Animal stories

Μια γάτα για τον Λέλο Λίβα. Διήγημα του Ανδρέα Αποστολίδη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Μια γάτα για τον Λέλο Λίβα

Του Ανδρέα Αποστολίδη

C.F. Tunnicliffe (1901-1979)

Είμαστε στα 1979, λίγες μέρες πριν από την υπογραφή της συμφωνίας του Ζαππείου. Ο Λέλος Λίβας δεν είχε έξι μήνες που άφησε το Σώμα της Αστυνομίας, στο οποίο υπηρετούσε δεκαπέντε συνεχόμενα έτη.

Παραιτήθηκε μόλις είδε πως στις τελευταίες κρίσεις το όνομά του δεν περιλαμβανόταν στις προαγωγές. Θα άνοιγε το δικό του γραφείο ερευνών. Είχε βάλει μερικά λεφτά στην άκρη, καθώς δεν ήταν παντρεμένος και εκτός από την ηλικιωμένη μητέρα του δεν είχε άλλο στόμα να θρέψει.

Έτσι κι έγινε. Το άνοιξε το γραφείο. Και τώρα αισθανόταν μεγάλη ανακούφιση. Βέβαια σε αυτούς τους έξι μήνες δεν είχε πετύχει ακόμα την καλή υπόθεση που θα τον έκανε γνωστό.

Το γραφείο του το είχε στην οδό Αβέρωφ, η οποία θύμιζε τον στιβαρό πολιτικό τού υπουργείου Εθνικής Αμύνης, που ήταν και πονηρούτσικο άτομο συνδυασμός ευνοϊκός, πίστευε, για τους υποψήφιους πελάτες Γραφείου Ερευνών!

Ήταν βέβαιος ότι είχε κάνει τη σωστή κίνηση.

Εκείνη την ημέρα είχε φθάσει μεσημέρι, όταν το τηλέφωνο χτύπησε για πρώτη φορά. Ο Λέλος το σήκωσε. «Γραφείο Ερευνών – Λέλος Λίβας και συνεργάτες – Αβέρωφ 12 – ακούω».

«Κοιτάξτε κύριε Λίβα, σας θέλω για ένα λεπτό θέμα και λίγο περίεργο».

Ήταν μια γυναικεία φωνή βραχνή από τσιγάρο ή φαρυγγίτιδα. Ο Λέλος σκέφτηκε ότι διέθετε υπολείμματα αισθησιακότητας που παρέπεμπαν στον μεσοπόλεμο.

«Γύρω στα εβδομήντα την κάνω», κατέληξε μέσα του.

«Ε, με ποιαν έχω την τιμή να συνομιλώ;».

«Ζαζί, λέγομαι Ζαζί Μορώνη».

«Χάρηκα πολύ, σας ακούω… είμαι όλος αυτιά».

«Πρόκειται, όπως σας είπα, για λεπτό θέμα».

«Για τα λεπτά και περίεργα θέματα δουλεύουμε κυρία μου».

«Ωραία. Λοιπόν, πρόκειται για τη μοναδική αγαπημένη μου… χάθηκε ή μάλλον υποψιάζομαι δολοφονία από ένα κτήνος».

Ο Λέλος έμεινε κόκαλο. Παύση. Εντατική σκέψη. «Πρέπει να το παίξω καθαρός από την αρχή»…

«Είστε στη γραμμή κύριε Λίβα;».

«Μάλιστα… Μήπως για ένα φονικό θα ήταν δέον να απευθυνθείτε πρώτα στο οικείο αστυνομικό τμήμα;».

«Ξέρετε να είναι αποτελεσματικό κάτι τέτοιο, ξέρετε από την πείρα σας το οικείο μου αστυνομικό τμήμα να διαθέτει άτομα με την απαιτούμενη καλλιέργεια και ευαισθησία για μια τέτοια έρευνα; Όχι, πείτε μου;». Η κυρία Μορώνη φαινόταν εκνευρισμένη.

«Νομίζω ότι υπάρχουν αστυνομικοί με κάποιο επίπεδο. Και εγώ από την οικογένεια της αστυνομίας προέρχομαι, δεν σας το κρύβω».

«Δηλαδή, δεν θα αναλάβετε τις έρευνες για τη Μιμή;».

«Είναι το όνομα της ψυχοκόρης σας;».

«Εύστοχα το θέσατε, γιατί η Μιμή για μένα είναι ή ήταν σαν ψυχοκόρη». Η διάθεση της κυρίας Ζαζί Μορώνη είχε φτιάξει.

«Για εξηγήστε μου αυτό το σαν να μπω καλύτερα στο νόημα».

«Ήταν σαν άνθρωπος, τέτοια ευαισθησία, τέτοια κατανόηση, τέτοια υπακοή, τέτοια τρυφερότητα, τέτοια αγάπη και τόση ομορφιά…».

«Καλλονή;».

«Του Σιάμ. Τέλειο τρίχωμα, σταχτί μάτια, φουντωτή ουρά και καθαρή, σαν πριγκίπισσα».

Ο Λέλος σκέφθηκε γρήγορα: «Θα τρελαθώ, αλλά νομίζω ότι μου μιλάει για γάτα».

«Ετών;».

«Μόνον οκτώ».

«Να σας ρωτήσω κάτι, κυρία Μορώνη μου; Πώς με βρήκατε;».

«Μα από τον κατάλογο, φυσικά».

«Και γιατί εμένα; Οι συνάδελφοι είναι πολλοί».

«Α… να σας απαντήσω με κάθε ειλικρίνεια. Το κατάστημά σας είναι στην οδό Αβέρωφ και στον Χρυσό Οδηγό την έχετε με κεφαλαία. Με την οικογένεια ήμασταν φίλοι, από την πλευρά του πατρός μου, πτεράρχου Αριστοβούλου Σερέτη».

«Κοιτάξτε, τα κατοικίδια ζώα δεν θα έλεγα πως είναι ο τομέας του Γραφείου. Τα νυχτερινά κέντρα ή ένας χαμένος σύζυγος είναι πιο κοντά στο ρεπερτόριό μας».

«Οπότε;».

«Οπότε…». Ο Λέλος σκέφθηκε να θέσει μια τελευταία ερώτηση. «Οπότε… πού μένετε;».

«Στην οδό Κιουρύ, στην Κηφισιά».

Η Κηφισιά ήταν κάτι που έβαλε σε σκέψεις τον Λίβα. Εκτός από μια υπόθεση διαζυγίου στη Θήβα δεν είχε τίποτα άλλο εδώ και δύο εβδομάδες. «Λες Λέλο να βάλεις νερό στο κρασί σου», σκέφθηκε.

«Νομίζω ότι πρέπει να τα πούμε από κοντά», επενέβη η Ζαζί Μορώνη.

«Κι εγώ», έκανε με σβησμένη φωνή ο Λέλος Λίβας.

Παράγγειλε διπλό φραπέ στο καφενείο τού απέναντι ισογείου, λέγοντας ότι τον θέλει σκέτο. «Ναι, μαυροζούμι και γρήγορα».

Η Βίλα Ακακία είχε μια μάντρα ψηλή. Ο Λέλος κοίταξε μέσα από την εξωτερική καγκελόπορτα. Όλα τα παράθυρα ήταν σφαλισμένα εκτός από ένα στο ισόγειο και ένα στον δεύτερο όροφο πίσω από μια βεράντα. Η βλάστηση του κτήματος ήταν πλούσια ­ όλο αγριομολόχες, χαμομήλια, τσουκνίδες και χόρτα του βουνού.

Δεξιά της Βίλας Ακακίας υπήρχε ένα μισοφτιαγμένο πιο μοντέρνο χτίσμα, ίσιο με δύο ημιτελείς προσθήκες δεξιά αριστερά. Πανωσήκωμα δεν προβλεπόταν. Έμοιαζε και αυτή η κατοικία να υπολειτουργεί. Ένα λυκόσκυλο περιφερόταν σαν να ήταν ο άρχοντας του σπιτιού.

Αριστερά της Ακακίας υπήρχε ένα άδειο οικόπεδο, που κύκλωνε από την πίσω μεριά και το γειτονικό σπίτι. Η εξωτερική μάντρα ήταν μισογκρεμισμένη και στην πίσω ξερολιθιά, στο βάθος, είχε σχηματιστεί με κιμωλία ένα τέρμα για ποδόσφαιρο. Λίγο πιο πέρα ξεκινούσε μια πυκνή συστάδα πεύκων και στην πλευρά προς το σπίτι με τον σκύλο υπήρχε μια σειρά από σκονισμένες πικροδάφνες.

Ο Λίβας, μετά την πρώτη αυτή αυτοψία, επέστρεψε στην καγκελόπορτα της Ακακίας. Είχε ένα κουδούνι φιλντισένιο, όπως κατάλαβε, όταν έξυσε με το νύχι τη λίγδα του. Το πάτησε.

Στον χορταριασμένο κήπο φάνηκε μια υπηρέτρια. «Έρχομαι, έρχομαι» φώναζε από μακριά.

Πριν ανοίξει τη σιδερένια εξώπορτα, η υπηρέτρια ρώτησε:

«Είστε της Ασφάλειας;».

«Όχι, είμαι ιδιωτικός ντετέκτιβ», αποκρίθηκε ο Λίβας.

«Ωραία, πέρασε».

Ο ενικός του χάλασε κάτι από τη σκαμπρόζικη διάθεσή του, όπως και η υποψία του ότι η Μορώνη είχε επικοινωνήσει τελικά με το τμήμα. «Να δεις που θα με μπλέξει με τους μπάτσους και θα γίνω ρεζίλι», μονολόγησε.

Βαδίζοντας στον μικρό χωματόδρομο, αισθάνθηκε ανησυχία. Διέκρινε μια μισόξερη λιμνούλα στ’ αριστερά του σπιτιού γεμάτη διψασμένα βατράχια. Κουάξ-κουάξ, έκαναν, λες και αποκρίνονταν στους συλλογισμούς του.

Ύστερα από τον προθάλαμο και το μεγάλο χολ, μπήκε σ’ ένα σαλόνι γεμάτο βαλσαμωμένα πουλιά, βελούδο και κλειστές κουρτίνες. Από μια σκοτεινή κόχη, κοντά στη μεγάλη δρύινη σκάλα, που οδηγούσε πάνω, πετάχτηκε η οικοδέσποινα με μια πίπα στο στόμα της, λέγοντας τσαχπίνικα: «Αλό, αλό… από εδώ».

Υπήρχε κάτι σαν σαλονάκι στο βάθος της μεγάλης αίθουσας.

«Μορώνη».

«Λίβας» ­ συστήθηκαν με εξεταστικές ματιές.

Η εβδομηντάχρονη γυναίκα είχε κάτι από αρπακτικό στην κατατομή του προσώπου της και θα περίμενε κανείς η φωνή της να ήταν πιο τσιριχτή, αλλά αυτή η πίπα, καρφωμένη στο στόμα της επιβεβαίωνε την αρχική τηλεφωνική εντύπωση που έδινε η βραχνή φωνή της. Ήταν αρειμάνια καπνίστρια.

«Πεταχτούλα στα νιάτα της», σκέφτηκε ο Λέλος Λίβας.

«Εγώ να πηγαίνω», είπε τσαχπίνικα η υπηρέτρια.

«Στο καλό, πουλάκι μου», έκανε ο Λίβας.

«Κωλοπετσωμένος», μονολόγησε η Μορώνη, επιδοκιμαστικά. «Μου κάνει, έτσι κι έχει τακτ».

«Κυρία μου, η τιμή μου είναι δύο χιλιάρικα τη μέρα συν τα έξοδα, συν πενήντα χιλιάδες για τη λύση…».

«Κύριε Λέλο μου», έκανε, αφήνοντας ένα συννεφάκι καπνού, «η ψιψίνα μου είναι υπεράνω τιμής. Δεν την παζαρεύω…».

«Κυρία Μορώνη μου, μία μόνο ερώτηση. Τελικά ειδοποιήσατε την αστυνομία;

Ρωτάω γιατί η υπηρέτρια μού φάνηκε πως περίμενε και την Ασφάλεια να έρθει».

Η Μορώνη χαμογέλασε. «Α, κατάλαβα. Όχι, φυσικά και δεν την ειδοποίησα. Είναι μάταιο. Η Ασφάλεια πέρασε από εδώ, γιατί ερευνά κάτι το εντελώς άσχετο. Μην ανησυχείτε καθόλου».

Ο Λίβας ανακουφίστηκε. «Ωραία, ας περάσουμε αμέσως στο ψητό. Αισθάνομαι όπως ένα ασυγκράτητο λαγωνικό».

Ακούστηκαν φοβερά γαβγίσματα!

Η Ζαζί ανατρίχιασε και αναφώνησε ­ δείχνοντας με την πίπα της μέσα από το κλειστό παράθυρο προς το πλαϊνό χαμηλό μοντέρνο μισόκτιστο οίκημα:

«Πρόκειται για τον απαίσιο γείτονά μου. Αυτός την έφαγε, ο απαίσιος σκύλος, αποκαλύψτε τον! Είναι τέρας!».

Ο Λέλος κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ο βρυχηθμός του ζωντανού ήταν πράγματι τρομακτικός. Ταράχτηκε. Είχε πέσει και σούρουπο.

«Φεύγω αμέσως για αυτοψία», έκανε με την αρμόζουσα αποφασιστικότητα. «Ο χρόνος μετράει».

«Μετράει! Τρεχάτε!».

Ο Λέλος ξεδίπλωσε πρώτα ένα πολυγραφημένο χαρτί.

«Έχω εδώ και ένα ιδιωτικό συμφωνητικό», πρόσθεσε δειλά.

Η ηλικιωμένη άφησε ένα διπλό συννεφάκι καπνού μέσα από τα ρουθούνια της. «Φέρτε το μου», αποκρίθηκε αναστενάζοντας, «να σας το υπογράψω».

Είχε σκοτεινιάσει για τα καλά. Ο Λίβας πήρε θέση μέσα στις σκονισμένες πικροδάφνες στο άδειο οικόπεδο με θέα το σπίτι του γείτονα με τον θηριώδη σκύλο.

Δεν είχε περάσει μισή ώρα, όταν άκουσε ένα σούρσιμο μέσα στην πλαϊνή συστάδα από χαμόδεντρα. Το σημείο δεν φωτιζόταν από πουθενά, έτσι το μόνο που πρόλαβε να διακρίνει είναι τρεις σκιές να πλησιάζουν απειλητικά καταπάνω του και καθώς οπισθοχώρησε ασυναίσθητα κι έκανε να γυρίσει για να το βάλει καλού – κακού στα πόδια, μια που δεν φημιζόταν για την τρομερή του ανδρεία, δέχτηκε μια σιδερογροθιά πάνω από το αριστερό φρύδι και ξεράθηκε στο χώμα.

Συνήλθε στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής με πέντε αστυνομικούς της Ασφάλειας από πάνω του να τον βρίζουν.

Τι είχε συμβεί;

Το τμήμα της περιοχής, σε συνεργασία με την Ασφάλεια, ερευνούσαν την εξαφάνιση από γειτονικό σπίτι, ένα τετράγωνο πιο κάτω, μιας όμορφης γυναίκας, ιδιαιτέρας του Πρέσβη επί τιμή Γκαρέτσου, που θα λάβαινε μέρος στην υπογραφή το επόμενο απόγευμα της συμφωνίας ένταξης στην ΕΟΚ.

Η Ασφάλεια φοβόταν, κυρίως για προληπτικούς λόγους, μήπως η εξαφάνιση της ιδιαιτέρας είχε σχέση με κάποια τρομοκρατική επιχείρηση σε εξέλιξη και επειδή ο ιδιοκτήτης του σπιτιού με τον σκύλο είχε φύγει ξαφνικά στο εξωτερικό, την ίδια μέρα που εξαφανίστηκε η ιδιαιτέρα και υπήρχαν μαρτυρίες από γείτονες ότι η όμορφη Κορίνα Καλτσά τον επισκεπτόταν, έθεσαν κι αυτοί υπό παρακολούθηση το ύποπτο σπίτι.

Όταν ο Λίβας συνήλθε από τον ξυλοδαρμό του και κατάλαβε τι είχε γίνει, μπόρεσε να λύσει την παρεξήγηση για να εισπράξει όμως καταιγισμό από ειρωνικά σχόλια.

Αφού τα λούστηκε υπομονετικά, πέταξε στους υπομειδιόντες άνδρες της Ασφάλειας, τη στιγμή που τον άφηναν να φύγει: «Ρε παιδιά, η ιστορία με την ιδιαιτέρα μού φαίνεται για γκομενοδουλειά… Αφού δεν έχουμε τρομοκρατία. Εδώ οι αναρχοκομμουνιστές σκοτώνουν μόνο αστυνομικούς που είχαν προσωπικά μαζί τους κατά την επταετία. Είμαι βέβαιος… γκομενοδουλειά είναι. Το μυρίζομαι».

«Κι εγώ μυρίζομαι πως θα στην ανάψω ξανά, αν δεν χαθείς αμέσως από μπροστά μου», του αποκρίθηκε ο επικεφαλής της Προστασίας Υψηλών Προσώπων που τα πήρε στο κρανίο και ο Λέλος κατέβηκε βιαστικά τις σκάλες του τμήματος χωρίς δεύτερη κουβέντα.

Γύρισε στο γραφείο του ξημερώματα. Έβαλε οινόπνευμα στο σκισμένο του φρύδι, βόγκηξε, γέμισε ουίσκι το πλαστικό ποτηράκι του και διάβασε τις εφημερίδες που του άφηνε κάθε μέρα ο καφετζής. Η εξαφάνιση της ιδιαιτέρας είχε κρατηθεί μυστική. Προς στιγμή η καινούργια υπόθεση τράβηξε το ενδιαφέρον του, αλλά σε λίγο που χαλάρωσε μονολόγησε:

«Λέλο, άσε τις μαλακίες και πήγαινε πρωί – πρωί να καθαρίσεις την ιστορία με τη γάτα. Το γραφείο έχει έξοδα και η μαμά θέλει βουνό το καλοκαίρι».

Στο πλαϊνό σπίτι το λυκόσκυλο ήταν δεμένο. Ένας τριαντάρης κηπουρός με αγροτικό παράστημα φρόντιζε τον κήπο.

«Γειά σου, τι κάνεις εδώ;»

«Εσύ τι κάνεις εδώ;»

«Αστυνομία», αποκρίθηκε κοφτά, για να συμπληρώσει σε πιο εμπιστευτικό τόνο: «ιδιωτική».

Μια σκιά ανησυχίας φάνηκε στο πρόσωπο του κηπουρού.

«Τι πάει να πει ιδιωτική;»

Ο Λέλος σκέφθηκε γρήγορα: «Για δες που ξεψάρωσαν και οι κηπουροί».

«Πάει να πει ότι κάποιος ιδιώτης προσλαμβάνει εντεταλμένο άτομο για λογαριασμό του και όχι για λογαριασμό της πολιτείας. Να η άδειά μου».

«Λοιπόν;»

«Είμαι συμβεβλημένος με τη Φιλοζωική. Πολύ μοχθηρός μου φαίνεται ο λύκος».

«Είναι ζόρικος. Θες να τον ξαμολήσω;»

«Για να σοβαρευτούμε».

«Ακριβώς».

«Κοίτα, με τις γατούλες που βγαίνουν βολτούλα, ξέρεις, για να ζευγαρώσουν με κεραμιδόγατους ­ πώς τα πάει ο…».

«Ο Βάλτερ;»

«Ναι, ο Βάλτερ».

«Δεν φέρνεις μια γατούλα να σου κάνω επίδειξη;»

«Περίμενε να πιάσω μια, είδα δύο τρεις αδέσποτες στον δρόμο. Έρχομαι αμέσως».

«Περίμενε, αστειευόμουνα. Τι θες να κάνει; Σκύλος είναι, θα τις κυνηγήσει. Πού το πας;»

«Πού το πάω ε;» Ο Λίβας αναστέναξε. «Κοίτα, θα σου μιλήσω ανοιχτά. Η διπλανή έχασε τη γάτα της. Μπορεί να την κατασπάραξε ο Βάλτερ;»

«Και σένα τι σε νοιάζει;»

«Ερευνώ την τύχη μιας Σιαμέζας γκρι της γειτόνισσας».

«Με δουλεύεις;»

«Μακάρι».

«Κοίτα, ο Βάλτερ είναι άκακος. Άγριος, αλλά… σκυλί που γαβγίζει, δεν δαγκώνει».

«Δεν είμαι και τόσο βέβαιος, άλλα μού έλεγες προ ολίγου. Ξέρεις, φιλαράκο, τα πράγματα με τα κατοικίδια δεν είναι τόσο απλά πλέον. Μπαίνουμε στην ΕΟΚ.

Αύριο πέφτουν οι τζίφρες. Η νομοθεσία αλλάζει, δεν ξέρω αν το έχεις πάρει πρέφα. Εκεί, ο φόνος κατοικίδιου είναι κάτι σαν ανθρωποκτονία».

Ο κηπουρός πήγε να σκάσει στα γέλια.

Ο Λέλος τον πρόλαβε: «Τι λες για τρία χιλιαρικάκια;»

«Δεν λέω ποτέ όχι, ειδικά αν γίνουν πέντε».

«Λοιπόν, θα βγάλεις τον σκύλο βόλτα, αλλά θα τον αφήσεις να σε οδηγήσει αυτός. Αν έχει κατασπαράξει τη γάτα, θα επιστρέψει στον τόπο του εγκλήματος. Είναι νόμος. Ίσως όχι για τους ανθρώπους, αλλά για τους σκύλους είναι σίγουρα. Σε χωριό μεγάλωσα κι εγώ».

Ο Βάλτερ ξεκίνησε με το πάσο του τη βόλτα. Κατούρησε, τα έκανε στο οικόπεδο και μετά τράβηξε πέρα από τις χθεσινές πικροδάφνες σε μια συστάδα με πεύκα. Εκεί, άρχισε να μυρίζει το χώμα. Πλησίασε μια απόμερη γωνιά. Άρχισε να σκάβει με το πόδι του. Ο Λέλος, βλέποντας την τύχη να του χαμογελάει, ζήτησε από τον κηπουρό φτυάρι. Ο κηπουρός γύρισε στο σπίτι, έδεσε τον σκύλο και επέστρεψε με το φτυάρι. Ο Λέλος του μέτρησε πέντε τσαλακωμένα χιλιάρικα, σήκωσε τα μανίκια του και άρχισε το σκάψιμο.

Στο μισό μέτρο δεν βρήκε τίποτα. Αλλά το μέρος σίγουρα είχε σκαφτεί και σκεπαστεί ξανά πρόσφατα. Στο ενάμιση μέτρο το φτυάρι κάπου βρήκε.

«Εδώ είμαστε», έκανε ο Λέλος κι ο κηπουρός έσκυψε με πολύ περιέργεια, αλλά αντί για το κουφάρι της κατασπαραγμένης γάτας, σε λίγο φάνηκε ένα ανθρώπινο γυναικείο χέρι!

Ο Λέλος πέταξε έντρομος το φτυάρι. Ταυτόχρονα, μια γατούλα του Σιάμ με ροζ κορδέλα πήδηξε από την πλαϊνή ξερολιθιά γεμάτη κεραμιδόγατους κι έτρεξε έντρομη στην αγκαλιά του Λίβα, για να προστατευθεί από τις αγριοφωνάρες του Βάλτερ, που έφθαναν από μακριά.

Ο ιδιωτικός αστυνομικός ειδοποίησε την Ασφάλεια, από τον πρώτο θάλαμο που βρήκε, με τη γατούλα γαντζωμένη στον ώμο του…

Ο Λίβας την επομένη άλλαξε το διαφημιστικό του: «Χάσατε τη γάτα σας, την ιδιαιτέρα ή τη σύζυγό σας; Λέλος Λίβας – Έρευνες».

Οι εφημερίδες έγραφαν για τον ρόλο ενός ιδιωτικού ντετέκτιβ στην ανακάλυψη του πτώματος της ιδιαιτέρας του Πρέσβη επί τιμή Γκαρέτσου, που θα ήταν παρών το απόγευμα στο Ζάππειο, στην πανηγυρική υπογραφή της ένταξης του ελληνικού Κράτους στην ΕΟΚ.

Η ιδιαιτέρα του, Κορίνα Καλτσά, είχε ερωτικές σχέσεις με τον ιδιοκτήτη του Βάλτερ, έναν εμπορικό αντιπρόσωπο με έδρα τη Βόννη, ονόματι Ιωακείμ Ιωσηφόγλου. Φαίνεται, σύμφωνα με τις πρώτες ενδείξεις της νεκροψίας, ότι η Καλτσά τού έμεινε στα χέρια στη διάρκεια κάποιου είδους ερωτικής πράξης. Στη συνέχεια ο Ιωσηφόγλου την έθαψε πρόχειρα κι έφυγε στο εξωτερικό πριν ξεσπάσει σκάνδαλο.

Μια σκανδαλοθηρική εφημερίδα, η «Ροζ Τρυπούλα», άφησε μάλιστα και ορισμένα πικάντικα υπονοούμενα ­για παθιασμένο στοματικό σεξ και συμμετοχή στα παιχνίδια των άτυχων εραστών και του περιβόητου σκύλου!

«Κι οι μαλάκες έψαχναν για τρομοκράτες, αφού δεν υπάρχουν τέτοια πράγματα στην Ελλάδα», μονολογούσε ο Λέλος Λίβας, φέσι με το ουισκάκι στο γραφείο του να απολαμβάνει την ουρανοκατέβατη επιτυχία, μετρώντας ξανά και ξανά τα κολλαριστά χιλιάρικα της Ζαζί Μορώνη, ενώ η τηλεόραση του διπλανού δικηγόρου έπαιζε τον Εθνικό Ύμνο και ο φτωχός ιδιωτικός ντετέκτιβ, γεμίζοντας ξανά το πλαστικό ποτηράκι του, ένιωθε εκείνη τη στιγμή σαν να ήταν αυτός το τιμώμενο πρόσωπο της βραδιάς.

  • Αρχική εικόνα: Woman and siamese cat, Eileen Mayo, 1952
eirini aivaliwtouΜια γάτα για τον Λέλο Λίβα. Διήγημα του Ανδρέα Αποστολίδη
Περισσότερα

Ο λύκος (Έρμαν Έσε)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

O Γερμανός συγγραφέας Έρμαν Έσε έγραψε αυτό το διήγημα στις αρχές του εικοστού αιώνα, το 1903, όταν ακόμη τα άγρια ζώα δε διέτρεχαν πολλούς κινδύνους ούτε απειλούνταν με εξαφάνιση, όπως συμβαίνει στην εποχή μας. O μακρύς και ψυχρός χειμώνας των γαλλικών και ελβετικών βουνών περιγράφεται πολύ σκληρός για τα ζώα της περιοχής, τόσο που ακόμα και οι γνωστοί για την επιθετικότητά τους λύκοι να αντιμετωπίζουν πρόβλημα επιβίωσης.

ΕΡΜΑΝ ΕΣΕ

Ο λύκος

Ποτέ άλλοτε τα γαλλικά βουνά δεν είχαν γνωρίσει τόσο κρύο ούτε τόσο μακρύ χειμώνα. Εδώ και βδομάδες ο αέρας ήταν διαυγής, ξηρός και ψυχρός. Τις μέρες οι χιονισμένες κορυφές φάνταζαν ατελείωτες κάτω από το διαπεραστικό γαλάζιο του ουρανού, τις νύχτες το φεγγάρι, διαυγές και μικροσκοπικό, σκαρφάλωνε πάνω τους, ένα φοβερό κατεψυγμένο φεγγάρι από κίτρινη λάμψη, που το έντονο φως του χλώμιαζε πάνω στο χιόνι κι έμοιαζε με σώμα από πάγο. Οι άνθρωποι απέφευγαν όλους τους δρόμους και κυρίως τα υψίπεδα, κάθονταν καθηλωμένοι και ξεστομίζοντας κατάρες στις καλύβες των χωριών, που τα κόκκινα παράθυρά τους έμοιαζαν τη νύχτα, πλάι στο γαλάζιο φως του φεγγαριού, θολά σαν από καπνό και πότε πότε έσβηναν.
Ήταν δύσκολη εποχή για τα ζώα της περιοχής. Τα μικρότερα ξεπάγιαζαν αράδα, ακόμη και τα πουλιά, και τα ισχνότερα πτώματα γίνονταν λεία για τα γεράκια και τους λύκους. Ακόμη όμως κι αυτά υπέφεραν φοβερά από το κρύο και την πείνα. Υπήρχαν λίγες μόνο αγέλες λύκων και η ανάγκη τις έκανε να συμμαχούν μεταξύ τους. Τις μέρες οι λύκοι έβγαιναν για κυνήγι ένας ένας. Πού και πού τριγύριζε κάποιος στο χιόνι, λιπόσαρκος, πεινασμένος, άγρυπνος, άφωνος και τρομαγμένος, σαν φάντασμα. Η μικρή σκιά του σερνόταν δίπλα του πάνω στον πάγο. Τέντωνε το ρύγχος του στον αέρα και ενίοτε έπιανε κάποιο ξερό, βασανισμένο βογκητό. Τα βράδια όμως έβγαιναν όλοι μαζί στο κυνήγι και ορμούσαν ουρλιάζοντας στα χωριά. Τα κοτέτσια και οι στάβλοι ήταν καλά φυλαγμένα και πίσω από τα σφαλιστά παραθυρόφυλλα βρίσκονταν κρεμασμένα τα τουφέκια – δύο από την αγέλη είχαν κιόλας σκοτωθεί.

Ο παγετός δεν έλεγε να υποχωρήσει. Συχνά οι λύκοι κάθονταν ακίνητοι ο ένας πλάι στον άλλο προσπαθώντας να ζεσταθούν με τα σώματά τους· έστηναν αυτί γυρεύοντας να πιάσουν κάποιον ήχο από τη νεκρή ερημιά ώσπου κάποιος, τυραννισμένος απ’ την πείνα, τιναζόταν επάνω βγάζοντας ένα φοβερό μουγκρητό. Τότε γυρνούσαν όλοι προς το μέρος του, έτρεμαν και ξεσπούσαν σ’ ένα τρομερό ουρλιαχτό, όλο απειλή και παράπονο.
Ένα μικρό τμήμα της αγέλης αποφάσισε τελικά να αναζητήσει αλλού την τύχη του. Νωρίς το πρωί βγήκαν από τις σπηλιές τους, συγκεντρώθηκαν και μύρισαν γεμάτοι ένταση και αγωνία τον παγωμένο αέρα. Έπειτα ξεκίνησαν με ταχύ και ομοιόμορφο βήμα. Όσοι είχαν μείνει πίσω τους κοιτούσαν με γουρλωμένα μάτια, έκαναν μερικά βήματα προς το μέρος τους, στάθηκαν αναποφάσιστοι κι άβουλοι και γύρισαν αργά αργά πίσω.
Οι μετανάστες χωρίστηκαν το μεσημέρι. Τρεις απ’ αυτούς τράβηξαν προς ανατολάς, προς τον ελβετικό Ιούρα, οι άλλοι προς νότον. Οι τρεις ήταν όμορφα και δυνατά ζώα, φοβερά όμως αποσκελετωμένα. Η κοιλιά τους ήταν στενή σαν μια ζώνη, στο στήθος τα πλευρά τους είχαν τιναχθεί έξω, τα στόματα ξερά και τα μάτια γουρλωμένα από την απελπισία. Έφτασαν στον Ιούρα, τη δεύτερη μέρα πέτυχαν ένα κριάρι, την τρίτη ένα σκύλο κι ένα γαϊδούρι, αλλά όλος ο πληθυσμός της περιοχής ξεσηκώθηκε εναντίον τους. Οι απροσδόκητοι εισβολείς είχαν τρομάξει τους πάντες. Οι ταχυδρόμοι κυκλοφορούσαν οπλισμένοι, κανείς δεν πήγαινε από το ένα χωριό στο άλλο χωρίς να κρατάει όπλο ή να συνοδεύεται από οπλοφόρους. Μετά την ωραία τους λεία τα τρία ζώα ένιωσαν ωραία στην ξένη περιοχή· τα έπιασε όμως και φόβος· παρ’ όλα αυτά ριψοκινδύνευαν εδώ όσο δεν το είχαν κάνει ποτέ στον τόπο τους κι έτσι όρμησαν μέρα μεσημέρι σε ένα στάβλο. Αυτήν τη φορά όμως βρέθηκαν αντιμέτωποι και με ανθρώπους. Οι λύκοι είχαν επικηρυχθεί, κάτι που διπλασίαζε το θάρρος των χωρικών. Σκότωσαν δύο, τον ένα με μια σφαίρα στο λαιμό, τον άλλο με τσεκούρι. Ο τρίτος ξέφυγε τρέχοντας απεγνωσμένα, ώσπου έπεσε μισοπεθαμένος πάνω στο χιόνι. Ήταν ο πιο νέος και ο πιο ωραίος από τους λύκους, ένα περήφανο ζώο, πολύ δυνατό και ευλύγιστο. Έμεινε ώρα πάνω στο χιόνι αγκομαχώντας. Κόκκινοι, αιμάτινοι κύκλοι στριφογύριζαν μπροστά στα μάτια του και πότε πότε έβγαζε ένα σφυριχτό αναστεναγμό γεμάτο πόνο. Μια τσεκουριά τον είχε βρει στην πλάτη. Συνήλθε όμως και σηκώθηκε. Τότε μόνο είδε πόσο δρόμο είχε κάνει. Δεν υπήρχε ίχνος ούτε ανθρώπων ούτε σπιτιών, μόνο ένα χιονισμένο ψηλό βουνό εμπρός του. Ήταν το Σασσεράλ. Αποφάσισε να πάει γύρω γύρω. Για να σβήσει τη δίψα του, έφαγε ένα μικρό κομμάτι από τη σκληρή κρούστα του χιονιού.
Στην άλλη πλευρά του βουνού βρήκε ένα χωριό. Νύχτωνε. Περίμενε σ’ ένα πυκνό ελατόδασος. Έπειτα γλίστρησε προσεκτικά γύρω από τους φράχτες των περιβολιών, ακολουθώντας τη μυρωδιά των ζεστών στάβλων. Δεν υπήρχε ψυχή στο δρόμο. Δειλά δειλά κοιτούσε προς το μέρος των σπιτιών. Πέφτει τότε ένας πυροβολισμός. Βάζει τα πόδια στον ώμο, πέφτει κι άλλη τουφεκιά. Είχε πληγωθεί. Η λευκή του κοιλιά είχε λεκιαστεί από το αίμα που έρεε σε χοντρές σταγόνες. Κατάφερε όμως με ελιγμούς να ξεφύγει και να φτάσει στο πέρα δάσος. Εκεί περίμενε με τ’ αυτιά τεντωμένα· άκουσε φωνές και βήματα να πλησιάζουν από δύο πλευρές. Κοίταξε με αγωνία προς το βουνό επάνω. Η ανάβαση ήταν πολύ δύσκολη, δεν είχε όμως άλλη επιλογή. Αναρριχήθηκε στο γλιστερό βουνό, ενώ κάτω βασίλευε ένας ορυμαγδός από κατάρες, διαταγές και φώτα από τα φανάρια. Ο πληγωμένος λύκος σκαρφάλωσε τρέχοντας στο μισοσκότεινο πευκοδάσος, ενώ το σκούρο αίμα συνέχιζε αργά αργά να στάζει.
Το κρύο είχε κοπάσει. Ο ουρανός στη δύση ήταν ομιχλώδης κι έμοιαζε να υπόσχεται χιονόπτωση.
Το εξαντλημένο ζώο είχε τελικά ανεβεί στην κορυφή. Βρισκόταν σ’ ένα μεγάλο χιονισμένο υψίπεδο, ψηλά πάνω από το χωριό. Δεν ένιωθε πείνα αλλά κάτι αμυδρά τσιμπήματα από το τραύμα. Ένα χαμηλόφωνο τρεμάμενο γάβγισμα βγήκε από το στόμα του, η καρδιά του χτυπούσε με κόπο κι ένιωθε το χέρι του θανάτου να τον πιέζει σαν ένα ανείπωτα βαρύ φορτίο. Τον τράβηξε ένα μοναχικό έλατο· ξάπλωσε στην κουφάλα του κοιτάζοντας τη χιονισμένη νύχτα. Μισή ώρα πέρασε. Ένα θαμπό, κόκκινο φως έπεσε στο χιόνι, αλλόκοτο και τρυφερό. Ο λύκος σηκώθηκε βογκώντας και έστρεψε το ωραίο του κεφάλι προς το φως. Ήταν το φεγγάρι που ορθωνόταν τεράστιο και κόκκινο σαν αίμα από τα νοτιοανατολικά. Είχε βδομάδες πολλές να παρουσιαστεί τόσο κόκκινο και μεγάλο. Το βλέμμα του μελλοθάνατου ζώου κρεμάστηκε με θλίψη από το θαμπό δίσκο του φεγγαριού κι από το στόμα του βγήκε και πάλι ένα αδύναμο ουρλιαχτό.
Πλησίασαν φώτα και βήματα. Χωρικοί κουκουλωμένοι με τις κάπες τους, κυνηγοί και νεαρά αγόρια με χιονοπέδιλα και άσχημες γκέτες προχωρούσαν βουλιάζοντας στο χιόνι. Κραυγές. Κάποιος είχε ανακαλύψει τον ετοιμοθάνατο λύκο. Έπεσαν δυο πυροβολισμοί χωρίς να βρουν στόχο. Καθώς όμως είδαν πως ήταν στα τελευταία του, έπεσαν επάνω του με ραβδιά και ρόπαλα. Εκείνος δεν ένιωθε πια τίποτα.
Με σπασμένα τα μέλη του έσυραν το λύκο στο χωριό. Γελούσαν, πανηγύριζαν, γιόρταζαν με ρακή και καφέ, τραγουδούσαν, έβριζαν. Κανείς τους δεν έβλεπε την ομορφιά του χιονισμένου δάσους ούτε τη λάμψη των υψιπέδων ούτε το κόκκινο φεγγάρι που κρεμόταν πάνω από το Σασσεράλ και που το αδύναμο φως του αντανακλούσαν οι κάννες των όπλων τους, οι κρύσταλλοι του χιονιού και τα γυάλινα μάτια του σκοτωμένου λύκου.

 

Έ. Έσε, Η πόλη των ξένων στο νότο,
Μετάφραση Θ. Λουπασάκης, Σμίλη

eirini aivaliwtouΟ λύκος (Έρμαν Έσε)
Περισσότερα

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης για τα ζώα…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Εξ όσων ηυτύχησα ή εδυστύχησα να γνωρίσω είµαι, πιστεύω, ο µόνος άνθρωπος όστις, αν τον ωνόµαζον ζώον, δεν θα εθεώρει τούτο ως προσβολήν. Όσον συναναστρέφοµαι τα ζώα, τόσον µάλλον πείθοµαι, ότι δεν υπάρχει μεταξύ αυτών και των ανθρώπων καµµία διαφορά, ως ηθέλησαν παραδοξολόγοι τινές να ισχυρισθώσιν, αλλά µόνον ότι τα πράγµατα, κατά τα οποία διαφέροµεν από τα ζώα, δεν αποδεικνύουν όλα την ανθρωπίνην υπεροχήν. Το κυρίως διακρίνον αυτά από ηµάς είναι ότι παρέλαβον από τους ανθρώπους όσα έχουσιν ούτοι καλά, και απέφυγαν να µιµηθώσι τα άχρηστα, τα επιβλαβή και τα γελοία. Ουδέποτε έγεινε λόγος μεταξύ αυτών περί επισκέψεων του νέου έτους, ούτε περί καπνίσματος, ούτε περί φόρου επί του καπνού ή οιουδήποτε άλλου· δεν χαρτοπαικτούσι, δεν πίνουσι παρά νερόν ή γάλα όταν είναι µικρά· δεν συντηρούν στρατούς, αγνοούν τι θα ειπή πατρίς και ιδιοκτησία, και εκ τούτου ούτε δίκας εγείρουσιν ούτε κινούσι πολέµους, αλλά µόνον µονοµαχίας περί πραγμάτων τα οποία ενδιαφέρουσιν αυτά αµέσως και προσωπικώς, περί της νοµής λ.χ. πολυχλόου τινός λειµώνος ή της ευνοίας ωραίας τινός οµοφύλου των, γάτας, σκύλας, λεαίνης, φοράδας ή ελαφίνας.

Και αυτούς τους οικογενειακούς δεσµούς περιώρισαν εις µόνους τους αναγκαίους και τους µη οχληρούς. Έχουσι µεν πατέρα και µητέρα, ούτε θείους όµως ούτε εξαδέλφους ούτε εγγόνους, και το κυριώτερον ούτε πενθερούς ούτε πενθεράς. Ζώντα κατά το ευαγγελικόν παράγγελµα µε ό,τι στείλη εις αυτά η πρόνοια του Θεού, δεν υπόκεινται εις την υποχρέωσιν να συντάξωσι διαθήκην και αγνοούσιν ότι υπάρχουσιν εις τον κόσµον συμβολαιογράφοι, όπως και δήµιοι, δικαστήρια, ιατροί, ειρκταί, στρατώνες, νοσοκοµεία, πτωχοκοµεία και οικονομικά µαγειρεία. Ταύτα λέγων ουδόλως εννοώ ν’ αμφισβητήσω των πραγμάτων τούτων την χρησιμότητα και την ανάγκην, αλλά να είπω ότι δύσκολον είναι να µακαρίσωµεν τον άνθρωπον δι’ όσα κατέστησεν αναγκαία η κακή ποιότης του σώµατος και της ψυχής του, ή να θεωρήσωµεν ως µικρόν πλεονέκτηµα των ζώων το να δύνανται να τρώγουν χωρίς µαγείρους, να ενδύωνται χωρίς ράπτας, να νυµφεύωνται χωρίς παπάν, να γεννώνται άνευ της βοηθείας µαµµής και ν’ αποθνήσκουν άνευ της συµπράξεως του ιατρού ή του δηµίου.

Εµµανουήλ Ροΐδης

Άπαντα 5,218 εξ.

* Ο Εμμανουήλ Ροΐδης (28 Ιουλίου 1836 – 7 Ιανουαρίου 1904) υπήρξε σημαντικός Έλληνας λογοτέχνης. Θεωρείται ένας από τους πιο πνευματώδεις συγγραφείς που παρουσιάστηκαν στα ελληνικά γράμματα, ενώ το έργο του συγκροτείται από πολλά διαφορετικά είδη, όπως μυθιστορήματα, διηγήματα, κριτικές μελέτες, κείμενα πολιτικού περιεχομένου, μεταφράσεις και χρονογραφήματα.

Γεννήθηκε στις 28 Ιουλίου 1836 στην Ερμούπολη της Σύρου από εύπορους και αριστοκρατικής καταγωγής (εκ Χίου) γονείς, τον Δημήτριο Ροΐδη και Κορνηλία το γένος Ροδοκανάκη. Το 1841 η οικογένειά του μετακόμισε στην Ιταλία λόγω του διορισμού του πατέρα του σε μεγάλο εμπορικό οίκο της εποχής, με έδρα την Γένοβα, και αργότερα της υπηρεσίας του ως Γενικού Προξένου της Ελλάδας. Σε ηλικία δεκατριών ετών, και ενώ οι γονείς του είχαν εγκατασταθεί στο Ιάσιο, ο Ροΐδης επέστρεψε στην Ερμούπολη, όπου σπουδάζει εσωτερικός στο φημισμένο ελληνοαμερικανικό λύκειο Χ. Ευαγγελίδη. Συμμαθητής του ήταν ο λόγιος, συγγραφέας και έμπορος Δημήτριος Βικέλας και μαζί εξέδιδαν μια εβδομαδιαία χειρόγραφη εφημερίδα υπό τον τίτλο «Μέλισσα».
Το 1855 αποφοιτώντας εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο για θεραπεία για το πρόβλημα της βαρηκοΐας που είχε εμφανιστεί από τα μαθητικά του χρόνια και συνέχισε να τον ταλαιπωρεί σε όλη τη ζωή του. Παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα φιλολογίας και φιλοσοφίας. Μετά ένα χρόνο και εξ αιτίας της επιδείνωσης της υγείας του πήγε στο Ιάσιο και το 1857 στην Βραΐλα, όπου ανέλαβε την αλληλογραφία του εμπορικού οίκου του θείου του, Δημητρίου Ροδοκανάκη. Τότε ασχολήθηκε κρυφά με τη μετάφραση του Οδοιπορικού του Σατωβριάνδου, ο θείος του όμως το αντιλήφθηκε και τον παρότρυνε να την δημοσιεύσει. Την πλήρη μετάφραση εξέδωσε το 1860, έναν χρόνο αφού είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα μαζί με την οικογένειά του. Την επόμενη χρονιά ακολούθησε τους γονείς του στην Αίγυπτο, για θεραπεία της μητέρας του, όμως μετά τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα του το 1862 επέστρεψε με την μητέρα του και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, αποφασισμένος να μην ακολουθήσει τις εμπορικές δραστηριότητες που του είχε αφήσει ο πατέρας του αλλά να αφοσιωθεί στην ενασχόληση με τα γράμματα.
Το 1866 ολοκλήρωσε την συγγραφή του μυθιστορήματος «Πάπισσα Ιωάννα», έργο μέσα από το οποίο σατιρίζει τον κλήρο της Δυτικής Εκκλησίας την περίοδο του Μεσαίωνα. Το βιβλίο αφορίστηκε από την Ιερά Σύνοδο (αφορισμός που άρθηκε αργότερα) αλλά με τις συνεχείς πέντε εκδόσεις του κατάφερε να καταξιώσει διεθνώς τον Ροΐδη (ως διάσημο ή μάλλον διαβόητο – κατά σημείωση του Αρίστου Καμπάνη), ο οποίος τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με γαλλόφωνες εφημερίδες ενώ το 1870 έγινε και διευθυντής της εφημερίδας «Grece» (Γκρες).
Το 1873 απώλεσε σχεδόν όλη του την περιουσία που είχε επενδύσει σε μετοχές της Εταιρίας Λαυρίου και της Πιστωτικής.
Τον Ιανουάριο του 1875 και για 18 μήνες εξέδιδε με τον Θέμο Άννινο το εβδομαδιαίο περιοδικό, χιουμοριστικό στην αρχή, σατιρικό κατόπιν, «Ασμοδαίος», μέσα από τις σελίδες του οποίου είχε τη δυνατότητα να σχολιάζει την δημόσια και πολιτική ζωή της Ελλάδας καθώς και να συμμετέχει ενεργά σε αυτήν. Υπέγραφε με τα ψευδώνυμα «Θεοτούμπης», «Σκνίπας» και πολλά άλλα παρόμοια, τα περισσότερα μιας μόνο χρήσεως, αφού τα ψευδώνυμα αυτά φαίνεται πως ήταν συνήθως αναγραμματισμοί φράσεων που τόνιζαν κάτι που είχε αναφερθεί στο αντίστοιχο άρθρο. Kαυτηρίαζε την κομματική συναλλαγή της εποχής του, υποστηρίζοντας όμως την πολιτική του Χαρίλαου Τρικούπη.
Το 1877 άρχισε η διαμάχη του με τον Άγγελο Βλάχο, με αφορμή ένα κριτικό του κείμενο με τίτλο «Περί Συγχρόνου Ελληνικής Ποιήσεως», στο οποίο στρεφόταν κατά του ακραίου ρομαντισμού και της πραγμάτωσής του στο έργο της Α’ Αθηναϊκής Σχολής και των ποιητικών διαγωνισμών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1878 διορίστηκε έφορος στην Εθνική Βιβλιοθήκη, στην οποία εργαζόταν κατά την διάρκεια των κυβερνήσεων Τρικούπη, ενώ απολυόταν από τις κυβερνήσεις Δηλιγιάννη. Παράλληλα, εμφανιζόταν ως υπέρμαχος της δημοτικής με μια σειρά από γλωσσικές μελέτες αν και ο ίδιος έγραφε τα κείμενά του στην καθαρεύουσα. Το 1885 είχε ένα σοβαρό ατύχημα όταν τον χτύπησε μια άμαξα με αποτέλεσμα να σπάσει το σαγόνι του και να μην μπορεί να μιλήσει για μήνες. Το 1890 έχασε την ακοή του οριστικά.
Την περίοδο 1890-1900 δημοσίευσε το μεγαλύτερο μέρος του καθαρά αφηγηματικού του έργου, που περιλαμβάνει αρκετά διηγήματα. Μέχρι το τέλος της ζωής του συνεργαζόταν με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες της εποχής στα οποία δημοσίευε διηγήματα και κριτικά άρθρα.

Πέθανε στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 1904.

eirini aivaliwtouΟ Εμμανουήλ Ροΐδης για τα ζώα…
Περισσότερα

«Η γάτα, η Κιμ και το ναυάγιο»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Διήγημα του Φίλιππου Φιλίππου

Η μαύρη γάτα βρισκόταν στο φορτηγό Olympus, πριν από μένα. Όταν μπαρκάρισα ως μηχανικός στην Τζέντα, την έβλεπα ν’ αλωνίζει στην κουβέρτα και να σκαρφαλώνει στα κατάρτια· ήταν Απρίλιος. Σύντομα διαπίστωσα τη φιλία που την έδενε με το Σπύρο, το μηχανικό. Την είχε στην καμπίνα του, τη φρόντιζε, την τάιζε, την εκπαίδευε σε διάφορα κόλπα κι εκείνη του ανταπέδιδε τη στοργή κουρνιάζοντας στον ώμο του.

Οι πιο καλοί φίλοι όμως στο καράβι ήταν ο Σπύρος κι ο Διονύσης.

*

Ο Σπύρος ήταν μηχανικός, όπως κι εγώ, ο Διονύσης ναύτης. Όταν δεν είχαν βάρδια, συζητούσαν για το μέλλον τους. Είχαν ταιριάξει και σχεδίαζαν να ξεμπαρκάρουν και ν’ ανοίξουν ένα μαγαζί στη στεριά. Το Olympus έκανε ταξίδια στον Ινδικό Ωκεανό, μεταφέροντας τσιμέντο από την Κορέα στη Σαουδική Αραβία. Στο Πουσάν γνωρίσανε την Κιμ, μια ωραία φοιτήτρια που εργαζόταν ως βοηθός σ’ ένα κομμωτήριο. Την κοπέλα την πρωτοείδε ο Σπύρος. Μια μέρα βγήκε στην πόλη, πήγε να κουρευτεί και συνδεθήκανε στενά. Στο γυρισμό, μιλούσε γι’ αυτήν τόσο φλογερά που ο Διονύσης του εξέφρασε την επιθυμία να τη γνωρίσει. Πράγματι, ένα βράδυ πήγαν μαζί στο κομμωτήριο και τη συνάντησαν.

*

Η έκρηξη στο Olympus έγινε λίγους μήνες αργότερα, τον Αύγουστο, στα στενά της Σιγκαπούρης. Ήμουν ακουμπισμένος στην κουπαστή και κοίταζα τα κύματα που έφταναν τα 7 μποφόρ. Κανένας δεν είχε ξαφνιαστεί, αφού τα ακραία καιρικά φαινόμενα ταλάνιζαν όλον τον κόσμο. Το καράβι κλυδωνιζόταν. Ξαφνικά, ακούστηκε ένα βροντερό μπαμ και κόπηκε στα δύο: το πλωριό κομμάτι βούλιαξε αμέσως· το πρυμνιό τυλίχτηκε στις φλόγες, μα άργησε να βυθιστεί. Αυτό μ’ έσωσε, αφού στεκόμουν εκεί ακριβώς.

Οι περισσότεροι άνδρες του πληρώματος πνίγηκαν· γλιτώσαμε μόνο ο Σπύρος, ο Διονύσης κι εγώ. Ο Σπύρος σώθηκε επειδή φορούσε σωσίβιο· η γάτα είχε κουρνιάσει στο σωσίβιό του. Εγώ σώθηκα από θαύμα· είχα πέσει στο νερό βιαστικά χωρίς σωσίβιο. Πριν από την έκρηξη, ο Σπύρος επέμενε με πείσμα να φορέσω σωσίβιο, μα είχα αντιρρήσεις, δεν υπήρχε λόγος. Με συμπαθούσε, χωρίς να είμαστε φίλοι. Πήρε ένα σωσίβιο και το πέταξε στη θάλασσα για να το χρησιμοποιήσω. Ο Διονύσης έπεσε επίσης χωρίς σωσίβιο, πράγμα που μου φάνηκε παράξενο· κολύμπησε μέχρι το άδειο σωσίβιο και το άρπαξε.

Παρακολουθούσα αδρανής το πρυμνιό κομμάτι του καραβιού να καίγεται και τον Σπύρο να κολυμπάει με τη γάτα γαντζωμένη πάνω του. Οι δυνάμεις μου με είχαν εγκαταλείψει. Όταν ο Διονύσης άρπαξε το άδειο σωσίβιο, ο Σπύρος τον εμπόδισε· το είχε ρίξει για μένα. Τότε εκείνος έβγαλε ένα μαχαίρι κι επιχείρησε να τον πλήξει, μα ο Σπύρος δεν ήταν εύκολος αντίπαλος. Πάλεψαν μερικά λεπτά, η μάχη ήταν άγρια. Η γάτα άρχισε να δαγκώνει τον Διονύση. Τελικά, ο Σπύρος κατάφερε να του πάρει το μαχαίρι και να το στρέψει πάνω του: η λάμα χώθηκε στη σάρκα μέχρι τη λαβή. Όταν τον είδε να ξεψυχάει, έβγαλε το μαχαίρι και το πέταξε στο νερό. Σε λίγο, ένας καρχαρίας εμφανίστηκε και ο Διονύσης έγινε τροφή για το στομάχι του θηρίου.

*

Τρομοκρατημένος από τη θέα του καρχαρία, περίμενα το τέλος μου. Βλέποντας την ανημποριά μου, ο Σπύρος έσπευσε και μου φόρεσε το σωσίβιο. Έπειτα, με τράβηξε μακριά από το φλεγόμενο ναυάγιο και βγάζοντας ένα μπουκάλι ουίσκι που είχε μαζί του μου έδωσε να πιω, να στανιάρω.

Ήδη θα έχετε αντιληφθεί πως εκείνος είχε προκαλέσει την έκρηξη. Τη σχεδίασε και την εκτέλεσε με απόλυτη επιτυχία χάρη στη βοήθεια της γάτας. Δεν ήταν δύσκολο. Αρκούσε μια βόμβα μολότοφ, φτιαγμένη από ένα μπουκάλι μπίρας, βενζίνη και αναμμένο στουπί. Την έδωσε στη γάτα και τη διέταξε ν’ ανεβεί στον αεραγωγό της δεξαμενής των καυσίμων που βρισκόταν στην πρύμη και να την πετάξει μέσα. Είχε φορέσει το σωσίβιό του.

Η γάτα εκτέλεσε την αποστολή της κι επέστρεψε κοντά του.

*

Τώρα θ’ αναρωτηθείτε: προς τι τόσο αίμα, τόση φρίκη, τόσες χαμένες ζωές; Ας το ξεκαθαρίσω: ο Διονύσης πρόδωσε τον Σπύρο· του έφαγε την Κιμ. Ένα βράδυ εκείνος τους έπιασε επ’ αυτοφώρω στο κουρείο κι η φιλία τους μετεξελίχτηκε σε μίσος. Ήταν τότε που ο Σπύρος είχε βάρδια και δεν μπορούσε να βγει· ο Διονύσης θα πήγαινε, όπως του είπε, να μεθύσει σ’ ένα μπαρ. Το Σπύρο κάτι τον έτρωγε εκείνο το βράδυ. Ίσως ήταν διαίσθηση για τον κίνδυνο που παραμόνευε. Με παρακάλεσε να του κάνω τη βάρδια και βγήκε στο λιμάνι. Πήρε ταξί, έφτασε στο κουρείο, άνοιξε με το κλειδί που του είχε δώσει η Κιμ, και μπήκε στο πίσω δωμάτιο.

Καταλαβαίνετε την έκπληξή του όταν τους είδε σε άσεμνη στάση. Ξανάκλεισε την πόρτα αθόρυβα και πήγε σ’ ένα μπαρ να πιει μπίρες, να γίνει λιώμα. Δεν μπορούσε ν’ αντέξει τη διπλή προδοσία.

Τους έπιασε στα πράσα χάρη σε μένα.

*

Εντάξει, θα πείτε, μα τι του έφταιγαν οι άλλοι, άνθρωποι αθώοι; Εδώ ισχύει το ρητό «μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά». Στόχος, νομίζω, του Σπύρου δεν ήταν μόνο ο Διονύσης, αλλά και μερικοί άλλοι που δεν συνδέονταν με την Κιμ. O καπετάνιος, ο οποίος δεν έχανε την ευκαιρία να τον προσβάλλει κι ο γραμματικός που του έκοβε τις δεδουλευμένες υπερωρίες.

*

Δεν ανέφερα τίποτα απ’ όλα αυτά στους ανακριτές της Ακτοφυλακής που ήρθαν και περισυνέλεξαν τον Σπύρο, τη μαύρη γάτα κι εμένα. Στο σκάφος τους, πίνοντας δυναμωτικά ποτά, τους εξηγήσαμε τι έγινε όταν ακούστηκε το μπαμ και το Olympus κόπηκε στα δύο. Εγώ τους τόνισα πως γλίτωσα χάρη στο Σπύρο. Τους αφηγήθηκα καταλεπτώς τα συμβάντα: πώς μου φόρεσε το σωσίβιο, κάνοντας υπεράνθρωπες προσπάθειες, πώς με πότισε ουίσκι για να πάρω δύναμη. Την επομένη μέρα οι τοπικές εφημερίδες είχαν τη φωτογραφία μας στην πρώτη σελίδα.

Εκείνος ήταν ο ήρωας, του χρωστούσα τη ζωή μου.

Η μαύρη γάτα δεν μνημονεύτηκε στα ρεπορτάζ. Είτε οι δημοσιογράφοι δεν την εντόπισαν είτε δεν θεώρησαν άξια λόγου την παρουσία της δίπλα μας. Κανένας άλλος δεν είχε επιζήσει από το ναυάγιο, τους κατάπιαν όλους τα κύματα κι οι φλόγες της έκρηξης –εκτός από τον Διονύση που τον καταβρόχθισε ο καρχαρίας.

  • Ο Φίλιππος Φιλίππου γεννήθηκε στην Κέρκυρα τον Δεκέμβριο του 1948. Για ένα διάστημα εργάστηκε ως μηχανικός σε ποντοπόρα πλοία. Έχει εκδώσει μαρτυρίες, μελέτες, βιογραφίες, μυθιστορήματα. Τρία από τα μυθιστορήματά του έχουν ως ήρωες πραγματικά πρόσωπα (Καβάφης, Καζαντζάκης, Ελύτης). Έξι από αυτά ανήκουν στην αστυνομική λογοτεχνία, ενώ τα τέσσερα έχουν πρωταγωνιστή τον δημοσιογράφο Τηλέμαχο Λεοντάρη. Συμμετείχε με διηγήματα σε συλλογές (αστυνομικές και άλλες), κι έχει δημοσιεύσει σχετικά άρθρα στην εφημερίδα Το Βήμα και άλλα έντυπα. Το βιβλίο του Οι τελευταίες ημέρες του Κωνσταντίνου Καβάφη μεταφράστηκε στα καταλανικά και τα ρουμανικά, ενώ διηγήματά του έχουν περιληφθεί σε γερμανικές ανθολογίες. Τελευταία βιβλίο του είναι το παιδικό Οι περιπέτειες της Ελεάννας στη θάλασσα (2014) και το μυθιστόρημα «Η γυναίκα ως έργο τέχνης» (εκδ. Κλειδάριθμος). Ζει στην Αθήνα.

* Δημοσιεύθηκε στο «Έθνος της Κυριακής» με τον γενικό τίτλο «Οι ήρωες του Καλοκαιριού»

* Πηγή: fractalart.gr

eirini aivaliwtou«Η γάτα, η Κιμ και το ναυάγιο»
Περισσότερα

Λιλή Ζωγράφου, «Στρίγκλα και καλλονή» 

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Μια στρίγκλα, σου λέω, που τη λάτρεψα έντεκα χρόνια και με τυράννησε άλλα τόσα. Τόσο όμορφη όμως που σου κοβόταν η ανάσα. Το πρώτο πλάσμα που μ’ έκανε κυριολεκτικά ό,τι ήθελε. Μια φορά όλη κι όλη, μια φορά σ’ τ’ ορκίζομαι, αποφάσισα ν’ αντισταθώ στην αδυναμία μου και να λείψω πέντε μέρες χωρίς να την πάρω μαζί μου, και ξέρεις πώς μ’ εκδικήθηκε; Μπορείς να φανταστείς πώς; Πέθανε! Ναι, σου λέω, πέθανε. Και κανείς δε θα μου βγάλει από το μυαλό πως πέθανε για να με τιμωρήσει. Η ανόητη, η τρελή, η άπονη. Αυτοκτόνησε.
Τέσσερις ημέρες έφτασαν. Έπεσε μες στο πανέρι της, πάνω σε μια φούστα μου (που της έβαλα για να με νιώθει κοντά της), κι αρνήθηκε να φάει, να πιει, να ζήσει. Και το πέτυχε, το άκαρδο. Πέτυχε να μου ανταποδώσει το σπαραγμό της γιατί έφυγα και την άφησα.
Έτσι, σαν ένα μεγάλο μαχαίρι με στόχευε πίσω από την πόρτα του γυρισμού μου η είδηση του θανάτου της. Κι ο κόσμος σκοτείνιασε στις εννιά το πρωί, καθώς ένα γογγητό βγήκε από την καρδιά μου και κατρακύλησε σε χείμαρρο από δάκρυα. Πήρα το δρόμο με τα πόδια κλαίγοντας. Να ’ναι άνοιξη, να ’ναι ο ουρανός γεμάτος δώρα από φως, να σου χαμογελούν τ’ ανοιχτά παράθυρα των σπιτιών ανεμίζοντας τις κουρτίνες τους και να χάνεις το νόημα της ζωής χάνοντας ένα τοσοδούλικο ζωάκι;
Μην παραξενεύεσαι! Ένα σκυλί αποδέχεται ό,τι αγάπη διαθέτεις. Όσο χρειάζεσαι να δώσεις, όλη την αγάπη που οι άνθρωποι γύρω σου προσπερνούν. Κι όσο περισσότερο του δίνεις, τα μάτια του σου επιστρέφουν καταρράκτες χαράς κι ευγνωμοσύνης. Τρυπώνουν μέσα σου και σε χαϊδεύουν σαν όλα τα χέρια που σ’ εγκαταλείψανε.
Και να ’μαι τώρα καρφωμένη με τούτο το μαχαίρι της ενοχής, ολομόναχη, να ντρέπομαι να κυκλοφορήσω το απελπισμένο πρόσωπό μου, γιατί άλλο δεν μπορώ να πω παρά η Νίνα πέθανε και προκάλεσα ’γώ το θάνατό της, και ποιος να καταλάβει τέτοιο σπαραγμό και τόση ερημιά.

Εκείνη μεγάλωνε σ’ ένα κοφίνι μαζί με τον αδελφό της σ’ ένα μαγαζί του Παρισιού, ζεστή. Εγώ περπατούσα ξεπαγιασμένη, αυτοεξόριστη στους μεγάλους δρόμους της πατρίδας της. Χούντα. Παραμονές Χριστουγέννων κάθε ξενιτεμένος νιώθει πιο έρημος. Όλοι οι άλλοι περπατούν πιο ζωηρά, μιλούν χαρούμενα, ψωνίζουν, μέσα στο σκηνοθετημένο παραμύθι του χριστουγεννιάτικου Παρισιού. Εγώ δεν πήγαινα πουθενά και κανείς δε με περίμενε.
Καθώς βγήκα από το μετρό, έπεσα πάνω σε μια βιτρίνα με δυο πιθηκάκια. Το ένα φορούσε ένα πουλόβερ, το άλλο ολοτσίτσιδο. Αυτό, το τελευταίο, προσπαθούσε να βγάλει το πουλόβερ του ντυμένου. Αφού πάλεψε λίγο μαζί του, κατάφερε τέλος να το γδύσει. Κι άξιζε τότε η προσπάθεια να το φορέσει εκείνο. Πέρασε το λαιμό μια χαρά. Έλα όμως που δεν τα κατάφερε να περάσει τα μανίκια. Το ξανάβγαλε λοιπόν και ξανάρχιζε από την αρχή. Τώρα το βοηθούσε και το άλλο πιθηκάκι. Με αποτέλεσμα να του περάσει και το μανίκι στο λαιμό. Τσιρίζανε και τα δυο, τραβολογούσαν το πουλόβερ, ρίχνανε καμιά καρπαζιά το ένα στο άλλο, ώσπου άνοιγε από μέσα η βιτρίνα και κάποιος φόραγε κανονικά το πουλόβερ στο ένα από τα δυο. Και η ιστορία ξανάρχιζε. Γελούσα τόσο πολύ, που χωρίς να το σκεφτώ μπήκα στο κατάστημα. Είχα όμως αποφασίσει πως θ’ αποκτούσα ένα ζωάκι.
Oλόγυρα, στα αραδιασμένα κοφίνια, πρόβαλλαν φατσούλες, σκυλάκια, γατούλες πεντάμορφες, χαμστεράκια πολύχρωμα. Περπατούσα αργά όταν είδα δυο ολόλευκα στρογγυλά μπαλάκια κουρνιασμένα στα πεντακάθαρα άχυρα. Δεν ήμουνα σίγουρη αν ήταν κάτι ζωντανό ή σκέτες μεγάλες κουβαρίστρες μαλλί για πλέξιμο. Βούτηξα το χέρι μου κι έπιασα τη μια από τις δυο άσπρες μπαλίτσες. Δυο μαύρα στρογγυλά μάτια άνοιξαν και καρφώθηκαν στα δικά μου. Ύστερα τέντωσε δυο ηλίθια κοντά ποδαράκια, τ’ ακούμπησε στο πουλόβερ μου και κούρνιασε το κεφάλι στο στήθος μου. Το κρατούσα εκεί, μαλακό και ζεστό, τόσο εύθραυστο. Με το άλλο χέρι πήρα και το άλλο, που δεν άνοιξε τα μάτια του, και το ξανάβαλα στο καλάθι.
«Βλέπετε», μου λέει ο μαγαζάτορας, «το θηλυκό σάς διάλεξε».
«Πώς με διάλεξε;», τον ρώτησα.
«Α, βέβαια. Δε διαλέγουμε μόνο εμείς. Μας διαλέγουν και τα ζώα. Πιάσατε και το αρσενικό, μα αυτό δε νοιάστηκε, ενώ αυτή η γαλίφα κόλλησε απάνω σας και δε λέει να σας αφήσει».
«Και πόσο κάνει αυτή η γαλίφα;».
Μου είπε μια τιμή που αντιπροσώπευε το μισθό μου, στο Λύκειο που εργαζόμουν. Απογοητευμένη το ξεγάντζωσα από το πουλόβερ μου και βγήκα από το μαγαζί. Όσο κι αν φανεί παράξενο, μου ’ρθε η διάθεση να κλάψω. Δυο Γάλλοι φίλοι μου με παρηγόρησαν. «Μη στενοχωριέσαι, πάντα πριν από τις γιορτές τα ζωάκια είναι πανάκριβα, γιατί οι Γάλλοι συνηθίζουν να τα δωρίζουν. Μόλις όμως περάσουν οι γιορτές, οι τιμές τους πέφτουν κατακόρυφα. Τι θα τα κάνει ο έμπορος, του στοιχίζουν πολύ και δεν τον συμφέρει να μεγαλώσουν. Θα δεις που θα το πάρεις μισοτιμής μετά τα Χριστούγεννα, αν, αν φυσικά δεν έχει πουληθεί».
Την παραμονή των Χριστουγέννων, μόλις σχόλασα, πήρα πάλι τον υπόγειο και κατέβηκα στην Πορτ Ντ’ Oρλεάν. Το μαγαζί γεμάτο από παιδιά και συνοδούς. Έφτασα αγχωμένη στο κοφίνι με τις άσπρες μπαλίτσες. Ανακουφισμένη πήρα το κοριτσάκι στη χούφτα μου και το ’σφιξα στο στήθος μου. Αυτό μύρισε λίγο το πουλόβερ μου κι έχωσε το μουράκι του μέσα. Με αναγνώρισε. Τι θρίαμβος! Έμενα κει σαν μαρμαρωμένη, μη χαλάσει το όνειρο. Εξάλλου σκεπτόμουν πως όσο έμενα και το κρατούσα, δεν κινδύνευα να το διαλέξει κάποιος πελάτης. Στην Ευρώπη τα πρωτεία, από την αναμονή ταξί στο δρόμο, είναι νόμοι.
Μας χώριζαν δυο μέρες ώσπου να περάσουν τα Χριστούγεννα. Oύτε όταν ήμουν παιδί και περίμενα πώς και πώς αυτή τη θαυμάσια γιορτή γεμάτη χαρές και εκπλήξεις, ποτέ πριν δεν κοιμήθηκα παραμονές με τέτοια αγωνία. Το απόγευμα των Χριστουγέννων πήρα τους άδειους δρόμους και κατέβηκα στο μαγαζί, που ήταν φυσικά κλειστό, με αμυδρό φωτισμό. Κόλλησα το μούτρο μου στο τζάμι της πόρτας προσπαθώντας να διακρίνω αν το κουταβάκι βρισκόταν στη θέση του, αλλά μάταια.
Ξημέρωσε επιτέλους η επομένη των Χριστουγέννων και βρέθηκα στο μαγαζί την ώρα που άνοιγε. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, αγιάτρευτα παράφορη. Τα κουταβάκια κοιμούνταν αγκαλιά. Λίγο ακόμη και θα ’βαζα τα κλάματα, τόση ήταν η χαρά μου. O μαγαζάτορας δε μου ’δινε καμιά σημασία, παγερός Γάλλος κι επιπλέον μαχμουρλής. Άρπαξα τούτη τη φορά το σκυλάκι, λες και κινδύνευε. Μύριζε όπως τα ανθρώπινα βρέφη. Και τα δυο παιδιά που γέννησα μύριζαν έτσι, σαν συννεφάκια.
Κάποια στιγμή ακούστηκε η φωνή του Γάλλου.
«Δεν το παίρνετε;». Σαν να μου ’λεγε: «Δεν το παίρνεις να σε ξεφορτωθώ;».
«Το θέλω πολύ», είπα, «αλλά είναι ακριβό για μένα».
«Δεν είστε Γαλλίδα».
«Από την Ελλάδα, έχουμε δικτατορία εκεί κι όσοι μπορέσαμε φύγαμε…».
«Δώστε ό,τι λεφτά έχετε», είπε χωρίς να με κοιτάξει.
«Μα…», τραύλισα, «έχω μόνο τα μισά».
«Φτάνουν, αφήστε τα στον πάγκο».
Αν ο μαγαζάτορας δεν ήταν Γάλλος, θα τον φιλούσα σίγουρα. Έβγαλα από το πορτοφόλι τα υπόλοιπα (από το νοίκι) που θα περνούσα το Γενάρη, άφησα το σκυλάκι αραγμένο στο στήθος μου, μέσα από το παλτό μου, και τρελή από χαρά πήρα το μετρό για το σπίτι.
Αυτό ήταν. Γεννήθηκε στο Παρίσι, ε και; Όποιος γεννιέται στο Παρίσι είναι και καλά αριστοκράτης; Και όμως είχε ένα μοναδικό τρόπο να δείχνει τη δυσαρέσκειά της, όταν κάτι δεν της άρεσε. Της άρεσαν τα μεγάλα μαλακά μαξιλάρια του κρεβατιού μου, το πουπουλένιο πάπλωμα, το κοτόπουλο και ’γώ. Δε γούστερνε κανέναν άλλο. Και το ’δειχνε με το μουγκρητό της σαν την πλησίαζε λίγο κάποιος και δαγκώνοντάς τον αν πλησίαζε τελείως. Και να δεις που όλοι μπαίνανε στον πειρασμό να τη χαϊδέψουν, γιατί ήταν όμορφη, μια κούκλα.
Όταν την έβγαζα έξω στους δρόμους του Παρισιού, οι Γάλλοι γελούσανε, «δες», λέγανε, «ίδια η Μπεμπέ». Κι αλήθεια έμοιαζε στην Μπαρντό. Τι στριμμένη και δύσκολη ήταν! Για όλα δυσανασχετούσε και το ’δειχνε. Είχε προσωπικότητα βεντέτας της Μπελ Επόκ. Αν ήταν γυναίκα, θα ζούσε τυλιγμένη σε νταντέλες και βελούδα.
Σιχαινόταν τη Φύση. Δεν της άρεσε καθόλου η ζωή στο χωριό. Έπρεπε να τη δεις να περπατάει στους χωματόδρομους του χωριού. Σήκωνε το ένα πόδι μετά το άλλο τόσο αργά, λες και πατούσε επάνω σε γυαλιά. Άσε το τι γίνηκε σαν πρωταντίκρισε γάιδαρο, που άρχισε να τον κυνηγά με τα πιο δυνατά γαβγίσματα κι ύστερα πήγε και κρύφτηκε σ’ ένα ντουλάπι της κουζίνας. Βέβαια το χωριό ήταν πρωτόγονο, με τους δρόμους γεμάτους πέτρες, καβαλίνες και αγκάθια. Αλλά τι ’θελες να της κάνω; Να της φορέσω παπούτσια; Ή ν’ αρνηθώ το χωριό; Μια ζωή ονειρευόμουν ν’ αποκτήσω σπίτι σ’ ένα τέτοιο χωριό. Το Πάσχα δεν μπορείς να διαβείς τους στενούς δρόμους καθώς φουντώνουνε καταπράσινα φασκόμηλα, μαργαρίτες και τσουκνίδες ανάκατα.
Όταν πηγαίναμε περίπατο, εκείνη βέβαια ακολουθούσε, αλλά μετά τριάντα βήματα σταματούσε. «Θα ’ρθεις;», της φώναζα. Αλλά πέτρωνε καταμεσής του μονοπατιού με τα μάτια της γεμάτα απόγνωση καρφωμένα στα δικά μου. Καθώς έσκυβα κοντά της, μου άπλωνε το ποδαράκι. Αμέτρητα ξερόκλαδα μπερδεμένα στο πυκνό της τρίχωμα σφήνωναν ανάμεσα στα δάχτυλά της. Τα καθάριζα προσεκτικά κι ύστερα την έπαιρνα αγκαλιά και συνεχίζαμε τον περίπατο. Έμενε τότε ακίνητη, σαν λιγωμένη από την ευτυχία, καθώς ταξίδευε απάνω μου. Κάθε φορά που βγαίναμε, επαναλαμβανόταν το ίδιο.

Μα και να την άφηνα σπίτι, δε θα χαιρόμουν περίπατο. Τα μάτια του σκύλου που φεύγεις και τον αφήνεις, σε τυραννούν πιο πολύ κι από ενός παιδιού. Εγώ που έχω και παιδιά και σκυλιά, ξέρω. O άνθρωπος έχει αμέτρητους τρόπους να διαμαρτυρηθεί. Κλαίει, φωνάζει, βρίζει, κάνει χειρονομίες και κυρίως εκφράζει με λόγια πόσο τον πλήγωσες. Το σκυλί δε διαθέτει παρά τα μάτια του. Πόσες φορές δεν έκλεισα την πόρτα αποφασιστικά πίσω μου, φεύγοντας μόνη, επιμένοντας να μην υποκύψω στο βλέμμα της, και πόσες φορές δε γύρισα πίσω απελπισμένη από την αδυναμία μου. Αλλά ζούσα ανετότερα με τα ελαττώματά μου παρά με τη θλίψη των ματιών της. Μια μεγάλη ποιήτρια έγραφε: «Όταν μπορέσω να περάσω / αδάκρυτη / δίπλα από ένα σκύλο, / θα έχω μεταμορφωθεί».
Λένε, οι υποκριτές, οι φαύλοι, πως είναι ντροπή ν’ αγαπάς τόσο ένα σκυλί, ενώ θα μπορούσες να προσφέρεις όλα τα έξοδα που κάνεις γι’ αυτό σ’ ένα πεινασμένο παιδί. Ξέρεις γιατί το λένε; Γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν να αγαπούν χωρίς αναγνώριση. Η ελεημοσύνη είναι εκδήλωση εγωισμού. Σου την αναγνωρίζουν οι άλλοι και σε επαινούν για όσα προσφέρεις. Το ν’ αγαπάς ένα ανυπεράσπιστο ζώο, το να αναλαμβάνεις την ευθύνη της συντήρησής του, της ζεστασιάς, της υγείας του, είναι μια δοκιμασία για τον κούφιο κι επιδειξιομανή. Γιατί πώς να προσφέρει χωρίς προσδοκία έκφρασης ευγνωμοσύνης και επαίνων από τους τρίτους; Ένα σκυλί δέχεται και χωράει όση αγάπη του δώσεις. Μπορείς ν’ ακουμπήσεις απάνω του όλη την αγάπη που οι άνθρωποι γύρω σου δε χρειάζονται.
Όταν κλαίμε για ένα σκυλί που χάσαμε, κλαίμε για μας. Που ορφανέψαμε, καθώς στερηθήκαμε την πιο τέλεια μορφή αγάπης, την πιο αθόρυβη και λιγότερο απαιτητική που γίνεται. Ίσως, λέω!
– Άνθρωποι και ζώα στη νεοελληνική πεζογραφία, επιμέλεια – ανθολόγηση Δ. Παπακώστας, Ωκεανίδα

  • Το διήγημα περιέχει αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία της συγγραφέα από την αυτοεξορία της στο Παρίσι κατά τη διάρκεια της δικτατορίας (1967-1974). Δημοσιεύτηκε το 1994 στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία».
eirini aivaliwtouΛιλή Ζωγράφου, «Στρίγκλα και καλλονή» 
Περισσότερα

Γιώργος Σκαμπαρδώνης, «Η Βαγγελιώ-δεν-είσαι-εντάξει»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Κάθομαι στην ημικυκλική βεράντα με τα τζαμωτά ορθάνοιχτα κι απολαμβάνω το καθιερωμένο απογευματινό «Μπλακ Λέιμπελ». Μπροστά μου, στο μαρμάρινο τραπεζάκι, δίπλα στο ποτήρι, γυαλίζει το μπρελόκ με το χρυσό καρφί. Ένα κομψό χρυσό καρφάκι, που αστράφτει κοκκινίζοντας από τις κεραμιδιές σφήνες του ηλιοβασιλέματος — το ’χα πάει στο χρυσοχόο, που του κόλλησε κρίκο στρόγγυλο και το κρέμασα χάριν ενθυμήσεως μαζί με τα κλειδιά.
Απλώνω το χέρι κι αγγίζω το πολύτιμο μέταλλο νιώθοντας στο δέρμα το διακριτικό ρίγος που αισθανόμουν όταν χάιδευα τους αιχμηρούς κυνόδοντες της Βαγγελιώς-δεν-είσαι-εντάξει. Έχει περάσει ένας χρόνος και δυο μήνες από τότε, από την τελευταία φορά.
Σουρούπωνε και καθόμασταν στο άλλο τραπεζάκι, στον κήπο, κάτω από την αχλαδιά, απολαμβάνοντας την ησυχία του Ιουλίου, όταν είδα αίφνης τη γάτα μας, τη Βαγγελιώ-δεν-είσαι-εντάξει, να σπρώχνει προσεκτικά, απαλά, την πόρτα της βεράντας και να βγαίνει έξω.
Την παρατηρούσα ακίνητος, σιωπηλός. Κατέβηκε αθόρυβα τα δυο σκαλάκια, πάτησε στο γρασίδι με βήματα ευλύγιστης πανουργίας κι άρχισε να προχωράει ανάμεσα στα μισοβυθισμένα κόκκινα τούβλα. Η ουρά της χαμηλωμένη κυμάτιζε διερευνητικά, οι μυώνες της έπαιζαν συσπειρωμένοι από έμφυτη δολιότητα και συμπυκνωμένη προσοχή. Σερνόταν σχεδόν με την κοιλιά ανάμεσα στα λουλούδια, πατώντας ευλαβικά στο χορτάρι, κρατώντας κρυμμένα τα συσταλτά της νύχια, κοιτάζοντας μια από δω, μια από κει με ελαφρές στροφές του κεφαλιού και με τ’ αυτιά της ορθά, τριγωνισμένα, σε απόλυτη υπερένταση. Προχωρούσε αργά, γλιστρούσε πόντο πόντο σαν ναρκοσυλλέκτης.

Oscar Wilde, Theo-Daamen b.1939

Προσπαθούσε να περάσει εντελώς αθέατη το φυτόχωμα και τα κήπια και να φτάσει στο τοιχαλάκι του φράχτη — ήξερε πως, αν τη δούμε, θα τη μαλώσουμε να ξαναγυρίσει στο σπίτι, ματαιώνοντας το θανάσιμο παιχνίδι που έπαιζε αρκετά βράδια, μόλις σουρούπωνε: περνούσε αιλουροειδώς τον κήπο, γλιστρούσε ανάμεσα απ’ τα κάγκελα της περίφραξης, έβγαινε έξω και στεκόταν στην κόψη του κράσπεδου καραδοκώντας υπομονετικά. Κάθε που κάποιο αυτοκίνητο φαινόταν στο βάθος του συνοικιακού δρόμου, η Βαγγελιώ-δεν-είσαι-εντάξει συσπειρωνόταν περισσότερο. Στις δέσμες των προβολέων που έρχονταν προσπαθούσε, ανάμεσα στην αιωρούμενη σκόνη, να διακρίνει κάποιο κουνούπι. Μόλις το εντόπιζε, τιναζόταν κεραυνοβόλα, το ’πιανε με το στόμα στον αέρα και το κατάπινε καθώς προσγειωνόταν, γλιστρώντας αστραπιαία απέναντι λίγο πριν περάσει, την επόμενη στιγμή, από το σημείο της απόπειρας ο θανάσιμος όγκος του αυτοκινήτου, αφήνοντας πίσω του στροβίλους αέρα και σκόνης.
Κι ύστερα στεκόταν στο άλλο πεζοδρόμιο καθηλωμένη, τεντωμένη, σε απόλυτη επιφυλακή, περιμένοντας τα φανάρια κάποιου αυτοκινήτου που θα ερχόταν τώρα από την αντίθετη κατεύθυνση. Ακίνητη. Σαν πέτρα. Μόλις κάρφωναν από μακριά οι προβολείς, η σκιά της Βαγγελιώς-δεν-είσαι-εντάξει μεγάλωνε, διαστελλόταν, μάκραινε, γινόταν θηριώδης, έπαιρνε σχήματα ενός παράξενου, επίφοβου ζώου, κι ύστερα σιγά σιγά μαζευόταν, μίκραινε κι έφευγε πλάγια, ώσπου, λίγο πριν ξανατιναχτεί η γάτα, χανόταν εντελώς σαν να την είχε μέσα της ρουφήξει.
Δεν έτρωγε τα κουνούπια από πείνα. Την ταΐζαμε όλοι αρκετά, συχνά υπέρ το δέον, γιατί ήταν όμορφη, χρώματος κανελί με κόκκινες ραβδώσεις, αυτοκρατορικά νωχελική και ψεύτρα. Έτρωγε από τον έναν κι ύστερα έκανε την πεινασμένη στον άλλον, τριβόταν ηδονικά στα πόδια του, γαργάνιζε με απαιτητικό παράπονο για να ξαναφάει.
Ίσως επειδή είχε πάντοτε εξασφαλισμένο το φαγητό, δεν μπορούσε πια παρά να κυνηγάει υποθετικά θηράματα. Να βγαίνει κρυφά τη νύχτα και να θηρεύει άσαρκα θύματα, φανταστικά, ικανοποιώντας το κυνηγετικό της ένστικτο, δικαιώνοντας την ταχύτητα και το δόλο, την ευλυγισία και τα είκοσί της γαμψόνυχα, τον προαιώνιο φόνο μέσα της, που ζητούσε άχρηστα, έστω, θύματα για να επαληθευτεί. Η απληστία της, ικανοποιημένη τη μέρα χωρίς μόχθο, φαινόταν να γίνεται ανήσυχη αιμοβορία τη νύχτα, ψάχνοντας απεγνωσμένα κατιτίς να εξοντώσει, ώστε να ξαναγίνει το βασιλικό αιλουροειδές, η προικισμένη, πάνοπλη, φονική γάτα — μπορεί όμως και να μην ήταν καθόλου έτσι, να υπάκουε σε άλλες, δικές της, τυφλές μανίες, εντελώς ακατανόητες για το δικό μου σύστημα σκέψης, που πολλές φορές το είχε αχρηστέψει με την απρόβλεπτη συμπεριφορά της.
Σκεφτόμουν διάφορες λογικές εκδοχές, που μάλλον καμιά δεν έστεκε, ενώ καθόμουν κι έβλεπα τη Βαγγελιώ-δεν-είσαι-εντάξει να πλησιάζει, έρποντας σχεδόν, στο τοιχαλάκι· οι άλλοι δεν την είχαν αντιληφθεί, γιατί καθόντουσαν με τις πλάτες γυρισμένες προς αυτήν. Ήξερα ότι αυτό που πάει να κάνει ήταν επικίνδυνο, αλλά με γοήτευε η σκέψη ότι πάει να γραπώσει ασώματα θηράματα, μου φαινόταν σαν να διακινδύνευε μόνο και μόνο για να συλλάβει μιαν ιδέα, να γερακώσει κάτι ανύπαρκτο αλλά απόλυτα ζωτικό γι’ αυτήν, κάτι αλλόκοτα μοιραίο, πιο απαραίτητο από την τροφή της.
Την παρατηρούσα καθηλωμένος, αδύναμος να τη μαλώσω για να ξαναγυρίσει σπίτι.
Στάθηκε για λίγο ελλοχεύοντας κι ύστερα πήδηξε στο τοιχίο, πέρασε ανάμεσα από τα κάγκελα και γλίστρησε έξω στο σκοτάδι.
Κατόπιν, με τη συζήτηση, την ξέχασα. Συνεχίζαμε ήρεμα την κουβέντα, ενώ η νύχτα έπεφτε πυκνή και τα φώτα των γύρω σπιτιών άρχισαν ν’ ανάβουν, η κίνηση να χαλαρώνει. Αυτοκίνητα περνούσαν πότε πότε στο δρόμο μ’ αναμμένους προβολείς, κομματιάζοντας για λίγο τη νυχτερινή ησυχία, κι ύστερα πάλι επανερχόταν η δροσερή συνοικιακή σιωπή.
Θα ’χε περάσει μια ώρα, όταν ξαφνικά ακούσαμε ένα παρατεταμένο φρενάρισμα πανικού ακριβώς μπροστά στην περίφραξη κι ύστερα αντρικές αγριοφωνάρες, πόρτες αυτοκινήτου ν’ ανοίγουν νευρικά και να κλείνουν με βρόντο. Τιναχτήκαμε όρθιοι και τρέχοντας βγήκαμε στο δρόμο. O οδηγός είχε κατεβεί από το αυτοκίνητο, ένα επαγγελματικό Φολκς Βάγκεν, κι έλεγε αναστατωμένος διάφορα μπερδεμένα πράγματα, κάνοντας παράξενες, υπερβολικές χειρονομίες. Καταλάβαμε εντέλει ότι η Βαγγελιώ-δεν-είσαι-εντάξει πήδησε μπροστά από τα φανάρια ενός άλλου αυτοκινήτου και, καθώς προσγειωνόταν για να περάσει απέναντι, ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, ταυτόχρονα, το Φολκς Βάγκεν· ακουμπώντας η γάτα στην άσφαλτο, βρέθηκε κάτω από την αριστερή μπροστινή ρόδα του και τώρα κείτονταν στη μέση του δρόμου, πέντε μέτρα από το σταματημένο αμάξι, που κινδύνεψε να ανεβεί στο πεζοδρόμιο για να την αποφύγει.
Κείτονταν τώρα εκεί μέσα στα αίματα, σκασμένη, με τσακισμένη τη σπονδυλική στήλη και λιωμένα τα πίσω πόδια της — σαν κιτρινοκόκκινη πατσαβούρα. Το κεφάλι της, ωστόσο, ήταν ανέγγιχτο. Τα μάτια της, ανοιχτά, φωσφόρισαν στα φανάρια ενός αυτοκινήτου που πέρασε αργά από δίπλα μας.
Έσκυψα και της άνοιξα με προσοχή το στόμα. Πάνω στη γλώσσα της ήταν κολλημένο ένα κουνούπι, που αγωνιζόταν απεγνωσμένα να ξεκολλήσει. Της ξανάκλεισα τα σαγόνια προσεκτικά — η τελευταία της απόπειρα ήθελα να ’ναι πετυχημένη εντελώς.
Από το δεξί τσακισμένο μπούτι της ξεμύτιζε λάμποντας στη νύχτα το χρυσό καρφί που της έβαλε ο κτηνίατρος μέσα στο κόκαλο τρία χρόνια πριν, όταν ήταν μικρή και την είχαμε βρει πεσμένη από μια πολυκατοικία με σπασμένο το πόδι. Τρία χρόνια το κουβαλούσε μέσα της και το ’χαμε πια ξεχάσει.
Ρουφώ μια γουλιά «Μπλακ Λέιμπελ» και ξαναχαϊδεύω το χρυσό καρφί που είναι περασμένο με κομψό κρίκο στο μπρελόκ, πάνω στο τραπεζάκι της βεράντας, νιώθοντας πως αγγίζω τον κυνόδοντα της Βαγγελιώς-δεν-είσαι-εντάξει. O απογευματινός ήλιος κοκκινίζει όλο και περισσότερο, βυθίζεται. Στα τζαμωτά ρέουν αργά και ακανόνιστα βυσσινιές, καμπυλωτές ραβδώσεις. Ένα αυτοκίνητο περνάει μπροστά στο δρόμο. Είναι τόσο συμμετρικό, που για μια στιγμή μου φαίνεται ότι κινείται με την όπισθεν.

  • Γ. Σκαμπαρδώνης, Η στενωπός των υφασμάτων, Καστανιώτης
  • Το παραπάνω διήγημα προέρχεται από τη συλλογή Η στενωπός των υφασμάτων (1992), που βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος. Η γάτα με το ασυνήθιστο όνομα «Η Βαγγελιώ-δεν-είσαι-εντάξει» παίζει τα βράδια ένα ριψοκίνδυνο παιχνίδι το οποίο κάποια στιγμή αποβαίνει θανάσιμο.
  • Αρχική εικόνα: Tabby Cat in the sun, watercolour painting by Rachel Parker
eirini aivaliwtouΓιώργος Σκαμπαρδώνης, «Η Βαγγελιώ-δεν-είσαι-εντάξει»
Περισσότερα

«Δέκα μαύρες γάτες σ’ ένα βιβλίο», εκπαιδευτικά παραμύθια που νιαουρίζουν

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Αλήθεια, χωράνε δέκα μαύρες γάτες σ’ ένα βιβλίο;

Μπορεί ένας μαύρος γάτος υποχόνδριος, να χωρέσει σ’ ένα βιβλίο μ’ έναν μαύρο γάτο ιδιότροπο; Κι αν γίνεται, πώς μπορεί δίπλα τους να στριμωχτεί ένας τσιγκούνης μαυρόγατος με μια αλλοπαρμένη μαύρη γάτα; Κι όλα αυτά μαζί, γίνεται ν’ αγκαλιαστούν με μια απόμακρη μαύρη γάτα και με μια αλτρουίστρια; Κι αν τώρα βρεθεί ένας δειλός μαύρος γάτος, είναι δυνατόν να κάνει παρέα με μια απαισιόδοξη μαυρόγατα; Και μια γάτα καλόβουλη μπορεί στ’ αλήθεια να συγκατοικήσει με μια γάτα φαντασμένη;

Τελικά, χωράνε δέκα διαφορετικές προσωπικότητες σ’ ένα βιβλίο;

Οι Εκδόσεις Εντύποις και η συγγραφική-δημιουργική ομάδα «Σακαράκα» παρουσιάζουν το νέο βιβλίο με εκπαιδευτικά παραμύθια «Δέκα μαύρες γάτες σ’ ένα βιβλίο». Μέσα από δέκα διαφορετικές ιστορίες που νιαουρίζουν, αποδίδονται παραμυθένια δέκα διαφορετικές προσωπικότητες που θα σας συστηθούν το Σάββατο 13 Μαΐου, στις 18:30, στο Loukoumi Bar & Loukoumi #10, Πλατεία Αβησσυνίας 3 και 10, Μοναστηράκι, Αθήνα.

Το βιβλίο περιέχει προτάσεις για εκπαιδευτικούς και γονείς για την ενίσχυση της εικόνα εαυτού του παιδιού και συμβουλές της Αμάντας Μπικάκη, Ψυχολόγου Παιδιού & Εφήβου-Ψυχοθεραπεύτριας, ΒSc, MSc, για τις συμπεριφορές των παιδιών.

«Δέκα μαύρες γάτες σ’ ένα βιβλίο»

Ομάδα «Σακαράκα»

Συγγραφείς: Χριστίνα Αβδίκου, Μυρτώ Αντωνοπούλου, Λιλή Γάτη, Αναστασία Καρανάσιου, Δήμητρα Κίτσου, Μαρία Κλίνη, Έρη Παπαμιχαλοπούλου, Ναταλία Ρεντίνα, Μαρία Ρουμελιώτου, Φίλιππος Τσαουσέλης

Εικονογράφοι: Χριστίνα Αβδίκου, Χριστίνα Χρονοπούλου

Επιστημονική επιμέλεια βιβλίου: Αμάντα Μπικάκη, Ψυχολόγος (ΒSc, MSc) – Ψυχοθεραπεύτρια Παιδιού, Εφήβου και Ενήλικα

eirini aivaliwtou«Δέκα μαύρες γάτες σ’ ένα βιβλίο», εκπαιδευτικά παραμύθια που νιαουρίζουν
Περισσότερα

«Της φτώχειας τα στερνά», διήγημα του Γιάννη Βλαχογιάννη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Old Woman and Cat | oil painting, 1885 | Akseli Gallen-Kallela – Turku Art Museum, Finland

ΓΙΑΝΝΗ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗ
(1867-1945)

ΤΗΣ ΦΤΩΧΕΙΑΣ ΤΑ ΣΤΕΡΝΑ

An Old Woman with Cat By: Max Liebermann

– Μορφούλα. Ε, Μορφούλα, πού είσαι κυρά μου; Ψίνα, ψιψίνα μου! Τι θα φάμε σήμερα;
Η γριά-Λασκαρού έκραζε τη γάτα της βραχνά, αν και δεν την έβλεπε στο σπίτι. Μόλις έφεγγε. Άδειο, παγωμένο ήτανε το σπίτι· Κι η Λασκαρού, διπλωμένη μες στα παλιοσκούτια της, πλάι στη σβηστή γωνιά, δε σπάραζε. Το ξέθωρό της πρόσωπο, με την τριπλοτυλιγμένη μαντήλα στο κεφάλι, καθώς τό ‘χε γυρισμένο κατά τη γωνιά κι έβλεπε, με μάτια ακίνητα, τη στάχτη τη σβησμένη, φάνταζε παράξενα και τρόμαζε μες στ’ αυγινό μισόθαμπο.
Μα κάποτε σείστηκε η γριά σιγά σιγά. Σείστηκε κι ανασηκώθηκε· και γύρισε το πρόσωπο, με το στανιό, κι είδε κατά την κλεισμένη πόρτα.
– Μορφούλα, κόρη μου καλή, πού είσαι; ρώτησε πάλι.
Και πιάστηκε απ’ της γωνιάς το γύρο κι έβαλε αγώνα, χέρια γόνατα και στάθηκε στα πόδια της. Και κίνησε, ύστερα, σκυφτή, κατά την πόρτα. Πήγε, άνοιξε την πόρτα κι έκραξε πάλι. Της γάτας το νιαούρισμα, που ήταν γριά κι αυτή και μαδημένη, έφτασε μεσ’ από το περιβόλι και τα ξερόδεντρα του περιβολιού, τα λίγα που απομένανε, για τη φωτιά κι αυτά και της γριάς τη ζέστα. Κι ήρθε η γατούλα κλαίοντας παραπονιάρικα και στάθηκε κοντά στα πόδια της κυράς της, στο μοναχικό σκαλί της πόρτας, το λιωμένο απ’ τα χρόνια.
– Μορφούλα, τι θα φάμε σήμερα μωρή; Τι έφερες;
Η γάτα απάντησε με το παράπονό της κι έσκυψε πιο πολύ η γριά κι είδε στην πέτρα απάνου ένα ψάρι αποθεμένο. Το ‘χε φέρει η γάτα η Μορφούλα. Ήταν ένας κωβιός μεγάλος και τον πήρε η Λασκαρού και μπήκε στο σπίτι, με τη γάτα μπρος κι ολόρθη την ουρά της παίζοντας. Αυτό θα ήτανε της μέρας το φαΐ και για τους δυο τους· ήτανε κι η Μορφούλα γέρικη πολύ, δε χρειαζότανε μεγάλα πράγματα για το φαΐ της· λίγα ψαροκόκαλα της φτάνανε. Το κυνήγι της το καθημερινό ήτανε πάντα από ‘να ψάρι, ψάρι όμως πάντα πετρόψαρο. Κι η γριά-Λασκαρού το περίμενε πια ταχτικά κι απ’ αυτό κρεμούσε την ελπίδα της θροφής της την καθημερινή.
Βράδυ νωρίς, πριν πέσει στο ξερόστρωμα και πριν κλείσει την παλιόπορτά της, συνήθιζε η γριά-Λασκαρού, μ’ όλη την αγάπη που ‘χε της Μορφούλας –κι είχε την ανάγκη να τη ζεσταίνει στον ύπνο η συντρόφισσά της κιόλας- άνοιγε και την έβγαζε όξω· ήταν άπονο αυτό που ‘κανε, μα πάλι πώς θα ζούσανε; Την έσπρωχνε όξω μαλακά με το πόδι τη Μορφούλα και της έλεγε:
– Σύρε, Μορφούλα, σύρ’ εσύ, καλή μου, ψίνα μου, κυρά μου, σύρε να φέρεις τίποτα… Δεν έχουμε αύριο να φάμε, καψερούλα, και θα μείνεις νηστική κι εσύ μαζί μου…
Η γάτα απόξω έμενε και παρακαλούσε κάμποσο. Ύστερα ξεμάκραινε σιγά σιγά η φωνή της και χανότανε μες στο σκοτάδι ή μες στης θάλασσας τα μουγκρητά. Και την αυγή, νάτο ένα ψάρι στο σκαλί αφημένο πάλι! Και δεν το ‘τρωγε η Μορφούλα, δεν το πείραζε καθόλου· ίσως έτρωγε άλλο, πριν το φέρει το κυνήγι της αυτό στο σπίτι. Μα πάλι μπορεί κι ήτανε το μόνο αυτό και το ‘φερνε ίσια στην κυρά της, άγγιχτο.
Πώς γινόταν τέτοιο πράγμα τα’ απορούσε η γειτονιά κι η χώρα η μισογκρεμισμένη. Μα η γριά-Λασκαρού διόλου δεν το ρωτούσε. Νόμιζαν οι άλλοι στην αρχή πως η γάτα, η Μορφούλα, πήγαινε στην αγορά και τα ‘κλεβε τα ψάρια. Μα η Αμέρσα, η πιο κοντινή γειτόνισσα, μαλωμένη με τη Λασκαρού από χρόνια, παραφύλαγε τη γάτα κι έβλεπε πως τά ‘φερνε τα ψάρια απ’ το γιαλό. Την ακολουθούσε ίσαμε στα σκόρπια βράχια, πλάι στο παλιό λιμάνι, που κάναν ένα πλήθος ήσυχα κορφάκια εκεί κι όλα αντάμα κάναν ένα πεζονήσι απότομο. Κι εκεί την έχανε τη Μορφούλα. Στο τέλος την παράτησε, βέβαιη πια πως η γάτα τά ‘βγαζε τα ψάρια από τη θάλασσα.
Τότε η Αμέρσα έφερε γύρα τις γειτόνισσες και τα παράστησε όλα με το νι και με το σίγμα και με θάμασμα τρανό! Και το ‘μαθε όλη η χώρα, τι και πώς η γάτα η Μορφούλα της γριά-Λασκαρούς πήγαινε και ψάρευε τη νύχτα στο γιαλό. Έπιανε μια θέση κοντά στο γιαλό και στεκόταν άσειστη, σαν πέτρα, ανάμεσα στις άλλες πέτρες τις ακίνητες εκεί και περίμενε ώρες, άσειστη. Κι η πείνα, βέβαια, την οδήγησε κει πέρα και της έδειξε τον τρόπο αυτόν. Και καθώς ζυγώναν οι κωβιοί και τα’ άλλα τα πετρόψαρα και φέρνανε τη μούρη τους ως την κορφή και γυρεύανε να βρούνε το πιο παχύ χορτάρι εκεί που το νερό πάει ανάλαφρο και παιγνιδίζει με τις πέτρες, χραπ! Το νύχι της Μορφούλας τ’ άρπαζε.
Η ίδια η γριά-Λασκαρού θα μπορούσε να το πει και να το μαρτυρήσει, πως τα ψάρια που της έφερνε η Μορφούλα δεν ήτανε κλεμμένα, τόσο φρέσκα, μισοζώντας καμιά φορά και ζωντανά. Μα η Λασκαρού δε συλλογιόταν τίποτα κακό για τη Μορφούλα- ούτε και συλλογιόταν τίποτ’ άλλο. Είχε αλλαλογίσει κιόλας λίγο. Έμοιαζε λωλή, καθώς έβγαινε στο περιβόλι κι έστηνε ψιλή κουβέντα με τη γάτα της. Γιατί, όπως γύριζε στο περιβόλι και μαχότανε να κόψει κανένα ξεροκλάδι απ’ τα παλιόδεντρα, χειμώνας που ‘ταν τώρα, και να σκίσει κανένα σανίδι από σεντούκι σάπιο, αχρείαστο, ή να βγάλει λαχανάκια από τον κήπο το λιγόσπαρτο, η γάτα, εκεί, κοντά της, η Μορφούλα, τη συντρόφευε και της αποκρινότανε με το νιαούρισμά της σ’ όσα εκείνη της λαλούσε ανόητα, λόγια λωλά. Ύστερα την ακολουθούσε στη γωνιά, που άναβε τη φωτίτσα κι έβενε να ψήσει το φαΐ, της Μορφούλας το κυνήγι. Και το μοιραζόνταν ύστερα οι δυο τους σαν δυο φίλοι αγαπημένοι που ήτανε, χωρίς μαλώματα, χωρίς ψωμάκι κιόλας, το συχνότερο.
Χωρίς ψωμάκι, αλήθεια, τώρα τελευταία. Αφού ο άχαρος ο γέροντας της Λασκαρούς έπαψε να της στέλνει το ταχτικό μηνιάτικο στο ξερονήσι, γιατί τον έφαγε κι αυτόν η θάλασσα στερνόν, η Λασκαρού ήτανε πολύ περήφανη και δε ζητούσε ούτε καταδεχότανε. Θα πέθαινε νηστικιά, αλλά δε θα ‘βγαινε όξω τον πόνο και την πείνα της να πει.
Το ‘ξερε αυτό η Αμέρσα πιο καλά από κάθε άλλον. Ήταν η πιο κοντινή γειτόνισσα, αν και πλήθος άλλα σπίτια κατάκλειστα, ρημάδια πια, χωρίζανε το δικό της απ’ της Λασκαρούς το σπίτι. Έτσι ήταν όλη η χώρα, αριά κατοικημένη, μ’ όλα τα σπίτια τα πολλά και τ’ αρχοντόσπιτα. Ήταν από χρόνια η Αμέρσα μαλωμένη με τη Λασκαρού. Μίση οικογενειακά, συμφέροντα παλιά… μα τώρα τι χρειαζότανε τα μίση, αφού σβήσανε και τα συμφέροντα και πάνε… Πάει, να σηκωθεί να πάει στη Λασκαρού και να φιλιώσει, αυτό δεν τ’ αποφάσιζε η Αμέρσα. Την ήξερε καλά τη Λασκαρού κι ήξερε και τον ίδιο τον εαυτό της. Όμως η συμφορά της Λασκαρούς τη λύγισε, της γλύκανε το περασμένο της φαρμάκι. Όμως και πάλι δεν ήθελε να δείξει την αδυναμία της. Ήτανε ψυχή κλειστή η Αμέρσα, όπως όλες οι νησιώτισσες κι οι νησιώτες εκεί πέρα. Τι να κάμει; Έπαιρνε άλλη μια γειτόνισσα, μια πονηρούλα από το παραπέρα σπίτι, την Κατερινιώ, και πηγαίνανε και παραφύλαγαν όξω από της Λασκαρούς το περιβόλι.
Τα Χριστούγεννα ήτανε κοντά· ξεροβόρι φυσούσε άγριο τις τελευταίες μέρες. Η Χώρα έβλεπε βορινά και την έπιανε το κύμα άσκημα. Η Μορφούλα έφτασε μιαν αυγή από το γιαλό με χωρίς τίποτα στο στόμα και νιαούριζε στην πόρτα της κυράς της.
– Κοίταξε, είπε η Αμέρσα, σήμερα δεν ψάρεψε η Μορφούλα… με τέτοιον αγριόκαιρο…
– Τι θα φάνε σήμερα οι δυο τους, οι κακόμοιροι… να ‘χουνε τάχα τίποτα; Είπε η Κατερινιώ.
– Καρτέρα μια στιγμή! Είπε η Αμέρσα.
Έφυγε και γύρισε μ’ ένα φελί ψωμί σπιτίσιο.
– Ψίνα, Μορφούλα! Έκραξε σιγά η Αμέρσα.
Πήγε η Μορφούλα και στάθηκε στη ρίζα του τοίχου, κάτου απ’ τις γυναίκες και νιαούρισε γλυκά. Οι δυο αυτές, αφού της ‘ρίξαν ένα κομματάκι και την καλόπιασαν, ύστερα της πέταξαν ολόκληρο το φελί. Τις κοίταξε καλά καλά η Μορφούλα, κοίταξε και το ψωμί, το μύρισε, το πήρε με τα δόντια της και πήγε και τα’ απόθεσε με προσοχή στο σκαλί απάνου και νιαούρισε. Οι δυο γυναίκες κρυφοκοίταζαν άλαλες. Άνοιξε η πόρτα και πρόβαλε η γρια-Λασκαρού.
– Πού είσαι Μορφούλα, ψίνα… μπα, εδώ είσαι, καλή… Σήμερα τίποτα δεν έφερες; Πού είναι το κυνήγι σου; Ξέρω, φυσούσε απόψε… μα τώρα τι θα φας; Εμένα δε μέλλει, κακομοίρα. Μα για σένα λέω… σύρε, φεύγα από κοντά μου, δε θέλω να σε βλέπω, παλιόγατα, θα μείνεις νηστική… Μα τ’ είναι αυτό; Ψωμί έφερες, ψιψίνα μου; Έκαμες καλύτερα… είχαμε τρεις μέρες ν’ αγγίξουμε ψωμί στο στόμα… Έτσι, να φέρνεις, ψιψίνα μου, καμία φορά λίγο ψωμάκι, όχι μονάχα ψάρια… και χωρίς αλάτι κιόλας, τα βαρέθηκα… Καμιά φορά και λίγο τυράκι… όχι, ακόμα είναι σαρακοστή… Έλα, πάμε μέσα τώρα, Μόρφω μου, καλή νοικοκυρά μου…
Ούτε και ρώτησε πού τό ‘βρε το ψωμί η Μορφούλα. Την άλλη μέρα πήγε η Κατερινιώ κι άφησε άλλο ένα κομμάτι ψωμί στην πόρτα της γριάς. Άφησε και λίγο τυρί.
– Μη, της είπε η Αμέρσα, θα μας καταλάβει κι ύστερα θα τα πετάξει όλα, άμα νιώσει πως τα βάνουμε…
Η Αμέρσα φύλαγε τη θέση της εκεί συχνά, πίσω από τον τοίχο. Μια μέρα πέρασε η Μορφούλα, κρατώντας ένα ολάκερο χταπόδι ζωντανό. Την έσκιαξε τη γάτα και την έκαμε να τ’ αφήσει από το στόμα της. Έκοψε το μισό, το χτύπησε, τ’ αλάτισε και το ξανάδωσε της γάτας πάλι. Τά ‘λεγε αυτά στην Κατερινιώ κι απορούσε η ίδια.
– Ακούς, παράξενο; έλεγε. Πώς μπόρεσε και το ‘πιασε; Πού το ‘βρε;
– Θα το πέτυχε στη ρήχη, είπε η Κατερινιώ, και το θαλάμι του θα ‘τανε ψηλά… Ύστερα πώς να την τσακώσει τη Μορφούλα; Οι πλόκαμοί του δεν κολλούνε στο μαλλί της. Ακούς, αλήθεια κει!
– Άπιαστο πράμα!
– Ναι, καημένη, μα πώς θα το φάει; Έχει και φωτιά;
-Καλά λες! είπε η Αμέρσα. Στάσου να ιδείς… αύριο τι θα κάμω…
Την άλλη μέρα απόγιομα, φυλάγανε πάλι οι δυο γυναίκες, ώσπου είδαν τη γριά να βγαίνει και να γυρίζει στο περιβόλι με τη γάτα της και να μιλεί.
-Σήμερα το κατάλαβες, Μορφούλα μου, πως δεν έχω πια ξύλα μήτε σπίρτα και μου το ‘φερες ψημένο το χταπόδι ε; Πονηρή… καλή μου, ψίνα μου, νοικοκυρά μου εσύ, όλα τα φροντίζεις… Ξέρεις πως είναι και Σαρακοστή· μεθαύριο έχουμε Χριστούγεννα, κυρά μου… Πάμε μέσα τώρα, θα μου πείνασες λιγάκι, πάμε… κρύο κάνει. Έχουμε λίγο χταπόδι… και ψωμί… και το τυρί θα το φυλάξουμε για τη γιορτή μεθαύριο… πάμε!
Δάκρυσαν οι γυναίκες και τραβήχτηκαν ήσυχα…
Την παραμονή λησμονήσανε τη Λασκαρού, δοσμένες στις δουλειές και τις ετοιμασίες του σπιτιού τους. Το πρωί όμως τη θυμήθηκε η Αμέρσα. Μπήκε σαν κλέφτρα πρώτη φορά, ύστερ’ από χρόνια, στο περιβόλι και πήγε κι άφησε στην πόρτα της ένα κομμάτι ψωμί και τόλμησε κι ένα κοψίδι ψητό κρέας.
Μα ολημέρα, Χριστούγεννα, η Μορφούλα ανήσυχη θρηνούσε απόξω από το σπίτι. Τ’ απομεινάρια του φαγιού ήταν εκεί, σημάδι πως τά ‘χε φάει η γάτα. Τότε ανησύχησε η Αμέρσα. Κάλεσε την Κατερινιώ κι άλλες γειτόνισσες κι αποφασίσανε και χτυπήσανε στης Λασκαρούς την πόρτα. Όμως κανένας δεν τους αποκρίθηκε.

* Ο Γιάννης Βλαχογιάννης (1867-1945) γεννήθηκε στη Ναύπακτο. Ο πατέρας του Οδυσσέας Βλάχος καταγόταν από γενιά αγωνιστών της Ρούμελης και η μητέρα του Αναστασία Γκιώνη από το Σούλι. Είχε τρεις αδερφούς και τέσσερις αδερφές. Οι αναμνήσεις του 1821 διατηρήθηκαν ζωντανές στη μνήμη του και διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό την προσωπικότητά του. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στη Ναύπακτο και για τα γυμνασιακά μαθήματα ταξίδεψε στη Ζάκυνθο, την Κόρινθο και την Πάτρα. Το 1886 γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών στο τμήμα Φιλολογίας. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του (τις οποίες δεν ολοκλήρωσε), εργαζόταν ως οικοδιδάσκαλος και ως διορθωτής στην Εφημερίδα του Κορομηλά. Αργότερα έγινε συντάκτης στην Εστία, ενώ παράλληλα με την οικονομική συνδρομή ομογενών (μεταξύ άλλων και του Εμμανουήλ Μπενάκη) περισυνέλεξε τεράστιο σε όγκο αρχειακό υλικό του 19ου αιώνα κυρίως σχετικό με τον Αγώνα και κατόρθωσε να εκδώσει ένα μέρος του (όπως τα αρχεία του Μακρυγιάννη, του Κασομούλη και του Σπυρομήλιου, το Χιακό αρχείο, το Αθηναϊκό αρχείο και τη βιογραφία του Καραϊσκάκη). Στην ολοκλήρωση της αρχειακής του έρευνας ο Βλαχογιάννης αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του και ταξίδεψε στην Αλεξάνδρεια και το Λονδίνο. Η εργασία του υπήρξε εξαιρετικά συστηματική και συνέβαλε αποφασιστικά στην καταγραφή της ελληνικής ιστορίας του περασμένου αιώνα. Το 1914 με δική του εισήγηση ιδρύθηκαν από τον Βενιζέλο τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, όπου διετέλεσε και πρώτος διευθυντής ως το 1937. Πέθανε το 1945 στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Η πρώτη του εμφάνιση στο χώρο της λογοτεχνίας τοποθετείται στα 1893 με το διήγημα Ο ξενιτεμένος και με τις Ιστορίες του Γιάννου Επαχτίτη, συλλογή τριών ηθογραφικών διηγημάτων γραμμένων στη δημοτική. Έγινε γρήγορα δημοφιλής στους λογοτεχνικούς κύκλους και επαινέθηκε από τον Κωστή Παλαμά. Συνεργάστηκε με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά (όπως τα Τέχνη, Ηγησώ, Μούσα), εφημερίδες (όπως οι Εστία, Αστραπή, Εφημερίς) και ημερολόγια της εποχής του. Οι οικονομικές δυσκολίες που τον συνόδευαν σ’ όλη τη ζωή του δεν του επέτρεψαν να εκδώσει παρά ένα μικρό μέρος του συνολικού έργου του. Εξέδωσε το περιοδικό Προπύλαια (έξι τεύχη από το 1901 ως το 1908), όπου δημοσίευσε ποιήματα, πεζογραφήματα και ιστορικές μελέτες. Με την ευκαιρία του εορτασμού των εκατό χρόνων από την ελληνική Ανεξαρτησία εξέδωσε με δικά του έξοδα τις συλλογές διηγημάτων Τα μεγάλα χρόνια (1930, πρώτη δημοσίευση του 1914) και Τα παλικάρια τα παλιά (1931). Στο σύνολο των γραπτών του περιλαμβάνονται ποιήματα, πεζογραφήματα, ιστορικές μελέτες, κριτικά δοκίμια, άρθρα, ακόμη και ένα μονόπρακτο έργο για το θέατρο (Χήρα μάνα). Ως λογοτέχνης είναι γνωστός κυρίως για την πεζογραφική παραγωγή του. Ο Βλαχογιάννης επιχείρησε να συνδυάσει ιστορικά (ηρωικής θεματικής) και ηθογραφικά στοιχεία με βασικό στόχο του να συμβάλει στον ορισμό της νεοελληνικής ταυτότητας και στην ψυχολογική σύνδεση των νεοελλήνων με το παρελθόν τους. Ιδιαίτερης σημασίας είναι επίσης οι ψυχογραφικές και συμβολικές διαστάσεις των έργων του. Γλώσσα των γραπτών του είναι η δημοτική την οποία υιοθέτησε εξαρχής, ακόμη και στις ιστορικές μελέτες του, δε συμμετείχε όμως στις γλωσσικές διαμάχες της εποχής του. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Γιάννη Βλαχογιάννη βλ. Παπακώστας Άγγελος, «Βλαχογιάννης Γιάννης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 4. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Πίστας Π.Σ., «Βλαχογιάννης Γιάννης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 2. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984 και Σταυροπούλου Έρη, «Γιάννης Βλαχογιάννης», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Η΄ (1880-1900), σ.342-344. Αθήνα, Σοκόλης, 1997.

(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

eirini aivaliwtou«Της φτώχειας τα στερνά», διήγημα του Γιάννη Βλαχογιάννη
Περισσότερα

Σοφία Ζαραμπούκα, «Ο ωραίος Δαρείος»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Όποιος τον έβλεπε να κάθεται και να καμαρώνει στο παράθυρο έσκαγε απ’ τη ζήλια του.

Ήταν λεπτός με πράσινα μάτια, γκρίζος, γυαλιστερός, με κόκκινο λουράκι.

Αμίλητος, πίσω απ’ το τζάμι, καμιά φορά ακίνητος για ώρες, έμοιαζε ψεύτικος.

Ζούσε με το αφεντικό του, τον κύριο Τίτο, που ήταν διαιτολόγος – μουσικολόγος.

Ήξερε δηλαδή όλες τις τροφές και τι πρέπει να τρώει ο καθένας, και όλες τις μουσικές και τα όργανα.

Κάθε πρωί ο Δαρείος και ο διαιτολόγος Τίτος τρώγανε το ίδιο πρωινό.

Ένα αυγό, πορτοκαλάδα, γάλα και ψωμί με μέλι.

Ο Δαρείος τηγανητό.

Ο Τίτος βραστό.

Ο Δαρείος γάλα.

Ο Τίτος πορτοκαλάδα.

Ψωμί με μέλι και οι δύο.

Ο Δαρείος βλέπει τηλεόραση μόνο αν έχει Μίκυ Μάους. Αλλιώς, ξαπλώνει στον καναπέ και διαβάζει Μίκυ Μάους. Καμιά φορά ανεβαίνει στο πρεβάζι του παράθυρου και χαζεύει έξω τη νυχτερινή ζωή των άλλων γάτων. Εκεί, γύρω απ’ τις σακούλες με τα σκουπίδια, είναι όλοι μαζεμένοι. Ένας γάτος έχει βρει κάτι καλό κι ο άλλος τον κυνηγάει. Ένας μικρούλης τρώει τσιπς και ένας ψωριάρης βρήκε μια πάστα μισοφαγωμένη. «Αυτή είναι ζωή», λέει μέσα του ο Δαρείος, «γεμάτη περιπέτειες…».

Από βδομάδα, δηλαδή τη Δευτέρα που μας έρχεται, ο Τίτος πάει ταξίδι.

Ο Δαρείος θα μείνει μόνος του εφτά μέρες.

– Σου έχω αφήσει φαγητό, αλλά μην ξεχνάς κάθε μέρα τη σαλάτα, είπε, τον χάιδεψε, πήρε το λαγούτο του κι έφυγε.

Εκείνο το πρώτο βράδυ της Δευτέρας, χωρίς καθόλου να διστάσει, ο Δαρείος αποφάσισε να φάει έξω!

– Τι ωραία η ζωή του δρόμου…

Τρία μερόνυχτα έμεινε έξω ο Δαρείος.

Γνωρίστηκε με τον περιπτερά κι έφαγε γαριδάκια και σοκολάτες με την καρδιά του.

Κοιμήθηκε κάτω απ’ τα σταματημένα αυτοκίνητα και η γούνα του γέμισε λάδια.

Είχε μπροστά του κάμποσες μέρες μέχρι να γυρίσει ο Τίτος. Έφαγε ξανά μια πάστα, σκέτο πάχος από κρέας, μισό μπιφτέκι από κιμά, με σάλτσα από μπουκάλι, και μαγιονέζα με αυγά κι ένα σωρό τηγανητά.

Νόμιζε ότι θα σκάσει. Στομάχιασε.

«Ώρα να συμμαζευτώ», σκέφτηκε ο Δαρείος. «Δεν αισθάνομαι καλά».

Αποχαιρέτησε την παρέα και πήγε να μπει στο σπίτι του από την τρύπα της κουζίνας. Αδύνατον. Έβαλε το κεφάλι, αλλά δεν περνούσε η κοιλιά. Ο Δαρείος είχε γίνει διπλός από την τρύπα.

«Τώρα τι θα γίνει; Πρέπει να κάνω δίαιτα μερικές μέρες, αλλιώς θα ’ρθει ο Τίτος και θα είμαι ακόμα έξω».

Αλλά στο δρόμο δεν έχει καλό φαΐ: ψάρι, κρέας και σαλάτα, όσπρια, λαχανικά και φρούτα, γάλα, γιαούρτι και τυρί, και από λίγο όλα. Έξω τρως ό,τι σου τύχει. «Θα φάω σκουπίδια, τι να κάνω, αλλά θα πάω στο γυμναστήριο», σκέφτηκε.

Κάθε μέρα γυμναζότανε δύο ώρες, αλλά τίποτα. Έμενε το ίδιο χοντρός. Ώσπου ένα βράδυ είδε φως στο παράθυρο του σπιτιού του.

Πήγε από κάτω και νιαούριζε να τον ακούσει ο Τίτος. Άδικα ξελαιμιαζότανε.

Μέσα ακούγαν μουσική και τρώγαν μαριδίτσα.

Να πάρει η ευχή, ήταν και Τρίτη, που έχουμε ψάρι. Ας ήταν και σκέτη σαλάτα, ας ήταν μπάμιες με κοτόπουλο, αλλά ας του άνοιγε…

Ο Δαρείος κοιμήθηκε στο χαλάκι της εισόδου περιμένοντας.

Το πρωί, βγαίνοντας, παρά λίγο να τον πατήσει ο Τίτος.

– Πού ήσουνα; Πώς έχεις γίνει έτσι; Έλα, μπρος, πάμε στο φούρνο.

– Δεν αντέχω, δεν μπορώ. Πρώτα θέλω το αυγό μου, γάλα και ψωμί με μέλι.

– Γάλα και ψωμί με μέλι; Εσύ πρέπει να τρως μόνο σαλάτα για να βρεις την παλιά σου φόρμα. Σε έχει πάρει η κάτω βόλτα. Πού ’ναι η ωραία γούνα; Πού ’ναι η κομψή σου μέση; Τι θα κάνουμε με εσένα;

– Θα χορεύω, είπε ο Δαρείος, θα χορεύω κάθε βράδυ, και θα τρώω πρώτα σαλάτα και μετά λίγο κρέας, ψάρι, όσπρια και χόρτα, όλα τα λαχανικά και φρούτα, γάλα, γιαούρτι και τυρί. Ε, κι αν πας πάλι ταξίδι, μπορεί μια τόση δα μικρούλα σοκολάτα…

eirini aivaliwtouΣοφία Ζαραμπούκα, «Ο ωραίος Δαρείος»
Περισσότερα

Ο μανδαρίνος και ο γάτος

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας μανδαρίνος που είχε έναν γάτο παχουλό και καλοταϊσμένο, τον οποίο αγαπούσε πολύ. Ήταν τόσο περήφανος για το εξαιρετικά όμορφο και δυνατό ζώο του, που το ονόμασε «Ουρανό».
Όμως μια μέρα ένας φίλος του τού λέει:
– Επίτρεψέ μου να παρατηρήσω ότι υπάρχει κάτι πιο ισχυρό από τον ουρανό. Είναι τα σύννεφα, αφού μπορούν να κρύψουν τον ουρανό.
– Έχεις δίκιο, απάντησε ο μανδαρίνος και σ’ ευχαριστώ. Από δω και πέρα θα φωνάζω τον υπέροχο γάτο μου «Σύννεφο».
Λίγο καιρό αργότερα ένας άλλος μανδαρίνος πήγε στο σπίτι του για να πιουν τσάι.
– Τι, ρώτησε έκπληκτος, φωνάζετε «Σύννεφο» αυτό το εξαίσιο ζώο; Αφού υπάρχει κάτι πιο δυνατό από τα σύννεφα! Είναι ο άνεμος που τα διώχνει από μπροστά του.
Έτσι λοιπόν ο μανδαρίνος ονόμασε «Άνεμο» τον γάτο για τον οποίο ήταν τόσο περήφανος.
Δεν πέρασε μια εβδομάδα και ο δήμαρχος της πόλης, καλεσμένος στο σπίτι του μανδαρίνου, είδε τον γάτο…
– Με συγχωρείτε, αλλά νομίζω ότι τέτοιος γάτος δε θα έπρεπε να ονομάζεται «Άνεμος» αλλά «Ήλιος», γιατί ο ήλιος ζεσταίνει τα πάντα και νικά τον Άνεμο.
– Έχεις δίκιο, απάντησε ο μανδαρίνος. Στο εξής θα τον φωνάζω «Ήλιο».
Έπειτα από μέρες ο μανδαρίνος δέχτηκε την επίσκεψη ενός στρατιωτικού, ο οποίος μόλις έμαθε το όνομα του γάτου, του είπε:
– Δεν συμφωνώ με την επιλογή σου. Τόσο όμορφο και δυνατό ζώο θα έπρεπε να ονομάζεται «Πόλεμος» γιατί αυτός είναι ο πιο δυνατός απ’ όλα. Ο πόλεμος μπορεί να κάνει ακόμα και το φως του ήλιου να χαθεί μπροστά στις λάμψεις των όπλων.
Ο μανδαρίνος συμφώνησε με βαριά καρδιά. Ήξερε όμως κατά βάθος πως ο στρατιωτικός είχε δίκιο. Ώσπου μια μέρα ο γιος του γείτονά του άκουσε πώς φωνάζε το γάτο του και του λέει:
– Κύριε, μου κάνει εντύπωση πώς μπορέσατε να δώσετε τέτοιο όνομα στο γάτο σας, που είναι τόσο όμορφος και ξεχωριστός.
Ο μανδαρίνος του τα εξήγησε όλα και το παιδί συνέχισε:
– Κάνετε λάθος.Το πιο ταιριαστό όνομα γι’ αυτό το ζώο είναι «Φίλος», γιατί όλα μπορούμε να τα αντέξουμε και να τα ξεπεράσουμε στη ζωή, αν έχουμε πραγματικούς φίλους!
Ο μανδαρίνος συμφώνησε με χαρά κι από τότε ο γάτος βρήκε το όνομα που του ταίριαζε.

eirini aivaliwtouΟ μανδαρίνος και ο γάτος
Περισσότερα