Translation
EnglishArabicDutchFrenchGermanGreekItalianPortugueseSpanishTurkish
Εορτολόγιο


η ημέρα, η εβδομάδα του έτους

Πηγή: Λογισμικό "Σήμερα" Module by: Joomlabyte

Κυνηγήστε μας
FacebookTwitterLastfmGoogle

Κατερίνα Σαβράνη, ελεύθερη, δηλαδή ευτυχισμένη

Ξεκίνησε κάποτε το ταξίδι της με εφόδια την ευλογημένη της αφέλεια, τη θεία αθωότητά της. Δεν φοβήθηκε διόλου να βάλει το κεφάλι της στο στόμα του θηρίου. Τι κι αν μερικοί σπουδαίοι καταβροχθίστηκαν όταν το επιχείρησαν; Αυτή, θηρίο κι η ίδια, βγήκε αλώβητη. Ήταν νεαρό παλληκάρι, δροσερό αυγινό νερό και είχε ένα μεγαλόπρεπο ταλέντο. Η τόλμη είναι αρετή και ευνοεί αυτούς που την έχουν. Τους θαρραλέους, τους εξωστρεφείς, τους αποφασιστικούς. Στο βλέμμα της διακρίνω το σθένος. Βλέμμα θυελλώδες, με λάμψεις άτακτου παιδιού. Σαν να μου λέει περιπαιχτικά, με εκείνη την παραμυθένια της φωνή που μου θυμίζει Μίρα Σορβίνο και Τζουλιέτα Μασίνα μαζί: «Μη νομίζεις ότι το σύμπαν είναι δικό μου, απλώς το σύμπαν είμαι εγώ». Όσο την παρατηρώ, ολοένα και περισσότερο θαυμάζω την εκρηκτική ενέργεια, τις γοητευτικές αφηγήσεις, τη δύναμη αυτής της νέας γυναίκας. Στο τέλος της συνέντευξης, που διήρκεσε ούτε λίγο ούτε πολύ… δύο ολόκληρα χρόνια, τη λατρεύω. Η Κατερίνα Σαβράνη είναι η χαρά της ζωής, είναι η ίδια η ζωή. Αισθάνεται, αποπνέει και διοχετεύει σιγουριά, χαρά κι αυτοπεποίθηση. Ακριβώς αυτό που της δίδαξε ο δάσκαλός της Ανδρέας Βουτσινάς στο Atelier Théâtre des Cinquante, στο Παρίσι. Να ερευνά, να δουλεύει, να προβάλλει, να τιμά τη μοναδικότητά της. Μπορεί να κρατάει χαμηλά τους τόνους, όμως γνωρίζει να χρησιμοποιεί αριστοτεχνικά τις δεξιότητές της στη σύνθεση μιας πολλαπλής δημιουργικότητας. Ο μόχθος, η τέχνη, η αισθητική αξία, τα τεκμήρια χειρωνακτικής εργασίας προσυπογράφουν το κύρος της. Όμορφη, εντυπωσιακή, δίχως τίποτα δεύτερο πάνω της, αφήνει ένα άρωμα Παρισιού στο διάβα της. Η Κατερίνα Σαβράνη είναι μια αυτόφωτη και ιδιοσυγκρασιακή καλλιτέχνιδα, που αναδύεται μέσα από μια ανήσυχη θάλασσα δραστηριοτήτων. Τρομερό παιδί και πραγματική κυρία ταυτόχρονα, ρομαντική και ευσυγκίνητη φύση, ασυμβίβαστη προσωπικότητα. Με μια ασάλευτη επιμονή κάνει αυτό που πιστεύει πως είναι γόνιμο κι ας είναι κάπως αλλιώτικο από αυτό που κάνουν οι άλλοι. Είναι πηγαία, είναι αυθόρμητη, είναι ανθρώπινη, είναι ελεύθερη, γι’ αυτό κι ευτυχισμένη. Εκτός των άλλων κατέχει καλά την τέχνη της βοήθειας και της προσφοράς με δίκαιη ευαισθησία και ορθή κρίση, άρα δικαιούται να είναι αισιόδοξη. Α, ναι, κι όπως κάποιος σου είπε κάποτε Κατερίνα μου, «Σαβράνη είσαι επικίνδυνη». Μια επικίνδυνη παλίρροια, μια μάγισσα της περιπλάνησης, αλλά ουδέποτε της παραπλάνησης.

Διαβάστε τη συνέντευξη.

Οι φωτογραφίες είναι του Αντώνη Ψαρρά και από το προσωπικό αρχείο της Κατερίνας Σαβράνη.

Η πολυκατοικία στο Κερατσίνι

* Γεννήθηκα στην Αθήνα, μεγάλωσα στο Κερατσίνι, στον Πειραιά, από γονείς Kρητικούς. Και οι δύο, καταγωγής όμως, γιατί μεγάλωσαν στην Αθήνα, αν και ο  μπαμπάς μου έζησε κάποια χρόνια, μέχρι τα έντεκά του, στην Κρήτη. Αυτό που μου έχει μείνει αλησμόνητο και είναι το πιο ωραίο από την παιδική μου ηλικία, είναι ότι ενώ ζούσαμε σε μια πολυκατοικία, κι ενώ ήταν πολυκατοικία κι ενώ ήταν σε μια άσχημη περιοχή, δεν μπορείς να πεις και όμορφη περιοχή το Κερατσίνι, η ιχθυόσκαλα Κερατσινίου τότε δεν ήταν σε ανάπτυξη, θυμάμαι ότι πέρναγα πάρα πολύ όμορφα κι ήμουν ευτυχισμένη. Στον τέταρτο όροφο μέναμε εμείς, δηλαδή εγώ, με τη μαμά μου και τον μπαμπά μου και την αδερφή μου, οπότε δύο παιδιά, στο διπλανό διαμέρισμα έμεναν δύο άλλα κορίτσια συνομήλικα, που ήταν από τη Γερμανία, στο δεύτερο όροφο έμενε η νονά μου, με το γιο της, ο οποίος επειδή ήταν και ο πιο μεγάλος, μάς πρόσεχε, στο ισόγειο έμεναν ο Γιώργος και ο Μπάμπης. Ήμασταν μία παρέα έξι παιδιών. Οι μαμάδες έκαναν παρέα. Όταν έπιναν αυτές καφέ, εμείς παίζαμε ατελείωτες ώρες. Κάθε φορά που εμείς λέγαμε «πάω να παίξω», δεν βγαίναμε από την πολυκατοικία, απλώς πηγαίναμε σε άλλο διαμέρισμα. Για παιχνίδι ασταμάτητο,  play mobil, Ινδιάνους, καουμπόηδες…

Κυρία του εαυτού σου

Όταν πήγαινα στο Δημοτικό, είχα μία δασκάλα πολύ δραστήρια, την κυρία Βάσω. Η κυρία Βάσω μας μάθαινε για ποιο λόγο τις γυναίκες πρέπει να τις αποκαλούμε κυρίες ακόμα κι όταν είναι ανύπαντρες, γιατί «κυρία σημαίνει κύριος του εαυτού σου». Μία τέτοια κυρία είχα λοιπόν δασκάλα, η οποία μας έβαλε μία  Έκθεση, ήμουνα μικρή, γύρω στην Ε’ Δημοτικού, με θέμα «Τι θέλετε να γίνετε όταν μεγαλώσετε». Δεν μου έβγαινε το θέμα, δηλαδή δεν μου άρεσε έτσι όπως ήταν διατυπωμένο, έγραψα βεβαίως ότι θέλω να γίνω ηθοποιός. Δεν το αιτιολόγησα όμως, διότι στο γιατί δεν μπορούσα να απαντήσω. Με αποτέλεσμα στην Έκθεση αυτή να πάρω πέντε αντί για δέκα, και στο τέλος με κόκκινα γράμματα η κυρία Βάσω να γράψει: «Δεν ολοκληρώθηκε η έκθεση».

Χανιώτικο Θεατρικό Εργαστήρι

* Τα χρόνια περάσανε, φύγαμε στην Κρήτη, αλλάξανε πολλά. Γύρω στα δώδεκα άρχισα πιο έντονα να δηλώνω ότι θέλω να γίνω ηθοποιός, μετά στα δεκατέσσερα ακόμα πιο δυναμικά γιατί μπήκα πια σε θεατρική ομάδα. Ακριβώς σε εκείνη τη φάση αναρωτιόμουν γιατί δεν μπορούσα να απαντήσω τότε στην Έκθεση. Η απορία μού είχε μείνει στο μυαλό. Κάποια στιγμή η κυρία Βάσω, η ίδια δασκάλα, σε ένα άλλο μάθημα, μας είπε ότι όταν αγαπάμε κάτι πολύ μερικές φορές το νιώθουμε αλλά δεν μπορούμε να το εξηγήσουμε, γιατί οι αισθήσεις λειτουργούν πολύ πιο γρήγορα απ’ ό,τι το μυαλό, η λογική. Έμεινε αυτό σε μια γωνιά στο νου μου. Όταν στην Κρήτη μπήκα στη θεατρική ομάδα της Ελπίδας Μπραουδάκη, άρχισα να κάνω θέατρο, παιδικό θέατρο στην αρχή. Διηύθυνε έναν υπέροχο χώρο η Ελπίδα, που λεγόταν Χανιώτικο Θεατρικό Εργαστήρι, και είχαμε παιδική σκηνή, εφηβική σκηνή και επαγγελματική σκηνή. Μια εκπληκτική γυναίκα, πολύ δυναμική. Όταν έμαθα ότι υπήρχε αυτός ο χώρος ανέπνευσα, γιατί ήμουν ξένο παιδί σ’ έναν τόπο που μου άρεσε για διακοπές μεν, αλλά δεν είχα προσαρμοστεί για να μένω μόνιμα. Είχα μαραζώσει. Δεν είχα τους φίλους μου, δεν είχα τη νονά μου που την αγαπούσα, δεν είχα πουθενά να πάω. Χωράφια ξαφνικά, χειμώνα καλοκαίρι. 

«Θα 'ρθω να σε δω σε μια παράσταση…»

* Βρέθηκε λοιπόν το θέατρο κι αισθάνθηκα υπέροχα. Εκεί ξεκίνησα να κάνω μαθήματα και μια μέρα εξομολογούμαι στη μητέρα ότι θέλω να γίνω ηθοποιός. Το άφησε η μητέρα μου, σκέφτηκε «εφηβεία είναι θα περάσει», ούτε μου πήγε κόντρα. Πέρασε ο καιρός και το ξαναείπα. Πιο βέβαιη. Τότε μου λέει: «Θα ‘ρθω να σε δω σε μια παράσταση που θα παίξεις και θα σου πω αν μου αρέσεις. Ξέρεις ότι είμαι πολύ δύσκολη στο θέατρο…». Της μαμάς μου της άρεσαν πιο πολύ οι ταινίες, του μπαμπά μου του άρεσε το θέατρο, οπότε είχα δύο αντίβαρα. Ο μπαμπάς μου με πήγαινε από μικρή στο Βεάκειο, σε παραστάσεις με Κατίνα Παξινού, Αλέξη Μινωτή κι όλα αυτά τα ιερά τέρατα. Η μαμά με πήγαινε κι έβλεπα κινηματογράφο. Κατόπιν τούτου από μικρή είχα το μικρόβιο, αλλά δεν το καταλάβαινα, γιατί οι γονείς μου δεν ήταν ηθοποιοί, δεν ήταν στο κύκλωμα, ούτε είχαν φίλους καλλιτέχνες.

Δυνατό χειροκρότημα

* Κάποια εποχή είχε κατέβει ο Πέτρος Φυσσούν στα Χανιά. Ανέβαζαν μια παράσταση με τον Θοδωρή Γράμψα. Δεν θυμάμαι τον τίτλο... Ήταν οι δυο τους επί σκηνής. Θυμάμαι όμως κι ένα αρνητικό στοιχείο. Ότι ήταν σχεδόν άδειο το θέατρο. Δεν είχε γίνει η ανακαίνιση στο Ωδείο Χανίων ακόμα, σαν αίθουσα, και η προσέλευση ήταν περιορισμένη. Κατά τη διάρκεια της παράστασης κρεμόμουν κυριολεκτικά από τα χείλη του Φυσσούν. Τελειώνει η παράσταση και σηκώνομαι όρθια. Αρχίζω να χειροκροτώ δυνατά και να κλαίω.

Μια συζήτηση με τη μαμά

* Την πρώτη φορά που με είδε η μητέρα μου στο θέατρο, μου είπε: «Παιδί μου πρέπει να κάνουμε μια συζήτηση». Τι σημαίνει το επάγγελμα που διάλεξα, τι θα βρω, πώς είναι οι άνθρωποι που περιβάλλουν αυτό το επάγγελμα, τι ψυχολογική φθορά θα έχω, τι σωματική φθορά, πόσο διαβασμένη πρέπει να είμαι. Δεν είχε ασχοληθεί με θέατρο, δεν είναι άνθρωπος αυτού του επαγγέλματος για να πεις ότι τα ήξερε από μέσα. Είχε όμως ένστικτο και πείρα ζωής.

Παιδικό μιούζικαλ

* Η πρώτη φορά που βγήκα στη σκηνή επαγγελματικά ήταν σε ένα παιδικό μιούζικαλ. Κάναμε τον «Ρίκο ρίνο ρούμπα και άλλα». Ήμασταν όλοι δεκατεσσάρων, δεκαπέντε, δεκαεπτά χρονών. Ήταν ένα πολύ ωραίο μιούζικαλ, του οποίου είχα την τύχη να πάρω τα δικαιώματα από την Ελπίδα Μπραουδάκη, που το έχει γράψει, και το ανέβασα ξανά με μια ομάδα δικών μου παιδιών πια. Είναι τρεις φίλοι στο δάσος, μια αρκούδα, μια γάτα κι ένας κόκορας. Ο κόκορας είναι κοκορόμυαλος, η γάτα είναι ναζιάρα και ο αρκούδος ο σοφός και ο άγριος της υπόθεσης, αυτός που παίρνει τις σοφές αποφάσεις. Αυτή είναι η ιστορία και μια αλεπού που κυνηγάει τον κόκορα κι όλοι του εξηγούν για ποιο λόγο δεν πρέπει να νομίζεις ότι είσαι κάτι που δεν είσαι. Μιλάει και για τη δύναμη της φιλίας. Ήταν πολύ ωραίο γιατί ήταν και διαδραστικό, δηλαδή μεσολαβούσαν και τα παιδιά. Και ήταν η πρώτη φορά που είχα επαφή και με το κοινό αλλά και με τη σκηνή ταυτόχρονα, οπότε πήρα το μικρόβιο εκατό τις εκατό.

Eίμαι αισιόδοξη

* H αλήθεια είναι ότι κάποιοι σκηνοθέτες μου έχουν πει ότι μπορώ να παίξω και κωμωδία, απλώς είναι λίγοι αυτοί που το βλέπουν στη φυσιογνωμία μου. Ίσως φταίει το μαύρο μαλλί, είμαι πιο δωρική και προβάλλω μία τραγικότητα. Δεν θεωρώ ότι είμαι τραγικός άνθρωπος. Είμαι και αισιόδοξη και θεωρώ τον εαυτό μου χαρωπό άνθρωπο. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι είμαι και κωμική, αλλά όταν έχω τα κέφια μου ναι η αλήθεια είναι ότι διακωμωδώ πολύ εύκολα τις τραγικές στιγμές της ζωής και αυτοσαρκάζομαι. Δεν ξέρω, μου το έχουν πει και δύσκολοι θεατές πάντως.

Μάνα και… ξεμυαλίστρα

* Στην τηλεόραση μου δίνονται ρόλοι μάνας συνήθως, δεν ξέρω γιατί. Στον κινηματογράφο πάλι είμαι ξελογιάστρα, ξεμυαλίστρα, αυτή που παρασύρει. Στο θέατρο από την άλλη η γκάμα είναι ευρύτερη. Τώρα πώς συνδυάζω τρία διαφορετικά πράγματα, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Πάντως το έχω παράπονο, ότι συνήθως δεν παίζω την ηλικία μου στην τηλεόραση. Στον κινηματογράφο μέχρι στιγμής ό,τι έχω κάνει μ’ αρέσει. Ακόμα κι αν είναι πολύ μακριά από μένα.

Οι σκηνοθέτες

* Ο σκηνοθέτης μ’ αρέσει να έχει φαντασία για να με δει αλλιώς, όχι όπως είμαι. Εκείνη τη μέρα που θα με δει μπορεί να πάω με ένα φουστάνι μακρύ, αυτό δεν σημαίνει ότι είμαι θεούσα. Στην Ελλάδα έχουμε θέμα μ’ αυτό. Πρέπει να πας ο ρόλος. Δεν μπορείς να πας ντυμένη αλλιώτικα, πρέπει να πας ντυμένη πολύ απλά για να σε δει αλλιώς, αλλά και πάλι δεν θα σκεφτεί πολλά. Δεν έχουν μεγάλο εύρος φαντασίας οι τηλεοπτικοί σκηνοθέτες. Οι θεατρικοί σκηνοθέτες πρέπει να σε έχουν δει κάπου για να σε πάρουν να κάνεις κάτι που έχει πάλι σχέση με αυτό που έχουν δει, οπότε κι εκεί δεν υπάρχει φαντασία. Στον κινηματογράφο, είναι λίγο διαφορετικά τα πράγματα. Εκεί, επειδή παίζει ρόλο η φωτογραφία, μπορεί ο άλλος να σκεφτεί και κάτι διαφορετικό. Και πάλι όμως, αν πάω εγώ με ένα τζιν, ενώ η ταινία είναι εποχής, σου λέει μάζεψε τα μαλλιά σου, σου δίνει οδηγίες, γιατί προσπαθεί να σκεφτεί αν του κάνεις. Το έχω συνηθίσει πλέον, γιατί δεν ήμουν συνηθισμένη σ’ αυτό. Απ’ τη Γαλλία ήρθα.

Στο «Ψυχώ»

* Θα ήθελα να παίξω σε μια ταινία, οποιαδήποτε κι αν ήταν αυτή, ακόμα και τη γριά στο «Ψυχώ». Δεν θα είχα πρόβλημα. Δηλαδή ένα θρίλερ θα το ήθελα. Αλλά ψυχολογικό θρίλερ. Δίχως αίματα και ουρλιαχτά.

Tα ρώσικα μπαλέτα

* Μικρή μού άρεσαν τα ρώσικα μπαλέτα, τα Μπαλσόι, επειδή ο μπαμπάς μου με πήγαινε τακτικά. Όταν τις έβλεπα από κοντά αυτές τις φιγούρες τρελαινόμουν, γιατί ήταν σαν κούκλες πραγματικές, κι ήθελα να τους μοιάσω και να χορέψω κι εγώ έτσι. Νόμιζα ότι ήταν εύκολο.

Μινωτής, Κατράκης, Φυσσούν

* Είχα μιλήσει και με τον Μινωτή όταν ήμουν μικρή. Τον θαύμαζα. Αλλά ο Κατράκης είναι από τους αγαπημένους μου. Τους παλιούς ηθοποιούς, αυτούς που είχα δει όταν ήμουν παιδί, τους θυμάμαι. Ο Κατράκης σαν δυναμική μου έκανε κάτι ιδιαίτερο, όπως και ο Φυσσούν. Όταν, έπειτα από πολλά χρόνια, ξαναείδα τον Φυσσούν εδώ στην Αθήνα τού είπα ότι χάρη σε αυτόν έγινα ηθοποιός. Ήταν συγκινητικό, αυτός ο άνθρωπος όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει, έχει την ίδια γοητεία και την ίδια δύναμη στην εκφορά του λόγου του.

Χορν, Βασιλειάδου, Αυλωνίτης

* Με ποιους θα ήθελα να είχα παίξει; Από τους παλιούς ηθοποιούς, θα ήθελα να είχα παίξει με τον Χορν. Από κωμικούς θα ήθελα πολύ να είχα παίξει με τη Βασιλειάδου και με τον Αυλωνίτη.

Τζένη Καρέζη

* Από ταινίες θα προτιμούσα στη «Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο». Να είχα το ρόλο της Τζένης Καρέζη. Θα ήθελα να την είχα γνωρίσει κιόλας. Είναι από τις πιο όμορφες φυσιογνωμίες της Ελλάδας. Θαρραλέα, με τύπο, με στυλ!

Στο ρόλο του ευνούχου

* Όταν πήγα στη Γαλλία, δεν ξεκίνησα να πάω για σπουδές. Σκεφτόμουν να μείνω ένα χρόνο, να δω πώς είναι. Είχα δουλέψει ένα καλοκαίρι σε καφετέρια κι είχα συγκεντρώσει χρήματα για να πραγματοποιήσω το δικό μου ταξίδι. Εκείνη την εποχή είχα κάνει τον πρώτο μου πρωταγωνιστικό ρόλο στην επαγγελματική σκηνή στο Εργαστήρι, ανεβάζαμε την «Πριγκίπισσα Τουραντότ». Σε αυτή την παράσταση έπαιζα έναν αντρικό ρόλο, έναν ευνούχο, τον ευνούχο της πριγκίπισσας Τουραντότ.

Μίνως Βολανάκης

* Είχε κατέβει στα Χανιά τότε ο Μίνως Βολανάκης και ήρθε να δει την παράστασή μας. Στο τέλος μίλαγε με την Ελπίδα Μπραουδάκη, με την οποία ήταν φίλοι. Δεν ήξερε ότι είναι κοπέλα αυτή που παίζει το ρόλο του ευνούχου, γιατί ήμασταν ντυμένοι γιαπωνέζικα, είχα μακιγιάζ λευκό, φόραγα μούσι, γκέτες, βάτες, στολή σαμουράι, έπρεπε να μιλάω διαφορετικά, να κινούμαι διαφορετικά, οπότε δεν κατάλαβε ότι ήμουν γυναίκα. Του άρεσε το παίξιμό μου, όμως. «Μου αρέσει πολύ αυτό το παιδί, ο νέος ηθοποιός», λέει στην Ελπίδα. «Ναι, αυτό το παιδί θέλει να γίνει ηθοποιός», του απαντά αυτή επίτηδες. Δεν του αποκαλύπτει ότι είμαι κοπέλα, απλώς του λέει «πήγαινε στα καμαρίνια να του μιλήσεις». Έρχεται επομένως στα καμαρίνια κι εγώ εκείνη τη στιγμή μόλις είχα αλλάξει. Νόμιζε λοιπόν ότι ήμουν η ενδυματολόγος, γιατί είχα ξεβαφτεί και κρατούσα το κοστούμι. Θέλω να μιλήσω με το παιδί που έκανε τον Πινγκ, λέει. Εγώ είμαι, του απαντώ. Δεν ήξερα με ποιον μιλούσα. Ήμουν παιδί ακόμα και γενικώς δεν είχα χρόνο να ασχοληθώ με τέτοιες γνώσεις.

«Θα δώσω εξετάσεις…»

* Με τα πολλά μου λέει το όνομά του. Θέλω να κάνω την αναπαράσταση της μάχης της Κρήτης, έχω διαλέξει κάποια νέα παιδιά και θα ‘θελα -μου λέει- να συνεργαστούμε. Εσύ, συνεχίζει, μου είπε η Ελπίδα ότι θέλεις να γίνεις ηθοποιός. Σκοπεύεις να ανέβεις Αθήνα; Με ρωτάει. "Ναι, θα δώσω εξετάσεις στο Εθνικό και στον Κάρολο Κουν και θα περάσω σίγουρα, οπότε θα είμαι στην Αθήνα", του απαντώ με ακλόνητη αυτοπεποίθηση. Τα θεωρούσα όλα πολύ απλά.

Από 14 ετών

* Ήμουν στο Χανιώτικο Θεατρικό Εργαστήρι από 14 ετών. Νόμιζα ότι όπου και να πάω θα είναι απλά τα πράγματα. Παίζεις, δείχνεις τι αξίζεις και δουλεύεις. Πίστευα ότι αυτή είναι η φυσιολογική ροή των πραγμάτων. Δεν είχα καταλάβει ούτε τι σημαίνει ανταγωνισμός, ούτε τι πρέπει να διεκδικήσω, δεν υπήρχαν αυτά για μένα.

Μετά τα λέμε…

* Ο Βολανάκης με άκουγε υπομονετικά. Αφού λοιπόν θα ανέβεις στην Αθήνα, όταν πας στη σχολή και περάσεις με το καλό, αφού μου λες ότι θα περάσεις, πέρνα να με δεις από το θέατρο, να κανονίσουμε καμιά συνεργασία. Θα ήθελα να σε δω στην Αθήνα, μου λέει. Ευχαρίστως, του αποκρίνομαι, αλλά κοιτάξτε να δείτε εγώ θα φύγω τώρα στη Γαλλία, θα μείνω εκεί ένα χρόνο περίπου. Όταν γυρίσω πίσω θα δώσω εξετάσεις και μετά τα λέμε...

Άδεια παραμονής στη Γαλλία

* Γέλασε με συμπάθεια ο Βολανάκης. «Ωραία. Μ’ αρέσεις. Εύχομαι να γυρίσεις σύντομα, μου λέει, και να τα πούμε από κοντά». Έφυγα λοιπόν τότε, κανόνισα τα εισιτήριά μου, πήγα στη Γαλλία. Εκεί έκανα θεατρικό παιχνίδι για παιδιά, γιατί έπρεπε να βρω έναν τρόπο να μείνω. Όμως εγώ ήθελα να δουλέψω στο θέατρο, δεν ήθελα να δουλέψω σε κάποια άλλη δουλειά. Έπρεπε, λοιπόν, για να πάρω κάρτα παραμονής για παραπάνω από τρεις μήνες, να βρω δουλειά. Δεν ήθελα εν τούτοις να δουλέψω σε εστιατόρια, ήθελα να βρω στον τομέα μου δουλειά.

Βρίσκω δουλειά

* Χτύπησα την πόρτα ενός θεάτρου και ζήτησα δουλειά. Ναι, τόσο αφελής και… θρασύτατη. Όταν σε θέλει κάτι, τα πράγματα μπορεί να γίνουν εύκολα. Με παρέπεμψαν σε μια άλλη ομάδα, όπου ήξεραν ότι ζητούσε αντικαταστάτρια για το τμήμα παιδικού θεάτρου. Μια ηθοποιός ήταν έγκυος και θα έφευγε από το θέατρο. Ήμουν μόλις 18 χρονών και είχα βρει δουλειά στη Γαλλία. 

Η προφορά

* Εν τω μεταξύ τότε, όταν είχα φτάσει στη Γαλλία, πίστευα μεν ότι μιλούσα καλά γαλλικά, εννοείται όμως πως η προφορά μου ήταν πολύ κακή. Γνώριζα καλή γραμματική, ήξερα τις λέξεις, αλλά δεν καταλάβαινα τι μου λέγανε, την προφορά τους. Η γλώσσα τους πήγαινε ροδάνι, δεν καταλάβαινα Χριστό...

Η πρώτη ώρα εργασίας μου

* Όταν λοιπόν πήγα στο θέατρο που μου συνέστησαν, δεν μπορούσα να συνεννοηθώ με την κυρία που ήταν η προκάτοχός μου. «Δεν ξέρω τι με κάνει να σου πω ναι, μου λέει. Θέλω να σε προσλάβω. Θα έρθεις την επόμενη Τετάρτη για μια δοκιμή, θα κάνεις το μάθημα εσύ κι εγώ θα επιβλέπω. Αν είσαι καλή, τότε θα σου δώσω τα χαρτιά της πρόσληψης να πας στην αστυνομία, να βγάλεις την κάρτα σου για να μπορείς να μείνεις στη χώρα. Να ξεκουραστώ κι εγώ πριν γεννήσω». Ήταν έγκυος η γυναίκα και σε δύο μήνες θα γεννούσε. Μου δίνει ραντεβού για την επόμενη Τετάρτη στις 16:00, δηλαδή τέσσερις η ώρα. Εγώ, ως Ελληνίδα, δεν είχα ακούσει ποτέ να μου λέει κάποιος θα τα πούμε στις 16:00, στις 17:00, στις 21:00 η ώρα. Οι Γάλλοι το χρησιμοποιούν αυτό κανονικά, για να διαφοροποιήσουν το πρωί από το βράδυ. Λένε 18:00, δεν λένε έξι το απόγευμα. Πάω εγώ στις 6 η ώρα, γιατί άκουσα 16 και μου έμεινε το έξι και πίστεψα ότι εννοούσε 6 η ώρα. Φτάνω λοιπόν σεινάμενη κουνάμενη, έχει τελειώσει το μάθημα, το έχει κάνει η ίδια. Με κοιτάζει αυστηρά. Όταν κατάλαβε το λάθος μου, αισθάνθηκα πάρα πολύ άσχημα, εκείνη γέλασε. Βγάζει ένα χαρτάκι και μου γράφει την ώρα. Την επομένη, την ίδια ώρα, έπρεπε να κάνω το δοκιμαστικό. Πήγα, τα παιδιά με λατρέψανε από την πρώτη στιγμή. Τα λάθη της προφοράς τα εύρισκαν αστεία. Τους άρεσα. Στα Χανιά είχα ένα παιδικό τμήμα στο οποίο έκανα θεατρικό παιχνίδι, δηλαδή ό,τι είχα μάθει από την Ελπίδα Μπραουδάκη. Έτσι πέτυχα την αποδοχή τους. Αυτή ήταν η πρώτη ώρα εργασίας μου στη Γαλλία. 

Χανιά – Βρέμη

* Από την Κρήτη πήρα το καράβι, έφτασα στο λιμάνι του Πειραιά, ήρθε ένας θείος μου και με παρέλαβε από το λιμάνι, με πήγε στο αεροδρόμιο, πήρα το εισιτήριό μου για να μπω στο αεροπλάνο αλλά γινόταν απεργία και έμεινα δώδεκα ώρες στο αεροδρόμιο. Τελικά κάποτε έφτασα αεροπορικώς στο Παρίσι. Από εκεί πήρα ένα τρένο μεταμεσονύκτιο. Την επόμενη μέρα, αφού είχα ταξιδέψει σαράντα οκτώ ώρες, έφτασα στη Βρέμη. Οι Γάλλοι τη λένε «Le Crachat de Dieu».

Η αδερφή μου, η Κική

* Η αδερφή μου, η Κική, ήταν ήδη στη Γαλλία, σπούδαζε στην Καλών Τεχνών εκεί. Μοναδική Ελληνίδα στην περιοχή. Με την έλευσή μου γίναμε δύο Ελληνίδες. Ύστερα ήρθε και μια Γιαπωνέζα. Δεν υπήρχε κανένας άλλος ξένος. Ούτε καν περαστικός. Πήγαινες στην αστυνομία να φτιάξεις τα χαρτιά σου και δεν σε καταλαβαίνανε. Έλεγες Κρήτη και νόμιζαν ότι ήσουν από την Ιταλία, από τη Σικελία… (Πάνω, η Κατερίνα στην Κρήτη φωτογραφημένη από την αδελφή της, Κική Σαβράνη).

To πρώτο κάμπινγκ

* Λίγο πιο μετά, είδα και το περιβόητο αυτό τρένο, το Όριαν Εξπρές. Πήγα Αγγλία μέσω Μάγχης… Και γενικώς Νορμανδία, Βρετάνια, έχω γυρίσει οδικώς πολύ ωραία μέρη που δεν έχουν καμία σχέση με την υπόλοιπη Γαλλία. Το πρώτο μου κάμπινγκ το έχω κάνει στο L’ile de Lacroix. Είναι ένα νησάκι μία σταλιά στο χάρτη, δεν ξέρω αν υπάρχει καν για την ακρίβεια κι είναι απέναντι από το Lorient. Περνάς με ferry boat που σε πάει σε μισή ώρα. Ζουν πέντε οικογένειες και έχει ένα καφενείο όλο το νησί.

Στο Παρίσι

* Περίπου ένα χρόνο μετά πακετάρισα τα πράγματά μου και τα έστειλα στο Παρίσι, βρήκα σπίτι και Σεπτέμβριο μήνα φτάνω στην Πόλη του Φωτός. Δίνω εξετάσεις στη σχολή του Ανδρέα Βουτσινά, με δέχονται και μένω εκεί.  Ο Βουτσινάς ήταν μαθητής και συνεργάτης του Lee Strasberg στο Actor’s Studio. Του είχε δώσει την άδεια ο Lee Strasberg ν’ ανοίξει μία δική του σχολή στην Ευρώπη, επειδή τον εκτιμούσε και τον είχε πάρα πολλά χρόνια μαθητή του. Έτσι δημιουργήθηκε η σχολή του Βουτσινά στο Παρίσι. Μαζί του ήταν και γνωστοί Γάλλοι ηθοποιοί που δίδασκαν.

Ο παιδαγωγός Βουτσινάς

* Ο Βουτσινάς ήταν φοβερός παιδαγωγός. Ήταν ένας εκπληκτικός άνθρωπος, πολύ ιδιόρρυθμος, όπως είναι και οι περισσότεροι μεγάλοι καλλιτέχνες, αλλά εξαιρετικός δάσκαλος. Ήξερε να σου περνάει αυτό που ήθελε, αυτό που έπρεπε. Ήξερε να σου εξηγήσει... Ένα αμφιθέατρο εκατόν πενήντα ατόμων κρεμόταν από τα χείλη του.

Atelier Théâtre des Cinquante

* Η σχολή του, το Atelier Théâtre des Cinquante, δεν ήταν κλασική σχολή, δεν πήγαινες εκεί όπου υπάρχει ένα ηλικιακό όριο δεκαοχτώ με είκοσι πέντε χρονών. Μπορούσες σε οποιαδήποτε ηλικία να γίνεις ηθοποιός και ήταν προτιμότερο να έχεις ήδη μια πείρα από ηθοποιία για να καταλαβαίνεις. Γιατί αυτό που μας δίδασκε, δεν διδάσκεται σε κάποιον που δεν έχει κάνει ποτέ θέατρο. Δεν μπορείς να κάνεις συναισθηματική μνήμη, όταν δεν έχεις μάθει ούτε καν τι είσαι εσύ, πώς να μπεις τεχνικά να πεις ένα κείμενο. Οπότε ήταν μεγάλο πλεονέκτημα το ότι είχα ήδη κάνει θέατρο. Έπρεπε να περάσεις ακρόαση, να περάσεις συνέντευξη, στα γαλλικά εννοείται. Ο Βουτσινάς ποτέ δεν μίλαγε στα ελληνικά με τους Έλληνες. (Στη φωτογραφία, "Ιστορίες Μακρινές κι Αλλιώτικες". Σκηνοθεσία Θωμά Κινδύνη).

«La Grecque descend»

* Στη σχολή για τον Βουτσινά ήμουν «la Grecque» (η Ελληνίδα). «La Grecque descend» (η Ελληνίδα κατεβαίνει), έλεγε. Είχε εκπληκτική προφορά και δεν με φώναζε ποτέ με το όνομά μου, ποτέ! Και πάντα στα γαλλικά.

«Jamais»

* Κάποια στιγμή ήθελα να του μιλήσω σε ένα διάλειμμα και άρχισα στα ελληνικά, με διέκοψε γαλλικά και μου είπε: «Jamais devant toute le monde me parlera en grec, compris»… (Ποτέ μπροστά σε όλο τον κόσμο δεν θα μου μιλάς στα ελληνικά, κατάλαβες;).

Μάγος

* Με το σκυλάκι στην αγκαλιά, το κασκέτο ασορτί με το παντελόνι, ήταν ένας μάγος. Έμεινα τρία χρόνια εκεί και ταυτόχρονα ξεκίνησα να ψάχνομαι γιατί μάθαινα και από τον περίγυρο στη σχολή ότι πρέπει να κάνω βιογραφικά, να πηγαίνω να ρωτάω για ρόλους... Κι έτσι άρχισαν οι πρώτες δουλειές. Οπότε μετά ήταν πολύ δύσκολο να φύγω.

Χωρίς διάκριση

* Ο Βουτσινάς δεν έκανε κάποια διάκριση, επειδή ήμουν συμπατριώτισσά του. Απεναντίας ήταν πιο σκληρός, πιο απαιτητικός.

Ατέλειωτες ώρες…

* Έπρεπε να αποδείξω ότι μπορώ να είμαι εκεί. Ατέλειωτες ώρες ορθοφωνίας στο σπίτι, στα γαλλικά. Να παίρνω ένα κείμενο, να πρέπει να κάνω πρώτα ορθοφωνία, ανάλυση κειμένου, λεξικά είχα τρία μπροστά μου. Έπρεπε  να μάθω τις άγνωστες λέξεις, να διαβάσω το κείμενο, να διαβάσω όλο το βιβλίο. Εμένα αυτό μου έπαιρνε πάρα πολύ χρόνο, γιατί δεν μπορούσα να διαβάσω γρήγορα όπως κάποιος Γάλλος. Να διαβάσω όλο το βιβλίο, να κάνω έρευνα για τον συγγραφέα, να κάνω ορθοφωνία του κειμένου. Ό,τι δεν ήξερα πώς προφερόταν, ζητούσα από κάποιο Γάλλο να μου το πει κι έκανα επανάληψη τουλάχιστον 25 φορές την κάθε λέξη για να μου μένει. Και μετά στο σπίτι καθόμουν στο μονόλογο πάνω πάλι και έλεγα «moi je comprends pas que ce» αλλά αυτό για ώρες, πολλές ώρες… (Πάνω, από την τηλεοπτική σειρά της ΝΕΤ "Λούφα και Παραλλαγή" σε σκηνοθεσία Νίκου Περάκη).

Συναισθηματική μνήμη

* Δούλευα πολλαπλάσια από τους Γάλλους συμμαθητές μου, εννοείται. Αν ήθελα μόνο να κάνω ένα χρόνο στον Βουτσινά και να φύγω, να μη δουλέψω στη Γαλλία, δεν θα δούλευα τη γλώσσα, δεν θα με ένοιαζε. Θα δούλευα αυτό που δίδασκε ο Βουτσινάς, που ήταν η συναισθηματική μνήμη και πώς θα προσαρμόσεις το κείμενο ώστε να παίξεις αυτό που θέλεις. Όμως εμένα με ενδιέφερε να δουλέψω ισάξια με κάποιο Γάλλο. Δεν ήθελα να μη μιλάω τη γλώσσα σωστά. Και κυρίως επειδή με ενδιέφερε ο κινηματογράφος, ήθελα να μιλάω γαλλικά απταίστως, ώστε να έχω τους ρόλους που θα έκανε και μία Γαλλίδα.

Σε ένα παραμύθι

* Ήμουν δεκαεννιά ετών όταν μπήκα στο Atelier Théâtre des Cinquante (50) του Βουτσινά. Ταυτόχρονα είχα ξεκινήσει να δουλεύω. Την πρώτη χρονιά, μου προέκυψε μία συνεργασία με ένα παιδικό θέατρο και έκανα τον πρώτο μου ρόλο, σε ένα παραμύθι. Παίξαμε αυτό το παραμύθι και μετά άρχισα να κάνω ακροάσεις και ξεκίνησαν οι πρώτοι ρόλοι. Πριν αποφοιτήσω. Άμα θες, βρίσκεις δουλειά.

Ήθελα να είμαι στη σκηνή

* Είχα μάθει να παίζω, δεν είχα μάθει να κάθομαι και να ακούω μόνο, δεν θα μπορούσα να αντέξω έτσι. Δεν μ’ ένοιαζε να πληρώνομαι, μ’ ένοιαζε να παίζω. Το παν ήταν για μένα να είμαι στη σκηνή, δεν με ενδιέφερε τίποτα άλλο. Μετά σιγά σιγά έκανα κινηματογράφο και μικρού και μεγάλου μήκους ταινίες. Έκανα κάποιες διαφημίσεις με τον Jean-Jacques Annaud. Είναι πολύ ωραίος άνθρωπος, εκπληκτικός. Ναι, είναι μυθικό πρόσωπο. Όμως εγώ δούλεψα μαζί του.  Έκανα γυρίσματα ταινίας με τον Ντεπαρντιέ, με την Κλαούντια Καρντινάλε. Πολύ ωραία γυναίκα. Φοβερή. Καλλιτέχνης πραγματική. Ζει σε ένα δικό της καλλιτεχνικό κόσμο. (Στη φωτογραφία, σκηνή από την ταινία "Unitas" του Κωστή Μπασαγιάννη).

Maghrebin

* Το πιο συνηθισμένο, επειδή έμοιαζα κιόλας, για τα δεδομένα των Γάλλων, ήταν να μου δώσουν ένα ρόλο μιας κοπέλας Maghrebin, μιας κοπέλας η οποία έχει Άραβες γονείς και έχει μεγαλώσει στη Γαλλία. Επειδή έχουν πολλές Μαροκινές, Αλγερινές και  μετανάστριες από τη Βόρεια Αφρική. Λέω μέσα μου θα μάθω να παίζω τέλεια τα γαλλικά έτσι ώστε να μπορέσω να παίξω τη Γαλλίδα κι ας είναι και Maghrebin, μόνο που θα μιλάει άπταιστα τα γαλλικά.

Ονειρευόμουν στα γαλλικά

* Είχα φτάσει σε τέτοιο επίπεδο στα Γαλλικά, που τα πρώτα λογοτεχνικά μου κείμενα τα είχα γράψει στα Γαλλικά και ποίηση και παραμύθια. Ονειρευόμουν στα γαλλικά, δεν ονειρευόμουν στα ελληνικά, ελληνικά μιλούσα πολύ λίγο. Οπότε όταν γύρισα στην Ελλάδα ήταν απ’ την αρχή ξανά. Θυμάμαι η Ξένια η Καλογεροπούλου όταν είχαμε κάνει το πρώτο μας ραντεβού, μου είχε πει: «Θα πρέπει να κάνεις κάποια σεμινάρια για να σου μπει ο ρυθμός της γλώσσας, δεν έχεις χάσει την προφορά σου, έχεις χάσει τον τονισμό της γλώσσας, το τραγούδισμα της γλώσσας δεν είναι ελληνικό». Είχε δίκιο, εγώ δεν το καταλάβαινα καθόλου τότε, αλλά είχε δίκιο. Έπειτα από τρία - τέσσερα χρόνια το κατάλαβα, όταν άρχισα να μιλάω, να ακούω ελληνικά και να καταλαβαίνω ότι το τραγούδισμα της γλώσσας δεν είναι αυτό που έχω εγώ. Το άκουγα αλλά δεν μπορούσα να το μιμηθώ. Σκεφτόμουν γαλλικά, δεν σκεφτόμουν ελληνικά. Δεν ξέρω πώς το έκανα, πώς έγινε, μάλλον έγινε επειδή ήθελα τόσο πολύ να είμαι σωστή στη δουλειά μου.

Είσαι οι επιλογές σου

* Ο κάθε άνθρωπος είναι οι επιλογές του. Αν εσύ επιλέξεις να γίνεις κάτι, θα γίνεις. Δεν είναι μόνο στον καλλιτεχνικό τομέα. Δεν έχει να κάνει με τον εγωκεντρισμό του ανθρώπου. Έχει να κάνει με κάτι πιο πάνω από σένα, μ’ αυτό που λέμε άστρο δικό σου. Κι όλοι το έχουμε. Απλώς δεν ξέρουν όλοι πώς θα το βγάλουν προς τα έξω…

Τι είναι τέχνη

* Τέχνη χρειάζεται και για να γίνεις σερβιτόρος και κακώς στην Ελλάδα αισθανόμαστε μειονεκτικά, επειδή είμαστε σερβιτόροι ή οτιδήποτε άλλο. Στην Ελλάδα αυτό ξεκινάει από πολύ μακριά. Όταν οι παππούδες μας, επειδή παλεύανε με τη γη, θεωρούσαν ότι το παιδί πρέπει να καθίσει σε ένα γραφείο για να κερδίζει τη ζωή του. Κι έτσι φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. Βέβαια, αν σκεφτείς το λόγο που θέλανε οι άνθρωποι αυτοί να μην κουραζόμαστε, είχαν δίκιο. Αλλά δεν μας έμαθαν να κουραζόμαστε έστω και λίγο, οπότε στην πορεία ξεφύγαμε…

Στην Ελλάδα πια

* Όταν ήδη δούλευα στη Γαλλία, τέσσερις - πέντε φορές είχα προτάσεις να επιστρέψω στην Ελλάδα και να κάνω κάποια δουλειά εδώ. Kι αφού είχα ένα παρελθόν, κάποιοι άνθρωποι που με είχαν δει με ζήτησαν για συνεργασία. Αλλά ήταν μεγάλο το δίλημμα. Nα παρατήσω τα πράγματα στη μέση για να κάνω μια δουλειά εδώ, ίσως και έξι μήνες. Ίσως έπρεπε να είχα έρθει για έξι μήνες, να κάνω μια παράσταση στην Ελλάδα και μετά να γυρίσω πίσω στη Γαλλία. Αλλά εγώ φοβόμουν ότι αν πήγαινα πάλι στη Γαλλία, θα έμενα για πάντα. Γυρνάω λοιπόν στην Ελλάδα ύστερα από οκτώμισι χρόνια σπουδών και δουλειάς στο Παρίσι. Δεν καταλάβαινα πώς ακριβώς λειτουργεί το σύστημα εδώ. Θυμάμαι ότι είχα ένα ραντεβού με τον Μηνά Χατζησάββα που με ήξερε και τον ρωτούσα πώς μαθαίνει κάποιος ότι εγώ είμαι ηθοποιός. Γιατί πλέον είχαν περάσει τα χρόνια και δεν είχα την αφέλεια της δεκαοχτάχρονης, που απλώς πηγαίνει και κτυπάει την πόρτα. (Aριστερά, από την παράσταση "Πάθος" του Δημήτρη Μαραμή. Φωτογραφία: Αλέξανδρος Οικονόμου).

Στις «Φιλοδοξίες»

* Είχα πάει στον «Ίασμο», έκανα ένα σεμινάριο για να γνωρίσω κι εγώ κάποιους ανθρώπους και να δω πώς γίνεται η δουλειά εδώ. Την πρώτη μου δουλειά την έκανα στην τηλεόραση, στις «Φιλοδοξίες», στο Mega. Είχα ένα μικρό ρόλο αλλά ήταν πολύ καλά. Ήταν καινούργιο πράγμα για μένα η τηλεόραση, δεν είχα κάνει ποτέ και ιδίως στην Ελλάδα.

Η προσγείωση

Στην Ελλάδα η προσγείωση ήταν απότομη. Μεγάλη διαφορά. Καμία σχέση. Καταρχάς εγώ δεν ήξερα τι σημαίνει μεικτός μισθός και καθαρός μισθός. Δεν ήξερα ότι πρέπει να βγάλω ΑΦΜ και να κόβω δελτίο. Δεν ήξερα τίποτα. Ήμουν σαν να είχα έρθει από τη… Ζιμπάμπουε. Έτσι ένιωθα. Και το χειρότερο απ’ όλα ένιωθα ότι ήμουν ξένη στον τόπο μου. Με περνάγανε για Γαλλίδα, γιατί έλεγα συνέχεια συγγνώμη, παρακαλώ. Στη Γαλλία ήμουν ξένη αλλά να με περνάνε κι εδώ για ξένη, δεν το δεχόμουν.

«Χαμένος στo Όνειρο»

* Ξεκίνησα να συνεργάζομαι με την Αθηνά Παππά, με μια ομάδα θεατρική. Κάναμε ωραίες παραστάσεις, μία εκ των οποίων ήταν εξαιρετική, το «Χαμένος στo Όνειρο». Ήταν διασκευή του «Ματωμένου Γάμου» του Λόρκα, σε ελεύθερη απόδοση, με μουσική Active Member, δηλαδή ραπάραμε το κείμενο του Λόρκα, ήταν εκπληκτικό. Πραγματικά ήταν από τις πιο ωραίες παραστάσεις που έχω παίξει ποτέ. Κρίμα που δεν πήγε παραπέρα.

Η διεργασία στο θέατρο

* Μ’ αρέσει η δουλειά που γίνεται στο θέατρο. Η τριβή, η διεργασία και ο χρόνος που παίρνει ένα κείμενο να υλοποιηθεί, να περάσει από το στάδιο της γραφής ενός συγγραφέα, στο να πάρει σάρκα και οστά το όνειρο ενός σκηνοθέτη, αυτό που φαντάζεται, μέσα από κοστούμια, σκηνικά, υποκριτική...

Στον κινηματογράφο

* Όταν κάνεις μια ταινία πρέπει να καταλαβαίνεις ότι μια μικρή εικόνα είναι σαν να έχει γράψει ο συγγραφέας μια ολόκληρη σελίδα. Τα κοντινά πλάνα, που θεωρητικά δεν έχουν υποκριτική για έναν ηθοποιό, για μένα έχουν, έχουν μεγάλη σημασία, αρκεί να έχει γίνει σκληρή προεργασία και από τον ηθοποιό και από το σκηνοθέτη. Αυτό τις πιο πολλές φορές δεν υπάρχει ο χρόνος για να γίνει, δεν υπάρχει η ποιότητα του χρόνου από το σκηνοθέτη στον ηθοποιό, εκτός κι αν ο ηθοποιός είναι πρωταγωνιστής. Όταν έχεις μικρότερο ρόλο, οφείλεις  να έχεις δουλέψει μόνος σου. Το θεωρώ άδικο και για τον ίδιο το σκηνοθέτη, γιατί η ταινία του αποτελείται από πολλές εικόνες και από πολλούς μικρούς ρόλους οι οποίοι αποτελούν ολόκληρη ταινία. Δεν είναι όπως το θέατρο που συμμετέχουν πέντε ηθοποιοί και οι πέντε θα δουλέψουν τους τρεις μήνες πρόβας, τέσσερις μήνες πρόβας, πέντε μήνες πρόβας, ανάλογα με τον σκηνοθέτη. Στον κινηματογράφο, στην Ελλάδα τουλάχιστον, δουλεύουν  μόνο αυτοί που είναι να δουλέψουν τα μεγάλα κομμάτια, και μετά δουλεύεις σπίτι σου. Αυτό είναι το μόνο άδικο που βρίσκω. Κατά τα άλλα μ’ αρέσει ισάξια η κινηματογραφική δουλειά με τη θεατρική υποκριτική.

Τεχνική

* Αγαπώ και το θέατρο και τον κινηματογράφο. Και τα δύο τα δουλεύω με τον ίδιο τρόπο. Επειδή έχω κάνει και υποκριτική in front of the camera, instant acting, πέρα από το act on studio, έχω μάθει αυτή την τεχνική να τη χρησιμοποιώ και στο θέατρο, εκτός από τον κινηματογράφο. Να μπορείς να χρησιμοποιήσεις αυτά που έχεις μάθει από τον εαυτό σου και τον ίδιο τον εαυτό σου, όπως πρέπει, έτσι ώστε να βοηθήσεις το χαρακτήρα που υποδύεσαι να δείξει την αξία του. Να επικοινωνήσεις. (Kάτω, στην ταινία του Κωστή Μπασαγιάννη "Unitas"). 

Η εικόνα

* Στο «instant acting in front of the camera» η κάμερα μπορεί να είναι μπροστά στον ηθοποιό, όμως στο σενάριο ενδέχεται να γράφει ότι «κοιτάζει το πέλαγος». Αυτό δεν παίζεται εύκολα. Επομένως ο ηθοποιός οφείλει να έχει διαβάσει το σενάριο, να ξέρει τι παίζει, να έχει μία ολοκληρωμένη, ζυμωμένη άποψη της εικόνας που δίνει. Η εικόνα μιλάει στον κινηματογράφο, αντί να μιλούν τα λόγια. Η εικόνα είναι πολύ δυνατή. Ο κινηματογράφος όταν γίνεται ωραία, όταν γίνεται καλά, είναι τρέλα. Δηλαδή όταν έκανα την «Πολίτικη Κουζίνα» ήταν ένα μεγάλο και ικανότατο επιτελείο που δούλευε, που πραγματικά αισθάνθηκα σαν να ήμουν στο Παρίσι. Και η «Λούφα και Παραλλαγή» του Νίκου Περάκη, παρόλο που ήταν σειρά τηλεοπτική, ήταν δουλεμένη σαν να ήταν κινηματογράφος.

Οι παρέες

* Νομίζω ότι οι άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι στις παρέες τους. Τους κινεί η παρέα τους. Παγιώνονται μέσα στις συνήθειες ρουτίνας της παρέας. Αν η παρέα πηγαίνει το Σάββατο βράδυ στα μπουζούκια, κανείς από αυτούς που πάνε όλοι μαζί δεν θα τολμήσει να πει ξαφνικά «ρε παιδιά δεν πάμε να δούμε κι ένα θέατρο;», γιατί φοβάται μήπως οι άλλοι δεν το αποδεχτούν. Οπότε με το φόβο αυτό δεν το εκφράζει, το καταπολεμά και μετά δεν το θυμάται ούτε καν ο ίδιος ότι το αναζήτησε μία φορά έστω. Έπειτα πιστεύω ότι δεν υπάρχει μουσική παιδεία, σε πολλά επίπεδα και σε μεγάλο ποσοστό του κόσμου στην Ελλάδα. Είναι λυπηρό.

Ο τοπικισμός

* Στην Κρήτη κάτι που με πληγώνει πολύ είναι ότι οι άνθρωποι ζουν περιχαρακωμένοι στις κοινότητές τους. Μόλις φτιάχνεται ένα θέατρο σε ένα χωριό, το διπλανό χωριό δεν θα πάει, για να μην ενισχύσει το ταμείο εσόδων του άλλου χωριού. Αυτός ο τοπικισμός από τη μία άποψη είναι υγιής μεν, απ’ την άλλη όμως είναι δίκοπο μαχαίρι γιατί σε εμποδίζει να κερδίσεις γνώση. Πάει κόντρα στην πρόοδο. Έχω αντιληφθεί ότι οι πιο πολλοί άνθρωποι καταπιέζουν αυτό που ουσιαστικά έχουν ανάγκη. Και ιδίως στην Ελλάδα.  

Οι ετικέτες

* Ο διαχωρισμός με τις ετικέτες πάντα με ενοχλούσε στην Ελλάδα. Ήταν κι ένας από τους λόγους που έφυγα, γιατί ήμουν μικρή και ζούσα σε επαρχία και εκεί είναι ακόμα πιο εύκολες οι ετικέτες. Όταν λοιπόν γύρισα, πίστευα ότι έχουμε πολιτισμό. Αυτό με πλήγωσε πάρα πολύ, γιατί οι ετικέτες εμφανίζονται γρήγορα.

Καλοί άνθρωποι

* Ευτυχώς στη σταδιοδρομία μου έπεσα και σε καλούς ανθρώπους. Δηλαδή θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά τον Θωμά Μοσχόπουλο, όταν είχαμε κάνει την πρώτη μας συζήτηση, που είναι κι αυτός γαλλομαθής. Έπειτα από λίγο καιρό στην Αθήνα κατάλαβα πόσοι Έλληνες είχαμε πάει στο Παρίσι. Η Καλογεροπούλου μου είχε συστήσει τον Μοσχόπουλο. Μ’ άρεσε πάρα πολύ σαν άνθρωπος, είχε μιαν ευγένεια, είχε έναν πολύ ωραίο τρόπο να με συμβουλεύει.

Το book μου

* Τότε είχα ένα book, γιατί στη Γαλλία, στο εξωτερικό γενικώς, δουλεύουν με book. Είσαι μεν ηθοποιός, αλλά πρέπει να έχεις και μερικές φωτογραφίες που αντιπροσωπεύουν τον εαυτό σου, ρόλους και εκφράσεις. Μπορεί να είναι από παραστάσεις, από ταινίες, μπορεί να είναι ένα απόσπασμα από μία συνέντευξη. Όλα αυτά τα τοποθετείς σε ένα βιβλίο κι αυτό το βιβλίο το δίνεις στο πρώτο ραντεβού. Μαζί με το βιογραφικό σου, το οποίο το αφήνεις, το βιβλίο το ανοίγει ο σκηνοθέτης, το κοιτάζει και μπορεί να κρίνει αν κάνεις για τη δουλειά του. Είχα ρωτήσει λοιπόν τον Θωμά Μοσχόπουλο, αν  είναι καλό που κυκλοφορώ με το book ή στην Ελλάδα αυτό θεωρείται δήθεν και φαίνεται ότι είμαι mannequin και δεν είμαι ηθοποιός. «Τα πράγματα κάποια στιγμή στην Ελλάδα θα αλλάξουν. Εσύ κοίταξε να κάνεις αυτό που πιστεύεις. Το δικό σου δρόμο πρέπει να τραβήξεις, αλλά πρέπει να τον πιστέψεις». Στην πορεία δυστυχώς δείλιασα κι άρχισα και μαζευόμουνα, οπότε αυτό δεν το έκανα που μου έδωσε ως συμβουλή. Προσπαθώ να το κάνω πλέον τώρα. (Στη φωτογραφία, η Κατερίνα Σαβράνη σε γαλλική ταινία).

Η «Στρίγκλα»

* Ένας ρόλος που θα ήθελα πάρα πολύ να παίξω είναι η Κατερίνα στη «Στρίγκλα που έγινε αρνάκι» του Σαίξπηρ. Από τις αγαπημένες μου ηρωίδες, έτσι πιπεράτη, δυναμική που είναι, αλλά και με πολλή ευαισθησία.

Ανδρικοί ρόλοι

* Από αντρικό ρόλο, πέρα απ’ τον Οιδίποδα, που είναι κορυφαίος, εγώ θα ήθελα να παίξω τον Τειρεσία. Ένας άλλος πολύ ωραίος ρόλος από τον «Οθέλλο» είναι ο Ιάγος.

Μιούζικαλ

* Θα ήθελα πολύ να παίξω σε ένα μιούζικαλ. Είναι ένα άλλο είδος, το οποίο το έχω αγγίξει, αλλά επειδή δεν έχω ακολουθήσει εκτεταμένες σπουδές στο τραγούδι, δεν με ζητάνε για να κάνω μιούζικαλ. Επειδή  το έχω κάνει όμως, ξέρω ότι και μου πηγαίνει και μ’ αρέσει.

Γυναικείοι χαρακτήρες

* Ο πιο ωραίος γυναικείος ρόλος για μένα είναι η «Μήδεια». Υπέροχος ρόλος είναι και η «Ιουλιέτα». Αν και βρίσκω ότι είναι πολύ δύσκολος. Τώρα που διδάσκω, που διαβάζω τα κείμενα όλα, που μελετάω τα πάντα, τώρα καταλαβαίνω. Όταν ήμουν πιο νέα, που θα μπορούσα να είχα παίξει το ρόλο, έβλεπα το επιφανειακό του πράγματος, ότι είναι μια ρομαντική κοπέλα που ερωτεύτηκε και θέλει να πεθάνει. Κι αυτό δεν μου άρεσε σαν ιδέα. Δεν θεωρώ ότι πρέπει να θυσιάζεσαι για τον έρωτα. Για κανέναν δεν πρέπει να θυσιάζεσαι! Τέλος πάντων αυτό είναι μία δική μου αντίληψη. Γι’ αυτό το λόγο όμως δεν μου άρεσε αυτός ο ρόλος. Όμως με τα χρόνια έβρισκα ότι είχε μια τέτοια λεπτότητα ψυχής αυτός ο χαρακτήρας, που είναι πολύ δύσκολο να τον ερμηνεύσεις. Τουλάχιστον εγώ. Δεν έχω και τη φυσιογνωμία για να σκεφτεί κάποιος να μου δώσει αυτόν το ρόλο. Ένας άλλος ρόλος, που μ’ αρέσει πάρα πολύ, είναι η Κάρμεν, που είναι μια γυναίκα γεμάτη ζωή και πάθος…

Τραγούδι

* Όποτε είχα δάσκαλο στο τραγούδι, σε πολλές παραστάσεις έχω τραγουδήσει, κι αυτό είναι το περίεργο. Ενώ δεν έχω διδαχτεί τραγούδι, κάθε φορά που υπήρχε τραγούδι στην παράσταση, μου δίδασκε ο μουσικός της παράστασης το τραγούδι και το τραγουδούσα. Απλώς δεν έχω τόλμη στο τραγούδι, δηλαδή δεν μπορώ να πάρω το μικρόφωνο και να πω θα σας πω ένα τραγουδάκι γιατί μ’ αρέσει. Δεν έχω αυτή την τόλμη, το θράσος, το ψώνιο, τρεις λέξεις είναι που το χαρακτηρίζουν. Και στην πορεία προστέθηκε και πολλή συστολή. Τώρα τελευταία μου λένε κάποιοι πως έχω ωραία φωνή κι έχω αρχίσει να το πιστεύω και να το δουλεύω. Γενικώς σαν άνθρωπος θέλω ενθάρρυνση για να δουλέψω κάτι, εκτός κι αν είναι κάτι που το πιστεύω εγώ, όπου εκεί πεισμώνω και μπορώ να πάω κόντρα στο κύμα για χρόνια. Γιατί αλλιώς δεν θέλω παρότρυνση, θέλω ενθάρρυνση, να μου πει κάποιος ότι εκεί μπορεί να υστερείς αλλά αυτό το κάνεις καλά και σιγά σιγά θα βελτιωθώ περισσότερο. Αν όμως είναι όλα αρνητικά, μπλοκάρω, δεν προχωράω.

Μονόλογος

* Κατά καιρούς μεταφράζω βιβλία που έχω διαβάσει στα γαλλικά και δεν έχουν μεταφραστεί ποτέ στα ελληνικά. Έχω μεταφράσει μέχρι στιγμής τρία. Απ’ τα τρία αυτά, υπάρχει ένας μονόλογος που είναι πάρα πολύ ωραίος. Είναι μιας Ιταλίδας συγγραφέως, δεν έχει γίνει επανέκδοση του βιβλίου της στην Ελλάδα, αλλά εγώ το είχα διαβάσει όταν ήμουν δεκάξι κι από τότε μου έχει μείνει στο μυαλό, ότι αυτό θα ήταν πάρα πολύ ωραίο θεατρικό. Σκοπεύω να το προχωρήσω ένα βήμα παραπέρα. Ταυτόχρονα όμως υπάρχει μία κοπέλα, η Ηρώ Αληθεινού, που ‘χαμε κάνει πέρυσι το «Crash Test», η συγγραφέας αυτή, η οποία μου είπε το καλοκαίρι ότι γράφει ένα κείμενο για μένα κι ότι θα μου το δώσει σύντομα. Ένας μονόπρακτος μονόλογος. Τη ρώτησα τι γράφει. Δεν θέλει να μου πει. Όταν το τελειώσει, θα μου το δώσει να το διαβάσω. Είναι μια νέα συγγραφέας που στην πορεία φαντάζομαι ότι θα δείξει πολύ καλό έργο. (H φωτογραφία είναι από την ταινία "Πίσω από τις γρίλιες" του Δημήτρη Μπαβέλα).

Μεταφράσεις

* Ένα άλλο βιβλίο που έχω μεταφράσει είναι μιας Βελγίδας συγγραφέως. Λέγεται Amelie Νothomb, δεν έχει μεταφραστεί ποτέ στα ελληνικά, απ’ ό,τι ξέρω. Είναι βραβευμένη με Nobel. Έχω διαβάσει όλα της τα βιβλία, είχα τρέλα μαζί της. Υπάρχει ένα βιβλίο, το οποίο έχω μεταφράσει με την προοπτική να έπαιζε τον ένα ρόλο ο Μηνάς Χατζησάββας και τον άλλο εγώ. Πρόκειται για ένα ψυχολογικό θρίλερ.

Φτώχεια

* Βλέπω άσχημα πράγματα στην πόλη και συχνά δεν μπορώ να συγκρατήσω τα δάκρυά μου όταν οδηγώ ή περπατώ στους δρόμους. Γύρω μας φτώχεια, πείνα, δυστυχία. Επαίτες, ανήμποροι ηλικιωμένοι, παιδιά στα αζήτητα, άστεγοι παντού. Άνθρωποι που έχουν φτάσει στα όρια της εγκατάλειψης του εαυτού τους και αδιαφορούν για τη ζωή.

Τι με ενοχλεί

* Με ενοχλεί το γεγονός ότι η δημοτική αστυνομία δεν δίνει κλήση σε έναν πολίτη γιατί ρυπαίνει το πεζοδρόμιο. Θα σου δώσει κλήση μόνο γιατί πάρκαρες λάθος. Αυτό δεν λέγεται δημοτική αστυνομία. Λέγεται απλώς, και για την ακρίβεια, τροχαία. Η τροχαία είναι για το παρκάρισμα και η δημοτική αστυνομία θα έπρεπε να είναι για όλα τα δημοτικά προβλήματα. Όπως ότι πετάς το σκουπίδι στο δρόμο και δεν σε νοιάζει ποιος θα το μαζέψει, ότι καπνίζουμε στο αυτοκίνητο και πετάμε το τσιγάρο από το παράθυρο, ότι βγάζουμε το σκύλο βόλτα και δεν μαζεύουμε τις ακαθαρσίες του.

Δημοκρατία

* Είμαι υπέρ του δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου, απλώς πιστεύω ότι δεν έχουμε μάθει ποτέ το σωστό τρόπο, γιατί πέσανε πολλά συνδικάτα και ο συνδικαλισμός δυστυχώς δεν σου δίνει το περιθώριο να πατήσεις σε σωστές βάσεις. Τρως μασημένη τροφή, δεν είναι δικός σου ο τρόπος που θα δώσεις τη μάχη. Ο τρόπος που θα δώσεις τη μάχη είναι ο τρόπος που αποφάσισε το συνδικάτο. Αποφάσισε το συνδικάτο να κατέβουμε στο Σύνταγμα, να κόψουμε την κίνηση; Τέλος! Έχουμε ξεχάσει λοιπόν τι σημαίνει δημοκρατία. Δημοκρατία σημαίνει δεν καταπατώ το δικαίωμα του άλλου. Δεν γίνεται, λοιπόν, επειδή έχω κάτι να πω, όλοι οι υπόλοιποι να πάψουν να ζουν. Αυτό είναι φασισμός. Εγώ έτσι τουλάχιστον το αντιμετωπίζω. Αν θέλω να πω κάτι, πρέπει να βρω τον κατάλληλο τρόπο να πω αυτό που θέλω, να κάνω αυτή τη διαδήλωση που θέλω, αλλά με ένα μέτρο κι ένα όριο. Να μην καταπατώ το δικαίωμα του άλλου να πάει στον προορισμό του, να εργαστεί αν θέλει… Αυτό δεν έχουμε. Όπως δεν έχουμε και την ελευθερία των απόψεων. Πολλοί άνθρωποι πλέον, ιδίως με την κρίση, κλείνουν το στόμα, μην τυχόν και ακουστεί κάτι, το οποίο μπορεί  ο άλλος να παρερμηνεύσει και να βρουν τον μπελά τους. Όχι δεν νομίζω πως έχουμε πολύ σωστή αντίληψη για τη δημοκρατία. Κι αυτό είναι μεγάλη πληγή. (H Κατερίνα Σαβράνη, στο μέσον, με τις Ελένη Αγγελάκη και Κατερίνα Μπιλάλη στην παράσταση "Ιστορίες Metroπάθειας" σε σκηνοθεσία Βασίλη Καρφή. Φωτογραφία: Αλέξανδρος Οικονόμου).

Αγαπημένα βιβλία

* Αγαπημένο μου βιβλίο είναι τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» της Emily Brontë. Ένα άλλο βιβλίο που αγάπησα πολύ είναι ενός Γάλλου συγγραφέα, του Daniel Picouly. Λέγεται «Le champ de Personne». Το έχω χρόνια στη βιβλιοθήκη μου και συχνά ξαναδιαβάζω αποσπάσματά του. Επίσης, από τους Έλληνες συγγραφείς, έχω διαβάσει όλα τα βιβλία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.

Τραγουδώ

* Όταν έχω έντονα συναισθήματα μέσα σε μία μέρα, ή μεγάλη χαρά ή μεγάλη λύπη, τραγουδώ τα συναισθήματά μου. Αντί να μονολογώ, τραγουδ;v. Αλλά πρόκειται για μια δική μου μελωδία, με ένα δικό μου στιχάκι, το οποίο μπορεί να επαναλαμβάνεται, δεν είναι ανάγκη να είναι ένα ολόκληρο τραγούδι. Περνάω τέτοιες φάσεις για μια ολόκληρη μέρα, πολύ συχνά.

Ένα τραγούδι που μου έμαθε ο Κωνσταντίνος

* Ένας στίχος που μου έρχεται συχνά και τον τραγουδώ είναι ένα τραγούδι που το έμαθα χάρη στον άντρα μου, τον ηθοποιό Κωνσταντίνο Γιαννακόπουλο, το «Καίγομαι». Μ’ αρέσει πάρα πολύ ο στίχος, είναι καταπληκτικός. Και προσπάθησα να το μάθω να το τραγουδάω. Όταν είμαι σε μεγάλο κέφι ή σε καημό, το τραγουδάω καλά. Αν δεν είμαι, δεν το πατάω καλά, γιατί θέλει να ‘χεις ψυχή εκεί, να τα δώσεις όλα ώστε να προσπεράσεις και τα λάθη. Γιατί είναι και πολύ ιδιαίτερο τραγούδι, πολύ δύσκολο. Κι ένα άλλο είναι το «Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα». Το τραγουδάει ο Κωνσταντίνος κι αυτό. Σαν στίχος και μόνο αυτό εμένα μ’ αρέσει ιδιαίτερα.

«Γιατί να σε ξεχάσω/ ποτέ δεν θα μπορώ»

* Από το τραγούδι αυτό, το σημείο που μου αρέσει πιο πολύ είναι αυτό που λέει «και πόσο φοβάμαι/ μήπως μια μέρα σε χάσω,/ γιατί να σε ξεχάσω/ ποτέ δεν θα μπορώ».

Κλαίω με την πρώτη…

* Ένα τραγούδι που τραγούδαγα με τη μαμά μου όταν ήμουν μικρή και μου ‘χει μείνει, όποτε το ακούω πλέον κλαίω, είναι ένα που τραγουδούσε ο Πάριος με το γιο του, όταν ο γιος του ήταν πέντε χρονών. Το «Πιο καλή η μοναξιά»… Αυτό είναι ένα από τα αγαπημένα μου. Αλλά δεν μπορώ να το τραγουδήσω καθόλου πλέον, κλαίω με την πρώτη.

Διδασκαλία, μια αμφίδρομη σχέση

* Μου αρέσει η διδασκαλία. Είναι μια αμφίδρομη σχέση. Όταν ένας μαθητής στη δραματική σχολή που διδάσκω με ρωτά κάτι, με κάνει να επαναπροσδιορίζω ξανά αυτά που πρέπει να πω. Όταν απαντώ σε μια δική του απορία, πέρα από τις τεχνικές γνώσεις θεάτρου ή υλικές, όταν είναι θέμα απόψεων, είναι πολύ σοβαρό να μην τους περάσω τη δική μου γνώμη. Πρέπει να τους δώσω την κρίση με τα χρόνια να βρουν κι αυτοί το δικό τους δρόμο, το δικό τους πιστεύω. Δεν είμαι εκεί για να τους «φορέσω» το δικό μου τρόπο σκέψης και ύπαρξης, είμαι εκεί για να τους ανοίξω τις πόρτες. Είναι κάτι το οποίο μ’ αρέσει πάρα πολύ, αν και προέκυψε ξαφνικά και ομολογώ ότι έτρεμαν τα γόνατά μου την πρώτη μέρα που πήγα στο μάθημα και το είπα κιόλας στους μαθητές μου. «Επειδή δεν έχω να πω τίποτα για τον εαυτό μου, θα θελα να μιλήσετε εσείς για εσάς, γιατί εγώ έχω πιο μεγάλο τρακ από εσάς», τους ανακοίνωσα. Πραγματικά ήταν η πρώτη φορά που μου δινόταν μια τέτοια ευκαιρία και δεν ήξερα τι έπρεπε να πω. Δεν υπάρχει συνταγή.

Αγγίζεις μια ψυχή

* Αν διδάσκεις Μαθηματικά, θα μιλήσεις για μια μέθοδο, για ένα θεώρημα. Στο θέατρο ξεκινάς από πράγματα τα οποία αγγίζουν μία ψυχή, ένα μυαλό κι ένα νευρικό σύστημα. Δεν είναι απλό να παίξεις μ’ έναν άνθρωπο, οπότε εγώ αυτό που προσπαθώ, είναι να τους εξηγήσω ότι πρέπει να σέβονται τον εαυτό τους  τόσο πολύ, ώστε να μη λένε ψέματα στον εαυτό τους. Πιστεύω ότι οι μαθητές μου με αγαπάνε γιατί τους αγαπώ κι εγώ.

Ο μαθητής

* Από την άποψη της διδασκαλίας, έχω μία ευκολία στο να μη σκέφτομαι τον εαυτό μου όταν διδάσκω. Σκέφτομαι το πώς σκέφτεται αυτό ο συγκεκριμένος μαθητής που διδάσκω, δίχως να γνωρίζω το παρελθόν του κάθε παιδιού, ούτε τι οικογενειακό ιστορικό έχει. Καθότι δεν με ενδιαφέρει. Μπορώ όμως να αντιληφθώ ένα παιδί τι κουβαλάει. Αυτό φαίνεται. Και για τον έμπειρο σκηνοθέτη φαίνεται. Ως ηθοποιοί, όταν πηγαίνουμε σε ένα σκηνοθέτη, σε πέντε λεπτά έχει σκιαγραφήσει τι είμαστε, και από τι έχουμε περάσει. Μπορεί ένας σκηνοθέτης να το καταλάβει. Κάπως έτσι γίνεται και με τη διδασκαλία. (Στη φωτογραφία, Ballard - Creteill, Παρίσι).

Σκηνοθεσία

* Φέτος σκηνοθέτησα μια παράσταση. Το «Crash Test» της Ηρώς Αληθινού. Όταν έκανα τη σκηνοθεσία, κάποιος με ρώτησε: «Αυτό τον καιρό δεν παίζετε κάπου;». «Όχι, εξηγώ, σκηνοθετώ μία παράσταση». «Α…», μου λέει, «το ‘χεις ρίξει στη σκηνοθεσία…».  Αν εμένα αυτό το πράγμα με γεμίζει, αν έχω αποθέματα να δώσω εκεί, μπορεί  να έπρεπε να περάσω όλα αυτά για να φτάσω εκεί.

Πάλη με τα κύματα

* Υπάρχουν φορές που παλεύουμε με τα κύματα για να κάνουμε κάτι, το οποίο τελικά δεν είναι γραφτό να το κάνουμε εμείς. Θέλω να παίζω, αλλά στη φάση που είμαι τώρα δεν μου λείπει. Είναι η πρώτη φορά που δεν μου λείπει!  Έστηνα παράσταση και ήταν η πρώτη φορά που δεν σκεφτόμουν ρόλους για μένα.

Απομνημονεύω

* Είχαμε ένα ατύχημα με μια ηθοποιό της παράστασης «Crash Test» και αναγκάστηκα να παίξω εγώ το ρόλο της. Πέρασα τα λόγια την τελευταία στιγμή και βγήκα στην παράσταση. Η αλήθεια είναι ότι μαθαίνω εύκολα. Απομνημονεύω γρήγορα. Υπάρχουν ηθοποιοί που δουλεύουν αργά με το κείμενο. Δηλαδή διαβάζουν το κείμενο πολλές φορές, μέχρι να το μάθουν, μέχρι να το νιώσουν, να μην το ‘χουνε μάθει παπαγαλία. Προσωπικά έχω βρει ένα δικό μου τρόπο. Το μαθαίνω, αλλά επίπεδα, χωρίς κανένα συναίσθημα. Σαν παρτιτούρα, έτσι ώστε να μπορώ να πλένω τα πιάτα και να το λέω, να οδηγώ και να το λέω. Πολλές φορές οδηγώ και μιλάω μόνη μου, ατελείωτες ώρες στην οδήγηση λέγοντας μονολόγους. Όταν γίνεται αυτό, δίνεται μία άλλη προοπτική στο ρόλο, την οποία δεν είχα σκεφτεί προηγουμένως.

Μάθε τέχνη…

* Όσοι με γνωρίζουν, ξέρουν ότι μ’ αρέσει να καταπιάνομαι με πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Δεν είμαι ταγμένη σ’ ένα πράγμα μόνο. «Μάθε τέχνη κι άστηνε», που λένε. Έμαθα πολλές τέχνες και δεν τις άφησα. Έχω κάνει πλαστικές τέχνες και σπουδές πλαστικών τεχνών από το λύκειο, δηλαδή προετοιμασία για να μπω στην Καλών Τεχνών. Έχω διδαχτεί Ιστορία της Τέχνης, έχω κάνει γλυπτική, σχέδιο, ελεύθερο σχέδιο, ζωγραφική… Ταυτόχρονα είχα κάνει και σε εργαστήριο με τον Μιχάλη Μανουσάκη, έναν πολύ σπουδαίο ζωγράφο, μάσκα, πλαστικές τέχνες, κοστούμι, σκηνικά, γραφιστική, αφίσες, όλα αυτά. Αποτέλεσμα; Είχα μάθει κάποιες τεχνικές από αυτόν, που τις χρησιμοποιούσα στην πορεία. Για παράδειγμα, όταν ήθελα να πάω κάπου, ήμουν καλεσμένη σε σπίτι, σε γιορτή, σε γενέθλια, αγόραζα ένα δώρο, κατόπιν κατασκεύαζα ένα ολόκληρο κουτί, έβαζα μέσα το δώρο, τοποθετούσα και δύο τριαντάφυλλα απ’ τον κήπο, πρόσθετα κι ένα λικεράκι και το πρόσφερα. Μου είχε γίνει συνήθεια.  Αυτό σιγά σιγά παγιώθηκε. Άρχισαν οι φίλοι να μου ζητούν πράγματα και στην πορεία ήμουν βοηθός ενδυματολόγου σχεδόν σε όλες τις παραστάσεις που συμμετείχα. Βοηθός ενδυματολόγου, σκηνογράφου, ηλεκτρολόγου, σε οποιαδήποτε παράσταση θεατρική, κάπου θα ήμουνα και θα βοηθούσα κάποιον. Απλώς δεν ήθελα να φαίνεται  το όνομά μου. Το θεωρούσα λίγο άσχημο, να είναι ένας ηθοποιός που παίζει και κάνει και τόσα άλλα πράγματα…

Bazaar

* Πριν από τρία χρόνια, είχα βρεθεί μαζί με κάποιες συναδέλφους ηθοποιούς κι όλες μαζί κάναμε ένα μεγάλο bazaar στο «Νίξον», με δικά μας καλλιτεχνικά κομμάτια. Σιγά σιγά ανακάλυψα ότι υπάρχουν κι άλλοι ηθοποιοί που ξέρουν να δημιουργούν χειρωνακτικά. Κοσμήματα, αξεσουάρ, στολίδια. Η Στέλλα Αντύπα είναι φίλη και συνάδελφος, ηθοποιός κι αυτή. Μαζί της ξεκίνησα. Έκανε μια έκθεση. Εγώ το ίδιο χρονικό διάστημα συμμετείχα σε μια σειρά, η οποία κόπηκε απότομα. Βρέθηκα ξαφνικά λοιπόν να έχω ελεύθερο χρόνο. Μου πρότεινε να λάβω μέρος παρουσιάζοντας τα χειροποίητα κουτιά μου. Έτσι ξεκίνησα, λοιπόν. Πήρα επαινετικά σχόλια από τους επισκέπτες. Στην κυριολεξία ξεπούλησα. Σκέφτηκα, επομένως, να συνεχίσω. Μου αρέσει να φτιάχνω, να καταπιάνομαι με κάτι. Γενικώς αγαπώ τα υλικά, να μαθαίνω τεχνικές, να δημιουργώ χρηστικά αντικείμενα…

Ατελιέ στου Ψυρρή

* Όταν τελείωνε η σειρά «Η Ζωή της Άλλης», στην οποία συμμετείχα, αποφάσισα να βρω ένα χώρο για ατελιέ. Μια φίλη μου, η σχεδιάστρια μόδας Δήμητρα Αντωνέα, έριξε την ιδέα. Είχε ήδη ένα κατάστημα στου Ψυρρή και μου πρότεινε να συστεγαστούμε σ’ έναν άλλο χώρο πιο ευρύχωρο, με μεγαλύτερη δυναμική. Στην αρχή φοβήθηκα τα γραφειοκρατικά εμπόδια. Ύστερα από πολλή σκέψη όμως, ο «κύβος ερρίφθη». Τον Μάρτιο του 2012 κάναμε τα εγκαίνια του καταστήματος και ατελιέ μας στην περιοχή του Ψυρρή.

Η ημέρα μου σε κομμάτια

* Πάμε καλά κι αυτό με κάνει πολύ χαρούμενη. Το μόνο που με δυσκολεύει, κατά κάποιον τρόπο, είναι ότι μοιράζω την ημέρα μου σε πολλά κομμάτια. Το πρωί είμαι στο ατελιέ μου, κατασκευάζω πράγματα ή έχω ραντεβού για δουλειά. Μετά επιστρέφω σπίτι, αλλάξω ρούχα, παίρνω τα βιβλία μου, πηγαίνω  στη σχολή, κάνω μάθημα. Κατόπιν πρέπει να πάω στο θέατρο, αν παίζω εκείνη την εποχή ή να πάω στις πρόβες αν σκηνοθετώ παράσταση, αν κάνω τηλεόραση πρέπει να πάω στο γύρισμα. Αποτέλεσμα; Να μην υπάρχει καθόλου προσωπικός χρόνος.

Η επαφή με τις πελάτισσες

* Έχει ενδιαφέρον η επαφή με τις πελάτισσες. Είναι ευχάριστο να μπαίνω στην ψυχοσύνθεση μιας άλλης γυναίκας και να μαντεύω τι αρέσει και τι ταιριάζει στην καθεμία. Συζητάμε και ανακαλύπτουμε μαζί τι τους πηγαίνει. Οι περισσότερες αφήνονται ελεύθερες και γίνονται πολύ φιλικές.

«Savrani Creations»

* Η επωνυμία του καταστήματός μου είναι “Savrani Creations”, το ατελιέ είναι ένα γκρι νεοκλασικό κτίριο στου Ψυρρή, στην οδό Αγίου Δημητρίου. Στον κάτω όροφο στεγάζεται η Δήμητρα Αντωνέα, που είναι made in bride, και στον πάνω χώρο δουλεύω εγώ. Είναι ένας ενιαίος χώρος εσωτερικά, ο οποίος είναι μινιμαλιστικά φτιαγμένος και πολύ λειτουργικός. Πιστεύω δε πως έχουμε προσέξει πολύ την καλαισθησία του. Τουλάχιστον οι πελάτες αυτό μας λένε συνέχεια.

Ακόμα και παγώνια…

* Έχουμε ένα σπίτι στην Κρήτη κι ένα μεγάλο κτήμα με πολλές ελιές, όπου ζουν κότες, κουνέλια, κατσίκα, ακόμα και παγώνια. Μια εποχή είχαμε και περιστερώνα αλλά ο μπαμπάς μου άφησε ελεύθερα τα περιστέρια κι αυτά δεν γύρισαν ποτέ. Φιλοξενούμε και σκυλιά. Κάποτε είχα βρει ένα γατάκι σε μια παράσταση και το είχα περιμαζέψει. Δεν έμεινε όμως. Μάλλον επειδή υπάρχουν πολλά σκυλιά. Επαφή με τα ζώα είχα από πολύ μικρή και πολύ άμεση. (Η Κατερίνα στο οικογενειακό κτήμα στα Χανιά, φωτογραφημένη από την Κική Σαβράνη).

Λύπη

* Δύο σκυλιά μου τα έχω χάσει από φόλα, ένα από τροχαίο δυστύχημα κι άλλο ένα από σφάλμα. Τη λύπη δεν μπορώ ακόμα να την ξεπεράσω.

Μαργαρίτα

* Έχω ενοχές για ένα σκυλάκι μου, τη Μαργαρίτα. Ήταν ένα λευκό φουντωτό σκυλάκι τριών μηνών. Είχαμε τότε και την Ίζα στο κτήμα, ένα Dachshund. Ήταν σκυλί ποντικοκυνηγός. Μάθαινε και στα άλλα σκυλιά πώς να κυνηγούν τα ποντίκια. Η Μαργαρίτα πήγε κι αυτή να μάθει. Έβαλε τη μουρίτσα της σε μια ποντικότρυπα κι αμέσως το ποντίκι τη δάγκωσε στο λαιμό. Ήταν μικρή και δεν ήξερε πώς να προστατευτεί. Τα νεύρα της παρέλυσαν. Της δίναμε φάρμακα ελπίζοντας να θεραπευτεί. Έμεινε ακίνητη μία εβδομάδα περίπου. Ώσπου δεν άντεξε, σύρθηκε με μεγάλη προσπάθεια στο δωμάτιό μου χωρίς να την αντιληφθώ και άφησε την τελευταία της πνοή εκεί. Ο πόνος μου ήταν μεγάλος.΄

Το www.catisart.gr ευχαριστεί τον Αντώνη Ψαρρά για τη φωτογράφηση.