Δευτέρα
27
Μαρτίου
2017
Σελήνη
28 ημερών
Λήδα, Λύδα, Λυδία, Μακεδόνιος, Μακεδόνας, Μακεδόνης, Μακεδονία, Μακεδονούλα, Μακεδονίτσα, Μακεδών, Φίλητος, Φιλήτα, Φιλήτη, Ματρώνα, Ματρόνα

Κυνηγήστε μας...

Translate

Greek Arabic Dutch English French German Italian Portuguese Russian Spanish Swedish Turkish

Συνεντεύξεις

Βασίλης Αλεξάκης: "Είναι τραγικό λάθος να νομίζει κανείς ότι κάνει λογοτεχνία διηγούμενος τη ζωή του"

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

 

Τις πρώτες του ιστορίες τις φαντάστηκε όταν παιδί ακόμη στη Σαντορίνη ερμήνευε τους λεκέδες της υγρασίας, τα καλοκαίρια, στους τοίχους του υπόσκαφου σπιτιού τους. Μια πρωτότυπη άσκηση δημιουργικής γραφής που επινόησε η Πολίτισσα μητέρα του. Σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα, ο Βασίλης Αλεξάκης εμφανίστηκε στο συγγραφικό στερέωμα με το πρώτο του βιβλίο, το «Σάντουιτς», και αμέσως η γραφή του αγαπήθηκε από το αναγνωστικό κοινό. Κατά ένα μαγικό τρόπο ο πρώτος άνθρωπος που διάβασε το χειρόγραφο ήταν ο Ζαν Μαρκ Ρομπέρτς, μετέπειτα μέντοράς του και καρδιακός του φίλος, που του είπε: «Θα κάνω ό,τι μπορώ για να δημοσιευτεί». Σήμερα στο τελευταίο του βιβλίο «Το κλαρινέτο» (εκδόσεις Μεταίχμιο), ο αφηγητής, που φαινομενικά έχει κάποια στοιχεία από τον συγγραφέα ωστόσο δεν ταυτίζονται, περιδιαβαίνει ανάμεσα σε δύο πόλους. Ταξιδεύει από το Παρίσι, όπου έρχεται ενώπιος ενωπίω με την εξασθένηση της υγείας ενός φίλου -ο χαρακτήρας του οποίου γίνεται και προσωπικός φίλος του αναγνώστη, γιατί με τόση ζωντάνια έχει περιγραφεί- στην Ελλάδα της κρίσης, όπου γνωρίζεται με ανθρώπους τσακισμένους από την οικονομική ανέχεια. Η ταυτόχρονη, η διπλή αποδυνάμωση, η σωματική του Ζαν Μαρκ και η οικονομική και ηθική της ελληνικής κοινωνίας, αποτελούν τη βάση για ένα μυθιστόρημα που αφορά τη γλώσσα και τη μνήμη. Ανάμεσα στη ζεστασιά των ημερών και τη θλίψη της απουσίας∙ ανάμεσα στο Παρίσι και την Αθήνα∙ ανάμεσα στη μητρική γλώσσα και τη γραφή ξεφυτρώνει αναπάντεχα το ερώτημα: Γιατί ξεχνάμε; Ωστόσο ο Βασίλης Αλεξάκης, αντιθέτως με τον ήρωα του βιβλίου ο οποίος λησμόνησε τη λέξη «κλαρινέτο» και προσπαθεί με διάφορους τρόπους να τη θυμηθεί, δεν ξεχνά τα αγαπημένα του γαϊδουράκια της Σαντορίνης, ούτε την εποχή που με πλοία και με τρένα έφτασε για πρώτη φορά υπότροφος στη Γαλλία, ούτε την πρώτη του δουλειά ως τηλεφωνητής σε ένα Λύκειο στη Λιλ, όπως δεν ξέχασε ποτέ και την Ελλάδα στα χρόνια του Παρισιού. Οι εύγλωττες σελίδες του «Κλαρινέτου» προσφέρουν πολύ περισσότερες αλήθειες από όλους μαζί τους πολιτικούς και τους κοινωνιολόγους. Ο αφηγητής σκέπτεται και παρατηρεί τον κόσμο πότε στο Κολωνάκι, πότε στη γαλλική περιφέρεια, άλλοτε στους Κήπους του Λουξεμβούργου (Jardin du Luxembourg) κι άλλοτε στην Τήνο. Πάντα με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, αυτό το υπέροχο μείγμα συμπόνιας και κομψής ειρωνείας. Ξεχωριστά αγαπητός στους Έλληνες αναγνώστες, ο Αλεξάκης φέρει τη σφραγίδα του έμπειρου Έλληνα συγγραφέα που έχει ζήσει σε κοσμοπολίτικο περιβάλλον και έχει μάθει να συνομιλεί ιδανικά με ένα κοινό ευρύτερο από το ελληνόφωνο, κάτι που αναγνωρίζει κανείς αμέσως στο έργο του. Στη συνέντευξη που παραχώρησε στο catisart.gr, στη λιλιπούτεια κουζίνα του διαμερίσματός του, ανάμεσα σε σπίρτα, μολύβια, φλωρεντίνες, βιβλία και χειρόγραφα, μας μιλά με το γνωστό του ανατρεπτικό και υπόγειο χιούμορ, με παιγνιώδη διάθεση αλλά και με μια αίσθηση γαλήνης και τρυφερότητας για τη ζωή του, για τα βιβλία του αλλά και για τα βιβλία που αγαπά. Για το νέο κύκλο σεμιναρίων δημιουργικής γραφής που θα διδάξει στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων, από την Πέμπτη 30 Mαρτίου μέχρι την Πέμπτη 6 Απριλίου. Μας ταξιδεύει ταχύτατα στα νησιά με το αεροπλανάκι που μας σκιτσάρει... Επιμένει για το ρόλο της φαντασίας και της έρευνας στο γράψιμο, ονειρεύεται έναν καλύτερο κόσμο για την εγγονή του και ρίχνει φως σε κάποιες άγνωστες πτυχές της ζωής του.


Διαβάστε τη συνέντευξη.

Περισσότερα...

Δημήτρης Δημητριάδης: Η Αριστερά ως ψευδαίσθηση και η Δεξιά ως βλακεία αυτό- και αλληλο- αναιρούνται

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

 

Χρειάζεται ασφαλώς μια συναισθηματική εποπτεία γνώσεων αρκετά μεγάλη ώστε να μιλήσει κάποιος για το έργο του Δημήτρη Δημητριάδη, την οποία δεν είμαι σίγουρη ότι τη διαθέτω. Σίγουρα όμως είναι ο δημιουργός που σημάδεψε μια για πάντα το σύγχρονό μας θέατρο με τη γραφή του. Πρόκειται για ένα βαθύ στοχαστή, έναν ειλικρινή και πνευματικά έντιμο άνθρωπο, πληθωρικό, καίριο και καταλυτικό, που ολοένα εφευρίσκει καινούργια πράγματα, πολύ αξιοπρόσεκτα, καρποφόρα και εντυπωσιακά. H ποίησή του, πιστή στον εαυτό της, κρατάει ζωντανή μια γλώσσα ένδοξη και άλλοτε οικουμενική. Στο έργο του συνταυτίζονται τα περασμένα με το παρόν και ίσως με το μέλλον. Γίνονται ταυτόχρονα. Kι αυτό στον Δημητριάδη είναι γεγονός πολύ διαφορετικό από τη χρήση της Ιστορίας, όπως συνηθίσαμε να τη βλέπουμε στους ποιητές. Η πολιτική πράξη και το ποιητικό εύρος συνυπάρχουν αρμονικά, χαράσσοντας διαφορετικούς δρόμους. Ο Δημητριάδης δεν προσφέρει έτοιμες απαντήσεις, αλλά τα εργαλεία και το έναυσμα για μία ολική θεώρηση του κόσμου και του πολιτικού γίγνεσθαι. Τα έργα του ισορροπούν ανάμεσα στο μεταφυσικό και το ρεαλιστικό. Μνήμες και όνειρα πηγάζουν από μέσα τους, που βασίζονται την καταγραφή της αληθινής ανθρώπινης εμπειρίας του χρόνου. Το θέατρο του Δημήτρη Δημητριάδη, όπως και το σύνολο του συγγραφικού του έργου, συνδιαλέγεται με τις σύγχρονες ευρωπαϊκές αναζητήσεις εδώ και τέσσερις δεκαετίες, καταλαμβάνοντας ταυτόχρονα μια ιδιάζουσα θέση στον ελληνικό λογοτεχνικό χώρο. Αποτελεί μια διακριτή φωνή η οποία συνομιλεί τόσο με τα έργα της ξένης όσο και της αρχαίας ή νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας και δραματουργίας, έστω και με άδηλο τρόπο. Πράγμα που καταδεικνύει ότι η έστω και ανατρεπτική ματιά του για την ελληνική ταυτότητα έχει τον πυρήνα της στην έννοια της ελληνικότητας δημιουργώντας διάλογο μαζί της. Γράφει θέατρο και, καταφεύγοντας στο θέατρο, λαμβάνει στα σοβαρά αυτή την τόσο «μη πραγματική» αλλά κάποιες φορές τόσο αδιανόητα σκληρή διαδικασία. Μια διαδικασία που μας προσφέρει την ευκαιρία να επιστρέψουμε πιο αυθεντικά στην πραγματικότητα: πιο ανοιχτοί, πιο ανεκτικοί, πιο άνθρωποι.
Πρόσφατα το έργο του «Τρωάς» εμπιστεύτηκε ο συγγραφέας στη θεατρική ομάδα «Σημείο Μηδέν». Πρόκειται για ένα καινούργιο και άπαιχτο -μέχρι τις 27 Φεβρουαρίου 2017- στην Ελλάδα θεατρικό έργο του, ένα μονόλογο, ο οποίος, με σημείο εκκίνησης τον πόλεμο της Τροίας, καταπιάνεται με το θέμα του πολέμου. Τη σκηνοθεσία επιμελήθηκε ο σημαντικός καλλιτέχνης Σάββας Στρούμπος, σκηνοθέτης της ομάδας και συνεργάτης του Θόδωρου Τερζόπουλου. Τους χαρακτήρες υποδύεται ο πολυτάλαντος Δαυίδ Μαλτέζε. Στη σκηνή παίζει μουσική ζωντανά η χαρισματική ηθοποιός και πιανίστρια Έλλη Ιγγλίζ. Ως μουσικό όργανο χρησιμοποιείται ένα διαλυμένο και συναρμολογημένο ξανά πιάνο. Η αξιόλογη και ξεχωριστή αυτή παράσταση παίζεται στο Black Box του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης κάθε Δευτέρα και Τρίτη μέχρι το Πάσχα. 
Η "Τρωάς" είναι ένα τρίδυμο, τρεις μονόλογοι σε τρία μέρη. Στο πρώτο, το καθένα από τα τρία πρόσωπα, Πρίαμος, Έκτωρ, Αστυάναξ, μιλά για το πώς βίωσε τον πόλεμο. Στο δεύτερο, το κάθε πρόσωπο μιλά ως ένας από τους άλλους τρεις. Στο τρίτο, μιλά η Τρωάς με τα λόγια και των τριών: μία φωνή που εμπεριέχει και τις τρεις γενιές και που τις υπερβαίνει οδηγώντας σε μία ολική και τελική σύνοψη.
Σύμφωνα με τον συγγραφέα: «Ο πόλεμος ως ανθρώπινη αλήθεια, θα μπορούσε να γίνει, όπως και η θνητότητά του, ένας καταλυτικός μηχανισμός στα χέρια τού ίδιου του ανθρώπου, προκειμένου να μάθει και να καταλάβει, αλλά και να αποδεχθεί, το ποιος όντως είναι. Η αυτογνωσία όμως αυτή όχι μόνο δεν είναι υποφερτή από τον άνθρωπο, αλλά και, εξαιτίας της αδυναμίας του να την αντέξει, έχει ανέκαθεν αποκλειστεί, με τη θέσπιση και καθιέρωση ποικίλων ψευδαισθήσεων οι οποίες φρόντισαν να τού εξασφαλίσουν προστατευτικές διεξόδους από την αντιμετώπιση τού Ανυπόφορου. Στην "Τρωάδα", οι διέξοδοι αυτές έχουν εκ προοιμίου καταρριφθεί. Η τρισδιάστατη φωνή των τριών ηλικιών, μιλάει από εκεί όπου θα μπορούσε να μιλήσει το ίδιο το Ανυπόφορο».
Συνάντησα τον αιχμηρό στοχαστή στην πρεμιέρα της «Τρωάδας» και μου έκανε την τιμή να μου παραχωρήσει τη συνέντευξη που μπορείτε να διαβάσετε παρακάτω. Με μια αδρή και ποιητική διατύπωση αναφέρεται στο θέατρο και τον έρωτα, στον πόλεμο και την ηθική, στον ανδρισμό και στη ζωή. Στην ερώτηση «πώς ορίζετε σήμερα τις έννοιες Αριστερά και Δεξιά;», απαντά: «Η Αριστερά ως ψευδαίσθηση και η Δεξιά ως βλακεία αυτό- και αλληλο- αναιρούνται». «Και η μία και η άλλη έχουν αποδείξει ότι είναι καταστροφικές για την ανθρωπότητα – κυρίως όταν, όπως σήμερα, η μία από αυτές, η Αριστερά, έχει καταφέρει να κυβερνά ως το Αποτρόπαιο. Αυτή είναι ο αληθινός μηδενισμός», λέει.
Ακούγοντάς τον σκέπτομαι: Kάτοικοι της «Τρωάδος» είμαστε όλοι. Και σεις και εγώ και όσοι έχουν μια κάποια έστω συνείδηση του κακού και της συμφοράς.

 

Διαβάστε τη συνέντευξη

Περισσότερα...

Αθηνά Αλεξοπούλου: «Όποιος πιστεύει ότι η δουλειά μας είναι εύκολη και χαλαρή, κάνει μεγάλο λάθος»

Αγαπάτε το θέατρο; Αν ναι, ένα βράδυ περάστε μια βόλτα από την οδό Ευμολπιδών. Στον αριθμό 45 σταθείτε. Εκεί βρίσκεται το Σύγχρονο Θέατρο. Είτε παίζεται το «Λεωφορείο ο πόθος» του Τένεσι Ουίλιαμς είτε η «Δύναμη του Σκότους», μη χάσετε την ευκαιρία να απολαύσετε θέατρο. Αληθινό, ατόφιο, ερευνητικό και σπουδαίο θέατρο. Γιατί το θέατρο είναι η μαγεία που ανανεώνει την έρημο του νου αλλά και γιατί και στις δύο παραστάσεις παίζει η Αθηνά Αλεξοπούλου. Η ηθοποιός με το ολοπράσινο καθηλωτικό βλέμμα. Κάποιοι λένε πως φέτος είναι η χρονιά της. Δεν θα συμφωνήσω. Απλούστατα φέτος είναι η πρώτη χρονιά του μέλλοντός της. Και στις δύο παραστάσεις ακτινοβολεί. Γήινη, θηλυκή, επινοητική, θαυμάσια. Οι ερμηνείες της μένουν ανεξίτηλες στη μνήμη του θεατή. Η ατάκα της ως Γιούνις στην τελευταία σκηνή του «Λεωφορείου», "Η ζωή πάντα θα συνεχίζεται... Ό,τι και να συμβεί εσύ πάντα πρέπει να προχωράς παρακάτω", θυµίζει το φινάλε του «Θείου Βάνια» και των «Τριών αδελφών» του Τσέχοφ. Ζωτική, παλλόμενη, συμπονετική, σπαρακτικά ανθρώπινη και με δυνατές δόσεις χιούμορ, μας εντυπωσιάζει. Ολόκληρη η παράσταση της ομάδας Νάμα μας ταξιδεύει στο παρελθόν, σε ένα περιβάλλον μυθικό. Εκεί που οι χαρακτήρες - άνθρωποι των μεταπολεμικών νότιων πολιτειών της Αμερικής, οι οποίοι προέρχονται από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και έχουν διαφορετικές εθνικότητες, προσπαθούν αγωνιωδώς για την επιτυχία χρησιμοποιώντας ο καθένας τα μέσα που διαθέτει. Αγωνίζονται, ονειρεύονται, πλησιάζουν και επιχειρούν να αγγίξουν το αμερικανικό όνειρο. Ένας από αυτούς τους χαρακτήρες είναι και η Γιούνις. Κατά κανόνα ο ρόλος αυτός σε όλες σχεδόν τις παραστάσεις του αριστουργηματικού «Λεωφορείου ο Πόθος» -είτε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό- μένει ασχολίαστος και απαρατήρητος. Μόνο στην παράσταση της ομάδας Νάμα στο Σύγχρονο Θέατρο η Αθηνά Αλεξοπούλου, με τη σκηνοθετική συνδρομή της Ελένης Σκότη βεβαίως, καταφέρνει να μετατρέψει τον δευτερεύοντα αυτό ρόλο σε ιδιαίτερα αξιοσημείωτο αλλά και να τον αναδείξει σε μια εμβληματική φιγούρα που ο θεατής δεν μπορεί παρά να θαυμάσει και να συζητήσει. Με την έναρξη του έργου, στην περίφημη σκηνή της άφιξης της Μπλανς, κάνει άμεσα αισθητή την παρουσία της, πλάθοντας ένα χαρακτήρα πληθωρικό αλλά συγκροτημένο, με τόλμη και χιούμορ. Κάθε της συλλαβή έχει νόημα. Δεν παριστάνει, μεταφέρει ενώπιόν σου με ρεαλισμό μια γυναίκα αυτής της τάξης στη «λευκή» μαγεία της Νέας Ορλεάνης του 1948. Κι αυτό σημαίνει πολλή μελέτη και σκληρή πειθαρχία. «Όποιος πιστεύει ότι η δουλειά μας είναι εύκολη και χαλαρή, κάνει μεγάλο λάθος. Απαιτεί πολλή δουλειά, υπομονή και πειθαρχία, όταν δουλεύεις, αλλά και τις περιόδους που δεν δουλεύεις...», λέει η ίδια.
Στη «Δύναμη του Σκότους», πάλι, το μεγαλειώδες έργο του Τολστόι για τα ανθρώπινα πάθη και δεινά, μεταμορφώνεται αριστοτεχνικά σε μια αγαθοπόνηρη γυναίκα της ρωσικής επαρχίας. Είναι η Μαύρα, φίλη και γειτόνισσα της Ανίσιας. Στο πρόσωπο της Μαύρας ο συγγραφέας συμπυκνώνει τις συμπεριφορές και το ήθος ενός χωριού απλών μουζίκων το 1880. Θρησκόληπτη, κουτσομπόλα, άπληστη, σκληρή, με μία παράδοξη και άκρως επικίνδυνη αφέλεια. Η γη είναι για τον μεγάλο συγγραφέα τόσο απαραίτητη σε κάθε άνθρωπο αλλά και τόσο αδιαίρετη όσο ο αέρας που αναπνέουμε. Η νοσηρή επιθυµία για κατοχή γης δεν είναι παρά μια έκφανση ενός ανθρώπου αλλοτριωµένου και ψεύτικου. «Το κακό, λέει ο "ποιητής της συμπόνιας", πρέπει να ξεριζωθεί αμέσως, και γι’ αυτό φτάνει να το αναγνωρίσουμε σαν κακό».

Όσο οι σκηνές γλιστρούν και στις δύο παραστάσεις, διαπιστώνεις το μοναδικό τρόπο με τον οποίο η ταλαντούχα Αθηνά βαθαίνει στους ρόλους της, δίνοντάς τους το αληθινό τους νόημα, που είναι το απρόφερτο και το ονειρικό στοιχείο του θεάτρου. Έχει κάτι πολύ προσωπικό και πολύ χαρισματικό. Είναι η έμπνευση στο τετράγωνο, η αφοσίωση στον κύβο, η φαντασία στη νιοστή δύναμη. Χάρη σ’ αυτήν η Γιούνις και η Μαύρα παίρνουν υπόσταση και ζουν την άπιαστη φαντασίωση των συγγραφέων τους. Εμείς οι θεατρόφιλοι, από την πλευρά μας, της κλείνουμε το μάτι με θαυμασμό και την ευχαριστούμε που, χάρη σ’ αυτήν, νιώσαμε έστω για λίγες ώρες να δραπετεύουμε από την αδυσώπητη πραγματικότητα.

 

Διαβάστε τη συνέντευξη.

 

Περισσότερα...

Άννα Μπουρμά: "Τολμώ να πω ότι το μόνο που φοβάμαι είναι ο εαυτός μου"

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

 

Πάνε κάμποσα χρόνια τώρα που την είχα πρωτοδεί στο γαλλικού στυλ φιλόξενο bistro «Black Duck» της πλατείας Καρύτση. Μια πλούσια φωνή, μια ζεστή ψυχή σε μια μελωδική ατμοσφαιρική βραδιά. «Δεν είναι από αυτό τον πλανήτη», σκέφτηκα. Με γνήσια χροιά, ειλικρινή ευαισθησία, λαμπερή παρουσία και μουσικότητα η Άννα Μπουρμά δεν είναι απλώς μια τραγουδίστρια και μουσικός αλλά ένα πλάσμα που θεραπεύει την ψυχή. Σπούδασε μουσική στο Ωδείο Νέας Σμύρνης. Είναι αριστούχος πτυχιούχος κλασικού πιάνου και ανωτάτων θεωρητικών της μουσικής. Επίσης έχει σπουδάσει αρχιτεκτονική εσωτερικών χώρων και χορό Graham. Κόρη του γνωστού μουσικοσυνθέτη Τάκη Μπουρμά, το 2011 κυκλοφόρησε τον πρώτο της προσωπικό δίσκο με τίτλο «Τα Ρόδα Της Αυλής» και το 2014 ακολούθησε η επόμενη δουλειά της, «Ένα τραγούδι αν σωθεί», που βάζει τον ακροατή σε ένα ξεχωριστό ταξίδι με νέους ήχους, ιδιαίτερη θεματολογία και πρωτότυπες ερμηνείες τραγουδιών. Το 2016 δημιουργεί τα «5 Στοιχεία», όπου πρωταγωνιστεί, τραγουδά και σκηνοθετεί η ίδια μια μουσικοθεματική παράσταση η οποία ανοίγει καινοτόμους δρόμους στην παρουσίαση της μουσικής. Αυτή η παράσταση γρήγορα έγινε sold out, καθώς πήρε και παίρνει εκπληκτικές κριτικές από κοινό και ειδικούς όπου κι αν βρεθεί. Ετοιμάζεται δε σύντομα να περιοδεύσει σε όλο τον κόσμο. «Τα 5 Στοιχεία» κατοικούνται από φωνές και αντίλαλους της νοσταλγίας. Συνδέουν τουλάχιστον τρεις διαφορετικές τέχνες και η ίδια η δημιουργός τους λειτουργεί στην παράσταση ως διάφανο πλάσμα μέσα σε μια άλλη διάσταση, φέρνοντας το παλαιό στη σύγχρονη εποχή μέσω της τεχνολογίας. Μετά το Πάσχα η παράσταση θα παιχτεί στο θέατρο «Αλκμήνη», όπου και βεβαίως θα την απολαύσουμε ξανά. Με μόνο της γνώμονα το συναίσθημα και την αλήθεια, η Άννα Μπουρμά έρχεται σαν χρωματιστό άστρο καταπάνω μας σκίζοντας το βαθύ γκρι της καθημερινότητας. Με τη νύχτα των μυστηρίων πλεγμένη στα μακριά μαλλιά της, μοιάζει με βρύση μαγική, γεμάτη χαρίσματα, που το καθαρό τραγούδι της λυτρώνει τα δειλινά. Είναι ευτυχία να αντέχεις τη λάμψη της, να νιώθεις σαν χάδι το άγγιγμα των δροσερών τραγουδιών της και το πύρινο μεθύσι των ερμηνειών της. Καλλιτέχνις αρμονική και ωραία, απλή κι ευγενική σαν άσπρη ζωντανή γαρδένια, ανοιχτόκαρδη, αυθόρμητη, φιλόξενη σα δρόμος παλιός, μιλά στο catisart.gr για την τέχνη, την κοινωνία και τη ζωή. Μέσα σε μια εποχή που η μια αξία γκρεμίζεται μετά την άλλη, με τόλμη, γνώση και ήθος δημιούργησε μια μοναδικού κάλλους παράσταση που, όπως μου λέει, «θα τη θυμάμαι μέχρι να φύγω από τη ζωή». Μαζί της και οι θεατές που την παρακολουθούν, θα πρόσθετα εγώ. «Όλα θέλουν δουλειά, εκπαίδευση, πρόγραμμα, στερήσεις, γερό στομάχι, επιμονή, υπομονή και πόνο», υποστηρίζει. Πιστεύει πως το τραγούδι σήμερα βαδίζει προς το θάνατο! Οι καλλιτέχνες πανικόβλητοι προσπαθούν να κάνουν τη λιγοστή τέχνη που απέμεινε, λογιστική. Το κίνητρο, επισημαίνει, «είναι στο πόσα θα πάρω και πόσο εύκολα θα τα πάρω». Όσο για την ίδια; «Το μόνο που φοβάμαι είναι ο εαυτός μου», εξομολογείται. Πράγμα που εμείς δεν φοβόμαστε καθόλου γιατί η αποδεδειγμένη ακεραιότητα της Αννούλας είναι το πρώτο κεφάλαιο στο βιβλίο της σοφίας.

 

Διαβάστε τη συνέντευξη.


* Οι φωτογραφίες είναι της Τζωρτζίνας Πιτιανούδη.

Περισσότερα...

Γεωργιάννα Νταλάρα: "Είναι καθησυχαστική η εις βάθος επικοινωνία με συνεργάτες"

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

 

To 2010 στον Χορό των «Ορνίθων» του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη, στην Επίδαυρο, βρισκόταν ανάμεσα σε κορυφαίους πρωταγωνιστές του θεάτρου και με δύο μόλις ατάκες της απέσπασε το αυθόρμητο γέλιο του κοινού. Όταν τέλειωσε η παράσταση, όλοι αναρωτηθήκαμε ποια είναι. Στο πρόγραμμα διαβάσαμε το όνομά της: Γεωργιάννα Νταλάρα. Ένα χαριτόβρυτο και ντελικάτο πλάσμα, που άνοιγε για πρώτη φορά τα ταλαντούχα φτερά του όχι μόνο στην Επίδαυρο αλλά και εν γένει στη σκηνή. Την επόμενη χρονιά, με λευκό παιδικό φόρεμα, ήταν η Ερμιόνη στην τραγωδία «Ορέστης» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά. Μια νεαρή, γλυκόφωνη, μελαχρινή αγριοελαφίνα. Μεσολάβησε μια περίοδος με πανεπιστημιακές σπουδές στην Αγγλία και την Αμερική και το 2015 την ξαναείδαμε, για τρίτη φορά, στο αρχαίο θέατρο του Πολυκλείτου. Ήταν στις «Τρωάδες» του Ευριπίδη, όπου -εκτός από τη συμμετοχή της στο Χορό- με έναν σωματικά καίριο και αριστοτεχνικό τρόπο υποδύθηκε τον Δαίμονα. Ανήκει στη χορεία των ηθοποιών που παρίστανται ολοκληρωτικά στη σκηνή, δίχως συνθηκολογήσεις και αβεβαιότητες, με όχημά της την ακρίβεια, την ενέργεια, την ξεχωριστή αίσθηση της τέχνης της και μια υψηλού επιπέδου τεχνική που διαρκώς εξελίσσει. Συμβαίνει να έχω παρακολουθήσει όλες τις παραστάσεις στις οποίες έχει παίξει αλλά και να τη συναντήσω στα παρασκήνια, όπως και άλλους καλλιτέχνες. Ένα κορίτσι λεπτό, αεικίνητο, με ζεστό χαμόγελο και λαμπερό βλέμμα. Ηθοποιός, ερμηνεύτρια, άνθρωπος, δημιουργός, μητέρα, η Γεωργιάννα Νταλάρα αντιπροσωπεύει το πραγματικό, το ειλικρινές και το αληθινό. Η σεμνότητά της, η διακριτικότητά της, η νεανική της σοβαρότητα, η υπευθυνότητά της, η ευφυΐα της, ο ζήλος της δηλώνουν τη θεμελιώδη και βαθύτερη αξία των πραγμάτων, δηλαδή τι είναι στ’ αλήθεια. Δεν είναι η οφθαλμαπάτη της στιγμής, δεν είναι η παραπλάνηση. Στηρίζεται στη γνώση, στη θέληση, στην περίσκεψη. Βλέπει με την καρδιά και βλέπει κατευθείαν την ουσία. Με μεταπτυχιακό (MA Text and Performance) από τη Βασιλική Ακαδημία του Θεάτρου του Λονδίνου (Royal Academy of Dramatic Art – RADA) (2014) και αριστούχος του Πανεπιστημίου Brown University (Bachelor’s BA Theatre Arts, BA Comparative Literature - Double concentration in three years – Magna Cum Laude) (2009), φέτος μας δίνει μια αξεπέραστη και εκπληκτική ερμηνεία. Ξεδιπλώνει κατάρτιση και ταλέντο στην παράσταση «Ρομπέρτο Τσούκο» του Μπερνάρ-Μαρί Κολτές, που παρουσιάζεται στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης σε σκηνοθεσία Άντζελας Μπρούσκου. Για το έργο και τους χαρακτήρες, για τη σκηνοθέτιδά της και για τους ρόλους της (Παιδούλα, ξετρελαμένη πουτάνα, παιδί, πουτάνα) μιλάει με εμβρίθεια στη συνέντευξη που παραχώρησε στο catisart.gr. «Είναι καθησυχαστική η εις βάθος επικοινωνία με συνεργάτες. Πόσο μάλλον όταν είναι και δάσκαλοι», επισημαίνει. «Υπάρχει κάποιες φορές», μας λέει, «ένα φωτεινό σημείο - καταφύγιο όπου η τεχνική, από την αναπνοή μέχρι τη φόρμα, η υποχρέωση, η φιλοσοφική και θεωρητική αναζήτηση, το κείμενο κι η πράξη κι η ομαδικότητα, όλα ενώνονται». Η Γεωργιάννα είναι ένα από εκείνα τα θαυμάσια, σπάνια υφαντά που δεν φτιάχνονται πια και των οποίων τα υλικά είναι οι πράξεις, το πάθος και η τύχη. Η μια πλευρά φαίνεται να είναι φτιαγμένη μόνο από το υφάδι. Αν όμως τα αντιστρέψεις, τότε βλέπεις καθαρά και το στημόνι…

 

Διαβάστε τη συνέντευξη.

Περισσότερα...

Πέγκυ Τρικαλιώτη: "Δεν έχω δυσκολία στο να αφεθώ στον ενθουσιασμό"

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

 

Πάντοτε είχε κάτι μοιραίο και αναπόφευκτο η παρουσία της. Κάτι που δεν ξεχνιέται. Όσο περίεργο κι αν φανεί, η μακρινότερη ανάμνηση που έχω από αυτήν ήταν σε ένα γνωστό στούντιο της δεκαετίας του ’90 όπου γυρίζονταν τηλεοπτικές σειρές οι οποίες άφησαν εποχή. Ποια μπορεί να είναι αυτή η νέα εντυπωσιακή γυναίκα; είχα αναρωτηθεί. Ερχόταν προς το μέρος μου με ανάλαφρο, επιβλητικό και γεμάτο αυτοπεποίθηση βήμα, στοχαστικό, σαν να είχε επίγνωση πως το μέλλον την πλησίαζε. Φορούσε μακριά μαύρη φούστα και σκουρόχρωμη μπλούζα. Τα άφθονα, λυτά κι ελεύθερα, καστανοκόκκινα μαλλιά της, σχημάτιζαν δαχτυλίδια, που συστρέφονταν ελικοειδώς κι έμοιαζαν με τη χαίτη της Άρτεμης. Δεν μιλήσαμε ούτε γνωριστήκαμε τότε. Κράτησα όμως την αύρα της.
Λίγες μέρες αργότερα αναγνώρισα στην τηλεόραση το θεατρικό της βάδισμα, τον περήφανο τρόπο που κρατούσε ψηλά λαιμό και κεφάλι, την αλλόκοτη, μυστηριώδη αλλά και ανεπιτήδευτη δραματικότητα αυτής της παρουσίας. Ήταν η υπέροχη Πέγκυ Τρικαλιώτη. Με περίπου είκοσι πέντε χρόνια σταδιοδρομίας στο θέατρο, στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο, με σπουδαίους ρόλους και πολλές διακρίσεις στο ενεργητικό της σήμερα. Βραβευμένη για το θεατρικό «Θαύμα της Άνι Σάλιβαν» και για το «Τέλος εποχής» στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, γνώρισε την αναγνώριση ήδη από τα πρώτα της βήματα σε κλασικές -πια- τηλεοπτικές σειρές, όπως «Πρόβα Νυφικού», «Η αγάπη άργησε μια μέρα», «Προς την ελευθερία», «Γεώργιος Βιζυηνός: Η σιωπή των αγγέλων». Ηθοποιός δυνατών παλμών, με θητεία σε ερμηνείες απαιτήσεων και συγκινήσεων. Το 2015 τη θαυμάσαμε για άλλη μια φορά στο θέατρο με το πολυβραβευμένο έργο του Τζωρτζ Μπραντ, "Προσγείωση". Καθηλωτική και μεγαλειώδης, υποδύθηκε μια Αμερικανίδα πιλότο F-16, που σκορπά το θάνατο «για το καλό» της Αμερικής και του δυτικού κόσμου. Ακριβής, καταιγιστική, κυνική και ποιητική μαζί, σπάνιας υποκριτικής. Μια ερμηνεία... απογειωτική, που πραγματικά μας μαγνήτισε. Θυμάμαι ότι στην παράσταση που παρακολούθησα το κοινό την αποθέωσε κι εγώ ήθελα να τη χειροκροτώ ξανά και ξανά, ασυγκράτητα.

Φέτος κάνει μια πτήση στο χρόνο και ταξιδεύει στην τσαρική Ρωσία. Γίνεται η όμορφη και παράξενη Ανίσια, ένα πλάσμα διαφορετικό, στη "Δύναμη του Σκότους", το άγνωστο αριστούργημα του Τολστόι, που παρουσιάζει η ομάδα Νάμα στο "Σύγχρονο Θέατρο".
Το κακό εισβάλλει όταν η Ανίσια ερωτεύεται τον Νικήτα, το μοναδικό εργάτη του ηλικιωμένου γαιοκτήμονα συζύγου της. Γιατί πρέπει να έχει κανείς ένα μεγάλο έρωτα, για να του εξασφαλίζει άλλοθι στις αδικαιολόγητες απελπισίες που μας κυριεύουν όλους. Η μητέρα του Νικήτα δράττεται της ευκαιρίας και, ως ηθικός αυτουργός, πιέζει τον γιο της να ενδώσει στον έρωτα, ώστε να αποσπάσουν την περιουσία του γαιοκτήμονα, προφανώς σκοτώνοντάς τον. Το 1880, ένας μουζίκος ομολόγησε δημόσια, στο γάμο της προγονής του, πως είχε κάνει παιδί μαζί της, αμέσως μετά το σκότωσε και ύστερα προσπάθησε να σκοτώσει και το δικό του εξάχρονο κοριτσάκι. Λίγα χρόνια μετά, με αφορμή αυτό το ανατριχιαστικό έγκλημα, γράφεται "Η δύναμη του σκότους". Ένα έργο που το αβυσσαλέο σκοτάδι του θυμίζει τον "Μάκβεθ" του Σαίξπηρ και την "Κόλαση" του Δάντη.

Το αναμφισβήτητο και σχεδόν άγνωστο αυτό αριστούργημα είναι γραμμένο μέσα στη δίνη μιας βαθύτατης εσωτερικής κρίσης και φωτίζει με τρόπο σπαρακτικό τις διαστάσεις της, γιατί εδώ ο Τολστόι χρησιμοποιεί ως ήρωές του όχι πρόσωπα της "καλής κοινωνίας", που έτσι κι αλλιώς την κατακρίνει και την απορρίπτει, μα απλούς μουζίκους -"αγνούς", "καλούς" χωρικούς θα λέγαμε αφελώς- κοντά στους οποίους προσπαθεί να ζήσει γαλήνια και ειρηνικά. Κι όμως συμβαίνουν και ανάμεσά τους πράξεις φρικαλέες.

Τα συμπεράσματα του Λεβ Νικολάγεβιτς Τολστόι για την ίδια την ανθρώπινη φύση, εν τέλει, είναι σκοτεινά, ζοφερά, δυσβάστακτα. Με το έργο του όμως αφήνει μια χαραμάδα φωτός, καθώς δεν αποκλείει, ύστερα από μια πτώση -όσο μεγάλη κι αν είναι αυτή-, την τελική εξύψωση, τη μετάνοια, την πραγματική, ολοκληρωτική "εκ των ένδον" αλλαγή, όσο δύσκολη -σχεδόν αδύνατη- και αν φαίνεται αυτή.
Συναντηθήκαμε με την Πέγκυ Τρικαλιώτη στο ζεστό καμαρίνι του "Σύγχρονου Θεάτρου", και συζητήσαμε για όλα. Για τα παιδικά της χρόνια, για τα χρόνια της μεγάλης αναγνωρισιμότητας, για τη ζωή της, τη σταδιοδρομία της αλλά και για την 4,5 χρονών κορούλα της. Μου μίλησε με ζέση για τη "Δύναμη του Σκότους" και την προεργασία με την Ελένη Σκότη και τον Γιώργο Χατζηνικολάου. Είναι μαγικό το πώς μεταδίδει τον ενθουσιασμό της. Τον ενθουσιασμό της μπροστά στη ζωή και την πραγματικότητα. Πώς ερωτεύεται καθετί που κάνει. Πώς οπτικοποιεί τα λόγια της και πώς μια ολιγόωρη συνομιλία μαζί της σου βελτιώνει τη διάθεση. Αδιαμφισβήτητα αξιαγάπητη, πλάσμα ρομαντικό και αισιόδοξο. Με εύκολο χαμόγελο, καλή προαίρεση, ευγενική, φινετσάτη, γλυκύτατη και προσαρμοστική. Ένα πραγματικά χρυσό κορίτσι, με ακτινοβόλο, έξυπνο και καθαρό βλέμμα. Δείτε τη γλυκιά Πέγκυ ως Ανίσια, να ξετυλίγει τις κρυφές πτυχές της ψυχής της ερωτευμένης γυναίκας με μια απίστευτα άμεση και βαθιά συναισθηματική καθαρότητα... Είναι ένα θαύμα. Κι όπως έλεγε κι ο Κάρολος Κουν, "για να γίνουν θαύματα πρέπει να πιστεύουμε σε θαύματα".

 

Διαβάστε τη συνέντευξη

Περισσότερα...

Κορίνα Λεγάκη: Το τραγούδι είναι "μαραθώνιος κι όχι δρόμος ταχύτητας εκατό μέτρων"

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

 

Πριν από σχεδόν έξι χρόνια, ένας Δεκέμβριος γιορτινός ήταν, θυμάμαι, βρέθηκα να κατεβαίνω καμιά δεκαριά σκαλιά από μπετόν. Σε μια ατμοσφαιρική υπόγεια σκηνή, ασφυκτικά γεμάτη από κόσμο, με μαξιλάρες ακουμπισμένες στο πάτωμα, εν είδει καθισμάτων, παρακολούθησα μια μουσικοθεατρική παράσταση φίλων με θέμα το πάθος. Το πάθος είναι ένα άλυτο μυστήριο που βάζει φωτιά στην καρδιά και γίνεται πηγή έμπνευσης, καθετί όμορφο δημιουργείται με πάθος. Το θέατρο ήταν το Beton 7, την παράσταση παρουσίαζαν ο συνθέτης Δημήτρης Μαραμής και η ηθοποιός Κατερίνα Σαβράνη. Σκοτεινός ρεαλισμός, έντονα και τολμηρά συναισθήματα, τραγούδι, μουσική, ταξίδι στον κόσμο με νότες αισθαντικές στο πιάνο. Ανάμεσα στους εξαίρετους συντελεστές και μια νεράιδα. Η έκπληξη ακούγοντας τη φωνή της ήταν σαν να βρέθηκα σ’ ένα καινούργιο όνειρο. Μια φωνή ασύγκριτης λεπτότητας, διαύγειας και φόρμας. Τώρα σκέπτομαι: Τι σημασία έχει αν συνάντησα την Κορίνα Λεγάκη για πρώτη φορά πριν από έξι ή επτά χρόνια και φιλοξενώ σήμερα μια συνέντευξη μαζί της; Εδώ ο χρόνος δεν μετράει. Σημασία έχει η πίστη στην ομορφιά -την ήρεμη, την εγκάρδια. Όλα αυτά τα χρόνια την έψαχνα. Όχι «στους σταθμούς, στα τρένα, στους καπνούς» αλλά στις συναυλίες, στα αρώματα και στις σκιές, στις καλοκαιρινές συντροφιές, στις αλησμόνητες νύχτες, στη φύση και σε ό,τι απλό κρύβει μέσα της, στα πολύ μικρά πράγματα που μόλις διακρίνονται και που εντελώς ξαφνικά μπορεί να γίνουν μεγάλα ή απροσμέτρητα. Την έψαχνα ακόμα και στο YouTube, ακόμα και στις παλιές φωτογραφίες μου που βγάζω με τους καλλιτέχνες κάθε φορά που παρακολουθώ αξιόλογες παραστάσεις. Κι άκουγα τη φωνή της, που τη διασχίζουν θαλάσσιοι άνεμοι, να αγκαλιάζει την ακοή θαυμάσια, γνήσια, ευτυχισμένα. Την ακούω και τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, να τραγουδά στίχους του Μιχάλη Γκανά, του Σωτήρη Τριβιζά, του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Να ερμηνεύει σουηδικά παραδοσιακά τραγούδια, αργεντίνικα τάνγκο, Θοδωρή Γκόνη, Παρασκευά Καρασούλο, Οδυσσέα Ιωάννου και γύρω τίποτα να μη σαλεύει, τίποτα να μην ανασαίνει. Έναν Δεκέμβριο πάλι, αυτόν που μας πέρασε, πανευτυχής την άκουσα και την είδα ξανά. Αυτή τη φορά να μοιράζεται τη σκηνή του Athenaeum, αλλά και τη «σκηνοθεσία» μιας μαγικής βραδιάς με τον Νίκο Ξυδάκη, ερμηνεύοντας τραγούδια που έχουν σφραγίσει και καθορίσει το τοπίο του ελληνικού τραγουδιού τα τελευταία τουλάχιστον τριάντα χρόνια. Η Κορίνα Λεγάκη γεννήθηκε στην Κρήτη από πατέρα Έλληνα και μητέρα Σουηδέζα. Σημαντικές είναι και οι ναξιώτικες καταβολές της από την οικογένεια του πατέρα της. Ουσιαστικές για τη ζωή της επρόκειτο να γίνουν και οι κλασικές και τζαζ επιρροές από τον πιανίστα Σουηδό παππού της. Είναι λοιπόν ένα άξιο τέκνο δύο γλωσσών και δύο πολιτισμικών αντιλήψεων. Ίσως και περισσότερων, μιας και η πολυγλωσσία της είναι αξιοσημείωτη. Εκτός από ελληνικά, μιλά σουηδικά, αγγλικά, γερμανικά και γαλλικά, ενώ τραγουδά με ευχέρεια και σε διάφορες ισπανόφωνες γλώσσες αλλά και στη ρωσική. Αυτό τον καιρό συμμετέχει στην παράσταση «Στουρνάρα και Πατησίων γωνία», που παρουσιάστηκε στις αρχές του μήνα στο θέατρο «Άλφα.Ιδέα» και θα επαναληφθεί στη Θεσσαλονίκη τις Δευτέρες 13 και 20 Φεβρουαρίου και στο Ηράκλειο Κρήτης την Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017. Η πιο πρόσφατη δισκογραφική δουλειά της είναι το «Mosaic», μια δουλειά πρωτότυπη που φιλοξενεί πολύ σημαντικά τραγούδια από το πρόσφατο και απώτερο παρελθόν της ελληνικής αλλά και της ξένης δισκογραφίας, τα οποία δεν έγιναν ποτέ αυτό που λέμε «σουξέ». Εν τούτοις μαρτυρούν με απόλυτη σαφήνεια το μεγάλο ταλέντο και τη δημιουργική αγωνία σπουδαίων δημιουργών. Όπως και η ίδια μας λέει, "πίσω από κάθε «γνωστό» κι «επιτυχημένο» τραγούδι υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός εξίσου σημαντικών δημιουργημάτων. Αποτελεί χρέος επομένως κάθε ερμηνευτή να συνδέεται με τη ζώσα παράδοση του μουσικού πολιτισμού από τον οποίο έτσι κι αλλιώς κατάγεται". Αυτή τη στιγμή βρίσκεται ήδη στη διαδικασία προπαραγωγής του επόμενου δίσκου της που θα γίνει σε συνεργασία με τον Νίκο Ζούδιαρη, σε λόγια και μουσικές του. Η Κορίνα ζει με το τραγούδι και τις νότες, κεντάει απάνω σε στίχους και μουσικές. Η φωνή της έχει μια ιδιόμορφη και παράξενη γοητεία, σχεδόν μυθική. Όπως οι μέλισσες συγκεντρώνουν το μέλι, έτσι κι αυτή συγκεντρώνει ό,τι γλυκύτερο σε ήχο υπάρχει γύρω μας. Πιστεύει ότι το τραγούδι είναι "μαραθώνιος κι όχι δρόμος ταχύτητας εκατό μέτρων". Πιστεύει ακόμα σε μιαν αγάπη για την τέχνη φυλαγμένη μέσα της σαν κληρονομιά και θεωρώ βέβαιο ότι η αγάπη της αυτή περικλείει δύναμη, μεγαλείο και ευλογία…


Διαβάστε τη συνέντευξη.

Περισσότερα...

Σύλβια Λιούλιου: Ο χρόνος στο θέατρο είναι "σπουδή στον αποχωρισμό και σε ό,τι είναι εφήμερο"

Η Σύλβια Λιούλιου σε φωτογραφία της Μαριλένας ΒαϊνανίδηΗ Σύλβια Λιούλιου σε φωτογραφία της Μαριλένας Βαϊνανίδη

Όταν είχα δει την πρώτη της σκηνοθεσία, τον «Πελεκάνο» του Όγκουστ Στρίντμπεργκ (2010), στο πέτρινο υπόγειο του Bios, είχα μείνει έκθαμβη. Παρακολουθούσα ωσάν ο χρόνος να μη μετρούσε. Ήταν μια θεατρική δουλειά γεμάτη απόλαυση, απερίγραπτα ωραία και πλούσια, αν και απόλυτα λιτή. Μινιμαλισμός με ζωηρό εσωτερικό ρυθμό και βάθος. Είχα την αίσθηση πως στη σκέψη αυτής της νέας σκηνοθέτιδας είχαν αναβιώσει χιλιάδες ανθρώπινες λησμονημένες νύχτες και ημέρες, δίνοντας στη δημιουργία της μεγαλείο και κορυφαίες στιγμές. Είχα σκεφτεί τότε πως ένας νέος δημιουργός ορθώνεται και καλεί το μέλλον, ότι το μέλλον καταφθάνει. Επρόκειτο για μια παράσταση με δύο άνδρες ηθοποιούς (Λαέρτης Βασιλείου, Μιλτιάδης Φιορέντζης), που παίχτηκε για δύο σεζόν με μεγάλη επιτυχία. Εν συνεχεία, η ταλαντούχα Σύλβια Λιούλιου προχωρά σε μια συνεργασία με τη μεγάλη Ρούλα Πατεράκη και το 2012 κάνει μια «θεατρική ανασκαφή» πάνω σε ένα ερειπωμένο ποίημα του Διονυσίου Σολωμού. Η παράσταση «Ο Λάμπρος, Ζακύνθου αρ. 12» παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών (Πειραιώς 260). Φυσικά ήμουν εκεί και έζησα τη σκηνική μεταφορά ενός τρανού ποιήματος που φέρει εγγεγραμμένη στη μορφή του την έννοια του αδιεξόδου, της απόγνωσης και των ερειπίων του ελληνικού πολιτισμού. Συνεχίζει με μια ελεγεία στον ανθρώπινο πόνο, που αθροίζει όλες τις σταγόνες της γυναικείας απελπισίας, το «Στο σπίτι περιμένοντας τη βροχή» του Ζαν Λυκ Λαγκάρς. Συνεργάζεται με δύο υπέροχες κυρίες, τη Ράνια Οικονομίδου και τη Ρένη Πιττακή, στον «Αέρα» του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη και μεταφέρει στη σκηνή καταστάσεις άκρως δραματικές που μπορεί όμως την ίδια στιγμή να φαίνονται αστείες, αν πάρει κανείς την ελάχιστη απόσταση ώστε να κοιτάξει τον εαυτό του πιο αντικειμενικά. Την έβλεπα να ψηλώνει όπως το δέντρο που δεν πιέζει τους χυμούς τους καθώς στέκει αγέρωχο στις βροχές, δίχως να αναρωτιέται αν θα έρθει το καλοκαίρι. Και το καλοκαίρι του 2015 έρχεται. Μαζί με ένα δημιουργικό πυρήνα νέων αλλά σπουδαίων καλλιτεχνών εγκαινιάζουν με τον «Αίαντα» του Σοφοκλή (περίπου 450 π.Χ.) την έρευνά τους πάνω στο αρχαίο δράμα, ιχνηλατώντας την πορεία του πρώτου αυτόχειρα της σοφόκλειας δραματουργίας. Το παν είναι η κυοφορία και κατόπιν η γέννηση. Αυτή τη φορά επιλέγει μια ευρύτερη κλίμακα προσέγγισης και στη Μικρή Επίδαυρο με άξονα τη θεματική του πένθους καταδύεται σε μια αναλυτική σπουδή στο απέραντο πεδίο του ομηρικού έπους, βυθίζοντάς μας στη δεξαμενή της ποίησης. Γι' αυτήν ο χρόνος στο θέατρο είναι "σπουδή στον αποχωρισμό και σε ό,τι είναι εφήμερο". Τώρα, ακολουθώντας τα μυστικά ίχνη των παιδικών της αναμνήσεων όταν, μέσα από το φως των ανοιχτών οριζόντων της Γλυφάδας, θέριζε τα αγκάθια με ξύλινο σπαθί, συναντά ένα πλάσμα του αιθέρα. Ένα πουλάκι που βρίσκεται παγιδευμένο, τη Γουίνι στις «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ, με τη μορφή της συγκλονιστικά και αφοπλιστικά αθώας Όλιας Λαζαρίδου. Η Σύλβια Λιούλιου παρατηρεί σιωπηρά τους θριάμβους και τις ήττες της καθημερινής ζωής, όπως και την ποίηση που κρύβεται στις πιο μικρές της λεπτομέρειες. Αφήνει τα φύτρα των συναισθημάτων να ωριμάσουν και με βαθιά σεμνότητα και υπομονή σκέπτεται και δημιουργεί νέες διαύγειες. Γιατί αυτό σημαίνει «ζω μέσα στο θέατρο». Η ικανότατη σκηνοθέτις μας πρόκειται να συνεργαστεί μέσα στο 2017 με ένα ισχυρό ντουέτο. Ένα συνθέτη-ερευνητή του ήχου, τον Δημήτρη Καμαρωτό, και μια αδιαφιλονίκητη πρωταγωνίστρια της σκηνής, τη μοναδική Αμαλία Μουτούση. Οι τρεις τους συναντιούνται με τον "Ιππόλυτο" του Ευριπίδη, σε μια αλλιώτικη εμπειρία θέασης /ακρόασης του αρχαίου δράματος και μια απρόβλεπτη site specific περφόρμανς σε ένα ιστορικό κτήριο της πόλης, τον «Παρνασσό», στις 7 με 11 Ιουνίου. Ωστόσο οι «Ευτυχισμένες Μέρες», το «θεατρικό άλυτο» του Μπέκετ, από τις 3 Φεβρουαρίου κάνουν νέα έναρξη στο Bios main και ξεκινούν δεύτερη σταδιοδρομία -για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων αυτή τη φορά. "Τα πέρατα της ανθρώπινης δυστυχίας είναι παντού γύρω μας και μπροστά μας, σε όλες τις οθόνες μας και στους δρόμους του κέντρου που περπατάμε. Η Γουίνυ είναι εκεί, σχεδόν μνημειώδης για την ανθρώπινη δυσκολία και τη θνητότητα γιατί αυτή είναι η περιγραφή της εικόνας της, όμως πουθενά σχεδόν η ίδια δεν μιλάει για δυστυχία", μου λέει για την ονειρική ηρωίδα στη συνέντευξη που παραχώρησε στο catisart.gr. Όλες οι ευχές μας είναι πρόθυμες να συνοδεύσουν κάθε προσπάθεια της Σύλβιας, όπως και η εμπιστοσύνη μας προς αυτή. Επειδή τα έργα τέχνης που μας παρουσιάζει είναι απέραντες μοναχικές υπάρξεις. Πώς να τις πλησιάσεις με την κριτική και να σταθείς δίκαια απέναντί τους κι απέναντί της; Μόνο με αγάπη μπορείς να τα κατανοήσεις, να τα συλλάβεις και να τα εξηγήσεις μέσα σου...

 

Διαβάστε τη συνέντευξη.

Περισσότερα...

Μαρία Σαμπατακάκη: «Σύμμαχος του ιστορικού είναι το ερωτηματικό, ποτέ η τελεία»

 

Η ιστορικός Μαρία Σαμπατακάκη κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας - ντοκιμαντέρ "Το στάρι"Η ιστορικός Μαρία Σαμπατακάκη κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας - ντοκιμαντέρ "Το στάρι" 

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

 

Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, σε έναν πολιτισμό όπως ο ελληνικός είναι φυσικό ο άνθρωπος να συνδιαλέγεται με το παρελθόν του είτε για να αντλήσει από αυτό και να νιώσει ασφαλής και περήφανος, είτε για να το κρίνει και να μάθει από την Ιστορία και τα λάθη της χτίζοντας το μέλλον του. «Η Ιστορία κινείται κυκλικά αλλά και εξελικτικά (σαν σπιράλ). Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το παρόν και το μέλλον διαμορφώνεται εξίσου από ιστορικές συνέχειες και ασυνέχειες», μας εξηγεί η δραστήρια ιστορικός Μαρία Σαμπατακάκη. Τη γνώρισα σχετικά πρόσφατα σ’ έναν αγαπημένο χώρο, την Οικία Κατακουζηνού, παρακολουθώντας την σε μια συζήτηση με κεντρικό θέμα «Το ΕΑΜ και οι αστοί». Αμέσως, μου έκαναν εντύπωση οι στέρεες γνώσεις της, η συγκρότησή της, το λέγειν της. Καταπιάνεται επιστημονικά κυρίως με τις «σιωπηλές» περιόδους της Ιστορίας, όπως ο Μεσοπόλεμος και η δεκαετία του 1930 ή του 1950. Εποχές κατά τις οποίες σημειώνονται σημαντικές ζυμώσεις, που περικλείουν μέσα τους όλους τους παράγοντες που θα διαμορφώσουν τα μεγάλα και ηχηρά γεγονότα. Αντικείμενό της η «δημόσια ιστορία» (public history). Ένας τομέας σαφώς πολύ ενδιαφέρων και γιατί όχι ακόμη και γοητευτικός. Καθότι η Ιστορία όταν τίθεται στις σωστές της βάσεις είναι μια εξόχως συναρπαστική επιστημονική τέχνη. Όπως συναρπαστική είναι και η προσωπικότητα της Μαρίας Σαμπατακάκη. Νέα, οξυδερκής, πολύπλευρη. Η αγάπη για τη λογοτεχνία και την τέχνη, η δημιουργική σκέψη, το ανοιχτό μυαλό, η ετοιμότητα, καθώς και η ερευνητική διάθεση, συνιστούν τα κύρια προσωπικά της χαρακτηριστικά. Η καταγωγή της είναι από τη Μάνη, τη γη με την οποία συνδέονται άνθρωποι φιλότιμοι, μεγαλοπρεπείς και δυνατοί. Ίσως γι' αυτό κρατά μια ευωδιά από άλλα χρόνια, μια ευωδιά πέτρας και θάλασσας, αρχοντιάς και ήθους. Η διαδρομή της στην ιστορική έρευνα ξεκίνησε από το Ιστορικό και Διπλωματικό Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών και το Ελληνικό Ίδρυμα Ελληνικής και Εξωτερικής Πολιτικής. Με όχημα τη μνήμη και βασικό εργαλείο της την έρευνα, η δουλειά της μάς προσφέρει μία οπτική της Ιστορίας που πόρρω απέχει από τα γνωστά τετριμμένα εγχειρίδια πάσης φύσεως αμφιθεάτρων. Είναι από τους πρωτεργάτες μιας πολύ δυναμικής ομάδας που ασχολείται με την ιστορική έρευνα, της ομάδας hιστορισταί. Η ομάδα συγκροτήθηκε σε σώμα έπειτα από μια ιδιαιτέρως επιτυχημένη δράση, κατά την οποία μετρήθηκαν οι δυνατότητές της. Επρόκειτο για τη διοργάνωση ενός μικρού φεστιβάλ ανοιχτής ιστορίας σε συνεργασία με το Δήμο Πάρου. Ακολούθησαν κι άλλες δράσεις, εξίσου επιτυχημένες, που ταρακούνησαν λιμνάζοντα ύδατα. Ήδη έκαναν την πρώτη τους συνεργασία με το πανεπιστήμιο του Brno στην Τσεχία και έπεται συνέχεια. Σκοπός τους να εξετάσουν κατά πόσο είναι εφικτός ένας δημόσιος διάλογος για το παρελθόν με περισσότερο επιστημονικούς όρους. Στο ενεργητικό της Μαρίας Σαμπατακάκη μέχρι στιγμής δύο βιβλία - μαρτυρίες: «Ο τελευταίος του Κάισλινγκεν» ("Τόπος", 2014) και «Ζαννιά Κότσικα είναι τ' όνομά μου» ("Τόπος", 2010). Επίσης η δημιουργία -μαζί με την ομάδα- του συγκλονιστικού ντοκιμαντέρ «Το Στάρι», που προσεγγίζει το θέμα της πείνας, του επισιτισμού και της αποστολής διεθνούς βοήθειας στην κατοχική Ελλάδα (1941-42). Στο catisart.gr, αφού υπογραμμίζει πως η Ιστορία αποδεικνύεται «μια επιστήμη για γερά νεύρα», μας εξηγεί τι ακριβώς είναι η δημόσια ιστορία και τη σχέση της με τη συλλογική μνήμη, σχολιάζει την αντιμετώπιση της Ιστορίας στη χώρα μας, μιλάει για τις ιστορικές εξελίξεις, επισημαίνει πως «σύμμαχος του ιστορικού είναι το ερωτηματικό, ποτέ η τελεία» και τονίζει κάτι που συχνά ξεχνιέται, ότι «η Ιστορία είναι συνυφασμένη με τον διάλογο».


Διαβάστε τη συνέντευξη.

Περισσότερα...

Γρηγόρης Ποιμενίδης: "Να βγάλουμε το φάλτσο απ’ τη ζωή μας, να βάλουμε τέλος στην αμάθεια…"

 

Του Παναγιώτη Μήλα

 

«Ο Γρηγόρης Ποιμενίδης σχεδόν στα τρία τέταρτα της παράστασης ήταν αμέτοχος, αποστασιοποιημένος. Καθόλου αμήχανος, όμως. Απλώς σου προκαλούσε μια απορία για το τι θα κάνει. Όταν όμως άρχισε την αφήγησή του, σου έδινε την αίσθηση ενός αβρού, απλοϊκού γίγαντα. Μετέδιδε την εμπειρία αυτού που αισθανόταν. Ήταν σαν να ξεπήδησε κάτι ήρεμο και ταυτόχρονα ρωμαλέο μέσα από τη γη. Με την ευθυβολία του βλέμματός του ακτινοβολούσε το ήθος, το πάθος, την ειρηνικότητα και τη λεβεντιά του απρόβλεπτου Νόκερ».
Αυτά έγραφε για τον Γρηγόρη Ποιμενίδη στο catisart.gr η Ειρήνη Αϊβαλιώτου στην κριτική της για την παράσταση «Γκιάκ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου, σε σκηνοθεσία του Θανάση Δόβρη.
Αυτό ακριβώς ένιωσα κι εγώ όταν ένα χειμωνιάτικο μεσημέρι συναντήθηκα με τον Γρηγόρη Ποιμενίδη σε ένα ήσυχο καφέ στα Πετράλωνα. Γνώρισα έναν άνθρωπο συμπαθέστατο, γλυκύτατο, ευγενέστατο, καλλιεργημένο, ανέμελο, πληθωρικό αλλά και διακριτικό. Κουβεντιάζοντας μαζί του, κυρίως όμως κατά τη διάρκεια της απομαγνητοφώνησης, διαπίστωσα ότι είναι προτιμότερο να τον ακούς παρά να τον… διακόπτεις.
Ηθοποιός σπάνιος, πηγαίος, με ποιότητα και ψυχολογημένο παίξιμο, από τους καλύτερους της γενιάς του, ο Γρηγόρης μας μιλάει για την καταγωγή και την οικογένειά του, για την αγαπημένη του Θεσσαλονίκη, τις σπουδές και τους δασκάλους του. Μας εξηγεί τους λόγους που τον οδήγησαν στο θέατρο. Αναφέρεται στη χώρα που όλοι είναι προπονητές. Εκνευρίζεται για όσα γίνονται όταν «δεν θέλει κι ο άλλος να σωθεί». Εξηγεί ποιος μπορεί να κάνει κολορατούρα και ποιος προφιτερόλ. Δίνει τη δική του άποψη για τα τάλεντ σόου και θυμίζει τις διαφωνίες και τα delete που έχει κάνει. Περιγράφει τα χιλιόμετρα που ταξίδεψε για να δει μια παράσταση. «Βγάζει» φωτογραφίες στη Ζυρίχη, στη Ζάκυνθο και στη Σαντορίνη. Δεν ξεχνάει την Επίδαυρο και καταθέτει τις σκέψεις, τις ιδέες και τις απόψεις του για τον πολιτισμό και την καθημερινότητά μας αλλά και για τα αγαπημένα του σκυλάκια. Μας μιλάει χωρίς δασκαλίστικο ύφος. Απλά και ανεπιτήδευτα. Κι αυτό είναι που αξίζει.

Έτσι, στη συνέχεια, μπορούμε να τον απολαύσουμε σε έναν ξεχωριστό μονόλογο με τον οποίο μας φέρνει πίσω στα χρόνια...

Περισσότερα...

Τάκης Τζαμαργιάς: "Ό,τι έχω κατακτήσει, το πέτυχα με πολύ κόπο. Δεν μου χαρίστηκε τίποτα..."

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

 

Στην τέχνη του θεάτρου εκόμισε τον εαυτό του, με την τόσην ανθρωπιά που μετέφερε εντός του. Αποτελεί μια σημαντική μορφή στην τέχνη μας σήμερα, φιλόσοφος - σκηνοθέτης και, κυρίως, δημιουργός. Ο Τάκης Τζαμαργιάς, εκτός από σκηνοθέτης, είναι δάσκαλος, συγγραφέας και στοχαστής. Ακάματος πηλοπλάστης του θεάτρου μας, συνετός και νοήμων άνθρωπος. Ακέραιος και σεμνός, ένας διανοούμενος κοινωνικά προβληματισμένος. Κάθε φορά που τον συναντώ, νιώθω πως φέρει την αύρα της παραθαλάσσιας ευγένειάς του και την αυθεντικότητα στο χαμογελαστό του βλέμμα. Όταν σε κοιτάζει, όταν σου μιλάει, αποπνέει έναν αέρα συνέπειας και εμπιστοσύνης, την ίδια που είχε ο ίδιος στον εαυτό του όταν αποφάσισε να αφοσιωθεί στο θέατρο. Αγαπά τη γενέτειρά του, τον Πειραιά, το λιμάνι του και είναι δεμένος σε όλους τους κάβους του. Το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά μάλιστα του χρωστά την πρώτη -κρίσιμη- περίοδο της επαναλειτουργίας του. Καθώς, ως καλλιτεχνικός διευθυντής, αυτός ένας αγνός Πειραιώτης, που έχει αφιερώσει τη δράση του στην πρόοδο της πολιτιστικής ζωής της πόλης του Πειραιά, αλλά και στο θέατρο απαιτήσεων, κλήθηκε να του δώσει σχεδιασμό και γραμμή πλεύσης.
Στη συνέντευξη που παραχώρησε στο catisart.gr σχολιάζει, παρατηρεί και διατυπώνει με εύγλωττη σοφία δεκάδες απόψεις, για τη ζωή, για την κοινωνία, για το θέατρο. Mιλάει για τα παιδικά του χρόνια στο Κερατσίνι, για τον "Ριχάρδο Γ'" αλλά και για την Μπέλα και τον Πέτρο... Μεγάλωσε παρακολουθώντας θέατρο, κυνηγώντας παραστάσεις. Αρχικά από τον αείμνηστο Κερατσινιώτη θεατράνθρωπο Αλέκο Χρυσοστομίδη, κατόπιν από το Δημοτικό Πειραιά, από το Εθνικό Θέατρο και το Θέατρο Τέχνης. Πολύτιμα πετράδια στις αναμνήσεις του οι «Τρωάδες» (1977) του Γιάννη Τσαρούχη, η «Αντιγόνη» από το Living Theatre (1979), το μοντέρνο πολιτικό θέατρο. Όλη αυτή η ζύμωση αποτελεί μέρος της πνευματικής κληρονομιάς του. Είναι παρών όπως και απών, ο Τάκης Τζαμαργιάς. Ανήκει στα πρωταγωνιστικά πρόσωπα του θεάτρου και της διανόησής μας αλλά κρατά μια διακριτική και συγκρατημένη στάση. Στάση που δεν έχει εγωκεντρισμούς. Μορφή αινιγματική, ευαισθησίας και δύναμης. Βοηθούμενος από μια φαντασία ζωηρή και ευέλικτη, έγινε δημιουργός ενός εξαιρετικά πρωτότυπου αφηγηματικού σύμπαντος με τις παραστάσεις του. Παραστάσεις που σου προσφέρουν αφειδώς τη χαροποιό αίσθηση της παρακολούθησης. Παραστάσεις ζωντανές, που συγκινούν τους ανθρώπους της εποχής μας. Οι νεοελληνικοί αλλά και οι σύγχρονοι μύθοι αποτελούν τη βάση της δουλειάς του έως σήμερα. Το «Τρίτο Στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή, «Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου» της Άλκης Ζέη, «Δυτικά της πόλης: Ανείπωτο για τον Γιώργο Χειμωνά», «Εις το ρεύμα της ζωής τους» βασισμένη σε διηγήματα του Σωτήρη Δημητρίου, δουλειές στέρεες και ερευνητικές, που αγαπήθηκαν. Το δράμα του Σάιμον Στέφενς «Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα» και το «Συγγνώμη» της Μάρτα Μπουτσάκα είναι μερικές μόνο από τις ευρηματικές σκηνοθεσίες του οι οποίες επικεντρώθηκαν στο συστατικό της ανθρώπινης επικοινωνίας. Πρόσφατα βρέθηκε για άλλη μια φορά στην αγαπημένη του Κύπρο όπου, σε μια σύμπραξη με τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, ανέβασε μια από τις παλαιότερες, μεγάλες του επιτυχίες, την παράσταση «Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου». Ωστόσο, παρά την πλούσια θεατρική εμπειρία του και τη μακροχρόνια πορεία του στη σκηνή, ο Τάκης Τζαμαργιάς δεν είχε καταπιαστεί ποτέ με το σπουδαίο έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Από πέρυσι όμως και μέχρι τώρα παρουσιάζει στο Σύγχρονο Θέατρο το αριστούργημα του Βρετανού βάρδου, «Ριχάρδος ο Γ’», επιφυλάσσοντας στο κοινό μια ιδιαίτερη έκπληξη. Την Καίτη Κωνσταντίνου να αναλαμβάνει υπό τη σκηνοθετική διδασκαλία του -και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία- τον πρωταγωνιστικό, ομώνυμο ρόλο. Αυτό τον καιρό βρίσκεται σε πρόβες για ένα σπουδαίο κείμενο της σύγχρονης ευρωπαϊκής δραματουργίας. Γραμμένο το 2009, το έργο του Πολωνού Ταντέους Σλομποντζιάνεκ «Η τάξη μας», καταγράφει με ψυχραιμία, αλλά και γερές δόσεις συναισθήματος, πώς οι ιστορικές συγκυρίες στιγματίζουν τις ζωές των ανθρώπων, φέρνουν στην επιφάνεια τον «κρυμμένο» μας εαυτό και διαλύουν τους πιο ισχυρούς ανθρώπινους δεσμούς. Θα ανέβει στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου και αναμένουμε με αγωνία την πρώτη παράσταση στις 27 Απριλίου. Εν τω μεταξύ, διαβάστε τη συνέντευξη – κατάθεσή του και θα διδαχτείτε πολλά…

Περισσότερα...

Κίρκη Καραλή: "Όλη η ζωή είναι μια εκπαίδευση επί της ανατροπής"...

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

 

Είναι ένα γλυκό παιδί που αγαπά το ξημέρωμα, τα ειρωνικά παραμύθια και τα στρατηγικά σχέδια. Ένα ευγενικό παιδί με ανθρωπιά, τιμιότητα και αλληλεγγύη. Ένα χαμογελαστό παιδί που σκάβει επίμονα στην αμμουδιά για να βρει νερό και να φτιάξει το δικό του κάστρο με λιμάνι. Ένα δημιουργικό παιδί που, αφού έχτισε με επιτυχία πέρυσι στη σκηνή -με την "Γκάμπυ"- μια ιστορία που αντλούσε έμπνευση από τη θρυλική πόρνη των Αθηνών Γαβριέλα Ουσάκοβα, φέτος σκηνοθετεί τη μελαγχολική, σουρεαλιστική και αστεία περιπλάνηση ενός καλλιτέχνη ανά την Ελλάδα. Ενός καλλιτέχνη που περνά μια σκοτεινή νύχτα της ψυχής πριν αυτή εξελιχθεί σε βιβλίο, σε ταινία, σε τραγούδι και τώρα σε θεατρική παράσταση χάρη στη δική της ιδιοφυή, ευφάνταστη και μαγική σκηνοθετική μπαγκέτα. Τι σημαίνει να είσαι ζωντανός; Τι σημαίνει να πονάς; ρωτά η παράσταση. Η Κίρκη Καραλή μας εξηγεί τι σημαίνει να ψάχνεις για μια ελπίδα κι ας είναι η ελπίδα πάντα απόγνωση, για ένα είδος ουσιαστικής επικοινωνίας στην ελληνική επαρχία, ζώντας στο περιθώριο της δεκαετίας του 1980. Στο γνωστό μας «Αυτή η νύχτα μένει» ανακαλύπτει νέα πράγματα. Στόχος της είναι να κάνει το κοινό να νιώσει ότι πρόκειται για κάτι ζωντανό. Και το πετυχαίνει. Ένας συναισθηματικός λαβύρινθος, ένα ευφυολόγημα, μια τεράστια αφύσικη αναζήτηση, ένα υπαρξιακό ανέκδοτο με ποιητικό τέλος ή ακόμα ένα ποίημα, ή όλα αυτά μαζί ή τίποτα από αυτά. Όπως και να ‘χει, η παράσταση συγκινεί βαθιά, ενώ παράλληλα αποτελεί τροφή για σκέψη προς τον θεατή, γεννώντας προβληματισμό, αλλά και αποτελώντας αφορμή για συζήτηση. Παρακολούθησα το «Αυτή η νύχτα μένει» στο θέατρο «Δημήτρης Ροντήρης», στην Πλάκα, καθηλωμένη από ένα παγερό ταξίδι σε τελετουργικά tableaux vivants, φαντασιώσεις, παρεξηγήσεις και εφιάλτες. Μυστηριακές εικόνες, ροζ ή κατακόκκινες, πλάθονται πίσω από αέρινα πέπλα, κόκκινα γαρίφαλα, λαϊκά άσματα και προβολείς ή χάνονται σαν σε όνειρο. Πλάσματα ανοίκεια και αλλόκοτα αντικείμενα, ένα σύμπαν παράλληλο, επιλογές καρφιτσωμένες στο νου, φαντασιακές διαδρομές, το μέλλον που νομίζεις ότι μπορείς να οργανώσεις αλλά αυτό γελά και σε προσπερνά. Ο έρωτας, η πάλη του άνδρα και της γυναίκας, ενδιαφέρει τη σκηνοθέτιδα ως αλχημεία των αισθημάτων αλλά και ως αγώνας επικράτησης. Η ομορφιά είναι βίαιη και θελκτική, ούτε θετική ούτε συμφιλιωτική ούτε εποικοδομητική. Ο χρόνος κυλά και τα λεωφορεία αναχωρούν για άλλους σταθμούς, για άλλες πόλεις, για άλλους θύτες και θύματα. Όπου υπάρχει καινούργια σοδειά. Αλλά εσύ πρέπει να διαλέξεις πού θα επιβιβαστείς κι ας μην ξέρεις πού θα καταλήξεις. Το έργο έχει μια πλευρά ηδονοβλεπτική και μια πλευρά αιρετική. Δρα υποδόρια.

Η Κίρκη Καραλή σκηνοθετεί σοκαριστικά τις εξάρσεις της ψυχής, την εξαΰλωση, το ανθρώπινο πάθος και την ανάγκη για σωτηρία της ψυχής, τις καταστροφές και τις ηθικές και υλικές χρεοκοπίες. Σκηνοθετεί με αδιαμεσολάβητη θεατρικότητα μοναχικούς ανθρώπους επί το πλείστον, οι οποίοι είναι περιτριγυρισμένοι από κόσμο. Χάνεσαι στο σύμπαν τους και ενδεχομένως μπορείς να βρεις κάποιο ίχνος παρηγοριάς μέσα σε αυτό. Μείγμα φωτεινότητας και σκότους, διαύγειας και ταπείνωσης, αισθησιασμού και εσωτερικών κραδασμών. Τις εικόνες τις διασχίζει, τις διαπερνά, για να βρεθεί από την άλλη πλευρά τους, αυτή των σκιών. Μαζί της σ’ αυτή τη χαρά της αναζήτησης έντεκα πολύ ικανοί και ταλαντούχοι ηθοποιοί, οι Θάνος Αλεξανδρής (που είναι και ο συγγραφέας), Μυρτώ Γκόνη, Μαρία Διακοπαναγιώτου, Νίκος Λεκάκης, Νίκος Μαγδαληνός, Νικόλας Μακρής, Λίλα Μπακλέση, Μάγδα Πένσου, Ιωσήφ Πολυζωίδης, Όμηρος Πουλάκης και Ρένος Ρώτας. Η παράσταση βασίζεται εξ ολοκλήρου στο βιβλίο του Θάνου Αλεξανδρή και διανθίζεται με υπέροχα ιντερμέδια επηρεασμένα από τον Ρολάν Μπαρτ. Αυθεντικοί φιλόσοφοι και λαϊκοί ήρωες συναντιούνται τις νύχτες και συζητούν για κολασμένα ερωτικά πάθη και καψούρες. Χρησιμοποιούνται στοιχεία από την επιθεώρηση, το δράμα, την κωμωδία και αναδεικνύεται η τραγικότητα των προσώπων που απαρτίζουν τους θαμώνες και τους «καλλιτέχνες» των ιερών σκυλάδικων στο φόντο ενός κλίματος ανερχόμενης ευμάρειας, επισημαίνοντας ταυτόχρονα και μια πολιτική πτυχή της εποχής. Φωτισμένες μαρκίζες στο πουθενά, ουίσκι και φτηνή σαμπάνια, χρήμα, εκτόνωση, αισιοδοξία, ευθύτητα, νυχτερινά no mans land, μια «ζώνη» όπου κυβερνά μια δύναμη που εκπληρώνει τις επιθυμίες των ανθρώπων... Μην ξεχνάμε ότι υπήρξαν λόγιοι που κατάλαβαν και αγάπησαν με ειλικρίνεια τα σκυλάδικα, όπως ο ποιητής και κριτικός θεάτρου Γιάννης Βαρβέρης που επινόησε και τον περίφημο όρο «Κάτω Νύχτα», όπως επίσης ο ποιητής Θωμάς Γκόρπας. Η Κίρκη, ένα εκπληκτικό κορίτσι που μεγάλωσε στα τηλεοπτικά πλατό και στα γραφεία των εφημερίδων, που θεωρεί πως "όλη η ζωή είναι μια εκπαίδευση επί της ανατροπής", μας εξηγεί πως πρόκειται για χώρους μεταφυσικούς. «Στα σκυλάδικα έχεις τη δυνατότητα να επιλέξεις το προφίλ αυτού που θες να είσαι και να μεταμορφωθείς. Για μια νύχτα, για κάθε νύχτα, δεν έχει σημασία. Όσο το έχεις ανάγκη», λέει και δίνει στην παράστασή της μια ροή που σφύζει από αίμα ζεστό στις φλέβες και μια ονειρικότητα που μοιάζει με της ζωής την ανηλεή ειμαρμένη. 

 

Διαβάστε τη συνέντευξη.

Περισσότερα...

Εύα Σιμάτου, ένα από τα αξιεραστότερα πλάσματα που "εδημιούργησεν η φύσις"…

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

 

Έχει ταλέντο και το σέβεται. Προσφέρει σ' αυτό τον ελεύθερο χρόνο της, την κοσμικότητα, τη ματαιότητα. Ζει. Νιώθει. Εργάζεται. Δεν δίνει η ζωή δίχως έρωτα την ευτυχία. Δίχως δημιουργία. Δίχως υπερηφάνεια. Δίχως εκτίμηση και συνειδητοποίηση του σώματος και των πολλών δυνατοτήτων του. Από γερό μυαλό γεννιέται η εκπλήρωση. Η Εύα Σιμάτου είναι έξυπνη, καλλιεργημένη και με δυνατότητες μιας σοφής ενσυναίσθησης. Ωραία γυναίκα, εκλεπτυσμένη, ταξιδεμένη. Χαίρεται με τις φυσικές της ικανότητες και χαιρόμαστε μαζί της. Κάνει τέχνη ακούγοντας και εκφράζοντας την εσωτερική της φωνή, αναγνωρίζει τα θέλω της και χαράσσει το δικό της δρόμο. Βιώνει ικανοποίηση με την αρμονία της βαθιάς φωνής, τη χρήση των λεπτών χεριών, της πλαστικότητας του σώματός της. Πέρυσι την είχαμε θαυμάσει στην παράσταση «Η Τσερλίνε και το Σπίτι των Κυνηγών» του Hermann Broch, σε σκηνοθεσία του Γιάννη Καλαβριανού. Ως Μελίττα κουβαλούσε στην κεντρική σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας όλη την ανθρώπινη ευθραυστότητα, την απώλεια, την τραγικότητα του θύματος. Πιο πριν στο «Ιnnerview» του Αλέξη Σταμάτη ήταν μια σχεδόν κινηματογραφική φιγούρα, δημοσιογράφος - καταλύτης, σύγχρονη και δυναμική, που «έγραφε» εξαιρετικά και έμενε με αδρές γραμμές ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη του θεατή. Την έχουμε επίσης απολαύσει ως Βαβυλώνα στην παράσταση «Αυτοκρατορία» του Γιώργου Βέλτσου, σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, μια παραγωγή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Πιο πριν στον «Κύκλο με την κιμωλία» του Μπρεχτ, στο «Χάι Αμέρικα», στον «Τίτο Ανδρόνικο», στα «Όνειρα», στη «Σπασμένη καρδιά». Πάντα χάρμα οφθαλμών. Ασυναγώνιστα σαγηνευτική. Φέτος υποδύεται έναν ακόμα αξιοζήλευτο ρόλο, τη Χαρίκλεια, στον «Εξηνταβελόνη» του λόγιου Κωνσταντίνου Οικονόμου, που παίζεται στο Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ. Πρόκειται για μια διασκευή του «Φιλάργυρου» του Μολιέρου, γραμμένη το 2016 και προσαρμοσμένη στην κοινωνική ζωή της Σμύρνης την προεπαναστατική περίοδο του νεοελληνικού διαφωτισμού. Μία όμορφη νέα («πλασμένη δια να εμπνέη τον έρωτα εις όλους όσοι την βλέπουν. Αξιεραστότερον πλάσμα δεν εδημιούργησεν η φύσις…») είναι στην παράσταση η Εύα Σιμάτου. Ένα κορίτσι που μένει με τη φιλάσθενη μητέρα του και τη φροντίζει. Μάνα και κόρη ζουν σε δυσχερείς οικονομικά συνθήκες. Την ερωτεύεται παράφορα ο γιος του "Φιλάργυρου/Εξηνταβελόνη", ο Κλεάνθης, αλλά ταυτόχρονα και ο πατέρας του, ο οποίος επιθυμεί διακαώς να την παντρευτεί και σχεδιάζει να την πάρει με προξενιό. Ο «Εξηνταβελόνης» είναι ένας χαρακτήρας που νοσεί, πάσχει από την ασθένεια του χρήματος. Η ίδια μάχεται με όλες τις δυνάμεις και τις ικανότητές της να οδηγήσει τη ζωή της και την τύχη της εκεί που θέλει εκείνη, δηλαδή στην αγκαλιά του νέου, του Κλεάνθη. Δεν θέλω να σας αποκαλύψω τα μυστικά του έργου αλλά νομίζω πως τα καταφέρνει. Πρόκειται για μια ηρωίδα οξυδερκή, μαχητική και φιλελεύθερη. Την Εύα τη συνάντησα ξανά πρόσφατα, στον εορτασμό των τριάντα χρόνων του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας, όταν και κανονίσαμε τα διαδικαστικά αυτής της συνέντευξης. Της δεύτερης που μου παραχωρεί. Παρατηρώντας την έβλεπα στο πρόσωπό της να καθρεφτίζεται μια ανείπωτη ηρεμία και γλυκύτητα. Η έμφυτη ευγένειά της και η αξιοπρεπής χάρη της την έκαναν γρήγορα δημοφιλή στο περιβάλλον και σε κάθε περιβάλλον. Θηλυκή, χαρισματική, στιβαρή, εντυπωσιακή και αποφασιστική σαν αμαζόνα. Σκεπτόμουν πόσους ρόλους θα μπορούσε να ερμηνεύσει, κωμικούς και δραματικούς. Γιατί το πλάσμα αυτό είναι αναμφισβήτητα ένας ζωηρός νους με κωμική φλέβα, σοβαρή παιδεία και -ως ηθοποιός- γνώση της ανθρώπινης φύσης. Είναι γεμάτη από ζωή. Κι αυτό το δίνει στη σκηνή. Ζωή! Τίποτα λιγότερο. Κι αυτό είναι τέχνη.

 

Διαβάστε τη συνέντευξη.


Φωτογραφίες: Αντιγόνη Κουράκου

Περισσότερα...

Νίκος Καρδώνης, πρίγκιπας και χελιδόνι

 

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

 

Ένας έξυπνος μαθητής, ένας απαιτητικός καλλιτέχνης, που αναζητά ασταμάτητα τις αιτίες και τη βαθιά ουσία του επαγγέλματος του ηθοποιού είναι ο Νίκος Καρδώνης. Από τους υποκριτές εκείνους που ο νους, το σώμα και το συναίσθημα καταφέρνουν να εκφραστούν αληθινά στο εδώ και στο τώρα, στο αέναο παρόν της σκηνής. Ένα αγνό, ειλικρινές και ώριμο παιδί που θριαμβεύει πάνω στο σανίδι. Μεγαλωμένος μαγικά ανάμεσα σε ανθρώπους των θαλασσών και της πολιτισμένης πνοής, με ανέμελα παιχνίδια στις αλάνες, με την ευγένεια των δημοτικών τραγουδιών και των παραλογών, με μυθικά για άλλους ταξίδια σε ωκεανούς, διαμόρφωσε μια προσωπικότητα που βασίζεται στην πρωτοπορία, την παράδοση, την τόλμη και τη φαντασία. Εξελίχτηκε -μέσω της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου (2001-2008) με δάσκαλο τον Στάθη Λιβαθινό- σε βιρτουόζο ηθοποιό, βιρτουόζο καλλιτέχνη, στοχαστή του θεάτρου και προσφάτως σε… ενδυματολόγο. Έχει παίξει σχεδόν τα πάντα, από Σαίξπηρ μέχρι «Ιλιάδα», από Τόνι Κούσνερ μέχρι Ντοστογιέφσκι, από Μπομαρσέ μέχρι Μπίχνερ, Γκόγκολ, Αριστοφάνη, Στρίντμπεργκ, Μολιέρο, Βιντσέντζο Κορνάρο, Ευριπίδη, Λερμόντοβ και Ρέππα - Παπαθανασίου... Έχει εμφανιστεί στα σπουδαιότερα θέατρα και στις μεγαλύτερες σκηνές σε Χιλή, Καναδά, Ολλανδία, Ισπανία, Ρουμανία, Ουγγαρία, Κύπρο και συνεχίζει σαρωτικός. Υπήρξε νικητής του βραβείου «Δημήτρης Χορν» το 2005 με την παράσταση «Αυτό που δεν τελειώνει». Είναι μια σπάνια, σχεδόν μοναδική, περίπτωση δημιουργού, ο οποίος εξερευνά και προεκτείνει τις δυνατότητές του, αξιοποιώντας πλήρως τα ταλέντα του. Μέσα σ’ όλα αυτά η σχέση του με τα εικαστικά είναι μία από τις λιγότερο φωτισμένες περιοχές της δημιουργίας του. Τις ώρες που δεν κατακτά με την εκρηκτικότητά του το θεατρικό κοινό και τα κινηματογραφικά πλατό, σκύβει πάνω από τη συλλογή με τις κούκλες του. Από παιδί πειραματιζόταν με δραματικές εικαστικές παρεμβάσεις στις κούκλες των κοριτσιών της οικογένειας, δράση που είχε ως αποτέλεσμα τη φυγάδευσή τους σε ντουλάπες και πατάρια σε μια ύστατη προσπάθεια διάσωσής τους. Σήμερα, ελεύθερος πια, έχει αναστήσει με τα χρυσά του δάχτυλα περίπου 80 κακοποιημένες αισθητικά barbie. Οι κούκλες αυτές έγιναν οι «μικρές κυρίες» του και εκτέθηκαν με επιτυχία στο κοινό, ακολουθώντας μια νέα σταδιοδρομία και κυρίως αποκτώντας μια νέα, άδολη ψυχή. Φέτος παίρνει μέρος στα γυρίσματα της ταινίας του Γιάννη Σμαραγδή για τον Νίκο Καζαντζάκη, υποδυόμενος τον μεγάλο μας λυρικό Άγγελο Σικελιανό («Ήταν θεός; Ήταν άνθρωπος; Πού να το ξέρεις…»). Επίσης πρωταγωνιστεί στον «Ευτυχισμένο πρίγκιπα» του Όσκαρ Ουάιλντ, που παρουσιάζεται στο Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Άρη Τρουπάκη. Πρίγκιπας της σκηνής και ο ίδιος, ωστόσο εδώ κρατά το ρόλο του μικρού χελιδονιού που κουρνιάζει στα πόδια του Πρίγκιπα, και γίνεται ο πολύτιμος σύμμαχός του. Όπως μας εξηγεί, το χελιδόνι γι' αυτόν είναι "ένας έφηβος που με το θράσος των νιάτων κολυμπάει στα βαθιά και γεύεται την κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία. Στην πορεία του ταξιδιού ενηλικιώνεται ανακαλύπτοντας έννοιες όπως η φιλία, η αγάπη, η αυτοθυσία και η προσφορά με τίμημα το θάνατο". Ο Νίκος δεν παίζει, χαράζει. Δεν μας ευφραίνει απλώς. Χρησμοδοτεί. Με κάθε του ρόλο μάς φέρνει ένα άγγελμα -πότε δραματικό και πότε χαρμόσυνο— μα πάντα άγγελμα. Θα μπορούσαμε να τον αποκαλέσουμε και Διόνυσο ή Ορφέα γιατί και αυτά τα ονόματα θα του ταίριαζαν, ωστόσο διαβάστε αυτά που αποκαλύπτει στο cat is art, για τη ζωή του, τις απόψεις του και τη σταδιοδρομία του.

 

Ακολουθεί η συνέντευξη.

Περισσότερα...

Κώστας Νικούλι: "Να ακούμε τον εαυτό μας και να μην αποφασίζουν άλλοι για μας…"

 

Του Παναγιώτη Μήλα

 

Τον λένε Ντάνι και τον γνώρισα σε μια σκοτεινή αίθουσα. Εκείνη την ημέρα έκανε μια στάση στο περιπετειώδες ταξίδι του. Ήταν μαζί με τον αδελφό του, τον Όντι. Παρέα του είχε και το μικρό του κουνέλι. Όση ώρα κράτησε η προβολή, το κοινό μαγεύτηκε. Γιατί περί ταινίας επρόκειτο. Όταν άναψαν τα φώτα, μάταια τον αναζήτησα τριγύρω. Είχε φύγει. Ήθελα να του μιλήσω αλλά… δεν τα κατάφερα. Πέρασαν δύο χρόνια από τότε. Δεν τον είχα ξεχάσει ως ηθοποιό και ήμουν πεπεισμένος πως θα τον ξανασυναντούσα. Θυμόμουν πάντα την εκφραστικότητά του, το βλέμμα του, έντονο και αληθινό.

Το φθινόπωρο τον είδα πάλι σε μια αίθουσα, αυτή τη φορά θεάτρου. Δεν ήμουν όμως σίγουρος πως είναι ο Ντάνι γιατί δεν κρατούσε το κουνελάκι του. Μπερδεύτηκα περισσότερο όταν άκουσα μια όμορφη κυρία να τον αποκαλεί Ιππόλυτο. Σάστισα προς στιγμήν, επειδή γυρνώντας προς εμένα μου είπε πως (θα) τη λένε Φαίδρα και πως ο νεαρός (θα) είναι ο γιος της ο Ιππόλυτος… Γρήγορα αναγνώρισα την Παρθενόπη Μπουζούρη. Θα ήταν η μητέρα του, αν έπαιζαν τη «Φαίδρα» στο Θέατρο Τέχνης, που ματαιώθηκε. Τα φώτα χαμήλωσαν. Στη σκηνή άρχισαν να ανεβαίνουν πολλοί, παλιοί και νέοι, για να ανακοινώσουν τα καινούργια τους έργα. Αυτή τη φορά, όταν άναψαν τα φώτα, δεν άφησα το νεαρό να φύγει. Τον ακολούθησα στο φουαγιέ. Του ζήτησα τον αριθμό του κινητού του για να επικοινωνήσω μαζί του. Μου τον έδωσε, μαζί με το όνομά του: Ήταν ο Ντάνι ο τρομερός, από το εξαιρετικό "Xenia" του Πάνου Κούτρα, που με τον Νίκο Γκέλια σάρωσαν τα βραβεία.

Ήταν ο Κώστας Νικούλι… και είναι τώρα μαζί μας, εδώ στο catisart.gr, όχι για ένα διάλογο αλλά για ένα μονόλογο. Μας διηγείται τα όμορφα παιδικά του καλοκαίρια στους Αγίους Σαράντα, τη δαιδαλώδη οικογενειακή ιστορία των παππούδων του που θυμίζει σάγκα, αναμνήσεις για δασκάλους και δασκάλες. Ακόμα μας περιγράφει την αγάπη του για τη θάλασσα, την τέχνη και τη γάτα του την «Μπλου-μπλου». Μας αφηγείται την πρώτη του επαφή με το θέατρο, τη σχέση του με τον... Άι Βασίλη και τη γνωριμία του με τον Πάνο Κούτρα. Ακόμα θυμάται τα χρόνια της σχολής και τα γυρίσματα του "Xenia" και εκδηλώνει τη χαρά του για το πρώτο του ταξίδι στο σανίδι σ' ένα ιστορικό θέατρο, με το έργο «Ρομπέρτο Τσούκο» του Μπερνάρ Μαρί Κολτέζ, σε σκηνοθεσία Άντζελας Μπρούσκου, που παρουσιάζεται στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης και στο οποία συμμετέχει. "Να ακούμε τον εαυτό μας και να μην αποφασίζουν άλλοι για μας…", μας λέει με μια σπάνια, για την ηλικία του, ωριμότητα. Αξίζει να τον ακούσουμε καθώς «κυκλοφορεί» ανάμεσα σε δέκα ρήματα…

Περισσότερα...

Θοδωρής Βουρνάς: "Είμαστε μια γενιά δυναμική που μπορεί να πραγματοποιήσει όλα όσα έχει φανταστεί"

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

 

H αθωότητα είναι το μεγάλο φυσιογνωμικό γνώρισμα της τέχνης του αλλά και του βλέμματός του, αφού μια λάμψη μυστική τρεμοπαίζει σ' αυτό, μια στοργή φευγαλέα στο φως. Θαρρείς μυστικά χαρούμενα κρύβονται μέσα του, πράγμα για το οποίο έχω βεβαιωθεί απολύτως αφού πολύ καιρό τώρα παρακολουθώ τη δημιουργική πορεία του στην τέχνη. Είχαν αρχίσει οι ζέστες για τα καλά εκείνον τον Ιούνιο όταν τον γνώρισα πριν από κάποια χρόνια, στο φεστιβάλ Off Off Athens του θεάτρου "Επί Κολωνώ". Γνώρισα έναν άνθρωπο χαμογελαστό, ευγενικό, ήρεμο, καλοπροαίρετο, καλλιεργημένο και πολύ έξυπνο. Έναν άνθρωπο με όνειρα και σχέδια, που νόμιζες πως τα έραβε ένα ένα σαν αστέρια στον καλοκαιρινό ουρανό. Τώρα πλησιάζουν Χριστούγεννα, ο Θοδωρής Βουρνάς πριν από λίγο καιρό βρισκόταν στο Βερολίνο όπου στο Berlin Film Society προβλήθηκαν με μεγάλη επιτυχία δύο από τις ταινίες μικρού μήκους που έχει σκηνοθετήσει («Θεατής» και «Χωρίς γάλα»). Στις 14 Δεκεμβρίου 2016 κάνει πρεμιέρα, στον τεχνοχώρο «Cartel», για τρίτη συνεχή σεζόν, η παράσταση που σκηνοθετεί, το «Στα Σκοτεινά - Making Movies», σε μια καινούργια, πλούσια και ανανεωμένη εκδοχή. Βασισμένη στο γνωστό «bedtime stories» του Γιώργου Ηλιόπουλου, με νέες αφηγήσεις και νέα ομάδα ηθοποιών. Το έργο αποτελείται από διαδοχικές ιστορίες ανθρώπων που συναντάμε καθημερινά και θα μπορούσαμε να είμαστε εμείς οι ίδιοι. Σύγχρονοι ήρωες με αγωνίες, όνειρα και ελπίδες, που προσπαθούν, όπως όλοι μας, να επιβιώσουν σε μια πραγματικότητα που βρίθει κοινωνικών συμβάσεων. Η παράσταση είναι σκηνοθετημένη ώστε να προχωράει σαν μια κάρτα view master. Όπως ένας χάρτινος δίσκος με τρισδιάστατες φωτογραφίες από πρόσωπα που με το συνεχές πάτημα του κουμπιού μιλούν και αφηγούνται ιστορίες. Μια σειρά από πρόσωπα που θέλουμε να μας πλησιάσουν. Μια σειρά διαλόγων σ' ένα ημερολόγιο συναντήσεων. Μια σειρά εκ βαθέων εξομολογήσεων, πικρών, σαρκαστικών, πονεμένων και προπαντός συγκλονιστικών. Πρόκειται για μια άσκηση ωριμότητας, συνειδητοποίησης και κατανόησης, μια διαδρομή προς τα μέσα, μια συνάντηση με το σκοτάδι που επιθυμεί να γίνει φως. Ο Θοδωρής Βουρνάς, πηγαίος και εμπνευσμένος, δουλεύει με ζήλο, προγραμματισμό και συνέπεια προς το αταλάντευτο καλλιτεχνικό του όνειρο. Δεν πτοείται εύκολα, ούτε και καυχιέται. Κατοικεί την απλότητα, το μέρος όπου τα λόγια τα μεγάλα περιττεύουν. Μοιάζει να κατέχει μια γωνία θέασης καθαρή και άφθαρτη. Είναι ένας καλλιτέχνης που έχει το χάρισμα να κουβαλάει αναλλοίωτη μέσα στο φθοροποιό χρόνο, μια έκθαμβη, ανόθευτη ματιά όπως των παιδιών όταν ακούνε παραμύθια. Ακόμα έχει το… το θράσος και τις αντοχές να ψάχνει και ν' ανακαλύπτει εξαρχής την τέχνη ως θέμα, ως διατύπωση και ως δημιουργία. Είτε δραστηριοποιείται στο θέατρο, είτε στον κινηματογράφο. Συνήθως στα έργα του διατυπώνονται ερωτήματα πάνω στους σύγχρονους φόβους, τις ανθρώπινες σχέσεις, τις προκαταλήψεις και την εμπιστοσύνη, το νόημα και τα όρια της ηθικής. Ο Θοδωρής αισιοδοξεί, οραματίζεται, σχεδιάζει και αφήνει στο παρελθόν αυτά που έχουν μείνει στο παρελθόν. Η γενιά του έχει προκύψει από την κρίση και την έλλειψη πόρων, γι' αυτό και θεωρεί πως οι συνομήλικοί του καλλιτέχνες έχουν μια παραπάνω δημιουργικότητα στο πώς να γίνουν πιο παραγωγικοί και πιο αποτελεσματικοί. Όπως λέει, "πιστεύω ότι είμαστε μια γενιά πολύ δυναμική που μπορεί να πετύχει και να πραγματοποιήσει όλα όσα έχει φανταστεί".

 

Διαβάστε τη συνέντευξη.

Περισσότερα...

Πέτρος Αποστολόπουλος: Στη σιωπή ζούμε, όλοι μια σιωπή βιώνουμε, προσωπική, πνευματική, πολιτική...

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου


Ποιος θα μας πει για το νόημα που έχουν οι λέξεις, οι φωνές, οι παύσεις και οι σιωπές στο θέατρο; Σιωπές ζωντανές που ηχούν και επικρίνουν και διαμαρτύρονται; Μια γυναίκα ζει μέσα στο λόγο και στην ποίηση, βουβή η ίδια και αθέατη στο θεατή. Είκοσι πέντε χρόνια αμίλητη από επιλογή! Κι εμπρός της ένας ηθοποιός σπουδαίος που κατακτά μια μεγάλη ερμηνεία. Είναι ο Πέτρος Αποστολόπουλος, στο έργο «Στη Σιωπή» που παίζεται στο θέατρο «Επί Κολωνώ» (Σκηνή Black Box). Τον γνωρίζουμε χρόνια. Από τους πιο σεμνούς, εργατικούς, συνεργάσιμους, ευγενείς, συμπαθείς και αξιόλογους ανθρώπους του θεάτρου μας. Αφοσιωμένος και έμπειρος ηθοποιός, εικονοπλαστικός, βιωματικός, ευαίσθητος. Σπάνιος και αθόρυβος. Αλησμόνητος Γιαννούλης Χαλεπάς και καθηλωτικός Σίγκμουντ Φρόιντ με τη Γιούλη Ζήκου. Για δεύτερη χρονιά σκηνοθετεί και ερμηνεύει τον συναρπαστικό και λυτρωτικό μονόλογο «Στη Σιωπή», γραμμένο από τον σπουδαίο ποιητή και στιχουργό Δημήτρη Λέντζο. Στη σκηνή κυριαρχεί η αγάπη. Η αγάπη η αφοσιωμένη και απολύτως πιστή, που καταλήγει τυραννική, που ταυτίζεται με τον πόνο και το αδιέξοδο. Ενδεδυμένος αυτή τη μορφή της αγάπης, ο ήρωας τελετουργικά θα φτάσει στη λύτρωση και θα ανυψώσει τη σκέψη, θα την εξαγνίσει. Στην ερμηνεία του Πέτρου Αποστολόπουλου υπάρχει μια διαρκής κι αξιοθαύμαστη διαλεκτική αλληλεπίδραση μεταξύ επώδυνης εκμυστήρευσης και κριτικής ειρωνείας, μεταξύ μίσους και ελπίδας, οργής και ενοχής, εκδίκησης και παράκλησης, ταπείνωσης και έρωτα, σοφίας και ήττας. Τα συναισθήματα εναλλάσσονται με κινηματογραφικούς ρυθμούς, συνυπάρχουν και συγκρούονται. Η αντίστιξη μεταξύ της λαϊκότητας και της αμεσότητας του απλού ανθρώπου στην αρχή με την εμβρίθεια και τη φιλοσοφικότητα της συνέχειας δίνουν τη δυνατότητα της βαθμιαίας εξοικείωσης του θεατή. Ο Πέτρος είναι ένας διακριτικός και συνάμα οξυδερκής στοχαστής του θεάτρου. Άνθρωπος ρομαντικός, τρυφερός, μετρημένος, δημιουργός και παρατηρητής ζωής. Οι ερμηνείες του είναι αυθεντικές, εύστοχες, συχνά σπαρακτικές, που αφήνουν στο θεατή μιαν αίσθηση υπερβατικότητας. Γεννήθηκε στο Μόναχο αλλά μεγάλωσε στην πλούσια γη της "μαυρομάτας", την Ηλεία, σε ένα σπίτι μοναχικό, καρφωμένο στην καταπράσινη πλαγιά ενός βουνού. Από τον ανηφορικό χωμάτινο δρόμο που οδηγούσε σ’ αυτό, με τη συστάδα των κυπαρισσιών στο πλάι, έφτασε μέσα στη βαλίτσα του παππού μαζί με τα αρώματα της θάλασσας, το βιβλίο του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη για τον Αστραπόγιαννο. Τότε ήταν που πήρε το πρώτο του μάθημα υποκριτικής. Το βράδυ μαζευόταν όλη η οικογένεια για να τους διαβάζει το επικολυρικό ανάγνωσμα. Έτσι ανακάλυψε τους τονισμούς, τις εναλλαγές, τα συναισθήματα. Έτσι πήρε το βάπτισμα της θεατρικότητας. Έτσι κρατούσε κομμένη την ανάσα όλων, κάποια μυθικά βράδια με τον αέρα έξω να σφυρίζει και τις λάμπες του πετρελαίου να φωτίζουν τα ξαναμμένα πρόσωπα. Σήμερα στη συνέντευξη που έδωσε στο catisart.gr μάς μιλάει με τον όμορφο λόγο του για τη σιωπή και για την εκπληκτική του παράσταση «Στη Σιωπή», για το θέατρο, για τον πόνο, για τη ζωή, για την αλήθεια. Και η αλήθεια -για μένα- είναι ότι δεν πρέπει να χάσετε την ερμηνεία του…

Διαβάστε τη συνέντευξη.

Περισσότερα...

Αθανασία Παϊταζή, μια Ελληνίδα σχεδιάζει τα κομψότερα μποτίνια στο Παρίσι

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

 

Είναι κάποιες φορές που ένα αντικείμενο ένδυσης ή υπόδησης, είναι με τέτοιο μοναδικό τρόπο σχεδιασμένο που, βλέποντάς το, νομίζεις πως κάνεις βουτιά στα άδυτα της ψευδαίσθησης, με μια ενδιάμεση στάση, έντονα φαντασιακή, στην τρέχουσα ζωή. Είναι επίσης κάποιες φορές που κάποιος δημιουργός μπορεί να καταφέρει το δημιούργημά του να ισορροπεί ανάμεσα στην ομορφιά και στη λειτουργικότητα, χωρίς να χωλαίνει σε καμιά ιδιότητα από τις δύο. «Δώσε σε ένα κορίτσι τα σωστά παπούτσια, και θα κατακτήσει τον κόσμο», έλεγε η Marilyn Monroe. Μια νεαρή Ελληνίδα, ωστόσο, με καταγωγή από την ανεμόεσσα Άνδρο, πετυχαίνει στο Παρίσι γιατί ξέρει πώς να σχεδιάζει το σωστό παπούτσι. Για εκείνη κάθε μικρό κομμάτι μαλακό λουστρίνι ή σουέτ είναι ένας καμβάς που καταλήγει σε έργο τέχνης! «Το έργο του πράγματος και το έργο της αρετής του είναι το ίδιο», σύμφωνα με τον Αριστοτέλη. Το έργο του ανθρώπου είναι ψυχής ενέργεια. Η Αθανασία Παϊταζή -ή Τάνια για τους φίλους της- έχει τη θετική ικανότητα, το προτέρημα, την αξιοσύνη να κάνει σπουδαία πράγματα με ποιότητα και προορισμό.

Εμείς οι γυναίκες δεν κρύβουμε το πάθος μας για τα παπούτσια. Το υπόδημα ήταν πάντα αντικείμενο φετίχ και έρωτα ξεκινώντας από τα γυάλινα γοβάκια της Σταχτοπούτας των παιδικών μας χρόνων και τις μπότες του «παπουτσωμένου γάτου» και συνεχίζοντας είτε θαυμάζοντας τα σανδάλια των Καρυάτιδων, είτε τραγουδώντας το «These boots are made for walkin'» της Νάνσι Σινάτρα. Ας μην ξεχάσουμε ακόμα τα κεντημένα πασουμάκια των παλλακίδων, που δήλωναν τη φιλαρέσκεια της γυναίκας και ξάναβαν τον πόθο του άνδρα, την τακτική των ερωτευμένων να χρησιμοποιούν για ποτήρι της σαμπάνιας τους το γοβάκι της κοπέλας που επιθυμούσαν, κι ας καταλήξουμε στη γόβα στιλέτο που γίνεται το απόλυτο φονικό όπλο για τον έρωτα. Δεν υπάρχει δε πιο υποβλητικό στοιχείο σε μια ταινία μυστηρίου από τη γυναίκα που φορά ένα δυναμικό τακούνι και ο ήχος του βηματισμού της αποπνέει στυλ, ομορφιά, δραματικότητα και αυτοπεποίθηση.

Η Αθανασία Παϊταζή μεγάλωσε σε μια οικογένεια που ο πολιτισμός, το θέατρο και οι τέχνες κυριαρχούν. Η καλαισθησία κυλάει στο αίμα της. Αφού φοίτησε στη φημισμένη Ecole de la Chambre Syndicale de la Couture Parisienne και διδάχτηκε το σχεδιασμό του ενδύματος, ανακάλυψε μέσα της την επιθυμία της δημιουργίας υποδημάτων και γυναικείων αξεσουάρ. Μια από τις πρώτες πολύτιμες εμπειρίες που είχε στο Παρίσι, την πόλη όπου ζει, ήταν η συνεργασία της στο ατελιέ της Βελγίδας σχεδιάστριας Veronique Leroy, από την οποία άντλησε και αντλεί ακόμη πολλές επιρροές. Οι γραμμές της είναι λιτές και δομημένες έτσι ώστε να δίνεται έμφαση στην κομψότητα και τη θηλυκότητα, σύμφωνα με τις απαιτήσεις και τις επιθυμίες της σημερινής πολυάσχολης και καλλιεργημένης γυναίκας. Τα μποτίνια που σχεδιάζει θεωρούνται από τα ωραίοτερα και ποιοτικότερα στο Παρίσι. Είναι η καλλιτεχνική διευθύντρια και head designer των συλλογών του γαλλικού οίκου γυναικείων υποδημάτων και αξεσουάρ Karine Arabian Paris. Μιας επώνυμης μάρκας πολύ ξεχωριστής αισθητικής. Πρόκειται γι’ αυτό που ονομάζουμε parisian style, συνδυασμένο όμως με δημιουργικά και ροκ στοιχεία. Η μάρκα είναι δημοφιλής στο γυναικείο κοινό του Παρισιού, ενώ διατίθεται σε διάφορα πολυκαταστήματα και concept stores σε όλη τη Γαλλία. Το σχεδιαστικό της ύφος αντανακλά μια όμορφη δυαδικότητα. Ενώ παίζει με τα όρια της καινοτομίας, διατηρεί ταυτόχρονα την ευγένεια, την εκκεντρικότητα, τη σικ αύρα μιας έξυπνης λεπταισθησίας και ακολουθεί τη φυσική ισορροπία του γυναικείου σώματος. Αβίαστα συνδέει τη χάρη με την άνεση. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το σωστό παπούτσι είναι ο καλύτερος σύμμαχος της γυναίκας. Η σχέση της μαζί του είναι περίπλοκη και βασίζεται στην αυτο-επιβεβαίωση, στην εξάρτηση, στην αισθητική αρμονία και καθορίζει τη διάθεσή της. Η Τάνια δημιουργεί ένα σύμπαν που αποτελείται από πολυπολιτισμικές εμπνεύσεις, προσεγμένη φινέτσα και πολυεθνικές αναφορές, πάντα με σημείο εκκίνησης τη δημιουργία. Παρατηρεί το περιβάλλον, ψαχουλεύει παλιά αρχεία, ανακαλεί μνήμες από το συρτάρι με τα ραφτικά της γιαγιάς της, μελετά περιοδικά αρχιτεκτονικής και design από τα οποία αποτυπώνει χρώματα, σχήματα, επιθυμίες. Επίσης οι πινελιές της φύσης την ιντριγκάρουν, στις εικόνες του δρόμου ανακαλύπτει πρωτότυπες ιδέες, εμπνέεται από το ύφος της Charlotte Gainsbourg και φυσικά θαυμάζει την αδελφή της, την ηθοποιό Κίττυ Παϊταζόγλου. Είναι βέβαιο πως αν δείτε τις επαναστατικής φαντασίας δημιουργίες της στις παρισινές βιτρίνες, θα κάνετε πολύ καιρό να τις ξεχάσετε. Αν δε φορέσετε κάτι δικό της, θα εθιστείτε. Μη ζητήσετε εξήγηση γι’ αυτό. Ο έρωτας και η μόδα είναι για να γεννούν πάθη κι όχι για να δίνουν εξηγήσεις. Κυρίως μην παρεξηγηθείτε αν το βλέμμα των γύρω σας πέφτει πρώτα στα παπούτσια σας και μετά σε σας. Σημαίνει πως σας θαυμάζουν, εσάς μέσα από τις επιλογές σας. Στην Τάνια, που ειρήσθω εν παρόδω είναι και πολύ όμορφη, συμβαίνει συχνά…


Διαβάστε τη συνέντευξη.

Περισσότερα...

Χριστίνα Δενδρινού: «Δεν θέλω να ρίχνω στους άλλους την ευθύνη. Πρώτα πρέπει να αλλάξω εγώ»

 

Του Παναγιώτη Μήλα

 

«Στις μέρες μας, τα έχουμε αφήσει όλα στην τύχη. Θέλω αλλαγή, αλλά πρέπει πρώτα να αλλάξω εγώ και κάποιοι που είναι γύρω μου. Προτιμώ αυτό από το να δείχνω με το δάχτυλο και να λέω συνέχεια ποιος έκανε το λάθος. Αυτό δεν είναι παραγωγικό. Ελπίζω να αλλάξουμε λογική και να αλλάξουμε τακτική και στρατηγική. Να είμαστε πιο σώφρονες από εδώ και πέρα. Όταν ελπίζεις μόνο, είναι σαν να αφήνεις τα πάντα στην τύχη. Σαν να παίζεις τζόκερ. Να πάρουμε στα χέρια μας κάποια πράγματα. Δεν θέλω να ρίχνω στους άλλους την ευθύνη. Θέλω να κάνω την αρχή, να ξεκινήσω από εμένα τις όποιες αλλαγές».

Με αυτογνωσία και χωρίς υπεροψία η Χριστίνα Δενδρινού μιλάει στο catisart.gr και καταθέτει τις ενδιαφέρουσες απόψεις της για το θέατρο, για τη φιλία και για την καθημερινότητα. Επιπλέον μάς μιλάει για την Γκρέτα, για τον Βασιλιά Ληρ, για τα... φίδια, αλλά και για τον Φίλιππο που τη... φιλοξενεί.

Έχω παρακολουθήσει αρκετές φορές τη Χριστίνα στη σκηνή τα τελευταία χρόνια. Θεωρώ πως πέρα από το αδιαμφισβήτητο φυσικό της κάλλος και τη δυναμική της προσωπικότητα, ως ηθοποιός είναι ένα πολύτιμο εργαλείο για κάθε σκηνοθέτη. Είναι μία καλλιτέχνις πολύπλευρη, που κρύβει πολλούς άσους στο μανίκι των ικανοτήτων της. Γι' αυτό δεν είναι δυνατόν να αποφύγω τον πειρασμό και να μην εκμεταλλευτώ μια συνάντησή μου μαζί της. Διαβάζοντας αυτή τη συνέντευξη, θα διαπιστώσετε κι εσείς πως, πέρα από τη θηλυκότητα, την ομορφιά και τη γοητεία, που παραπέμπει σε σταρ του ιταλικού κινηματογράφου, η Χριστίνα διαθέτει μια γερή παιδεία, απίστευτη καλλιέργεια και ολοκληρωμένη σκέψη. 

Τι καλύτερο λοιπόν από ένα παιχνίδι με τις λέξεις; Ένα παιχνίδι με 14 ρήματα που έχουν ως δεύτερο συνθετικό τους το ρήμα «ζω». Πίσω από αυτά τα ρήματα υπάρχουν οι απαντήσεις της ταλαντούχας ηθοποιού σε όλα τα ερωτήματα για τη ζωή και την τέχνη. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν, για να μας αποκαλυφθούν τα όμορφα μυστικά της…

 

Φωτογραφίες: Νικολέττα Γιαννούλη

Περισσότερα...

Σοφία Κόκκαλη: "Η κοινωνία μοιάζει να ζητάει απ’ την τέχνη, περισσότερο, φθηνότερο και κενότερο θέαμα"

Από την ταινία "Electra"Από την ταινία "Electra"

Ένα κορίτσι με πυκνή και ένθερμη εσωτερικότητα, που όταν τη δεις μία και μόνο φορά στη σκηνή ή στην οθόνη δεν την ξεχνάς. Το καλοκαίρι του 2015 Τέκμησσα ("Αίας" του Σοφοκλή), σκηνοθετημένη από τη Σύλβια Λιούλιου στη Μικρή Επίδαυρο. Υπόδειγμα αφοσιωμένης συζύγου, που συντροφεύει τον Αίαντα στην τρέλα του πονώντας για το κατάντημά του και προσπαθώντας με όλο της το είναι να τον μεταπείσει από το να δώσει τέρμα στη ζωή του. Το καλοκαίρι του 2016 μία από τις Λυσιστράτες του Μιχαήλ Μαρμαρινού στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Διάφανη μέσα στην πράσινη μουσελίνα της, εντυπωσιακότατη με τα γεμάτα λιακάδα μαλλιά της και τη λυγερή κορμοστασιά της. Πορσελάνινη και εύθραυστη, θυμίζει -εκ πρώτης όψεως- ηρωίδα του Μανέ. Λεπτή, κοκκινομάλλα, µε απαλό αλλά διαπεραστικό βλέµµα. Το χαριτωμένο μουτράκι της εκπέμπει, από μόνο του, την εικόνα ενός ανήσυχου μυαλού, ενός πλάσματος παραμυθένιου, με μυστηριώδεις δυνάμεις ή από… άλλο κόσμο! Παιδί περνούσε τα καλοκαίρια της, σαν αφρόκρινο, στη Χίο. Σε ένα χωριό με ένα καφενείο και τρεις εκκλησίες, με το πέλαγος μπροστά της να φρικιά και τον αέρα να μυρίζει ναυτοσύνη κι ανθούς μανταρινιάς. Τυχερό ήταν όμως να γίνει γνωστή μέσω ενός άλλου νησιού με ωκεάνιο ιστορία, της σεβάσμιας Άνδρου, όταν πρωταγωνίστησε στην ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Μικρά Αγγλία». Μέσα σε ένα συγκρατημένα μελαγχολικό πλαίσιο, που περιγράφει αδρά το νησιώτικο προπολεμικό μικρόκοσμο του μυθιστορήματος της Ιωάννας Καρυστιάνη, η Σοφία Κόκκαλη κράτησε το ρόλο της Μόσχας Σαλταφέρου. "Antigone - Lonely Planet" στη Νέα Υόρκη"Antigone - Lonely Planet" στη Νέα ΥόρκηΤης μικρότερης αδελφής, που -δυναμική και γεμάτη όνειρα- επιθυμεί να φύγει από την Άνδρο. Να αποδράσει από τη μοίρα των γυναικών του νησιού οι οποίες παντρεύονται ναυτικούς που όλο λείπουν ή θαλασσοπνίγονται. Πανέμορφη και ευθυτενής, με φίνα χαρακτηριστικά και ανάγλυφη έκφραση κοιτώντας με τόλμη το φακό, έμοιαζε με ένα συνεχές πάρε-δώσε ανάμεσα στην ψευδαίσθηση και στην πραγματικότητα. Το πρόσωπό της έδειχνε σαν ένα παστέλ που συγχωνεύει χρώματα, αντιθέσεις και ορμή. Η Σοφία Κόκκαλη είναι επίσης μέλος της πιο εξωστρεφούς ελληνικής ομάδας της νεότερης θεατρικής γενιάς. Μιας ομάδας που αντιμετωπίζει το θέατρο σαν ένα εργοτάξιο οικοδόμησης ουτοπιών. Πρόκειται για την πρωτοποριακή ομάδα Blitz, που σχηματίστηκε με βάση την κοινή πεποίθηση ότι το θέατρο είναι ένας χώρος ουσιαστικής συνάντησης ανθρώπων και ανταλλαγής ιδεών και όχι πια ένας χώρος επίδειξης δεξιοτήτων. Τον Οκτώβριο (2016) έπαιξε, στη Νέα Υόρκη, λαμβάνοντας ενθουσιώδεις κριτικές, στην παράσταση «Antigone - Lonely Planet», η οποία δημιουργήθηκε από τη Λένα Κιτσοπούλου ειδικά για το φετινό Φεστιβάλ «Antigone Now», που διοργάνωσε το Ωνάσειο Πολιτιστικό Κέντρο της Νέας Υόρκης. Επρόκειτο για την κορυφαία στιγμή του αφιερωμένου στην Αντιγόνη φεστιβάλ, τόσο για το ελληνικό κοινό που παρευρέθηκε και είχε το προνόμιο της αμεσότητας λόγω γλώσσας, όσο και για τους ξένους θεατές που αντιλήφθηκαν γρήγορα το κιτσοπούλειο χιούμορ και ύφος. Αναμένουμε να παιχτεί και εντός Ελλάδος για να την απολαύσουμε. Τον Απρίλιο του 2017 θα δούμε την αγαπητή Σοφία Κόκκαλη σε κάτι επίσης πολύ ενδιαφέρον, στον "Λεντς" του Γκέοργκ Mπύχνερ σε σκηνοθεσία Χάρη Φραγκούλη. Ένα έργο που είναι η μήτρα πολλών μεταγενέστερων λογοτεχνικών κειμένων και ψυχιατρικών μελετών με κεντρικό άξονα το βύθισμα στην τρέλα. Η Σοφία είναι ένα πλάσμα γεμάτο σφρίγος και πλούτο σκέψης. Από όλα, τα πάντα, ζητά τη ζωή, τη δυνατότητα να κάνει τέχνη... Κι ας μοιάζει η κοινωνία "να ζητάει σήμερα απ’ την τέχνη, περισσότερο, φθηνότερο και κενότερο θέαμα". Αυτή με πάθος συγκεντρώνεται σε ό,τι έχει επιλέξει και σε όσα αγαπάει.

 

Διαβάστε τη συνέντευξη.

Περισσότερα...