Guest Friends

Ημίφως

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Της Μαρίας Γεωργαντά

Η βόλτα καθιερωμένη εντελώς, πάντα αυτή την ώρα που ο ήλιος δίνει σκυτάλη στο φεγγάρι και ο ουρανός ακροβατεί στις αποχρώσεις και των δύο. Η διαδρομή η ίδια από το σπίτι στο γραφικό bistrot της γειτονιάς με τη μυρωδιά του γιασεμιού σε κάθε βήμα σαν να θέλει, να εξωραΐσει τη συνήθεια σε ευλάβεια -ίσως, ό,τι έχει θέση στο χρόνο, να μην είναι μια συνήθεια απλώς. Φτάνοντας, όλα είναι στη θέση τους. Τα χαμογελαστά πρόσωπα των υπαλλήλων -σχεδόν οικεία πια- το ζεστό περιβάλλον με τα χρωματιστά τραπέζια και τα κεράκια, η απαλή μουσική μιας ρετρό εποχής, και άνθρωποι απομονωμένοι γύρω σε παρέες ή χωρίς- όλα στη θέση τους.

«Τσάι μήλου με κανέλα, αγαπητή μας δεσποινίς;» ο γνωστός τύπος -κάποιοι τον λένε «ατραξιόν του μαγαζιού»- με το τριαντάφυλλο tattoo στο ξυρισμένο κεφάλι του, το βελούδινο μπορντό γιλέκο του και με όλα τα χαρακτηριστικά του τραβηγμένα από το γέλιο -σαν να μην καταδέχεται άλλη έκφραση, να δεσπόσει στο πρόσωπό του- στεκόταν στο τραπέζι μου. «Ακριβώς! Ευχαριστώ πολύ!» χαμογέλασα στον Κομπέρ της καθημερινότητάς μου. Βγάζοντας τα μπεζ χαρτιά από τη τσάντα μου, συνειδητοποίησα ότι ήμουν έτοιμη για το τελευταίο βήμα. Πάει καιρός, που το βασανίζω μέσα μου- αν δεν το κάνω τώρα, δεν θα το κάνω ποτέ. «Ορίστε, αγαπητή! Με έξτρα ξυλάκι κανέλας! Επιτρέψτε μου την προσθήκη! Νιώθω, ότι το έχετε ανάγκη απόψε!» διέκοψε τις σκέψεις μου ο Κομπέρ, αφήνοντας το αχνιστό τσάι μπροστά μου, με το κορμί του να λικνίζεται διακριτικά στους ρυθμούς μιας jazz μελωδίας. «Εκτός και αν θέλετε ευγενικά, να βάλετε φρένο στην προβλεψιμότητά μου!» είπα με μια διάθεση αυτοσαρκασμού – κατά βάθος, ήθελα, να ξορκίσω όλα τα «αναμενόμενα» της ζωής μου. «Κανένας άνθρωπος δεν είναι προβλέψιμος, αγαπητή! Καλή απόλαυση!» μου ψιθύρισε ο Κομπέρ και με ένα κλείσιμο του ματιού ξεμάκραινε, για να επιστρέψει στη θέση του, σαν να ήταν ώρα η αυλαία να ανοίξει. Πίνοντας την πρώτη γουλιά από το τσάι μου, με συνεπήρε η μυρωδιά της κανέλας και κατά έναν περίεργο τρόπο με γέμισε αυτοπεποίθηση μπροστά στο άψυχο χαρτί, που σε λίγο θα «κλείδωνε» τις λέξεις μου. Πρώτη φορά δεν ήξερα πώς να ξεκινήσω, το στυλό τρεμόπαιζε αμήχανο ανάμεσα στα δάχτυλά μου. Ξαφνικά ακούγεται το «Sous le ciel de Paris» στην ορχηστρική εκδοχή του και όλα αναβάλλονται για λίγο με ένα κλείσιμο των βλεφάρων – αποφεύγω, είναι φανερό. «Ημίφως! Εδώ έχετε εξαιρετικό ημίφως!» μια μπάσα φωνή γεμάτη ενθουσιασμό με γείωσε στην πραγματικότητα. Στο γωνιακό τραπέζι δίπλα μου ετοιμαζόταν να καθίσει ένας ψηλόλιγνος άνδρας, βγάζοντας την καμπαρντίνα του με κινήσεις ταχυδακτυλουργού. «Θα μου φέρετε και ένα ποτήρι ζεστό κόκκινο κρασί και θα είμαι ευχαριστημένος!» είπε και κάθισε, αφήνοντας το καπέλο στο κεφάλι του -σαν να μην ήθελε, να αποκαλυφθεί αμέσως. «Άλλος ένας επιτηδευμένα μυστηριώδης τύπος!» σκέφτηκα μέσα μου, προσπαθώντας να ξεχάσω το «ημίφως», που με εντυπωσίασε και να αφοσιωθώ σε αυτό, που με περίμενε. Ακόμα μια γουλιά τσάι, αλλά οι λέξεις δεν ακολουθούν – γράφω, σβήνω μανιωδώς! «Μυστικά, δεσποινίς;» η φωνή με το «ημίφως» με διαπέρασε, όμως δεν έβγαλα μιλιά – ελπίζοντας ότι η σιωπή μου θα τον επηρεάσει. «Μόνο τα μυστικά έχουν τέτοια ένταση! Ένα είναι ή πολλά;» η επιμονή του με έκανε να στρέψω το βλέμμα μου πάνω του. Ίσα που σκιαγράφονταν τα χαρακτηριστικά του κάτω από το καπέλο, με το γαλάζιο των ματιών του και μια «διακριτική» γενειάδα, να κυριαρχούν. «Δεν είναι μυστικά, εξομολογήσεις είναι! Είστε πάντα τόσο αδιάκριτος, κύριε;» η ενόχλησή μου εκτονώθηκε στο μουντζουρωμένο χαρτί, που μόλις έγινε μπάλα στα χέρια μου.

Το ηχηρό γέλιο εκείνου με αιφνιδίασε «Πλάκα έχετε, δεσποινίς!» και η ειρωνεία ξεχείλιζε από παντού – ο ειρμός μου είχε χαθεί τώρα για τα καλά! «Ξέρετε, δεσποινίς, τα μυστικά είναι «εν δυνάμει’» εξομολογήσεις! Τα κρυφά εξομολογούνται πάντα, τα φανερά φλυαρούν!» είπε, πίνοντας μια γουλιά από το ζεστό κόκκινο κρασί του σαν να μεταλάμβανε Θεία Κοινωνία. «Πλάκα έχετε, κύριε!» προσπάθησα απέλπιδα, να τον μιμηθώ, για να μην του αφεθώ- πώς γίνεται, να μου περνάει από το μυαλό, να του αφεθώ; «Μιλάτε για κρυφά, που εξομολογούνται, ενώ εσείς προτιμάτε, να είστε στο ημίφως!» είχα κερδίσει το μειδίαμά του και μαζί με αυτό και τον χαμένο -προς στιγμήν- αυτοέλεγχό μου. «Στο ημίφως στέκονται οι δειλοί!» συμπλήρωσα, παίρνοντας τη ρεβάνς – δεν θα του αφεθώ!

Εκείνος απτόητος και με την μπάσα φωνή του γεμάτη σιγουριά αποκρίθηκε «Ενώ στο σκοτάδι και στο φως;». Με ρωτούσε σαν να μου έστηνε παγίδα, οφείλω, να φανώ αγέρωχη «Μόνο φως υπάρχει! Και εκεί στέκονται οι γενναίοι! Το σκοτάδι είναι επιλογή και τώρα δεν μιλάμε για επιλογές!» – υπερβολικός ο στόμφος μου, το ξέρω, αλλά έτσι έχω τα ηνία. Τώρα μειδιάζω εγώ. Η σιωπή του με ξάφνιασε, ήχησε σαν κρότος στα αυτιά μου – πόση αίσθηση κάνουν τα ανέλπιστα! Ξαναγύρισα ανακουφισμένη στα γραπτά μου – μάλλον σε αυτά που φιλοδοξώ, να γίνουν τα άδεια μπεζ φύλλα στο τραπέζι μου. Επικεντρώνομαι εκεί, νιώθοντας όμως το βλέμμα του να ακουμπάει σε κάθε ίνα του κορμιού μου σαν ακτίνες λέιζερ, που κέντρο έχουν τα μύχια του νου και της ψυχής μου – όχι, δεν θα αφεθώ! Από αμηχανία αρχίζω, να γράφω, σαν κάποιος άλλος να μου υπαγορεύει – με εκείνον να διασκεδάζει σίγουρα αυτή την αλλόκοτη «κυριαρχία» του πάνω μου. «Εξομολογήσεις, λοιπόν, δεσποινίς;» μοιάζει σαν το παιχνίδι, να γυρνάει στην αρχή του «Και γιατί επιλέγετε, να τις γράφετε στο χαρτί, αν επιτρέπεται;». Χαμογέλασα σαν μαθήτρια, που ξέρει τη σωστή απάντηση. «Scripta manent» του λέω, τραβώντας γραμμή σε όσα είχα ήδη γράψει – θα με περνούσε ή για εξαιρετικά «ευφυή» ή για «παρανοϊκή»! Τώρα σίγουρα δεν ενδιαφέρεται και ο ίδιος, να του αφεθώ! Τον παρακολουθώ με την άκρη του ματιού μου, να «βυθίζει» το γαλάζιο των ματιών του στο κόκκινο κρασί – έτσι να «βαθαίνει», όταν ερωτεύεται, άραγε; Άκυρη σκέψη, σταμάτα! «Τώρα με απογοητεύετε, δεσποινίς! Αυτά τα λένε οι δειλοί! Τα γραπτά όσο και να μένουν, δεν ζωντανεύουν!» και πίνοντας και άλλο κρασί, αιφνιδιάζοντάς με προτού προλάβω, να πάρω ανάσα καν «Λογικό βέβαια! Αφού στέκεστε στο φως! Θέλετε, να έρθετε στο ημίφως;» τώρα τα γαλάζια μάτια του «καρφώνονται» επίτηδες στα δικά μου – θέλει, να κερδίσει, μοιάζει αδιαπραγμάτευτο! «Με καλείτε στο τραπέζι σας;» μαζί με την ερώτησή μου «έσκασαν» και όλες οι πιθανές δικαιολογίες στο μυαλό μου, που θα έλεγα, για να αντισταθώ – μα γιατί ανησυχώ τόσο; Εκείνος, κάνοντας ένα νεύμα, να του φέρουν ένα δεύτερο ποτήρι ζεστό κόκκινο κρασί, με «καρφώνει» ξανά «Σας βοηθάω! Στην εξομολόγησή σας! Βλέπετε, στο φως φαίνεται η επιφάνεια! Το εκτυφλωτικό αποπροσανατολίζει! Δεν ξέρω πόση γενναιότητα έχει! Εσείς τώρα είστε στο φως, σας κοιτάζω και βλέπω ό,τι σας περιβάλλει – δεν μπορώ, να εστιάσω πουθενά, πόσω μάλλον στα ενδότερα!» τον κοιτούσα έτσι, δίνοντάς του την ώθηση, να συνεχίσει «Εγώ είμαι εδώ, στο ημίφως! Κοιτάξτε με! Μπορείτε, να επικεντρωθείτε σε σημεία πάνω μου, να δείτε τις γοητείες και τις ατέλειές μου! Το φως είναι τόσο όσο δεν ενοχλείται η αλήθεια – δεν γίνεται πλάνη! Η γενναιότητα κρύβεται στην αλήθεια! Τι επιδιώκετε με τις εξομολογήσεις σας στο χαρτί;» η ερώτησή του γύρευε απάντηση, έπρεπε να απαντήσω – όσο και αν με είχε συνεπάρει «Αποσκοπώ στο να μάθει! Να γνωρίσει, να ξέρει! Να με θυμάται, να κερδίσω!» και εκείνος χτυπώντας τα δάχτυλά του στο τραπέζι ρυθμικά «Α, είναι θέμα υστεροφημίας, λοιπόν; Να σε θυμάται δοξαστικά; Καλά, κάθεσαι στο φως τότε! Ταιριάζει στην αλαζονεία!». Αφήνοντας το τσάι μου κάτω και βάζοντας τα πράγματά μου στην τσάντα, φανερά ενοχλημένη «Σας ευχαριστώ για το μάθημα, Αλαζονικέ κύριε!» και αποφασίζοντας, να τον κοιτάξω εγώ κατάματα αυτή τη φορά «Είναι θέμα έρωτα, να ξέρετε! Αν ξέρετε δηλαδή…». Εκείνος πιάνοντας μου το χέρι σε μια κίνηση ματ, με καθήλωσε «Δεν χρειάζονται γραπτά στον έρωτα! Η καρδιά είναι το χαρτί! Δίνει φως εκείνη, δεν θέλουν προβολείς τα συναισθήματα!». Το χέρι μου «γλύκανε» σε χειραψία, με εκείνον να χαμογελάει συνωμοτικά, λέγοντάς μου «Τώρα ξέρετε..». Τα δάχτυλά μας είχαν μπλεχτεί μεταξύ τους σφιχτά, σαν να προσπαθούσαν, να «ξεκλειδώσουν» κρυφές σκέψεις, πόθους, μυστικά. Με το άλλο μου χέρι -ελεύθερο από τη «δυναστεία» του, καθώς είναι- βγάζω το στυλό από την τσάντα μου και χωρίς να τον κοιτάξω -τα βλέμματα είναι ανασταλτικά στις μοιραίες αποφάσεις- γράφω στη χαρτοπετσέτα του το όνομα και το τηλέφωνό μου. Το «Sous le ciel de Paris» πλημμυρίζει ξανά το χώρο, μου αρκεί, να το πάρω ως «σημάδι» για την τελευταία μου ατάκα- τώρα που μοιάζουν όλα με σεκάνς κινηματογραφικής ταινίας, τώρα είναι η ώρα! Αφήνω το χέρι μου, να «απασφαλιστεί» από το δικό του και σηκώνοντας τη χαρτοπετσέτα με τα στοιχεία μου αποφασιστικά μπροστά του, παίρνω ανάσα και «ΖΩΝΤΑΝΕΨΕ ΤΟ!» του λέω «στο ΗΜΙΦΩΣ!». Αφήνοντάς τον πίσω μου και αποχαιρετώντας τον Κομπέρ μου, που μου έδειχνε το ζωγραφισμένο τριαντάφυλλο στο κεφάλι του, στέλνοντάς μου φιλί από μακριά, νιώθω ήδη μέσα μου, πως κάτι έχει αλλάξει… Πως έπειτα από μια νύχτα στο «ημίφως» τίποτα δεν θα είναι το ίδιο…

  • Φωτογραφία: Saint-Germain-des-Prés, Paris, 1952, photo by Ed van der Elsken
eirini aivaliwtouΗμίφως
Περισσότερα

Εκείνος και εκείνη – Μαρία Νάστου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Γράφει η Μαρία Νάστου

 

Εκείνος την αγαπούσε παράφορα.
Εκείνη μια μέρα έφυγε, χωρίς να γυρίσει πίσω.
Εκείνος ακόμη τη θυμάται.
Εκείνη πλέον ούτε που τον αναγνωρίζει.
Εκείνος προσπάθησε με κάθε τρόπο να την κρατήσει κοντά του.
Η αγάπη του, όμως, δεν ήταν αρκετή, για τη φέρει πίσω.

Εκείνη μια μέρα θα μετανιώσει, μα η πόρτα πίσω της θα έχει κλείσει, για πάντα.
Εκείνος μια μέρα θα λυτρωθεί και θα ζήσει ελεύθερος από τις αναμνήσεις και τον πόνο.
Εκείνη θα αργοσβήνει μέσα στις τύψεις και δεν θα αγαπά κανέναν.
Εκείνος έχει ανάγκη από στοργή και αγκαλιές.
Εκείνη νιώθει το οξυγόνο της να τελειώνει και όλα γύρω της να σβήνουν.
Εκείνος την αγαπά και την περιμένει πάντα.
Αν ποτέ συναντήσεις κάποιον σαν Εκείνο, να του δώσεις όση περισσότερη αγάπη και στοργή μπορείς, ακόμη και αν σου φανεί απόμακρος και ψυχρός, θα του αξίζει.
Αν ποτέ συναντήσεις κάποια σαν Εκείνη, μην τη μαλώσεις, μην της φωνάξεις, έμαθε το λάθος της και το πληρώνει με τη μοναξιά της.
Τη μέρα που οι άνθρωποι θα μάθουν να δίνουν αγάπη ο ένας στον άλλο, τότε οι δυο τους θα ενωθούν και θα ζήσουν μαζί ευτυχισμένοι για πάντα.
Ως τότε αγάπη μου, μην πάψεις να ελπίζεις…

vas_catisΕκείνος και εκείνη – Μαρία Νάστου
Περισσότερα

«Μέρες βροχής και απουσίας» της Μαρίας Νάστου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Πέρασαν κιόλας έξι μήνες, από τη μέρα που έφυγες. Έξι μήνες ακριβώς! Ούτε δευτερόλεπτο παραπάνω!
Όλο αυτό το διάστημα, μου τηλεφωνούν γνωστοί και φίλοι, για να δουν πώς είμαι, τι μου συμβαίνει;

Τους απαντώ δειλά και τρομαγμένα: Εδώ έχουμε βροχή και απουσία…
Ακόμη και ο καιρός αρνείται να αφήσει τον ήλιο να φανεί, ώσπου πάλι να γυρίσεις.
Κι εγώ πάντα θα σε ρωτώ, σαν μικρό παιδί, γεμάτο απορίες:
Θα γυρίσεις;
Εάν πρόκειται να γυρίσεις θα βγω να περπατήσω στη βροχή από χαρά, που θα έρθεις, εάν όμως δεν φανείς ποτέ ξανά, θα ήθελα να το ξέρω, για να μάθω πια κι εγώ να ζω στη λήθη. Να μην κοιτάζω από το παράθυρο, για να σε δω να έρχεσαι ξανά, διασχίζοντας τον κήπο.
Ξέρω σου ζητώ πολλά, πιο πολλά από όσα μπορείς, γιατί οι σκιές δεν επιστρέφουν…
Έτσι εγώ θα ζω στη βροχή και θα με πνίγει η απουσία σου.

 

Μαρία Νάστου

 

Photo: Josef Sudek

vas_catis«Μέρες βροχής και απουσίας» της Μαρίας Νάστου
Περισσότερα

Ποτέ και Πάντα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Μαρισόφης Αργυροπούλου

 

Δεν μπορώ να αγαπώ κάτι που δε γίνεται να το αγκαλιάζω.
Για μένα η αγκαλιά είναι λύτρωση. Λύτρωση από τα πάθη, τα λάθη, τα μίση, τη φυγή. Κουρνιάζω ανάμεσα στα χέρια σου κι αγγίζω μια ψυχή.
Έσπρωξα τη θάλασσα, την έσπρωξα, την έσπρωξα… όσο μπορούσα την έσπρωξα. Για να βρεθώ κοντά στο ποτέ σου και στο δικό μου πάντα αψήφησα κάθε εμπόδιο, μεγάλο και μικρό, φόβους των άλλων, φόβους δικούς μου, μεγάλους φόβους.
Άρχισαν να πετούν πεταλούδες… απεγκλωβίστηκαν κι αυτές που είχαν φυλακιστεί ανάμεσα στα θέλω και στα πρέπει μιας κοινωνίας φτηνής και σοβαροφανής.

Παραμονή του έρωτα αντίκρισα τα μάτια σου.
Ανήμερα σε ερωτεύτηκα και επετειακά λογάριασα τα λόγια σου για λόγια.
Ας ήταν να μην έγινε ποτέ. Ας ήταν ένα όνειρο γλυκό, μια ζεστή αγκαλιά φερμένη από αγγέλους…
Τουλάχιστον θα ήμουν ευτυχής.
Και τώρα που, να, καθώς γνωρίζεις θα ήθελα να κάνω ένα ταξίδι… εκείνο το ταξίδι…
σου είχα μιλήσει, θυμάσαι;
Με είχες πάει μια φορά σ’ ένα παγκάκι καταμεσής τους δάσους και μου εξιστορούσες τα όνειρα που δεν κατάφερες να ζήσεις.
»Είσαι μικρός», σου έλεγα, »έχεις χρόνια μπροστά σου». Με κοιτούσες γλυκά και χαμογελαστά »δεν έχω γλυκιά μου Ίριδα»…
Αλήθεια για πες μου, μυρίστηκες τον θάνατο;
Γιατί μονάχα τον δικό σου;
Εγώ ακόμη και τώρα θα έβαζα πλώρη για το χυμό του έρωτά σου.
Θα υπέμενα τα πάνδεινα για το δικό σου λίγο.
Λείπεις από παντού, μα πιο πολύ απ’ τους χειμώνες μου.
Τους χειμώνες που η βροχή σαπίζει κάθε ζωντανό μου κύτταρο.
Τις προάλλες σταμάτησα στο περίπτερό μας και ζήτησα AprilScott. Δεν ήξεραν τι είναι, δεν είχαν, έχουν πάψει εδώ και χρόνια να έχουν απ’ αυτό – είπαν…
Χρόνια; Μα σαν χθες…
Άλλαξε ο ιδιοκτήτης, άλλαξαν οι παραγγελίες, τα γούστα, τα θέλω, οι άνθρωποι…
Μόνο εσύ… –ήθελα να πω μόνο εγώ παραμένω στάσιμη. Ή σταθερή. Όπως θες πες το.
Με σένα όλα ήταν αλλιώς…
Τα χάδια μου πια τα μέτρησα ένα ένα να στα δώσω. Μετρούσα κι έδινα, έδινα και ξαναμετρούσα. Και ποτέ δε σου ζήλεψα τίποτα. Και ποτέ δε μετάνιωσα για κάτι σου. Ποτέ δε μέθυσα τόσο που να μην ξέρω τι σου δίνω.

vas_catisΠοτέ και Πάντα
Περισσότερα

Ντόμινο Τυφλών Σωμάτων

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Γράφει η Μαρία Γεωργαντά

John Keats, ο ποιητής«Now, the reason why I do not feel at the present moment so far from you is that I remember your ways and manners and actions; I know your manner of thinking, your manner of feeling : I know what shape your joy and sorrow would take, I know the manner of your walking, standing, sauntering, sitting down, laughing, punning, and every action so truly that you seem near to me. You will remember me in the same manner- and the more when I tell you that I shall read a passage of Shakespeare every Sunday at ten o’ clock- you read one at the same time and we shall be as near each other as blind bodies can be in the same room».
Επιστολή του Keats το 1818. Της την είχε δώσει γραμμένη με πένα σε ένα κίτρινο χαρτί. Έτσι «πρόσταζε» το εθιμοτυπικό του ενός χρόνου. Συμβολικά. Ουσιαστικά; «Ρομαντική κίνηση, σχεδόν Συναρπαστική!» είχε σκεφτεί τότε – το χαρτί φυλασσόταν στο χέρι της ακέραιο και απόλυτα προστατευμένο από την παραμικρή υπόνοια «ραγάδας». Και τα λόγια «ιερά» φυλαγμένα σαν κειμήλιο – τα διάβαζε κάθε μέρα την ίδια ακριβώς ώρα με την ίδια ακριβώς ένταση.
Τώρα το κίτρινο αυτό χαρτί είναι ταλαιπωρημένο – ίσα που διακρίνεται από τις πολλές τσακίσεις. Κάθε φορά, που πέφτει στα χέρια της, το διπλώνει ξανά και ξανά με τη μανία ενός εκκολαπτόμενου ταχυδακτυλουργού, ελπίζοντας πως το χαρτί θα εξαφανιστεί μαζί με τα «στοιχειωμένα» λόγια του. Η αποτυχία σε κάθε επανάληψη η ίδια – καλύτερη ή χειρότερη, αλλά η ίδια.
Τίποτα δεν την ενοχλούσε – η σκέψη, που «βάφτιζε» το συναίσθημα, είχε απενεργοποιηθεί πια. Τίποτα, εκτός από αυτή την τελευταία ατάκα της επιστολής- τι και αν ήταν του 1818; «We shall be as near each other as blind bodies can be in the same room». Κάθε φορά, που της ερχόταν στο μυαλό, παρακαλούσε, να μην αναγνωρίζεται καμία λέξη από τον εγκέφαλό της. «Θα είμαστε τόσο κοντά ο ένας στον άλλον σαν τυφλά σώματα στο ίδιο δωμάτιο». Τα γνώριζε καλά αυτά τα «τυφλά σώματα» – είχε υπάρξει και η ίδια. Σε στιγμές που πλησίαζε κάπου, αλλά δεν έφτανε τελικά. Σε στιγμές που άγγιζε, αλλά δεν ένιωθε. Σε στιγμές που κοίταζε, αλλά δεν έβλεπε. Ήξερε, ότι ένα «τυφλό σώμα» είναι αόρατο – γίνεται αόρατο – για να επιβιώσει στο σκοτάδι. Δεν αφήνει το φως των άλλων, να μπαίνει μέσα του. Στο «τυφλό σώμα» ο Εγωισμός είναι ο «κλειδούχος», πόσο «κοντά» να φτάσει και μέχρι πού; Δεν καίγεται η ψυχή!

Ναι, είχε δει «τυφλά σώματα», να πάλλονται στο κρεβάτι, αποκτώντας σάρκα για όσο διαρκεί η ηδονή. Και άλλα να επιπλέουν σε μανιασμένα κύματα με σωσίβια ή χωρίς – με ελπίδα ή χωρίς. Και κάποια να αιωρούνται στο κενό από «χτυπήματα», που δεν όρισαν, που δεν πρόλαβαν. Να εκτοξεύονται σαν πυροτεχνήματα σε μια μεριά του δρόμου – ίσα για να φανεί πόσο εύθραυστα είναι.
Fanny Brawne, η παραλήπτρια των επιστολώνΤα περισσότερα τα βλέπει ακόμα. Τα συναντάει γύρω της. Το καθένα κουβαλάει το δικό του σκοτάδι – άλλοτε λέγεται «ναρκισσισμός», άλλοτε «ατομικισμός», άλλοτε απλώς «Εγώ». Σαν φαντάσματα τριγυρνάνε όλα, περιμένοντας κάποιον – όποιον – να τους δώσει μορφή…

Και τώρα; Πολλά «τυφλά σώματα» έχουν μαζευτεί στο ίδιο δωμάτιο και δεν υπάρχει πουθενά οδηγός. «Πιστεύεις στο Θεό;» μια φωνή γεμίζει το κενό. «Φτάνει μόνο εγώ;» ακούγεται εκείνη με δισταγμό. «Δεν είσαι μόνη σου, αν κάνεις την αρχή» επιμένει η φωνή. «Αρχή; Ποια Αρχή; Ποιανού Αρχή; Στο Τέλος είμαστε!» απαντάει εκείνη, διπλώνοντας το κίτρινο χαρτί με τον Keats του 1818 στα 2, 4, 8. «Στο Τέλος είμαστε! Σκοτάδι!» επιμένει, αυτή τη φορά διπλώνοντας στα 12, 16, 20. «Καλό είναι και το σκοτάδι! Σβήνεις τα ίχνη σου μέσα του και ξαναπάς στην αρχή! Στην Αρχή είμαστε!» απαντάει η φωνή και συνεχίζει «Αντί να τσακίζεις ένα κίτρινο χαρτί με λόγια άηχα, γιατί δεν κινείς ένα ντόμινο σωμάτων;» τα χέρια εκείνης σταματούν για λίγο, αφήνοντας τον Keats να ανασάνει. «Είναι τυφλά, τι ντόμινο να γίνει; Δες τα! Πιστεύουν, ότι είναι ήδη κοντά και ας βρίσκονται καρδιές και καρδιές μακριά…» τώρα το χαρτί δεν έπαιρνε άλλο δίπλωμα, είχε σκληρύνει από τις τσακίσεις – σαν να κρατούσε άμυνα – και την πονούσε όσο το πίεζε. «Πιστεύεις στο Θεό;» η φωνή δεν παραδινόταν στη σιωπή. «Ναι, αλλά μόνη μου δεν αρκεί. Τόσα ‘τυφλά σώματα’ εδώ μέσα, κοίτα! Αποπνικτικά!» η παλάμη της είχε αρχίσει, να ιδρώνει από τις διπλώσεις του χαρτιού – ήταν σαν να πάλευε, να χωθεί στις γραμμές του χεριού της. «Όλα εξαρτώνται από το άπλωμα του χεριού- αν θα είναι για σφαλιάρα ή για χάδι, αν θα είναι για να σε τσακίσει ή για να σε αγαπήσει…» η φωνή επιστρέφει πιο μειλίχια από ποτέ «Ξεκίνα το ντόμινο! Ακούμπησε χωρίς να σπρώχνεις, σαν αεράκι!» εκείνη αφήνει το χαρτί πρώτη φορά, να πέσει από το χέρι της, χωρίς να τη νοιάζει πια. «Αγκαλιά μου ζητάς;» λέει στη φωνή. «Αγκαλιά! Όταν αγκαλιάζεται το σκοτάδι γίνεται Φως!» απαντά ξανά η φωνή και αίφνης εκείνη συνειδητοποιεί «Ένα ντόμινο αγκαλιάς που φέρνει φως!». Και η φωνή δεν ξανακούστηκε, ούτε και εκείνη. Μόνο κάποιοι κρότοι αγκαλιάς από σώματα ΖΩΝΤΑΝΑ…!

 

 

 

 

vas_catisΝτόμινο Τυφλών Σωμάτων
Περισσότερα

Είσαι Γυναίκα! Ανακάλυψε τις άπειρες δυνατότητές σου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Άρθρο της Ανδριανής Γκομώλη

 

Είναι η Πρωταγωνίστρια, η μεγάλη diva του θεάτρου! Είναι θιασάρχης! Και είναι ο ρόλος της ζωής της!

Όμως είναι αναγκασμένη να μοιραστεί το καμαρίνι της με τις οκτώ «συμπρωταγωνίστριές της».
Οκτώ «μικρούλες» που νομίζουν ότι μπορούν να την… επισκιάσουν. Που θέλουν να πάρουν τον ρόλο και τη θέση της.

Το σχέδιό τους είναι οργανωμένο προκειμένου όλες μαζί να την ακυρώσουν.

Κάθε βράδυ πριν από την παράσταση, τις ακούει να ψιθυρίζουν μεταξύ τους:
…τα χάλια της έχει σήμερα, έχει παχύνει, τι φοράει, πώς γέρασε έτσι…
…απορώ πώς δέχτηκε αυτό το ρόλο… δεν φοβάται τη σύγκριση;… Θα γελοιοποιηθεί!
Θα ξεχάσει τα λόγια της, θα αποτύχει!
…κι αν κάτι πάει στραβά, τι θα κάνει τότε, μπορεί αυτή να διαχειριστεί μια κρίση επί σκηνής;
…πάρτης το κραγιόν να ψάχνεται, κρύψε το φουλάρι να δούμε τι θα κάνει… Θα της τον φάω το ρόλο θα το δεις….
…μια ζωή τους ίδιους ρόλους παίζει, είναι στάσιμη, έχει τυποποιηθεί πια, δε βλέπω να ’χει και πολύ μέλλον…
…χαχαχα Επίδαυρο… χαχαχα σιγά μην παίξει ποτέ στην Επίδαυρο!
…είναι ανεπαρκής για το ρόλο, είναι ατάλαντη, είναι τρελή που παίζει ακόμα!
…άκουσα πως έχει τσακωθεί με όλους τους σκηνοθέτες και κανείς δε θέλει να συνεργαστεί μαζί της.

Μπίρι μπίρι μπίρι …συνεχώς και αδιαλείπτως και ενώ αυτή προσπαθεί να συγκεντρωθεί για να βγει στη σκηνή.
Αυτές τη γεμίζουν με το δηλητήριό τους! Και τις ακούει… και δε μιλάει… και ενώ ξέρει πως τίποτα απ’ όσα λένε δεν είναι αλήθεια… κοίτα να δεις που κάπου μέσα της, φτάνει μέχρι και να συμφωνήσει μαζί τους.

Θα ανεχόσουν εσύ ποτέ κάτι τέτοιο;
«Ποτέ! Θα τις είχα πετάξει έξω με τις κλωτσιές και θα προσλάμβανα καινούργιες…», ίσως θ’ απαντήσεις.

Χμ, ενδιαφέρον! Τότε γιατί επιτρέπεις σε όλες αυτές τις «φωνές» να μιλάνε μέσα στο κεφάλι σου κάθε φορά που πας να κάνεις κάτι καινούργιο, κάθε φορά που θες μια νέα αρχή, κάθε φορά που προσπαθείς για το καλύτερο, κάθε λεπτό, κάθε στιγμή;
Όλες αυτές τις σκέψεις που προσπαθούν να σε ελέγξουν, να σε καθοδηγήσουν, να σε ακινητοποιήσουν, να σε φοβίσουν, να σε θυμώσουν…

Ποιος κάνει κουμάντο στη ζωή σου;

Βάλε μια φωνή και ούρλιαξε:
«Σιωπή! Μη μιλήσει καμιά σας, μην τολμήσετε να με διακόψετε!
Σας ακούω, σας βλέπω, σας ανέχομαι, κάνω ότι δεν καταλαβαίνω, αλλά ως εδώ!

Εγώ είμαι εγώ!
Είμαι όμορφη και έχω προσωπικό στυλ, δεν φοβάμαι τίποτα και κανέναν, ό,τι κι αν συμβεί έχω την εμπειρία να το διαχειριστώ, μπορώ να προστατέψω εμένα και τα κεκτημένα μου, εξελίσσομαι συνεχώς και ναι θα παίξω και στην Επίδαυρο αν αυτός είναι ο στόχος μου, είμαι ικανή, ταλαντούχα, πλήρης από αγάπη και ζωή, αγαπάω και αγαπιέμαι!
Είτε σας αρέσει, είτε όχι, εγώ είμαι η αρχηγός εδώ μέσα!
Είστε εδώ όλες μαζί για έναν κοινό στόχο: την επιτυχία του έργου!
Όποια δεν συντάσσεται… την αντικαθιστώ τώρα!».
Ή είσαι η πρωταγωνίστρια της ζωής σου ή δεν είσαι!

…Φώτα!
…Βγαίνεις!

Καλή παράσταση!

vas_catisΕίσαι Γυναίκα! Ανακάλυψε τις άπειρες δυνατότητές σου
Περισσότερα

Κεμάλ, δεν σου έχω νεότερα!

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Γράφει η Μαρία Γεωργαντά

Κεμάλ, δεν σου έχω νεότερα. Ο κόσμος δεν άλλαξε, απλώς εκσυγχρονίστηκε. Η κρίση δεν πέρασε, απλώς έγινε «viral» -όχι, μη τρομάζεις με τον όρο, κανένας άνθρωπος δεν τρομάζει με «ιογενείς» καταστάσεις, είναι του συρμού να τις προκαλεί.

Ναι, το «Μαζί» υπάρχει ακόμα, η ιστορία γράφεται από ομάδες. Και είναι πολλές, όπου πέσει το μάτι σου. Οι άνθρωποι είναι ΜΑΖΙ. Άλλοι παίζουν τους τρομοκράτες στο όνομα ενός Θεού -σαν κακόγουστο περιτύλιγμα «μυστηριακής γοητείας», χωρίς ουσία. Άλλοι παίζουν «κλέφτες και αστυνόμοι» στα έδρανα της Βουλής, δίνοντας κάθε μέρα άλλη εκδοχή στο παιχνίδι. Άλλοι κάνουν πραξικοπήματα. Άλλοι κάνουν απεργίες. Άλλοι κάνουν φασαρίες. Άλλοι σωπαίνουν. Άλλοι αυτοκτονούν. Άλλοι φτιάχνουν χαρτόκουτα στους δρόμους και μένουν μέσα. Άλλοι φορούν σωσίβια και επιπλέουν. Άλλοι χωρίζονται σε γενιές -οι μεγαλύτεροι επωμίζονται την «ήττα» τους, που δεν κληροδοτείται, οι νεότεροι -χωρίς «ήττες»;- φεύγουν. Οι νεότεροι μένουν. Άλλοι απορρίπτονται. Άλλοι πετυχαίνουν. Άλλοι αναμένουν. Άλλοι κυνηγούν. Άλλοι ελπίζουν. Άλλοι ξέρουν.
Αλλά, ναι, είναι ΜΑΖΙ! Έχουν συμφέρον αντί για αγάπη. Έχουν καλυμμένα χέρια και καρδιά, δεν υπάρχει δέρμα στην επαφή. Έχουν ακονισμένα λεπίδια στην τσέπη για τις αγκαλιές τους. Γράφουν ακόμα ιστορία, ο ένας με το αίμα του άλλου.
Αυτά για την ώρα. Κάπου στη Γαλλία, κάπου έξω από το Bataclan, δύο φωνές συνομιλούν -«οι κακοί έχουν όπλα και μπορούν, να μας πυροβολήσουν, επειδή είναι κακοί, μπαμπά!»- «Έχουν όπλα, αλλά εμείς έχουμε λουλούδια!»…
Κεμάλ, ο κόσμος ΕΔΩ αλλάζει… τώρα χωράνε δύο ψυχές, αλλά δες… ΑΛΛΑΖΕΙ!

vas_catisΚεμάλ, δεν σου έχω νεότερα!
Περισσότερα

Κόκκινο μπαλόνι

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Γράφει η Μαρία Γεωργαντά

 

Μεσάνυχτα. Στέκομαι εκεί, που σε συνάντησα πρώτη φορά. Κρατάω μια φωτογραφία σου, θερμαίνω με την αφή τα χρώματά της, να μη ξεθωριάσουν στο χρόνο. Στα αυτιά μου, η φωνή σου να τραγουδάει για χθεσινά όνειρα -σε ηχογραφούσα στα κρυφά, για να μείνουν τα όνειρα φανερά. Είμαι έτοιμη, όσο σε αναμένω. Μόνο το άρωμά σου δεν φοράω. Επίτηδες. Αν δεν ήταν αυτός ο αιφνιδιασμός της αγκαλιάς σου, να τυλίγει η μυρωδιά σου όλες μου τις αισθήσεις, θα το φορούσα, ξέρεις. Αλλά για την αγκαλιά σου είμαι εδώ. Γύρω μου περαστικοί, ο καθένας τους λες και έχει έναν άλλον κόσμο, να σώσει. Και εγώ εδώ, στέκομαι στο ίδιο ακριβώς σημείο, ούτε χιλιοστό παραπέρα -θέλει ακρίβεια η αναμονή. Η θερμοκρασία αρχίζει να πέφτει, αλλά η λαχτάρα για σένα με κρατάει ζεστή. Συνειρμικά μου έρχεται η σκέψη «Φαντάσου, να αργούσε τόσο, που να άλλαζαν οι εποχές και όλα τα καιρικά φαινόμενα -βροχή, χιόνια, ήλιος, καύσωνας- να έδιναν το «παρών» και όλα να τα ζούσα με τα πόδια κολλημένα σε αυτό το περιορισμένο μέρος της πόλης!». Χαμογελάω στη σκέψη και παίρνω ανάσα ανακουφισμένη, ξέροντας πως θα φανείς από στιγμή σε στιγμή. Ξαφνικά νιώθω ένα τράβηγμα στο μανίκι μου -το ένστικτό μου δεν έπεσε έξω, αν και ασυνήθιστο για σένα, να τραβάς μανίκια. Ίσως, όμως, να θέλεις να μου δείξεις έτσι, ότι είμαι το «κρυφό χαρτί» σου, ο άσος σου! Γυρνάω, αλλά αντί να δω τα δικά σου μάτια, αντικρίζω άλλα. Δύο μάτια έντονα, σπινθηροβόλα, παιδικά. Ένα μικρό παιδί στέκεται εμπρός μου -μα καλά, πόση ώρα σε περιμένω και αντιστράφηκε ο χρόνος; Μου δίνει ένα κόκκινο μπαλόνι και φεύγει. Έτσι απλά. Τώρα βρίσκομαι στο ίδιο σημείο με ένα κόκκινο μπαλόνι στο δεξί μου χέρι. Λένε, πως, αν δεις κόκκινο στον ύπνο σου, σημαίνει κάτι «γρήγορο και ευχάριστο». Να δεις, που το παιδάκι μου έδωσε το μπαλόνι, για να σημάνει τον ερχομό σου. Έρχεσαι, το ξέρω. Αφού σε περιμένω.

 

Η ώρα περνάει, αλλά θα υποκριθώ, ότι είναι ακόμα μεσάνυχτα. Σίγουρα το ρολόι σου έχει χαλάσει και σύντομα θα το καταλάβεις και θα τρέξεις, να με βρεις. Δεν έχω φύγει, μην ανησυχείς, μην τρέχεις πολύ και δεν έχεις ανάσες μετά, να μοιραστούμε. Θα σου τηλεφωνούσα, αλλά κάτι μέσα μου με σταματάει. Μπορεί, να γλυκαθείς με την επικοινωνία μας αυτή, και να μην έρθεις. Και εγώ όσο σου μιλάω, να παρασυρθώ, ότι είμαι δίπλα σου και να φύγω από το σημείο μας. Και μήνυμα μπορώ να σου στείλω, αλλά τα γραπτά όσο και να μένουν, δεν «ζωντανεύουν». Όχι, θα μείνω λίγο ακόμα, αξίζει –και τι δεν κάνουν οι άνθρωποι για μια αγκαλιά. Όση ώρα σε περιμένω, μου πέρασε από το μυαλό, να τρυπήσω το μπαλόνι, αλλά φοβάμαι, μην πλημμυρίσω από ακατάσχετη αιμορραγία και δεν έχω αιμοστατικό –δεν έχω εσένα. Θα το κρατάω, δεν βαριέσαι. Μπορεί να το δεις από μακριά και να σου θυμίσω «παιδική προσμονή» και να ανοίξεις το βήμα σου, αφήνοντας τις άμυνές σου να σβήνουν πίσω σου σε σκιές.

Όπου να ‘ναι, ξημερώνει. Ο ήλιος ετοιμάζεται να προμηνύσει μια νέα μέρα. Δεν είναι μεσάνυχτα πια –πόσο να ξεγελάσω το χρόνο; Δεν ήρθες. Μπορεί, να με συνάντησες στις κρυφές σου σκέψεις. Θα φύγω τώρα -με συγχωρείς; Δένω το κόκκινο μπαλόνι στην κολόνα δίπλα μου, το δένω σφιχτά. Ίσως, περνώντας από εδώ βιαστικός όπως πάντα, να το προσέξεις και να σταματήσεις. Και να αντιληφθείς. Και να θυμηθείς. Και να αισθανθείς. Και να μείνεις και εσύ στο ίδιο σημείο. Και να το κρατήσεις. Στην κλωστή του έχω αφήσει ένα σημείωμα «Τρύπησέ με!». Και να το τρυπήσεις -δεν θα το κάνεις αμέσως, είμαι σίγουρη… πάντα φοβόσουν τα σημάδια, που αφήνουν οι προσταγές. Και ξάφνου να λουστείς με ζεστασιά. Και ξάφνου να νιώσεις έναν ολόκληρο κόσμο, να σε αγκαλιάζει -τον είχα φυλάξει μέσα μου, όσο σε περίμενα. Σαν θαύμα, που κάνει την προσευχή, να ακουστεί… θα είμαι κάπου εκεί…

vas_catisΚόκκινο μπαλόνι
Περισσότερα

«Το ναυάγιο». Διήγημα της Ειρήνης Δερμιτζάκη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Καλοκαίριασε. Είπαμε να πάμε στην θάλασσα να ξεπλύνουμε από πάνω μας το καυσαέριο. Αυτό δεν το είπαμε. Αυτό κρυφά το ελπίζουμε και οι δυο.

Εγώ και εσύ. Τώρα γίναμε δυο. Ποτέ δεν σου άρεσε ο ενικός όταν μίλαγα για μένα. Έλεγα ας πούμε «θα πάω» και με διόρθωνες. Έλεγες «θα πάμε».
Εσύ οδηγάς. Ακέραιος. Εγώ στο πίσω κάθισμα. Σου χαϊδεύω το σβέρκο. Είπες σου αρέσει. Και εγώ δε φοβάμαι. Καιρό τώρα φοβόμουν, μέχρι που πρόσφατα κατάλαβα πως η λύση είναι απλά να κάνω αυτό που σου αρέσει. Είναι καλύτερα έτσι. Είσαι πιο ήρεμος. Το σπίτι ολόκληρο είναι πιο ήρεμο. Τα πιάτα μένουν στην θέση τους, οι καρέκλες όρθιες και εγώ μένω καθαρή. Το δέρμα μου δηλαδή μένει καθαρό.
Έχει κίνηση η Εθνική αλλά δείχνεις ήρεμος. Όταν πάμε στην θάλασσα είσαι πάντα χαρούμενος. Η μουσική στο ραδιόφωνο παίζει δυνατά. Εγώ κοιτάω από το παράθυρο σαν χαμένη. Σε ενοχλεί. Τραγουδάς για να με επαναφέρεις πίσω στο αυτοκίνητο.

Η φωνή σου μου υπενθυμίζει πως είσαι κοντά. Υπογραμμίζεις αδιάκοπα την παρουσία σου. Καπνίζεις. Μου ζητάς πότε πότε αναπτήρα. Δεν θυμάσαι πού τον αφήνεις κάθε φορά που ανάβεις τσιγάρο. Καπνίζεις νευρικά. Το κόλλησα κι εγώ από σένα. Καπνίζω λες και με κυνηγούν. Σβήνω βιαστικά το τσιγάρο στο τασάκι σαν να φοβάμαι μην πάρουν τα αποτσίγαρα φωτιά. Βαθιά εισπνοή. Ακούω το χαρτί να καίγεται. Το τασάκι του αυτοκινήτου ξεχειλίζει αποτσίγαρα. Τα κοιτώ. Τα μετρώ. Προσπαθώ να τα χωρίσω σε δυο ομάδες. Τα δικά σου είναι πιο πολλά από τα δικά μου. Σχεδόν διπλάσια. Πάντα με νικάς.
Φτάνουμε στην παραλία της Επανομής. Οι πολύχρωμες ομπρέλες συμπυκνωμένα καρφωμένες στην άμμο. Προσπερνάμε οικογένειες, γυμνασμένους που πίνουν φραπέ, ανακατεύουν τον ξεραμένο από την ζέστη αφρό, μεγαλόσωμες κυρίες που διαβάζουν κουτσομπολίστικα περιοδικά, ιδρωμένα σώματα που γυαλίζουν στον ήλιο, ανθρώπινο λίπος, παιδιά με ρακέτες, παιδιά με μπρατσάκια, παιδιά με κουβαδάκια. Πολλά παιδιά. Τα μετράω κι αυτά. Είναι περισσότερα από όσο ήλπιζα. Ξέρω πως θα σε θυμώσουν. Το καταλαβαίνω γιατί άρχισες να περπατάς γρήγορα. Αυτό το νευρικό περπάτημα που προσπαθεί να αφήσει πίσω του τους λουόμενους, το πλήθος, τον κόσμο ολόκληρο. Αυτά τα πόδια που βουλιάζουν στην άμμο, η ανάσα που επιταχύνει, το πρόσωπό σου που ιδρώνει. Τα ξέρω όλα αυτά, τα νιώθω, ακούω την αναπνοή σου πριν να λαχανιάσεις. Μυρίζω τον ιδρώτα σου πριν βγει από τους πόρους του δέρματός σου, και ξέρω πως δεν θα ησυχάσεις αν δεν βρεις την πιο απομονωμένη γωνιά της παραλίας. Εκεί σου αρέσει, εκεί που φοβάμαι περισσότερο, μακριά από τον κόσμο.
Σταματάς να πάρεις καφέ. Σε ενοχλεί, η τιμή, το γκαρσόνι που είναι αργό, ο τρόπος που στέκομαι. Βρίζεις μέσα από τα δόντια σου. «Κοίτα» λες, «κοίτα. Είναι καφές αυτό; Σφουγγάρι ο αφρός».
Σε λίγο κάθεσαι στην σκιά. Καθρεφτίζομαι στα γυαλιά ηλίου σου. Ανάβεις τσιγάρο. Στρέφω το βλέμμα προς την θάλασσα. Οι λαμαρίνες από το βουλιαγμένο πλοίο τσακώνονται με τα κύματα. Χρόνια τώρα η αλμύρα σιγοτρώει τη λαμαρίνα. Το πλοίο πάντα στην ίδια θέση εγκλωβισμένο κι αταξίδευτο. Και τι κέρδισε σε αυτή τη μάχη η θάλασσα; Εκατοντάδες κόκκους σκουριάς…
– Λέω να βουτήξω.
– Δε θα με περιμένεις;
Πρέπει πάντα να περιμένω. Να συντονίζομαι μαζί σου. Να γίνουμε σιαμαίοι. Αυτή η ψυχαναγκαστική χορογραφία της σχέσης μας. Να τρώμε, να κοιμόμαστε, να πλένουμε τα δόντια μας, να βλέπουμε τους φίλους μας μαζί. Μαζί. Μια κοινή μάζα.
Βουτάω τελικά, μόνη. Θα την πληρώσω αργότερα αυτήν την ανεξαρτησία.
Επιπλέω για λίγο ανάσκελα. Το αλάτι διαλύεται μέσα στα αφτιά μου. Η ανάσα μου ακούγεται σαν μέσα από μάσκα οξυγόνου. Νιώθω σαν να επέστρεψα στην κοιλιά της μάνας μου, ελεύθερη και ασφαλής στο υδάτινο περιβάλλον.
Βγαίνω από το νερό. Σκουπίζομαι γρήγορα με την πετσέτα και ντύνομαι. Πρέπει να κρύψω τις μελανιές. Από τον ήλιο, έχω ευαίσθητη επιδερμίδα βλέπεις. Δεν με κοιτάς. Οι γραμμές στο πρόσωπό σου αυστηρές. Είναι τόσο έντονες που καθιστούν αόρατο οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό του προσώπου σου. Ένα πρόσωπο χωρίς μάτια και χείλη, μόνο με γραμμές. Αυστηρές, μονότονες ευθείες.
Μου ζητάς νερό. Θυμώνεις που ζεστάθηκε το μπουκάλι. Ψάχνω να βρω τη σακούλα με τα φρούτα. Με βρίζεις που την ξέχασα στο αυτοκίνητο. Προσφέρομαι να πάω να την φέρω. Ωρύεσαι. Τα μάτια σου κόκκινα. Νιώθω ασφαλής σε δημόσιο περιβάλλον, δεν μπορούν βέβαια να μας δουν, αν φωνάξω όμως θα μας ακούσουν.
Περπατώ πίσω στο αυτοκίνητο. Ανοίγω το πορτ-μπαγκάζ. Πιάνω την σακούλα, καίει. Τα ροδάκινα μυρίζουν ξινίλα. Παίρνω βαθιά αναπνοή.
Ένα αυτοκίνητο σταματάει δίπλα μου. Δυο νεαροί, χαχανίζουν. Μουσική στη διαπασών. Ο ένας από τους δυο με κοιτάει. Μου χαμογελάει πριν στρέψω αλλού το βλέμμα. Το γκάζι στο τέρμα, ξαφνική επιτάχυνση, τα λάστιχα στριγγλίζουν πάνω στον τσιμεντένιο δρόμο. Είναι αυτός ο ήχος της σιωπής μου;
Το «αν» γεννιέται στη σκέψη μου. Το ακολουθώ πριν προλάβει να επικρατήσει η λογική. Βάζω το κλειδί στη μίζα. Τώρα και τα δικά μου λάστιχα αφήνουν μαύρα αποτυπώματα στο τσιμέντο.
Σε δέκα λεπτά έχω φτάσει στο Πλαγιάρι. Σε δεκαπέντε ανάβεις το δεύτερο τσιγάρο. Τσαλακώνεις το πακέτο και το πετάς με δύναμη προς την θάλασσα. Η δύναμή σου δεν φτάνει το νερό. Προσγειώνεται λίγο πριν από τη γραμμή που αφήνει το κύμα όταν σκάει. Σε είκοσι λεπτά, τρίτο τσιγάρο. Με έχεις ήδη βρίσει δυο φορές. Πουτάνα και μαλακισμένη. Τώρα δεν σου φτάνω μόνο εγώ. Βρίζεις, τον κόσμο, Χριστούς και Παναγίες. Στο μισάωρο έχεις σηκωθεί. Κλοτσάς την ψάθα που μπερδεύεται στα πόδια σου. Φεύγεις χωρίς παντόφλες. Η άμμος σου καίει τα πόδια ενόσω περπατάς. Σκέφτηκες ήδη μια φορά πως με πιάνεις από τα μαλλιά και χτυπάς το κεφάλι μου στο τζάμι του αυτοκινήτου. Στην δεύτερη σου σκέψη είμαι στο πάτωμα και κλοτσάς την κοιλιά μου, μέχρι να σου πω χίλια συγγνώμη και να σταματήσεις. Μόνο που τώρα είμαι πολύ μακριά και τα πόδια σου δε με φτάνουν.
Στην θέση του πάρκιγκ το αυτοκίνητο λείπει. Ένα ξινό χαμόγελο απορίας. «Κάτι θα της συνέβη της ηλίθιας», συμπεραίνεις. Με παίρνεις τηλέφωνο. Το «πού είσαι» το ρωτάς για να κερδίσεις χρόνο. Όποια και να είναι η απάντησή μου η επόμενη λέξη σου θα είναι βρισιά. Άχρηστη ή ανίκανη το λιγότερο. Μπορεί απλά και να μη βρίσεις, να πεις, τσακίσου κι έλα πίσω. Όταν διατάζεις δεν βρίζεις.
Μόνο που δεν περιμένεις πως θα σου πω «έφυγα, πάω σπίτι». Η απάντησή μου σε κάνει να χάσεις τα λόγια σου για λίγο. Το κλείνω. Μια ανάσα ακόμα για μένα. Να πάρω δύναμη.
Δάκρυα ελευθερώνονται από τα μάτια μου. Να σπας τα δεσμά και να μην μπορείς να διαχειριστείς την ελευθερία. Πού θα πάω; Τι θα κάνω; Δυναμώνω την ένταση της μουσικής. Ακούω ό,τι θέλω, ό,τι τόσο καιρό σχολιάζεις και ειρωνεύεσαι. Τα χαζορομαντικά τραγούδια που άκουγε κι η μάνα μου ή τα ρηχά τα ελαφρολαϊκά.
Τα μάτια κοκκινίζουν και δεν είμαι σίγουρη αν είναι τα δάκρυα ή οι εικόνες γεμάτες από αίμα που κατακλύζουν το μυαλό μου. Μαχαίρι. Πώς να πρωτοτυπήσω; Δεν θέλω να σκεφτώ πολύ. Θέλω τα πράγματα να είναι απλά. Να μπεις μέσα στο σπίτι βιαστικός και να ορμήξω επάνω σου. Το πρόσωπό σου θα ήθελα να καρφώσω αλλά δεν γίνεται. Πολλά τα κόκαλα θα δυσκολευτώ. Λέω να ξεκινήσω από το στομάχι. Όχι την πλάτη. Μπροστά, για να σε βλέπω να πονάς.
Ο περιπτεράς στη Λεωφόρο του Όχι μου δίνει τα τσιγάρα πριν τα ζητήσω. Ένα δικό σου ένα δικό μου.
«Δεν θέλω τα Άσσος», του διευκρινίζω. Πληρώνω. Μου χαμογελάει. Το ξέρω αυτό το χαμόγελο. Το έχουν όλοι στην γειτονιά. Όλοι ξέρουν, όλοι μας έχουν ακούσει, ακόμα και η σχεδόν κουφή γριά στον τρίτο. Εκείνοι πάντα θα ξέρουν καλύτερα από μας τι συμβαίνει.
«Ο Νίκος; Σοβαρό παιδί, εξυπηρετικότατος στην Τράπεζα, για να φωνάζει κάτι θα του έκανε αυτή δε μπορεί. Αυτός είναι το καλύτερο παιδί. Κι αν της έδωσε και καμία, πάνω στα νεύρα του το παιδί δεν κρατήθηκε…».
Τους ξέρω όλους. Τον περιπτερά, τη γειτόνισσα ή την κουφή γριά στον τρίτο. Ξέρω τι λένε κι ας μην τα λένε μπροστά μου.
Επιστρέφεις τέσσερις ώρες μετά. Έχω ανοίξει την μπαλκονόπορτα να μπαίνει δροσερός αέρας. Σε περιμένω σε μια πολυθρόνα βλέποντας τηλεόραση. Απορείς με το θράσος μου. Με πλησιάζεις αργά. Ξέρω πως σε λίγο θα βρεθώ στα πλακάκια. Εσύ θα με χτυπάς, εγώ θα κλαίω. Θα βγάζω κάτι βραχνούς ήχους και το στόμα μου θα στέκει μισάνοιχτο. Το σάλιο μου θα ανακατεύεται στα μαλλιά μου. Μετά θα πεις «Συγγνώμη αλλά εσύ φταις. Εσύ με ανάγκασες.» Πάντα εγώ σε αναγκάζω.
Έτσι είπα σήμερα να μην σε αναγκάσω. Να μην σε ξαναφέρω σε δύσκολη θέση. Κι όπως ορμάς κατά πάνω μου για να με χτυπήσεις σ’ αγκαλιάζω σφιχτά. Τα χάνεις για λίγο. Έχεις συνηθίσει να κουλουριάζομαι στο πάτωμα ή στο κρεβάτι και να με χτυπάς ανενόχλητος. Αλλά η αγκαλιά; Τι σόι αντίδραση είναι αυτή; Προσπαθείς να με τραβήξεις από τα μαλλιά για να με ξεκολλήσεις από πάνω σου. Σε σφίγγω με όλη μου την δύναμη. Επιμένεις. Είναι μικρό το μαχαίρι που διάλεξα. Δεν καταλαβαίνεις το πρώτο χτύπημα, νομίζεις απλά πως σε δάγκωσα βαθιά.
Στην πλάτη τελικά, δεν είδα το πρόσωπό σου. Καθώς βγάζω το μαχαίρι για να σε ξαναχτυπήσω νιώθεις πως κάτι διαφορετικό συμβαίνει αυτήν την φορά.
Με τόσους τρόπους σε είχα σκοτώσει μέσα στο μυαλό μου. Τη μια σε πατούσα με το αυτοκίνητο, την άλλη σε έπνιγα την ώρα που κοιμόσουν ή σου κάρφωνα το ανοιχτήρι στο λαιμό. Σήμερα, κοινότοπη όπως με έλεγες, διάλεξα το μαχαίρι των φρούτων. Παλιό. Το είχαμε βρει ξεχασμένο στο συρτάρι της κουζίνας όταν νοικιάσαμε το διαμέρισμα. Τελευταία δεν έκοβε καλά. Πάντα όταν το διάλεγα για να κόψω τις πατάτες, βλαστημούσα την ώρα και τη στιγμή.
Σκέφτομαι, τόσες φορές σχεδίασα να σε σκοτώσω, κι ούτε μια δεν σκέφτηκα απλά να φύγω και να σε παρατήσω.
Σκουπίζω τα χέρια μου με την μπλούζα σου. Σιχαίνομαι που έμειναν τα μάτια σου ανοικτά να κοιτούν φοβισμένα. Μα είναι παράξενο. Το πρόσωπό σου δεν είναι πια μόνο γραμμές. Έχει και μάτια! Τώρα βρήκες να δείξεις αδυναμία; Τώρα είναι πολύ αργά.
Πιάνω το ακουστικό. Ένα, μηδέν, μηδέν. Εξηγώ απλοϊκά. Εγώ, εσύ, ένας νεκρός. Μάντεψε ποιος. Να, που μια φορά κέρδισα κι εγώ σε κάτι.
«Ξενοκράτους, δώδεκα», τους λέω. Ερχόμαστε αμέσως, απαντούν.
Ξέρω δεν θα αργήσουν, το τμήμα είναι λίγο πιο κάτω στην Σοφοκλέους. Βγαίνω από την πολυκατοικία. Κάθομαι στα σκαλάκια, κάτω από την λεμονιά, και τους περιμένω. Έχει ζέστη μα πάντα δροσίζει το απογευματάκι. Στο τέρμα του δρόμου ο ήλιος δύει κι είναι λες και χύθηκε ο ήλιος στην άσφαλτο.
Προλαβαίνω άραγε να κάνω ένα τσιγάρο;

vas_catis«Το ναυάγιο». Διήγημα της Ειρήνης Δερμιτζάκη
Περισσότερα

Εκδότης δημοσιεύει λιβελλογράφημα για τις γάτες… Χιούμορ ή εμπάθεια;

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Manet

Αν αυτό είναι χιούμορ, όπως –εκ των υστέρων- ισχυρίζεται ο κύριος αυτός, τότε εμείς το χάσαμε τελείως. Όχι, δεν το καταλάβαμε! Πειράζει; Ως φαίνεται, δεν είμαστε τόσο έξυπνοι ώστε να αρθούμε στο ύψος (το δυσθεώρητο) του επιπέδου πνεύματος του συγκεκριμένου εκδότη. Κι αν είναι χιούμορ άλλωστε, τότε γιατί το άρθρο απεσύρθη από την ηλεκτρονική έκδοση, τόσο εσπευσμένα; Διαβάστε το και κρίνετε. Πρόκειται πραγματικά για κακόγουστο χιούμορ, για ατυχή στιγμή ή για ασυγχώρητη ανευθυνότητα, αηδιαστική αμάθεια, συμπλεγματική εμπάθεια και επικίνδυνη εμμονή; (Ε.Α.)

Διαβάστε στη φιλοζωική ιστοσελίδα www.zoosos.gr:

 

Της Ελένης Ηλιοπούλου

Manet, Olympia (λεπτομέρεια)
Σε μια σελίδα του «Ημερολογίου» του ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος ο εκδότης του περιοδικού Lifo (και lifo.gr) χαρακτηρίζει τις γάτες ως «ελεεινά υποκείμενα» και ζητάει μεταξύ σοβαρού και αστείου να «εκδιωχθούν μαζικά από όπου ζουν καλοί άνθρωποι»…
Ο κ. Τσαγκαρουσιάνος «στολίζει» κάμποσο τα γατιά και τ’ αποκαλεί «μοχθηρό υπόλειμμα αιλουροειδούς» που ουσιαστικά περιμένουν στη γωνία το αφεντικό τους να πεθάνει για να του φάνε το πρόσωπο (!) ενώ γράφει για την «εκδικητική μικρότητα» και τη «νοσηρή λαγνεία» αυτών των πλασμάτων και ότι «πρέπει να εξιλεώνεις τα γατάκια κόβοντας την ουρά τους»!
Σύμφωνα με τον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο «Οι γάτες εμπνέουν μόνο γελοίες μορφές, καραγκιόζηδες» και μάλλον επειδή δεν εμπνέεται από αυτές θεωρεί ότι ο ίδιος δεν είναι ούτε γελοίος ούτε καραγκιόζης… Μάλιστα στο τέλος του άρθρου εύχεται «ο κόσμος γλιτώσει μια για πάντα απ’ την ενοχλητική τους παρουσία».
Όταν οι άνθρωποι των τεχνών και των γραμμάτων – αν ανήκει σε αυτούς ο εν λόγω εκδότης – χαρακτηρίζουν έτσι ζώα, δηλαδή άλλα είδη ζωής, αντιλαμβάνεσαι πρωτίστως την αγραμματοσύνη τους…
Από την ιστοσελίδα www.lifo.gr το επίμαχο κείμενο, που δημοσιεύτηκε στις 11 Νοεμβρίου εξαφανίστηκε σήμερα, προφανώς λόγω του όγκου των διαμαρτυριών που δέχτηκε ο εκδότης. Επειδή όμως τίποτα από το διαδίκτυο δεν εξαφανίζεται ακαριαία εμείς το βρήκαμε και το αναδημοσιεύουμε μόνο και μόνο για να αποκτήσετε την δική σας άποψη επί του θέματος διαβάζοντας το. Σε μια χώρα που μαστίζεται από τα εγκλήματα εις βάρος των ζώων φωνές όπως αυτή, του κατά τα άλλα «εναλλακτικού» εκδότη, ρίχνουν απλά λάδι στη φωτιά.

Πηγή: zoosos

Γιατί οι γάτες είναι ελεεινά υποκείμενα και θα έπρεπε να εκδιωχθούν μαζικά από όπου ζουν καλοί άνθρωποι

Στη λατρεμένη μου Ίρμα, την πρώτη σκύλα μου.

 

Ποιά γάτα έγινε ποτέ ηρωίδα μυθιστορήματος, όπως ο ηρωικός Μπακ του Τζακ Λόντον; Οι γάτες εμπνέουν μόνο γελοίες μορφές, καραγκιόζηδες όπως ο Παπουτσωμένος Γάτος

Διάβασα κάτι, πριν πολλά χρόνια που μ’ εξοργίζει ακόμα. Ο τεχνοκριτικός Tim Hilton έγραφε στον Independent ένα κατάπτυστο ύμνο στις γάτες, με αφορμή την «αριστοκρατική» γάτα που ζωγράφισε ο Μανέ! Οι γάτες, έλεγε, υπήρξαν μούσες δεκάδων ζωγράφων (αντίθετα απ’ τα σκυλιά) διότι όπως συμφωνεί και ο Μποντλέρ, είναι ταυτόσημες με την έννοια της πρωτοπορίας!

Αν διακρίνετε σε κάθε τραύλισμα την ποίηση ενός πρωτοπόρου και σε κάθε κακοχυμένη μούρη την αφαιρετικότητα ενός Πικάσο –τότε συμφωνώ ότι μπορεί να δείτε στο ηλίθιο βλέμμα μιας γάτας που πλένεται την εκστατική γαλήνη μιας Αφροδίτης που παίρνει το λουτρό της. Αλλά συνήθως θα δείτε απλώς μια γάτα –αυτό το μοχθηρό υπόλειμμα αιλουροειδούς που σύμφωνα με το γιαπωνέζικο μύθο, δεν έκλαψε, μόνον αυτό από τα ζώα, όταν πέθανε ο Βούδας∙ γι’ αυτό και πρέπει να εξιλεώνεις τα γατάκα κόβοντας την ουρά τους, διαφορετικά εμφανίζονται τη νύχτα να χορεύουν με πετσέτες στο κεφάλι και σκοτώνουν το αφεντικό τους, παίρνοντας ύστερα τη μορφή και τους τρόπους του (τέτοια σαπίλα!)

Μια ένδειξη της εκδικητικής μικρότητας (και της νοσηρής λαγνείας) της γάτας είναι τα τραγούδια. Από το Γούναρη ως τους Sex Pistols οι γάτες είναι ισοδύναμες με τα νύχια τους. Στον κινηματογράφο υποκρίνονται είτε τις ανυπεράσπιστες boulevardières της Fontana di Trevi είτε τους ευνούχους δίχως όνομα του Τίφανι’s.

Αντίθετα οι σκύλοι δεν προσποιούνται τίποτα. Έχουν την πιο σπάνια γενναιοδωρία, τον πιο υψηλόφρονα αισθηματισμό ανάμεσα στα ζώα –έχετε ποτέ διανοηθεί Γάτες του Αγίου Βενάρδου; Θα μπορούσαν να υπάρξουν Αστυνομικοί γάτοι; Μη λέμε μλκς…

Ποιά γάτα έγινε ποτέ ηρωίδα μυθιστορήματος, όπως ο ηρωικός Μπακ του Τζακ Λόντον; Οι γάτες εμπνέουν μόνο γελοίες μορφές, καραγκιόζηδες όπως ο Παπουτσωμένος Γάτος –συχνά δε, δεν φτάνουν ούτε γι’ αυτό: είναι απλώς το χαμόγελο μιας γάτας φασματικής, όπως σ’ εκείνο το χοντρό ΠΑΡΑΜΥΘΙ του Λιούις Κάρολ. Δεν θέλω να κατεβάσω τη συζήτηση, αλλά αν θεωρήσουμε ότι ο Άνουβις και η Μπαστέτ πατσίζουν σε θεϊκό επίπεδο, ποιά μορφή γάτας μπορεί ν’ αντισταθμίσει σε ποιητικό επίπεδο τον Άργο του Ομήρου;

Κατά βάθος, ποτέ η γάτα δεν αντιμετωπίστηκε σοβαρά όσο ο σκύλος –ούτε καν από τους λάτρεις της. Όλοι ενδομύχως νιώθουν πόσο επιπόλαιη και αναίσθητη φύση είναι –γι’αυτό και σε όλες τις μνημειωμένες της μορφές παρουσιάζεται σαν ζώο ελαφρών ηθών, σαν πλάσμα του πεζοδρομίου, σαν σημάδι ότι πέφτει η νύχτα, όπως στον Ξένο του Καμί. Στην καλύτερη περίπτωση είναι μια βίζιτα πολυτελείας, φιλάρεσκη και ζηλιάρα –της οποίας τη νωχέλεια οι αδαείς εκλαμβάνουν ως λεπταισθησία. Το γεγονός ότι διαρκώς ποζάρει έχει ενθουσιάσει τους οκνούς φωτογράφους και το γεγονός ότι διαρκώς κοιμάται έχει βολέψει τα οκνά αφεντικά.

Μόνο μια φωτογραφία γάτας έχει για μένα νόημα: ο «Οδυσσέας» του Καρτιέ-Μπρεσόν (ένας γερασμένος, κάπως ξεπουπουλιασμένος γάτος στην πολυθρόνα του -1191) -και μόνο ένας Αθηναίος γάτος δεν κοιμάται ποτέ: ο Διονυσάκης μου. Διαρκώς χοροπηδάει σαν αίλουρος σε καντομπλέ, εφορμά σαν κομάντο αυτοκτονίας στο μολύβι μου, διοργανώνει ολονύκτια πάρτι στην ταράτσα με την καταθλιπτική αδερφή του και το πρωί γαβγίζει να ξυπνήσω. Αυτό μ’ αρέσει πάνω του: είναι σκύλος! (όπως σκύλοι είναι καταβάθος οι γάτες που ζωγράφισε ο Χόγκαρθ). Κι αυτό, ίσως, είναι εκείνο που δεν συγχωρούν στις γάτες από αρχαιοτάτων χρόνων οι σκύλοι: προσποιούνται τις κατοικίδιες για να πιάσουν στασίδι στα σπίτια κι έτσι κλέβουν θέσεις «εργασίας» από τους σκύλους. (Ήρθαν δηλαδή τα άγρια να διώξουν τα ήμερα!). Εξημερώθηκαν, ως γνωστόν, χιλιετίες μετά από αυτούς –αν κι εγώ πιστεύω ότι οι γάτες ποτέ δεν εξημερώθηκαν, απλώς εκφυλίστηκαν. Γι αυτό και τ’ αυτιά τους ποτέ δεν έπεσαν. Μένουν στα σπίτια όπως άλλοι θα πήγαιναν στο σανατόριο: Κάποια στιγμή θα ορμήσουν στο κορόϊδο που τις ταΐζει -αν όχι, περιμένουν την ώρα που θα τον βρουν νεκρό, για να του φάνε το πρόσωπο (το θεωρούν πιο εύγευστο).

Ένας άνθρωπος ονόματι Αντώνας, που έμενε κάποτε ολομόναχος στο Ρούκουνα της Ανάφης (πριν πλακώσουν οι επιπόλαιοι χιψτερς και μασουλήσουν το απαλό νησάκι σα κουνέλια), μου ισχυριζόταν ότι οι γάτες είναι τόσο κακόκεφες στη στεριά, γιατί είναι παλιοί ψαράδες που ναυάγησαν και το κύμα τις ξέβρασε στην ακτή. Γι’ αυτό και μισούν το νερό (τους θυμίζει την κακομοιριά τους) –παρ’ ότι μπορούν να πιάνουν ψάρια στις ακροθαλασσιές με τα δυο τους χέρια, καθώς ξυπνάει μέσα τους το ήθος του ναύτη.

Είναι ίσως η πιο παρηγορητική δοξασία που έχω ακούσει για το θέμα. Σ’ έναν κόσμο όπου οι γάτες έχουν καλύτερες δημόσιες σχέσεις απ’ τον σιχαμένο Τσίπρα, σκέφτομαι ότι υπάρχει έτσι ελπίδα μια μέρα να μπαρκάρουν πάλι οι καριόλες. Ενδεχομένως, ναυαγήσουν πάλι κι ο κόσμος γλιτώσει μια για πάντα απ’ την ενοχλητική τους παρουσία.

Οραματίζομαι την ώρα που θα επισκεφτώ με το σκύλο μου τον υγρό τους τάφο και θα τους ρίξω απ’ την κουβέρτα του κρουαζερόπλοιου μια επιμνημόσυνη ρέγγα.

Πάρτε νά ‘χετε, μαλακισμένες!

vas_catisΕκδότης δημοσιεύει λιβελλογράφημα για τις γάτες… Χιούμορ ή εμπάθεια;
Περισσότερα