δεν ήμουν όμως σίγουρος πως είναι ο Ντάνι γιατί δεν κρατούσε το κουνελάκι του. Μπερδεύτηκα περισσότερο όταν άκουσα μια όμορφη κυρία να τον αποκαλεί Ιππόλυτο. Σάστισα προς στιγμήν, επειδή γυρνώντας προς εμένα μου είπε πως (θα) τη λένε Φαίδρα και πως ο νεαρός (θα) είναι ο γιος της ο Ιππόλυτος… Γρήγορα αναγνώρισα την Παρθενόπη Μπουζούρη. Θα ήταν η μητέρα του, αν έπαιζαν τη «Φαίδρα» στο Θέατρο Τέχνης, που ματαιώθηκε. Τα φώτα χαμήλωσαν. Στη σκηνή άρχισαν να ανεβαίνουν πολλοί, παλιοί και νέοι, για να ανακοινώσουν τα καινούργια τους έργα. Αυτή τη φορά, όταν άναψαν τα φώτα, δεν άφησα το νεαρό να φύγει. Τον ακολούθησα στο φουαγιέ. Του ζήτησα τον αριθμό του κινητού του για να επικοινωνήσω μαζί του. Μου τον έδωσε, μαζί με το όνομά του: Ήταν ο Ντάνι ο τρομερός, από το εξαιρετικό "Xenia" του Πάνου Κούτρα, που με τον Νίκο Γκέλια σάρωσαν τα βραβεία.

Ήταν ο Κώστας Νικούλι… και είναι τώρα μαζί μας, εδώ στο catisart.gr, όχι για ένα διάλογο αλλά για ένα μονόλογο. Μας διηγείται τα όμορφα παιδικά του καλοκαίρια στους Αγίους Σαράντα, τη δαιδαλώδη οικογενειακή ιστορία των παππούδων του που θυμίζει σάγκα, αναμνήσεις για δασκάλους και δασκάλες. Ακόμα μας περιγράφει την αγάπη του για τη θάλασσα, την τέχνη και τη γάτα του την «Μπλου-μπλου». Μας αφηγείται την πρώτη του επαφή με το θέατρο, τη σχέση του με τον... Άι Βασίλη και τη γνωριμία του με τον Πάνο Κούτρα. Ακόμα θυμάται τα χρόνια της σχολής και τα γυρίσματα του "Xenia" και εκδηλώνει τη χαρά του για το πρώτο του ταξίδι στο σανίδι σ' ένα ιστορικό θέατρο, με το έργο «Ρομπέρτο Τσούκο» του Μπερνάρ Μαρί Κολτέζ, σε σκηνοθεσία Άντζελας Μπρούσκου, που παρουσιάζεται στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης και στο οποία συμμετέχει. "Να ακούμε τον εαυτό μας και να μην αποφασίζουν άλλοι για μας…", μας λέει με μια σπάνια, για την ηλικία του, ωριμότητα. Αξίζει να τον ακούσουμε καθώς «κυκλοφορεί» ανάμεσα σε δέκα ρήματα…

 

ΣΥΝΔΕΩ

 

* Με λένε Κώστα Νικούλι, έχω γεννηθεί κι έχω μεγαλώσει στην Αθήνα. Οι γονείς μου κατάγονται από Αλβανία. Έχουν γεννηθεί εκεί. Εκεί και ο αδελφός μου, ο Μάριος, που είναι 4 χρόνια μεγαλύτερός μου. Στη συνέχεια ήρθαν όλοι στην Ελλάδα το 1992 και έτσι έγινε η σύνδεση της Αθήνας με την πόλη μου, τους Αγίους Σαράντα. Εκεί γύριζα σχεδόν κάθε καλοκαίρι, κοντά στους παππούδες. Σχολείο πήγα εδώ. Η πρώτη γλώσσα ήταν τα ελληνικά και αυτό έγινε έπειτα από επιλογή των γονιών μου. Παρ’ όλα αυτά είχα θέμα στο σχολείο με συμμαθητές. Αυτό που θυμάμαι όμως ήταν να υπερηφανεύομαι κάθε φορά όταν μιλούσα για την καταγωγή μου. Θυμάμαι χαρακτηριστικά, να μου κάνει παρατήρηση ο πατέρας μου για μια έκθεση που έγραφα στο Δημοτικό. Επειδή μιλούσα για μια συγκεκριμένη τοποθεσία στους Αγίους Σαράντα. Μου έλεγε: «Γιατί το βάζεις αυτό το όνομα; Δεν θα καταλάβει κανένας τι εννοείς». Εγώ όμως ήθελα να μιλάω για το Giro. Μια αγαπημένη περιοχή της πόλης. Έναν πεζόδρομο, όπου όλος ο κόσμος πηγαίνει για να κάνει «περαντζάδα». Το λένε «bulevardi», απ’ το «λεωφόρος» ή giro, όπως λέμε τη βόλτα. Ένας πλακόστρωτος δρόμος δίπλα στη θάλασσα. Εκεί υπάρχουν πολλά μαγαζάκια που πουλάνε σουβενίρ και τουριστικά αντικείμενα. Όλη η πόλη κάνει βόλτα. Πηγαίνουν μέχρι το τέρμα, γυρίζουν και κάθονται για έναν καφέ ή ένα γλυκό. Αυτό όμως που θέλουν πιο πολύ είναι να περπατήσουν εκεί μόνο και μόνο για να δούνε άλλο κόσμο και να συναναστραφούν με φίλους.

 

Οικογένεια

 

Εκεί, στους Αγίους Σαράντα, πήγαινα κάθε καλοκαίρι για τρεις μήνες. Πιο πολύ για να νιώσω την αγκαλιά των παππούδων και των γιαγιάδων μου. Τώρα ζει μόνον ο πατέρας της μητέρας μου. Τους έζησα όλους. Είναι μια μεγάλη ιστορία, γιατί ο πατέρας της μητέρας μου έχει γεννηθεί στο… Κονγκό. Η μητέρα του ήταν μιγάς. Ο παππούς γεννήθηκε εκεί μαζί με την πρώτη αδελφή του. Τους έστειλαν τότε στην Ελλάδα, για να μάθουν ελληνικά. Πήγανε στο Αρσάκειο. Η οικογενειακή ιστορία είναι σαν ένα κουβάρι, πολύχρωμο και μπλεγμένο. Θα την πω, αν και δεν θα βγει νόημα στο τέλος… Ο παππούς λοιπόν είχε κι άλλον έναν αδελφό από άλλο πατέρα, που έμενε στην Αλβανία. Η μητέρα του πέθανε. Είχε όμως έναν γιο που έμενε εκεί πέρα. Αυτός κατέβηκε στην Αθήνα μια φορά να ζητήσει χρήματα για τα δυο άλλα αδέλφια. Ο πατέρας του παππού μου, του λέει: «Φέρε μου τα παιδιά εδώ πέρα. Γιατί γύρισες χωρίς τα παιδιά;». Τέλος πάντων, τον ξαναστέλνει να τα πάρει. Πάει και τα φέρνει από την Ελλάδα στην Αλβανία ώστε να προετοιμαστούν και να ξαναφύγουν. Εκείνη τη στιγμή κλείνουν τα σύνορα, την περίοδο Χότζα, και μένει στην Αλβανία για πάντα μαζί με την αδελφή του. Ο μεγάλος ο αδελφός (από την άλλη γυναίκα) πέθανε, δεν τα κατάφερε. Και έμεινε μόνος του ο παππούς. Το ωραίο της ιστορίας ήτανε ότι όλοι εμείς οι υπόλοιποι γνωρίσαμε το άλλο σόι, που είχε περάσει από το Κονγκό, μόλις πριν από 4 χρόνια, το 2012. Είναι πολύ περίεργο να έχεις συγγενείς και να μην τους ξέρεις. Συναντήθηκαν όταν ο παππούς ήταν 74 χρονών. Τόσα χρόνια δεν είχανε βρεθεί ποτέ. Αληθινός λαβύρινθος για να καταλάβει κανείς από πού αρχίζει και πού τελειώνει η ιστορία τους. Την ίδια στιγμή από τη μεριά του πατέρα, ζούσαν όλοι εκεί. Ο παππούς μου αργότερα, αν και δεν το ήθελε, αναγκάστηκε για λόγους υγείας να έρθει στην Αθήνα και να αφήσει πίσω τους φίλους και το κόμμα. Ζούσε μέχρι τέλους μαζί μας στο Παλαιό Φάληρο. Τώρα στο πατρικό μου μένω μόνο εγώ με τον αδελφό μου, τον Μάριο. Οι γονείς μου γύρισαν το 2012 στην Αλβανία. Ο πατέρας μου στα Τίρανα και η μητέρα μου είναι στους Άγιους Σαράντα. Μια απόσταση 4 ωρών επειδή δεν είναι πολύ καλός ο δρόμος. Παλιά η Αλβανία είχε τρομερή σιδηροδρομική γραμμή αλλά την κατάργησαν επί Χότζα και δεν φτιάχτηκε ποτέ ξανά.

 

 

Οι αναμνήσεις μου κυρίως είναι από το Παλαιό Φάληρο και από τους Αγίους Σαράντα. Επειδή δουλεύανε οι γονείς μου, βρισκόμαστε κάπου όλοι μαζί για μία βδομάδα. Βέβαια μπορεί οι «ρίζες» μου να είναι στην Αλβανία αλλά σίγουρα φτάνουν μέχρι το Παλαιό Φάληρο. Από τη μία θάλασσα στην άλλη. Το καλό είναι ότι με κάποια παιδιά από κει έχουμε ακόμα επαφές και είναι πολύ ωραίο. Είναι τέλειο. Γιατί οι άνθρωποι μερικές φορές αλλάζουνε και ξεχνάνε…

Μεγάλωσα λοιπόν εδώ πέρα. Έβγαινα, έκανα πολλή παρέα με τους φίλους μου. Έπαιζα ποδόσφαιρο από μικρός, από 5 χρονών μέχρι τα 16. Κι ο αδελφός μου έπαιζε αλλά και ο πατέρας μου. Γύρω από την μπάλα χτίστηκαν πολλές φιλίες. Όσο και να φαίνεται περίεργο, το ποδόσφαιρο με βοήθησε πολύ σε αυτό που κάνω τώρα. Από τότε που ήμουν μικρός έμαθα τι σημαίνει ομαδικότητα. Η μπάλα μού έμαθε να μοιράζομαι. Μου έμαθε να μη διεκδικώ την προσωπική προβολή. Με έμαθε πώς είμαι μέρος του συνόλου κι αν πάει καλά το σύνολο, θα πας κι εσύ καλά. Υπάρχει μια αλληλεπίδραση και με τους αντιπάλους και με τους συμπαίκτες που σε συνδέει μαζί τους για μια ζωή.

 

 

ΣΥΝΑΝΤΩ

 

* Στη συνέχεια είναι οι σπουδές. Στο Δημοτικό οι πρώτοι φίλοι και η πρώτη δύσκολη εμπειρία στην 4η τάξη. Εδώ συνάντησα μια αυστηρή δασκάλα, όπως έλεγαν όλοι οι μαθητές. Θα μας έπαιρνε στις τρεις τελευταίες τάξεις. Πανικοβλήθηκα λίγο και άρχισα να κάνω στη μάνα μου τον άρρωστο. Έλεγα ότι δεν είμαι καλά. Της τηλεφωνούσα και της ζητούσα να έρθει να με πάρει επειδή τάχα ζαλίζομαι. Αμέσως έτρεξε και με πήγε να κάνω εξετάσεις. «Το παιδί είναι μια χαρά. Δεν βρίσκουμε τίποτα», της είπαν οι γιατροί. Πέρασα μια δύσκολη χρονιά έτσι. Όμως στις επόμενες δύο τάξεις, στην 5η και στην 6η όλα άλλαξαν. Η δασκάλα αυτή, η κυρία Σπυριδούλα από την Κέρκυρα, κατάλαβε το πρόβλημά μου και με βοήθησε να το ξεπεράσω. Με έκανε να την αγαπήσω στο τέλος. Μου πρόσφερε πολλά και κατάφερε πολύ περισσότερα. Τη συνάντησα έπειτα από πολλά χρόνια και ένιωσα πολύ όμορφα. Δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Κατάφερε να με «ξεκλειδώσει».

 

Το "μικρόβιο"

 

Μετά, στο Λύκειο, υπήρξε μια άλλη καθηγήτρια –και από κει ξεκινήσανε όλα– η κυρία Ξένια Σίμου, που ήτανε φιλόλογος και είχε τη θεατρική ομάδα του σχολείου. Είδα μια ανακοίνωση που καλούσε όποιον ενδιαφέρεται για τη θεατρική ομάδα να πάει και να το δηλώσει. Το είδα και μου άρεσε. Αλλά το «μικρόβιο», να σας πω την αλήθεια, ξεκίνησε λίγο πιο παλιά. Στο Κατηχητικό, που κάναμε κάποια σκετς. Πιο πολύ παίζαμε εκεί, αν και κάναμε και κάποια μαθήματα. Δεν ήμουνα τόσο επιμελής στα μαθήματα. Η παρέα μου πήγαινε, οπότε αναγκαστικά πήγαινα κι εγώ. Φυσικά δεν το μετανιώνω. Πέρασα πολύ ωραία χρόνια. Και η αγάπη που μου έδωσαν εκεί δεν μετριέται. Μάλιστα κάναμε κάποια σκετς που τα φτιάχναμε μόνοι μας. Επανέρχομαι λοιπόν στο Λύκειο όπου είδα τη θεατρική ομάδα και μπήκα. Ξεκινήσαμε και στο τέλος της χρονιάς παρουσιάσαμε την «Πινακοθήκη των Ηλιθίων» του Νίκου Τσιφόρου. Το προετοιμάσαμε με μια πολύ ωραία ομάδα. Είχα γνωρίσει καινούργια παιδιά. Καμιά σχέση με την παρέα που είχα μέχρι τότε. Ήταν μαθητές απ’ όλο το σχολείο. Από όλους τους κύκλους μπορώ να πω. Και κάναμε αυτό το έργο. Όμως εκείνη τη χρονιά είχα μείνει σε 7 μαθήματα. Ναι! Σε 7 μαθήματα! Και ήτανε τρομερό όταν μετά την παράσταση ήρθε η φιλόλογος που με είχε αφήσει στη Λογοτεχνία και στην Ιστορία και μου είπε: «Κωνσταντίνε, συγχαρητήρια, μπράβο σου. Έμαθα όμως ότι είχες κάποια θεματάκια με τα μαθήματα». Και λέω εγώ από μέσα μου: «Σοβαρολογείτε; Με αφήσατε σε δύο μαθήματα και το λέτε… θεματάκια;». Ευτυχώς όμως τα κατάφερα το καλοκαίρι, όταν πήγα στην Αλβανία διάβασα πολύ. Με βοήθησε και ο παππούς μου που ήταν φυσικός. Τα ξεπέρασα, όλα. Ένιωθα πως όλοι έλεγαν: «Αυτό το παιδί, ίσως να το σπρώξουμε προς τα κει που του αρέσει». Έβλεπα τους καθηγητές μου να με αντιμετωπίζουν κάπως διαφορετικά. Αν ήμουνα ένας κακός μαθητής, θα έμενα για πάντα ένας κακός μαθητής και κανένας δεν θα ασχολιότανε μαζί μου. Όμως είχα καλή διάθεση για συνδιαλλαγή. Ήθελα να βρεθούμε και να μοιραστούμε πράγματα. Δεν θα ξεχάσω βέβαια πως όταν ερχόταν ο φυσικός και με ρωτούσε αν θα διαβάσω καθόλου, εγώ του απαντούσα: «Δεν υπάρχει περίπτωση» και εκείνος αναγκαζόταν να συμφωνήσει μαζί μου.

 

«Έστω παράσταση»

 

Παράλληλα με τη θεατρική ομάδα, πήγαμε και στο Εθνικό Θέατρο. Είδαμε τη «Φρεναπάτη» του Πιερ Κορνέιγ, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μαυρίκιου. Μεταξύ των άλλων έπαιζαν: Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, Ευγενία Αποστόλου, Γιάννης Βογιατζής, Γιώργος Γάλλος, Εύα Κοταμανίδου, Γιάννης Κότσιφας, Χρήστος Λούλης. Ήταν μεγάλος θίασος. Δεν τους θυμάμαι όλους. Βέβαια οι γονείς μου δεν είχα την παιδεία του θεάτρου οπότε σπάνια με πήγαιναν να δω κάποια παράσταση. Ασφαλώς δεν τους κατηγορώ. Και μόνο η παρουσία τους ήταν και είναι για μάς δώρο ζωής.

Να πω εδώ πως όταν ήμουν στη Β' Λυκείου, μαζί με δύο φίλους μου, που ήμασταν στην ομάδα, γράψαμε δικό μας χριστουγεννιάτικο έργο, που είχε ως θέμα τον Άι Βασίλη. Περάσαμε πολύ ωραία παρόλο το τρέξιμο και το άγχος. Μαζευόμασταν τα βράδια και καθόμασταν για να γράψουμε. Αν και πολύ κουραστική δουλειά εν τούτοις η δημιουργία μας έδινε τη δύναμη για να συνεχίσουμε. Έτσι την επόμενη χρονιά στην 3η Λυκείου, γράψαμε τη συνέχεια του Άι Βασίλη. Το νέο μας έργο το τιτλοφορήσαμε «Έστω παράσταση», από τον γνωστό μαθηματικό όρο «έστω».

Εκείνη την εποχή που κάναμε πρόβες στο έργο μας, είχα μάθει ότι ο σκηνοθέτης Πάνος Κούτρας ετοιμάζει καινούργια ταινία και ζητάει παιδιά αλβανικής καταγωγής, που να ξέρουν ελληνικά. Είχα πάρει απόφαση ότι ήθελα να ακολουθήσω αυτόν τον δρόμο.

Ολόκληρη η περίοδος που ακολούθησε ήτανε οντισιόν και δοκιμαστικά. Ο Κούτρας ψάχνοντας να βρει το σωστό δίδυμο. Είδε περισσότερα από 3.000 άτομα. Έκανα πολλά δοκιμαστικά μόνος μου μέχρι να έρθει η στιγμή να βρεθούμε μπροστά από τις κάμερες με τον Νίκο Γκέλια. Ακολούθησαν κι άλλα πολλά δοκιμαστικά και ως ζευγάρι μέχρι να πάρει ο Κούτρας την οριστική απόφαση.

Νωρίτερα είχα αποφασίσει να δώσω στη Δραματική Σχολή. Είχαν δώσει κι οι άλλοι φίλοι μου, και κάπως ήξερα τα πολύπλοκα διαδικαστικά.

 

 

Τότε, εκείνο το καλοκαίρι, ο παππούς μου συναντά ύστερα από χρόνια τ’ αδέλφια του και αποφασίζει να ανοίξει στην Αλβανία μια επιχείρηση με τους γονείς μου. «Θέλω να τη δουλεύετε εσείς», τους είπε και έτσι έφυγαν όλοι μαζί με την προοπτική να ζήσουν εκεί. Μου είπαν να πάω κι εγώ για να σπουδάσω στο Οικονομικό Κολέγιο. Είπα στη μητέρα μου πως θέλω να δώσω στη Δραματική Σχολή: «Άσε με να δώσω κι αν δεν περάσω θα έρθω μαζί σας. Αν περάσω όμως, θα μείνω». Κάπως έτσι το λύσαμε το πρόβλημα. Πέρασα στην επιτροπή του Υπουργείου, μετά περνάω στη Δραματική Σχολή του Ωδείου και, τέλος, ο Πάνος Κούτρας μου ανακοινώνει ότι με θέλει για την ταινία. Ήρθανε όλα μαζί. Έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στην ταινία και στις σπουδές. Διάλεξα το πρώτο επειδή δεν μπορούσα να παρακολουθώ παράλληλα και τα μαθήματα. Κάναμε την ταινία το 2013. Έτσι βρέθηκα από την Ξένια, στο Xenia. Από τη δασκάλα Ξένια Σίμου, στην ταινία. Σύμπτωση τρελή. Έχασα όμως το δικαίωμα για σπουδές στη Δραματική Σχολή του Ωδείου και την επόμενη σεζόν διάλεξα τη Σχολή «Δήλος» της Δήμητρας Χατούπη. Την ίδια εποχή οι γονείς μου εργάζονταν σκληρά έτσι ώστε εγώ να μπορώ να σπουδάζω.

 

 

Ολοκληρώνοντας όσα είχα να πω στο ρήμα «συναντώ» να θυμίσω ότι καταλύτες στην πορεία μου υπήρξαν η Δήμητρα Χατούπη, ο Πάνος Κούτρας και ο Νίκος Γκέλια. Θέλω όμως να αναφέρω ακόμα τον Κωνσταντίνο Γιάνναρη, που κάναμε την ταινία το «Ξύπνημα της Άνοιξης» που βγήκε πέρυσι. Έκανα έναν μικρό ρόλο στη μεγάλου μήκους ταινία του Δημήτρη Τζέτζα με τον τίτλο «The Rebublic». Ακολούθησαν κάποιες μικρού μήκους: Το «Forever young» σε σκηνοθεσία του Σπύρου Χαραλάμπους, με τη Βάνα Πεφάνη. Μετά ήταν το «Whack» της Σύνης Παππά και ο «Ιχθύς» από τον Χρύσανθο Μαργώνη. Τέλος, πέρυσι έκανα το «Cruiser» με τον Αριστοτέλη Μαραγκό, που μένει στην Αγγλία. Συνάντησα πολύ κόσμο μέχρι που έφτασα φέτος το καλοκαίρι να γνωρίσω και την κυρία Άντζελα Μπρούσκου αλλά και την Παρθενόπη Μπουζούρη που θα ήταν η μητέρα μου αν παίζαμε τη «Φαίδρα». Από το «Xenia» άνοιξε ο δρόμος για να τις συναντήσω και να βρίσκομαι τώρα στην πρώτη μου θεατρική δουλειά. Είμαι τυχερός που τώρα αρχίζω μια νέα διαδρομή με την Άντζελα Μπρούσκου που περισσότερο από σκηνοθέτις και καλλιτέχνις, είναι κυρίως δασκάλα. Από ’δω και πέρα θα είμαι δοσμένος ψυχή τε και σώματι στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Δεν έχω σπουδάσει κάτι άλλο, όμως σίγουρα θα αποκτήσω μεγαλύτερα εφόδια παρακολουθώντας σεμινάρια πάνω σε θέματα που με ενδιαφέρουν. Και στη μουσική, και στον χορό, και στην υποκριτική. Ήδη πέρυσι και στο Σαράγεβο και στο Βερολίνο έκανα σπουδές στα προγράμματα Talents Sarajevo και Talents Berlinale. Εκεί πάνε νέοι κινηματογραφιστές, διευθυντές φωτογραφίας, σκηνοθέτες, σεναριογράφοι, ηθοποιοί και δουλεύουν πάνω σε προτεινόμενα σενάρια. Ήταν μια εξαιρετική εμπειρία η γνωριμία μου με τόσους αξιόλογους ανθρώπους με τους οποίους συνδέθηκα με κάτι περισσότερο βαθύ πέρα από τα απλά λόγια. Μας ένωσε η αγάπη για το ίδιο αντικείμενο, η αγάπη για τον άνθρωπο, η αγάπη για τη μελέτη και για τη γνώση. Η γνώση ήταν ο συνδετικός κρίκος μεταξύ μας. Η ζωή μας δεν είναι χωρίς τέλος. Πρέπει λοιπόν να προσπαθούμε για το καλύτερο. Να προσφέρουμε χαρά, φαντασία, δημιουργικότητα. Όχι όμως με τη σκέψη της όποιας ανταμοιβής.

 

ΣΥΝΘΕΤΩ

 

* Βασικός παράγοντας της δημιουργικής σύνθεσης είναι κάτι που μου το έλεγε παλιά ο πατέρας μου, αλλά τότε δεν καταλάβαινα τι εννοούσε. Έλεγε λοιπόν πως «ο δρόμος είναι μεγάλο σχολείο». Άργησα να μάθω ότι μιλούσε για τον κόσμο και τη συναναστροφή. Επίσης τη δυνατότητα να παρατηρείς. Τώρα που το κατάλαβα απολαμβάνω πιο πολύ τη βόλτα στο κέντρο αφού έχω την ευκαιρία να παρατηρώ και να είμαι σε επαφή με την επικαιρότητα και την κοινωνία.

Πρόσφατα από το λεωφορείο που ήμουν παρατήρησα ένα αμάξι με σπασμένο το τζάμι που ο ιδιοκτήτης το είχε κολλήσει πρόχειρα με ταινία. Σκέφτηκα ότι τώρα ο άνθρωπος αυτός προτίμησε να καλύψει άλλες ανάγκες παρά να φτιάξει το αυτοκίνητό του. Έκανε, ίσως, κάτι που κάνουν και άλλοι συμπολίτες μας. Επέλεξε δηλαδή να μην κάνει υλικές σπατάλες και να διαθέσει την όποια του ενέργεια σε άυλα θέματα που του γεμίζουν το μυαλό και την ψυχή.

 

ΣΥΝΥΠΟΓΡΑΦΩ

 

* Πάντα στηριζόμουνα στην ομαδική δουλειά. Μου άρεσε να «συνυπογράφω». Όπως έκανα όταν έπαιζα ποδόσφαιρο, όταν έγραφα το θεατρικό για τον Άι Βασίλη, όταν έπαιζα στο «Xenia». Πιστεύω πως και ο χώρος που επέλεξα είναι κατάλληλος για ομαδική δουλειά. Αν προσέξουμε θα δούμε πως ακόμα κι ένα λογιστήριο είναι ομάδα. Μόνον έτσι μπορούμε να είμαστε πολύ πιο δυνατοί απ’ τον καθένα αν και ξέρω πως είναι δύσκολο να βρει το δρόμο της η ομαδικότητα και να αποκτήσει σάρκα και οστά. Ασφαλώς θα προτιμούσα ο καθένας από μας να είναι ανοιχτός σε κάθε άνθρωπο, σε κάθε άποψη, ανά πάσα στιγμή. Πρέπει να μάθουμε να μοιραζόμαστε έργα και ιδέες, όπως κάνουμε εμείς επάνω στη σκηνή. Και με τους συναδέλφους, και με τους συνεργάτες αλλά και με το κοινό που μας παρακολουθεί. Οι εμπειρίες μετά μένουνε κι αυτά που έχεις πάρει είναι ανεκτίμητα. Μπορεί να μην είναι υλικά, όπως είπα και πριν, αλλά είναι κάτι που θα το θυμάσαι. Μπορεί εκείνη τη στιγμή να μη δίνεις μεγάλη σημασία, αλλά κάτι αφήνει μέσα σου. Ένα αποτύπωμα, ένα ψήγμα, μια δυναμική και οπωσδήποτε μια θετική ενέργεια. Βέβαια πολλές φορές είμαστε αποξενωμένοι απ’ αυτό το συναίσθημα και όταν οι αισθήσεις μας το προσλαμβάνουν, εμείς αμυνόμενοι προσπαθούμε να το διώξουμε. Αλλά μετά όσο αυτό σε επηρεάζει, τόσο σε εξελίσσει και σε πάει παρακάτω.

 

 

ΣΥΝΙΣΤΩ

 

* Αυτό που συνιστώ δεν το λέω απαραίτητα μόνο σε κάποιον που θέλει να ασχοληθεί με τις τέχνες ή όχι. Συνιστώ στον καθένα να λέει «Ναι, στη ζωή». Φυσικά είμαι πολύ μικρός για να λέω κάτι τέτοιο όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ ότι η ζωή είναι ένα μεγάλο δώρο. Καλό λοιπόν είναι να είμαστε σε επαφή με τον εαυτό μας. Αυτό δεν ξέρω πόσο εύκολο ή πόσο δύσκολο είναι, αλλά πρέπει να ακούμε τον εαυτό μας και να μην αφήνουμε κανέναν να παίρνει αποφάσεις για εμάς. Ας είμαστε εμείς. Να αποφασίζουμε εμείς για τον εαυτό μας.

Ειδικά τώρα για τις τέχνες θα έλεγα πως πρέπει να έχουν θεμέλιο την παιδεία και όποιος μπορεί να τις ακολουθήσει ας τις ακολουθήσει με αγάπη. Βέβαια τέχνη είναι ακόμη και όταν φτιάχνω ένα παγκάκι. Αρκεί όμως ό,τι κάνω να το κάνω με συνείδηση και με αγάπη. Δεν πρέπει καταπιεζόμαστε και να φτάνουμε στο «αμήν» χωρίς προηγουμένως να έχουμε ευχαριστηθεί όσα προηγήθηκαν.

 

ΣΥΝΕΧΙΖΩ

 

* Επειδή αγαπώ τον χώρο που διάλεξα, συνεχίζω να κάνω σχέδια. Θα ήθελα λοιπόν πάρα πολύ να ασχοληθώ με χορό, να εξελίξω την κίνησή μου. Γιατί το σώμα και η γλώσσα του κρύβουν άπειρα μυστικά και όταν τα βρεις μπορείς να γίνεις πολύ καλύτερος. Επίσης μου αρέσει πολύ η φωνητική. Από μικρός έκανα πολύ κέφι να τραγουδάω. Δεν ξέρω αν έχω την κατάλληλη φωνή αλλά οπωσδήποτε θέλω να βελτιωθώ σε αυτόν τον τομέα και να μη μείνω μόνο σε όσα τραγουδούσα στο Λύκειο σε συναυλίες με πιο ροκ τραγούδια και άλλα συναφή.

 

ΣΥΝΟΜΙΛΩ

 

* Πάντα μου άρεσε να «συνομιλώ» και στην οικογένεια, και με φίλους, και με συναδέλφους. Μιλάμε πάντα για τη ζωή που ζούμε, για την κρίση, για την κατάσταση που βιώνουμε. Όμως αυτό που κυρίως μας απασχολεί είναι το γεγονός ότι με την τεχνολογία και το μάρκετινγκ μας έχουν μετατρέψει σε εμπορεύματα. Μας έκαναν αναλώσιμους ώστε… ναρκωμένοι να μη βλέπουμε πού πάμε. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να μην παίζουμε το παιχνίδι τους. Γιατί αυτό είναι το παιχνίδι που μας βάζουν να παίξουμε. Όμως υπάρχει λύση κι αυτή είναι να σηκώσουμε το κεφάλι. Πρέπει να καταλάβουμε τι συμβαίνει και να σταματήσουμε να συγκινούμαστε από τα υλικά αγαθά. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως υπάρχουν πράγματα στη ζωή μας, όπως είναι η υγεία, η αγάπη και η συντροφικότητα, που δεν αποτιμώνται με καμία τιμή. Η ζωή δεν μετριέται με τίποτα και εκεί πέρα πατάμε την μπανανόφλουδα όταν προσπαθούμε να αποδείξουμε ο ένας στον άλλον ποιοι είμαστε και τι κάνουμε. Επιτέλους πρέπει άμεσα να σπάσουμε αυτές τις ταμπέλες.

 

 

ΣΥΝΥΠΑΡΧΩ

 

* Στη ζωή μου εκτός από τους ανθρώπους είχα πάντα κοντά μου και τα ζώα. Στο Παλαιό Φάληρο, η μητέρα μου φρόντιζε γατάκια. Κάποια έφευγαν, κάποια έμεναν, μέχρι που όταν ήμουν στη Β΄ Γυμνασίου μια καθηγήτρια μου χάρισε μια πανέμορφη γατούλα. Την «Μπλου-μπλου» που ζει ακόμη και είναι λευκή, με πορτοκαλί κεφάλι και πορτοκαλί ουρά. Έχει ένα μάτι μπλε κι ένα πράσινο. Νομίζω πως είναι «Αγκύρας», σίγουρα έχει σπάνιο χαρακτήρα. Τώρα που λείπω πολλές φορές από το σπίτι αργώ να τη δω και να τη χαρώ. Έτσι όταν τη συναντώ περνάει ώρα μέχρι να με θυμηθεί. Στην αρχή φοβάται, μετά όμως αρχίζουμε να επικοινωνούμε. Πλησιάζω το πρόσωπό μου στο δικό της. Με μυρίζει, με θυμάται και όταν καταλάβει ποιος είμαι… παραδίδεται. Είναι μεγάλο κέρδος η συνύπαρξη μαζί της. Γενικά είναι ευτυχία το να μοιράζεσαι χαρές και λύπες με τα ζώα.

 

 

ΣΥΝΤΑΞΙΔΕΥΩ

 

* Είναι το πρώτο μου ταξίδι στο σανίδι και σε ένα ιστορικό θέατρο. Ξέρω ότι το Υπόγειο πάντα ήταν έτσι όπως τώρα. Δεν άλλαξε όταν έγιναν οι προσθήκες στο υπόλοιπο κτήριο. Δίνει μια περίεργη ενέργεια από τη στιγμή που κατεβαίνεις τα πρώτα σκαλοπάτια. Σε βάζει μέσα στη διαδικασία ώστε να πάρεις όλο αυτό το βάρος του χώρου και να το αξιοποιήσεις κάπως διαφορετικά. Δεν ξέρω, δεν μπορώ να ονομάσω αυτή την αίσθηση. Αλλά σου δίνει πολλή δύναμη. Δεν είχα έρθει εδώ, δεν το είχα δει το θέατρο. Ντρέπομαι γι’ αυτό, να σας πω την αλήθεια. Δεν ήξερα καν το χώρο. Δεν ήξερα πού βρίσκεται. Τελικά λειτούργησε μέσα μου μαγικά γιατί με έκανε να γνωρίσω το χώρο όχι με βάση την ιστορία αλλά με βάση τη δική μου εμπειρία μέσα σ’ αυτόν. Φυσικά το ότι είμαι εδώ στον συγκεκριμένο χώρο μου προκαλεί λίγο άγχος παραπάνω. Άγχος που λειτουργεί δημιουργικά. Δεν είναι ανασταλτικός παράγοντας αν και ξέρω, και από προσωπική πείρα, ότι υπάρχουν ηθοποιοί που έχουν όχι μόνο στην πρεμιέρα, αλλά και σε όλες τις παραστάσεις, πριν χτυπήσει το τρίτο κουδούνι, ιδρωμένες παλάμες από το άγχος. Αυτό είναι το πρόβλημα, γι' αυτό πριν ξεκινήσει αυτή η διαδικασία χρειάζεται και τρομερή προετοιμασία ώστε να τιθασεύσεις αυτό το άγχος. Δηλαδή είναι μέσα στη δουλειά του ηθοποιού να μπορεί να απομονώσει το άγχος και να το διοχετεύσει συνειδητά εκεί που πρέπει έτσι ώστε να τον βοηθήσει να πάει παρακάτω και να μη λειτουργήσει το άγχος ως φρένο.

Μόνον έτσι πρέπει να το σκεφτόμαστε και αυτό είναι μια πολύ δύσκολη και επώδυνη διαδικασία. Ευτυχώς στη Σχολή η δασκάλα μας, η Λένα Φιλίπποβα, μας είχε μάθει πώς να αντιμετωπίζουμε με απόλυτη επιτυχία αυτές τις καταστάσεις.

 

ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΜΑΙ

 

* Μόλις ξεκίνησα να βρίσκομαι στον χώρο της τέχνης. Συνεχίζω, λοιπόν, χωρίς νέα σχέδια προς το παρόν. Το μόνο που έχω τώρα στο μυαλό μου είναι η παράστασή μας, ο «Ρομπέρτο Τσούκο», του Μπερνάρ Μαρί Κολτέζ. Είναι ένα πολιτικό κείμενο. Μας μιλάει για τη ζωή ενός δολοφόνου, που σκοτώνει τη μητέρα του και έναν επιθεωρητή της αστυνομίας. Είναι αληθινή ιστορία που συνέβη στη Γαλλία το 1988. Ο Τσούκο μπήκε στη φυλακή και κάποια στιγμή ανέβηκε στη στέγη για να δραπετεύσει. Ασφαλώς το έργο στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα, αλλά στοχεύει κάπου αλλού. Στοχεύει δηλαδή στην κοινωνία όπου ο καθένας εν δυνάμει μπορεί να γίνει δολοφόνος. Αλλά όχι αυτό το αμερικάνικο πρότυπο του δολοφόνου. Είναι ότι ερχόμαστε σε επαφή με κάποια ένστικτα που μπορεί να μας κάνουν να αλλάξουμε αυτό που το αποκαλούν «υγιές» στην κοινωνία.

Είναι μεγάλο δώρο το γεγονός ότι βρέθηκα στην ομάδα της Άντζελας Μπρούσκου, έζησα τον τρόπο της διδασκαλίας της και ζω τη συγκλονιστική εμπειρία της συνεργασίας πάνω στη σκηνή.

 

- Κώστα, σε ευχαριστώ γι' αυτή τη συζήτηση.

 

* Κι εγώ σας ευχαριστώ.

 

- Οι φωτογραφίες είναι του catisart.gr

 

 

«Ρομπέρτο Τσούκο»

Του Bernard Marie Koltes

Θέατρο Τέχνης

Υπόγειο

 

«Ζούμε και πεθαίνουμε εντελώς διαφορετικά απ’ ότι θα θέλαμε χωρίς ελπίδα οποιασδήποτε ανταμοιβής. Ευτυχώς που αυτή η ζωή είναι η μόνη, και μόνο αυτό είναι σίγουρo», έλεγε ο Αρθούρος Ρεμπώ.

Η φράση αυτή του Ρεμπώ συναντιέται με το αδιανόητο της ζωής μας, χωρίς όμως να μπορεί να δώσει τις απαντήσεις που θα θέλαμε, για να κατανοήσουμε τα ανεξιχνίαστα κίνητρα του δολοφόνου Ρομπέρτο Τσούκο.. Ένα φυσιολογικό αγόρι που εκτροχιάζεται χωρίς λόγο και μετατρέπεται σε εγκληματία, ενώ το μόνο που θέλει κατά βάθος είναι να γίνει «διάφανος».

Ποιος είναι ο Ρομπέρτο Τσούκο;

Το έργο του Bernard Marie Koltes έχει σαν αφορμή την πραγματική ιστορία του κατά συρροή νεαρού δολοφόνου που σκότωσε τους γονείς του, έναν επιθεωρητή, ένα παιδί και πολλούς άλλους όπως ο ίδιος ομολογεί στο τέλος. Παρακολουθούμε την σύντομη ζωή του, καθώς περιπλανιέται σε μία απρόσωπη και αφιλόξενη πόλη, που αναρωτιέται συνέχεια πως μοιάζει ένας δολοφόνος. Αντιμέτωπος με μια κοινωνία που ο μεγαλύτερος φόβος της είναι ότι ποτέ δεν νιώθει ασφαλής παρ’ όλο που λατρεύει το αίμα, τα δάκρυα και την βία σαν θέαμα. Το αίμα είναι το μόνο πράγμα στον κόσμο που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο λέει ο Ρομπέρτο Τσούκο.

Η παράσταση χρησιμοποιεί τα μέσα της κινηματογραφικής γραφής προκειμένου να αφηγηθεί την ιλιγγιώδη και ξέφρενη πορεία του νεαρού στην πορεία του προς το τέλος,

Η σκηνοθεσία ακολουθεί τον πρωταγωνιστή, όπως θα ακολουθούσε μία τίγρη που πρόκειται να συλληφθεί προκειμένου να ενταχθεί σ’ ένα ζωολογικό κήπο.

 

*

«Ρομπέρτο Τσούκο»

Μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης

Σκηνοθεσία – εικαστική άποψη – βίντεο:

Άντζελα Μπρούσκου

Βοηθός σκηνοθέτη – μουσική επιμέλεια:

Στέβη Κουτσοθανάση

Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου

 

 

Παίζουν: Αντρέας Αντωνιάδης, Παρθενόπη Μπουζούρη, Άντζελα Μπρούσκου, Γεωργιάννα Νταλάρα, Κώστας Νικούλι, Στράτος Τζώρτζογλου, Αντώνης Τσίλλερ

 

* Θέατρο Τέχνης

Υπόγειο

Μέρες και ώρες παραστάσεων

Κυριακή 9.30 μ.μ. και Δευτέρα, Τρίτη στις 9.15 μ.μ.

Τιμές 15 ευρώ και μειωμένο 10 ευρώ.

Εισιτήρια από τα ταμεία.

Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν – Υπόγειο

Πεσμαζόγλου 5

Σταθμός μετρό Πανεπιστήμιο

Τηλέφωνο ταμείου: 210-322.87.06

Καθημερινά 10:00-13:00 και 17:00-22:00