Συνεντεύξεις

Βασιλική Σύρμα: Δεν υπάρχει περιθώριο ανεμελιάς με όσα παράλογα συμβαίνουν στη ζωή μας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

Μάιος, στο Γιαλάσι, περπατάει «παρά θιν’ αλός» στην Παλαιά Επίδαυρο. Τα πόδια ανάμεσα σε άμμο, βότσαλα και απαλό κυματάκι. Που και που σκύβει και πιάνει ένα βότσαλο. Αφού το κοιτάζει με προσοχή το αφήνει στην άκρη πάνω σε ένα βραχάκι. Συνεχίζει. Σκύβει και πιάνει δεύτερο, τρίτο βότσαλο… Τα αφήνει και αυτά στο ίδιο βραχάκι. Πάει μέχρι την άκρη της παραλίας και επιστρέφει. Ο καυτός ήλιος έχει στεγνώσει τα βότσαλα. Έχουν πάρει το φυσικό τους χρώμα. Τα παίρνει ένα ένα και τα βάζει στο στόμα. Τα υγραίνει και αποκτούν άλλο χρώμα. Πετάει αυτά που δεν του αρέσουν. Κρατά μόνο 6-7. Τα αφήνει πάλι να στεγνώσουν. Πάλι τα υγραίνει, πάλι επιλέγει, πάλι πετάει, πάλι κρατάει 4-5. Κάνει τις ίδιες κινήσεις, την ίδια διαδρομή, την ίδια επιλογή. Τελικά κρατάει μόνο δύο. Τα δύο του μεγάλου τελικού:

-Σάββατο 23 Ιουνίου 1956, στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, ο Αλέξης Μινωτής σκηνοθετεί τη «Μήδεια» του Ευριπίδη. Η Κατίνα Παξινού, στον ομώνυμο ρόλο και Ιάσων ο Θάνος Κωτσόπουλος. Ο Μάνος Χατζιδάκις γράφει τη μουσική, ο Κλεόβουλος Κλώνης σχεδιάζει τα σκηνικά και ο Αντωνάκης Φωκάς είναι ο ενδυματολόγος της παράστασης.

-Σάββατο 30 Ιουνίου 1956, στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, ο Αλέξης Μινωτής σκηνοθετεί την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Η Άννα Συνοδινού, στον ομώνυμο ρόλο και Κρέων ο Θάνος Κωτσόπουλος. Ο Γιάννης Παπαϊωάννου γράφει τη μουσική, ο Κλεόβουλος Κλώνης σχεδιάζει τα σκηνικά και ο Αντωνάκης Φωκάς είναι ο ενδυματολόγος της παράστασης.

Ομοιογενείς και δημιουργικές οι συνθέσεις των συντελεστών αντιμετώπιζαν άμεσα κάθε πρόβλημα. Η τελειομανία τους όμως ήταν αυτή που έχει μείνει ιστορική. Δεν άφηναν τίποτα στην τύχη. Αναζητούσαν παντού την καλύτερη λύση.
Αυτό ακριβώς έκανε ο ήρωας της μικρής ιστορίας του προλόγου.

Ήταν ο ενδυματολόγος Αντώνης Φωκάς. Έψαχνε ανάμεσα στα βότσαλα να βρει το χρώμα για το κοστούμι των δύο ηρωίδων του. Για τη Μήδεια βρήκε και δημιούργησε το «βοτσαλί», το χρώμα δηλαδή που έπαιρνε το βότσαλο μόλις το σάλιωνε. Για την Αντιγόνη προτίμησε το «Αντιγονί», το χρώμα που έπαιρνε το βότσαλο μετά την έκθεσή του στον καυτό ήλιο.

Θα μου πείτε τώρα, «μα καλά έχει τόση σημασία το χρώμα στο φόρεμα της Μήδειας και της Αντιγόνης»;

  • Ασφαλώς και έχει. Μην ξεχνάμε ότι «εδώ έχουμε ζωντανή ζωγραφική. Κουνιούνται όλα τα χρώματα, στριφογυρίζουνε τα κοστούμια πάνω, μιλάμε για έναν πίνακα που αλλάζει συνέχεια σχέδιο και χρωματισμούς. Τώρα, όσον αφορά τα χρώματα, είναι και πώς το βλέπει ο καθένας το θέμα. Περί χρώματος… ουδείς λόγος. Ένας συνδυασμός που εσάς σας αρέσει πολύ, πιθανότατα να μη μου αρέσει εμένα καθόλου. Τα χρώματα δεν είναι υπόθεση αντικειμενική. Τα χρώματα είναι από τις πιο υποκειμενικές ιστορίες. Για μένα, τα χρώματα είναι μέρος της μουσικής. Μέρος των ρόλων. Μέρος της ηθοποιίας. Μέρος των πάντων, τελικά».

Τα τελευταία λόγια, μέσα σε εισαγωγικά, ανήκουν στη βραβευμένη με Όσκαρ Ελληνίδα ενδυματολόγο Θεώνη Βαχλιώτη-Όλντριτζ.
Βλέπουμε λοιπόν τη μεγάλη σημασία που έδιναν στο χρώμα δύο κορυφαίοι ενδυματολόγοι μας.

Ακριβώς το ίδιο δρόμο, που χάραξαν εκείνοι, ακολουθεί σήμερα ένα ιδιαίτερα ταλαντούχο κορίτσι:
Η Βασιλική Σύρμα, που γεννήθηκε στη Αθήνα και στη συνέχεια ολοκλήρωσε προπτυχιακές σπουδές στο ΤΕΙ Αρχιτεκτονικής Εσωτερικών Χώρων και σχεδιασμού αντικειμένων. Κατόπιν πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές πάνω στην επεξεργασία υφάσματος στο Goldsmiths University of London και στην ενδυματολογία στο London College of Fashion. Τέλος, έκανε πρακτική εργασία στο Royal National Theater του Λονδίνου και στην Εθνική Λυρική Σκηνή της Αθήνας.
Έκτοτε ασχολείται με τον σχεδιασμό και την κατασκευή αξεσουάρ και τη θεατρική και κινηματογραφική ενδυματολογία.
Συνεργάζεται με το Μουσείο Μπενάκη, το Ίδρυμα Βασίλη και Μαρίνας Θεοχαράκη και το Ατελιέ Λουκίας.
Ως ενδυματολόγος έχει εργαστεί -και εργάζεται- σε παραγωγές του Εθνικού Θεάτρου, της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, του Θεάτρου Τέχνης καθώς και σε πολλές άλλες της Αθήνας και του Λονδίνου.

Η Βασιλική Σύρμα μελετά το θεατρικό κοστούμι από κάθε πλευρά -ιστορική, ψυχολογική, κοινωνιολογική, γεωγραφική και δημιουργική.
Πηγές της είναι τα ενδύματα αυτά καθεαυτά, τα γραπτά μνημεία, η παράδοση, οι καλλιτεχνικές απεικονίσεις (ζωγραφικά, γλυπτικά και άλλα έργα), τα κάθε λογής σχέδια, η φωτογραφία και η τέχνη. Από παιδί ακόμα έμαθε μικρά και μεγάλα μυστικά ώστε να πειραματίζεται τώρα επιδέξια με υλικά και μαγεία. Βρίσκεται διαρκώς σε ετοιμότητα γιατί το πιο απίθανο υλικό ή αντικείμενο, τις περισσότερες φορές τόσο απλό και τόσο κοντά στα μάτια μας, μπορεί με ένστικτο και φαντασία στα χέρια της να μεταμορφωθεί σε ένα υπέροχο ενδυματολογικό συμπλήρωμα, ακόμη και κοστούμι. Επίσης, στη δουλειά της και η παραμικρή λεπτομέρεια έχει λόγο ύπαρξης και υποστηρίζει το σύνολο της παράστασης δίχως την αλαζονική τάση να ξεχωρίσει αλλά τη διάθεση να τονίσει τους χαρακτήρες του έργου και να εμβαθύνει στη σκηνοθετική προσέγγιση.

Στις 28 και 29 Ιουλίου 2017, για ακόμα μια φορά, θα θαυμάσουμε δουλειά της. Αυτή τη φορά στην ορχήστρα του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου, με την «Άλκηστη» του Ευριπίδη που σκηνοθετεί η Κατερίνα Ευαγγελάτου. Μια παράσταση που ετοιμάζεται πυρετωδώς και το θεατρόφιλο κοινό αναμένει με αδημονία.

Κάποιες από τις πρόσφατες δουλειές που είδα με την υπογραφή της ήταν:
– «Tres», του Juan Carlos, σε σκηνοθεσία του Γιάννη Λασπιά.
– «1984», του Τζωρτζ Όργουελ, σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου.
– «Καμίλ Κλοντέλ: Mudness», σε συγγραφή και σκηνοθεσία του Γιάννη Λασπιά.
– «Ομπίντα, οι τελευταίες ώρες του Νίκου Ζαχαριάδη», σε σκηνοθεσία του Γιώργου Κοτανίδη.
– «Αριστοφανιάδα», σε σκηνοθεσία και μουσική του Κώστα Γάκη.
– «Αστροφεγγιά», σε σκηνοθεσία του Πέτρου Ζούλια.

[Άλλα δείγματα της δουλειάς της βλέπουμε εδώ, στην εικονογράφηση αυτής της συνέντευξης].

Τα χέρια της είναι συνέχεια μπερδεμένα με κλωστές, μολύβια, ψαλίδια, χρώματα. Στο σχεδιαστήριό της πάντα υπάρχουν πατρόν, χαρτιά, κούκλες, μάσκες.
Μια ραπτομηχανή πάντα την περιμένει, ενώ μια γόμα την έχει ετοιμοπόλεμη για κάθε ενδεχόμενο.
Παρ’ όλα αυτά δεν κατάφερε να με σβήσει από τον χάρτη και έτσι πρόλαβα να της κάνω την πρώτη ερώτηση.

Αρχίζουμε λοιπόν:

– Κλωστές / Αναμνήσεις από την οικογένεια. Παππούδες, γιαγιάδες, συνδέσεις;
* Όμορφες οικογενειακές αναμνήσεις. Ταξίδια. Χάδια και αγκαλιές από όλους. Γιαγιάδες συνεχώς να ετοιμάζουν κάτι (τηγανόψωμα, φαγητά, γλυκά).
Η μαμά να ζωγραφίζει ή να μαγειρεύει και να ακούει Claus Nomi.
– Μολύβι / Τα πρώτα χρόνια στην εκπαίδευση. Δημοτικό, Γυμνάσιο;
* Στο Δημοτικό: Άπειρες ζωγραφιές με μολύβι στο θρανίο. Αγαπημένο θέμα: γυναίκες που φορούν φορέματα εποχής.
Στο Γυμνάσιο: Συνεχίζω τη ζωγραφική στο θρανίο με λογότυπα συγκροτημάτων αυτή τη φορά (Guns n Roses, Metallica, Manowar κ.λπ.)
– Κούκλες και μάσκες / Μετά τις κούκλες στο σπίτι, πότε είδατε «κούκλες» στο θέατρο;
* Δεν θυμάμαι ποτέ πρωτοπήγα στο θέατρο! Θυμάμαι όπως μια έκθεση του Διονύση Φωτόπουλου που με ενέπνευσε πολύ όταν ήμουν στο Λύκειο.
– Χαρτί / Πότε πήρατε την απόφαση να διαλέξετε τον δρόμο που είσαστε τώρα;
* Δεν πήρα ποτέ κάποια απόφαση να ασχοληθώ με την ενδυματολογία. Ήταν κάτι που μου άρεσε από μικρή και έκανα τα βήματα που θεωρούσα λογικά για να βρω δουλειά.
– Ραπτομηχανές / Ποιους δασκάλους θυμάστε; Ποιοι καθόρισαν την πορεία σας;
* Εκτός από έναν καθηγητή μου από το σχολείο, που μιλάμε ακόμα και τον αγαπώ πολύ, σχεδόν όλοι οι αγαπημένοι μου καθηγητές από το ΤΕΙ Αθήνας δεν ζουν πια. Υπήρξαν λίγοι άνθρωποι από τα σχολικά και ακαδημαϊκά έτη με τους οποίους περάσαμε φανταστικά μαζί. Από την ώρα του μαθήματος μέχρι τα γλέντια και τις εκδρομές.
Χρώματα / Πότε είδατε στη σκηνή την πρώτη σας δουλειά;
* Είδα την πρώτη μου δουλειά στη σκηνή στο Tabard Theatre στο Λονδίνο το 2008!
– Πρόκληση / Τι σας ιντριγκάρει πριν πιάσετε χαρτί και μολύβι;
* Πριν πιάσω χαρτί και μολύβι με ιντριγκάρει το ίδιο το έργο και η ατελείωτη έρευνα εικόνων που κάνω!
– Ηλεκτρονικός υπολογιστής / Τον χρησιμοποιείτε όταν ζωγραφίζετε;
* Ζωγραφίζω με τον παραδοσιακό τρόπο. Στο χέρι με μολύβι, ξυλομπογιές, ακουαρέλα και ακρυλικά.
– Μίνι / Κάνατε «εκπτώσεις» στις επιλογές σας;
* Εκπτώσεις στις επιλογές μου: άπειρες! Χαχα! Αλλά συνήθως τις κάνω να φαίνονται πανάκριβες στη σκηνή!
– Μάξι / Έχετε κάποιο όνειρο που θέλετε να πραγματοποιήσετε;
* Όνειρο που θέλω να πραγματοποιηθεί; Ταξίδι στο διάστημα ή έστω πολλά ταξίδια στη Γη!
– Γραμμικό σχέδιο / Προγραμματίζετε τα πάντα με λεπτομέρειες;
* Προγραμματίζω τα πάντα αλλά όχι με λεπτομέρειες. Έπειτα από ένα σημείο όλα αυτοπρογραμματίζονται. Αν και νομίζω πως τελικά ούτε αυτό συμβαίνει.
– Ελεύθερο σχέδιο / Αφήνετε πράγματα στην τύχη;
* Αφήνω στην τύχη ό,τι δεν γίνεται αβίαστα. Για παράδειγμα δεν μπορώ να ελέγξω την ψυχολογία των άλλων.
– Φροντιστηριακά αντικείμενα / Έχετε κάποιο αγαπημένο αντικείμενο, ως «υπογραφή» σας;
* Αγαπημένο αντικείμενο δεν έχω κάποιο σταθερά. Κατά καιρούς αλλάζω. Τώρα έχω ένα στεφάνι. Το έφτιαξα και τώρα το έχω αγαπήσει. Μου αρέσει να το βλέπω στο κεφάλι κάποιου.
– Θεατρικός φωτισμός / Πόσο συμβάλει ο φωτισμός στη δουλειά σας;
* Συμβάλλει 100% στο εικαστικό αποτέλεσμα της παράστασης. Χωρίς φως δεν υπάρχει τίποτα….
– Γόμα / Έχετε σβήσει κάποιες παλιές σας απόψεις;
* Ουυυυ!!! Άπειρες…
– Μακέτα / Πού θα δούμε τη δουλειά σας τη φετινή χρονιά;
* Στην Επίδαυρο με την «Άλκηστη». Αυτό το καλοκαίρι είμαι μεταξύ των συντελεστών στην τραγωδία «Άλκηστη» του Ευριπίδη (*) σε σκηνοθεσία της Κατερίνας Ευαγγελάτου.
– Πατρόν / Κάνετε κάποια σχέδια για το μέλλον;
* Σχέδια για το μέλλον: μέχρι το καλοκαίρι. Μετά κανείς δεν ξέρει!
– Θεατρικό κοστούμι / Υπάρχει κάτι που να σας ενοχλεί στο «κοστούμι» της ζωής μας;
* Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν πρόσβαση στα βασικά αγαθά. Αυτό είναι παράλογο δεν έπρεπε να συμβαίνει. Έχει αποτύχει τελείως το κοινωνικό και πολιτικό σύστημα. Κι εμείς μέσα σε αυτό, όταν μας συμβαίνει κάτι άσχημο, απογοητευόμαστε και θυμώνουμε και όταν μας συμβαίνει κάτι καλό νιώθουμε άσχημα για τους άλλους που δεν είναι σε αυτή τη θέση. Δεν υπάρχει χώρος ανεμελιάς.
– Σκίτσο / Η γάτα ή γενικά τα κατοικίδια παίζουν ρόλο στη ζωή σας;
* Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς γάτα μέσα στο σπίτι μου. Αγαπώ όλα τα ζώα και χαίρομαι να βρίσκομαι δίπλα τους, αλλά με τη γάτα υπάρχει κάτι πολύ ξεχωριστό! Οι γάτες είναι θεϊκά πλάσματα. Άσε που, όπως λέει και ο κολλητός μου, «μια γάτα δεν θα δούλευε ποτέ για την ελληνική αστυνομία».

– Εδώ ολοκληρώθηκε η πολύχρωμη προσωπογραφία σας. Σας ευχαριστούμε.
* Κι εγώ σας ευχαριστώ.

***

  

«Άλκηστη» του Ευριπίδη

Ο Απόλλωνας, τιμωρημένος από τον Δία, αναγκάστηκε να υπηρετήσει σαν κοινός θνητός τον βασιλιά των Φερών, Άδμητο. Ως αντάλλαγμα για τη φιλόξενη και ευγενική συμπεριφορά του βασιλιά, ο θεός τού χάρισε το μοναδικό προνόμιο να ξεφύγει από τον πρόωρο θάνατο, αρκεί κάποιος άλλος να πεθάνει αντί γι’ αυτόν με τη θέλησή του.

Οι ηλικιωμένοι γονείς του αρνούνται να τον υποκαταστήσουν στον Άδη. Η μόνη που δέχεται να πεθάνει στη θέση του είναι η γυναίκα του, η Άλκηστη.

Το νεκρό της σώμα είναι ακόμα άταφο, όταν η αναπάντεχη επίσκεψη του Ηρακλή αλλάζει τα δεδομένα. Ο Άδμητος κρύβει το βαρύ πένθος από τον φίλο του και τον φιλοξενεί στο παλάτι. Ο Ηρακλής, χωρίς να γνωρίζει τη συμφορά που βαραίνει το σπίτι, πίνει και γλεντά, εξοργίζοντας με την προκλητική συμπεριφορά του τον υπηρέτη που του αποκαλύπτει τον θάνατο της Άλκηστης. Ντροπιασμένος ο ήρωας αποφασίζει να πράξει το αδύνατο: να φέρει πίσω τη νεκρή από το σκοτεινό βασίλειο του Άδη. Επιστρέφοντας από εκεί, παραδίδει στον Άδμητο την πεπλοφορεμένη γυναίκα που συνοδεύει. Όταν το πέπλο σηκωθεί, ο Άδμητος βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα βουβό αίνιγμα.

Η συνύπαρξη τραγικών και κωμικών στοιχείων στο έργο, καθώς και το αινιγματικό τέλος του, προκάλεσε ατελεύτητες συζητήσεις για το είδος στο οποίο ανήκει. Παράλληλα, η εμφανής σοφιστική επίδραση στο έργο πυροδότησε μια σειρά από θέματα ηθικής των διαπροσωπικών σχέσεων, δίνοντας αφορμή στον συγγραφέα του «Αθηναϊκού Διαφωτισμού» να θίξει διαχρονικά ζητήματα: ποιος αξίζει περισσότερο να ζήσει, ποιος να πεθάνει, και για ποιο λόγο; Μπορεί η πραγματικότητα του θανάτου να ανατραπεί χωρίς συνέπειες;

Η Άλκηστη του Ευριπίδη, ακόμα κι όταν σηκώσει το πέπλο της, παραμένει ανεξιχνίαστη, έχοντας ως θεμελιακές της αρχές την αμφισημία και την πικρή ειρωνεία…

 

Συντελεστές

Μετάφραση: Κώστας Τοπούζης
Σκηνοθεσία-Επεξεργασία μετάφρασης: Κατερίνα Ευαγγελάτου
Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Κίνηση: Πατρίσια Απέργη
Μουσική: Γιώργος Πούλιος
Φωτισμοί: Σίμος Σαρκετζής
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Βοηθός σκηνοθέτη: Δήμητρα Δερμιτζάκη
Β’ Βοηθοί σκηνοθέτη: Δημήτρης Οικονομίδης, Μαριλένα Κουτρουλάκη
Βοηθός χορογράφου: Ειρήνη Καλαϊτζίδη
Βοηθός ενδυματολόγου: Ειρήνη Γεωργακίλα
Βοηθοί Σκηνογράφου: Θάλεια Μέλισσα, Μυρτώ Μεγαρίτου

 

Διανομή

Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος: Άδμητος
Κίττυ Παϊταζόγλου: Άλκηστη
Γιάννης Φέρτης: Φέρης
Δημήτρης Παπανικολάου: Ηρακλής
Ερρίκος Μηλιάρης: Υπηρέτης
Κώστας Βασαρδάνης: Απόλλων
Σωτήρης Τσακομίδης: Θάνατος
Παιδιά: Σπύρος Γουλιέλμος, Νικόλ Φαλτσέτα
Χορός:  Κωνσταντίνος Γεωργαλής, Γιώργος Ζυγούρης, Στάθης Κόικας, Μιχάλης Μιχαλακίδης, Αντώνης Μιχαλόπουλος, Γιώργος Νούσης, Χρήστος Ξυραφάκης, Στέλιος Παυλόπουλος, Δημόκριτος Σηφάκης, Περικλής Σκορδίλης, Αλέξανδρος Σταυρόπουλος, Μιχαήλ Ταμπακάκης, Βαλάντης Φράγκος.
Μουσικοί επί σκηνής: Κωνσταντίνος Κωστίδης, Κωνσταντίνος Τσιώλης, Θοδωρής Σοφόπουλος.
Στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου: Την Παρασκευή 28 και το Σάββατο 29 Ιουλίου 2017.

Photo taken by Christina Bratuska

  • Η Βασιλική Σύρμα είναι ενδυματολόγος, σκηνογράφος, βοηθός ενδυματολόγου.

Τα τελευταία χρόνια έχει συμμετάσχει, εκτός άλλων, στις παραστάσεις 1984 (2016), Εξηνταβελόνης (2016), Βέρθερος (2016), Αστροφεγγιά (2016).

Cementary (2017 )
-Στέγη γραμμάτων και Τεχνών Ιδρύματος Ωνάση, Κεντρική Σκηνή
Diktat (2017 )
-Bios.Tesla main
Lolita reversed (2017 )
-Εθνικό Θέατρο – Πειραματική Σκηνή
Re-union μετά θάνατον (2017 )
-El convento del arte
Reunion μετά Θάνατον (2017 )
-El convento del arte
Άλκηστη (2017 )
-Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
Άλκηστη (2017 )
-Περιοδεία
Η αρρώστια της νιότης (2017 )
-Αμαλία
Η τεράστια έκρηξη (2017 )
-SKROW
​Ο αλαβροστοισειώτης (2017 )
-Πειραιώς 260
Ο Γενικός Γραμματεύς (2017 )
-Εθνικό Θέατρο – Πειραματική Σκηνή
Ο Ξένος (2017 )
-104 Κεντρική σκηνή
Ομπίντα (2017 )
-Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης» Θέατρο/ κεντρική σκηνή
Τα όνειρα του Αϊνστάιν (2017 )
-Θέατρο του Νέου Κόσμου
Τα όνειρα του Αϊνστάιν (2017 )
-Πειραιώς 260
Τιτανομαχίες (2017 )
-Εθνικό Θέατρο-Κτήριο Τσίλλερ, Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος»
Το πεπρωμένο ονομάζεται Κλοτίλδη (2017 )
-Bios.Tesla Basement
Το πεπρωμένο ονομάζεται Κλοτίλδη (2017 )
-Πειραιώς 260
Φωνές (2017 )
-Νέο Θέατρο Κατερίνας Βασιλάκου
1984 (2016 )
-Νέο Θέατρο Κατερίνας Βασιλάκου
4 λεπτά & 12 δευτερόλεπτα (2016 )
-Θησείον, Ενα Θέατρο Για Τις Τέχνες
Αστροφεγγιά (2016 )
-Χώρα
Βέρθερος (2016 )
-Σημείο
Βέρθερος (2016 )
-Σημείο
Για την Ελένη (2016 )
-Tempus Verum εν Αθήναις
Δεσποινίς Τζούλια (2016 )
-Νέο Θέατρο Κατερίνας Βασιλάκου
Εξηνταβελόνης (2016 )
-Εθνικό Θέατρο-Κτίριο Τσίλλερ Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος»
Η αρρώστια της νιότης (2016 )
-Ακαδημία Πλάτωνος
Η αρρώστια της νιότης (2016 )
-Tempus Verum εν Αθήναις
Η αρρώστια της νιότης (2016 )
-Λιθογραφείον
Η πτωτική άνοδος του Αρτούρο Ούι (2016 )
-Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης» Θέατρο/ κεντρική σκηνή
Η Ωραία Κοιμωμένη και ο Πρίγκιπας Αστέρης στο Νησί της Γνώσης (2016 )
-Μικρό Παλλάς
Καμίλ Κλoντέλ-Mudness (2016 )
-Vault
Με το ίδιο μέτρο (2016 )
-Από Μηχανής Θέατρο
Με το ίδιο μέτρο (2016 )
-Bios.Tesla main
Με το ίδιο μέτρο (2016 )
-Παλαιό Ελαιουργείο Ελευσίνας
Μη χορέψεις (2016 )
-Bios.Tesla Basement
Μηχανή Άμλετ (2016 )
-Σύγχρονο Θέατρο
Μηχανή Άμλετ (2016 )
-Σύγχρονο Θέατρο
Ο Φίλιπ Γκλας αγοράζει μια φραντζόλα ψωμί (2016 )
-104 Κεντρική σκηνή
Ομπίντα (2016 )
-Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης» Θέατρο/ κεντρική σκηνή
Παιχνίδια ή ένα φερμουάρ που έχει κολλήσει (2016 )
-Σταθμός
Περσινές βροχές (2016 )
-Bios.Tesla Basement
Σ’ εσάς που με ακούτε (2016 )
-Σημείο
Το τελευταίο πανέρι (2016 )
-El convento del arte
Φάουστ (2016 )
-Δημοτικό θέατρο Πειραιά
Η Μάγια στην Ονειροχώρα (2015 )
-Πειραιώς 131
Η τελευταία μαύρη γάτα (2015 )
-Άλφα. Ιδέα
Θείος Βάνιας (2015 )
-Νέο Θέατρο Κατερίνας Βασιλάκου
Ο Φίλιπ Γκλας αγοράζει μια φραντζόλα ψωμί (2015 )
-104 Κεντρική σκηνή
Περσινές βροχές (2015 )
-104 Κεντρική σκηνή
Ποιος το λέει αυτό που λες; (2015 )
-Άβατον
Φάουστ (2015 )
-Δημοτικό θέατρο Πειραιά
Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν (2013 )
-Στέγη γραμμάτων και Τεχνών Ιδρύματος Ωνάση, Κεντρική Σκηνή

eirini aivaliwtouΒασιλική Σύρμα: Δεν υπάρχει περιθώριο ανεμελιάς με όσα παράλογα συμβαίνουν στη ζωή μας
Περισσότερα

Μαρία Μοσχούρη: Το βασικό εμπόδιο της γενιάς μου είναι η δυσκολία της να ενηλικιωθεί

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Ένα «δαίμoνα» της ελληνικής μυθολογίας, ένα πνεύμα των βουνών και των δασών, ένα μυθικό Σάτυρο πρόκειται να υποδυθεί στον «Κύκλωπα» του Ευριπίδη στο Μικρό Θέατρο της Επιδαύρου. Τους Σάτυρους στην αρχαιότητα τους αποκαλούσαν «σκιρτόποδες», επειδή χόρευαν με σκιρτήματα, ή «γλευκόποτες» (=κρασοπότες). Ήταν νέοι, θρασείς, σπιρτόζοι, ερωτομανείς και εξαιρετικά φιλόμουσοι και χορευτές, που επιδίδονταν σε ένα σωρό άτιμα πειράγματα και φάρσες. Προσωποποιούσαν τη χαρά της αναπαραγωγής και τη δύναμη της βλάστησης. Μια ανακουφιστική κάθαρση μετά τις δυνατές συγκινήσεις των τραγωδιών. «Σάτυρος είναι να νιώθεις, να ακούς, να μυρίζεις, να σέρνεσαι, να ουρλιάζεις, να τρέχεις, να χτυπάς», λέει η ίδια η ταλαντούχα Μαρία Μοσχούρη στο catisart.gr. Ένα κορίτσι φρέσκο και όμορφο, που έχει αποφοιτήσει από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, και ετοιμάζεται να μοιραστεί με το κοινό ένα δυναμικό εγχείρημα, τον Ιούλιο, σε σκηνοθεσία του Παντελή Δεντάκη. Μικρή το δέμας, γλυκοκάστανη, με ένα πρόσωπο που θυμίζει Γαλλίδα σταρ σε σύγχρονη έκδοση, με αδρές και εκφραστικές γραμμές, μοιάζει με χαμογελαστό κερασάκι –αναμφίβολα εύγευστο. Με κοντά σκουρόχρωμα μαλλιά και έναν όμορφο λαιμό χορεύτριας που σίγουρα θα είχε λατρέψει ο Μοντιλιάνι.
Μη με θεωρήσετε υπερβολική. Δεν έχει σημασία πώς είναι. Σημασία έχει ότι η Μαρία Μοσχούρη μοσχοβολάει ταλέντο. Ταλέντο γνήσιο και ανεξάντλητο. Ξεχωρίζει για τη χαρούμενη διάθεσή της ως άνθρωπος. Ξεχωρίζει και για την επιμονή, το πάθος και την αφοσίωση που δείχνει ως ηθοποιός. Στο «O Θείασως πέζη Κάφκα» (2016) η ερμηνεία της εξέφραζε ένα κοκτέιλ χαριτωμένης σύγχυσης, απορίας, απόλαυσης, κωμικότητας και απόγνωσης. Αφοπλιστική σε συγκίνηση και πειθώ, εκφέροντας έναν ποιητικό λόγο που ακούγεται σαν μουσική παρτιτούρα, στο «Πώς θα ‘ναι ο λυτρωτής μου;» (2016), ένα project της ομάδας Elephas Tiliensis πάνω στο διήγημα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες «Το σπίτι του Αστέριου». Εντυπωσιακά ευφάνταστη, μπριόζα  και διασκεδαστική στην παράσταση «Στο μυαλό του Δανιήλ Χαρμς», τη θαυμάσαμε να χειρίζεται το χιούμορ σαν ισορροπιστής. Τα τελευταία χρόνια έχει συμμετάσχει, εκτός των άλλων, και στις παραστάσεις «West Side Story» (2016) και «Το μεγάλο κρεβάτι» (2017). Με το διαπεραστικό της βλέμμα, με την αρμονική της κίνηση και την ιδιαίτερη φωνή της αποδεικνύει περίτρανα κάθε φορά πως έχει ένα ευρύ υποκριτικό ταλέντο.
Μας μιλάει για τα παιδικά της καλοκαίρια στη Χίο, φυσικά για τον «Κύκλωπα», αναφέρεται στη γενιά της, της οποίας θεωρεί πως «το βασικό της εμπόδιο είναι η δυσκολία της να ενηλικιωθεί».
Η δημιουργικότητα είναι σαν τη δύναμη της αγάπης που προσπαθεί να βγει προς τα έξω. Η δημιουργικότητα δεν διδάσκεται. Υπάρχουν ωστόσο κάποια πλάσματα που έχουν το χάρισμα να ορίζουν τις συνθήκες ώστε να συμβεί. Αυτό πιστεύω πως συμβαίνει και με τη Μαρία. Ψάξτε τη, δείτε τη, προσέξτε τη και σίγουρα θα το αντιληφθείτε…

* Γεννήθηκα και μεγάλωσα στον Πειραιά αλλά αισθάνομαι περισσότερο Χιώτισσα. Και οι δύο μου γονείς κατάγονται από ένα μικρό χωριό στη βόρεια Χίο και εκεί περνούσα τα καλοκαίρια μου. Από τα παιδικά μου χρόνια θυμάμαι τις αμέτρητες κασέτες που άκουγα συνέχεια, τα παιχνίδια με την αδελφή μου, τη θάλασσα, τα βράχια, τα μεγάλα κύματα στο χωριό. Και μόλις θυμήθηκα και έναν υπνόσακο μέσα στον οποίο επέμενε να κοιμάμαι η μαμά μου και τον οποίο μισούσα!

Πώς συνέβη και μπήκαν η υποκριτική και το θέατρο στη ζωή σου;

* Οι δικοί μου, ενώ δεν είναι καλλιτέχνες αγαπούν πολύ το θέατρο. Κι εγώ από πολύ νωρίς αυτό φανταζόμουν για τον εαυτό μου. Ήμουν και φαντασιόπληκτη μικρή. Μου άρεσε να βάφομαι, μιλούσα μόνη μου, φορούσα περίεργα ρούχα και χόρευα και τραγουδούσα. Αλλά αυτά φαντάζομαι είναι πράγματα που, λίγο πολύ, κάνει κάθε παιδί. Απλώς εγώ είχα στο νου μου πως έτσι ήθελα να ‘ναι η ζωή μου πάντα! Μπλέχτηκα λίγο με τις πανελλήνιες, τα πανεπιστήμια και τη φιλολογία αλλά στο θέατρο γύρισα και μάλιστα πιο συνειδητοποιημένη και πιο αποφασισμένη τη δεύτερη φορά. Για αυτή μου την απόφαση σπάνια προβληματίζομαι, νομίζω -ακόμα- είμαι καλά εδώ που είμαι.

Ποιοι από τους καθηγητές σου άφησαν τη σφραγίδα της διδασκαλίας τους στον τρόπο υποκριτικής σου και σε βοήθησαν συνολικά;

* Όταν αποφάσισα πως θέλω να δώσω εξετάσεις για τη Δραματική γνώρισα τυχαία τον Δημήτρη Αγαρτζίδη και τη Δέσποινα Αναστάσογλου που με βοήθησαν με την προετοιμασία. Αυτοί είναι οι πρώτοι μου δάσκαλοι και σημερινοί φίλοι μου. Τους ευγνωμονώ πάντα γιατί με επηρέασαν συνολικά και βαθιά σε μια φάση ζωής πολύ καίρια. Από τα χρόνια της σχολής κρατάω τον Ακύλλα Καραζήση, τη Χαρά Κεφαλά, τον Σάββα Κυριακίδη, την Ελένη Σκότη και την αγαπημένη Μάρθα Φριντζήλα για όλα τα πολύτιμα που μοιραστήκαμε. Και άφησα για το τέλος την Αμάλια Μπέννετ και τον Διονύση Καψάλη για την έμπνευση που χάρισαν αυτά τα τρία χρόνια. Ο δάσκαλος που αφήνει σφραγίδα είναι ο δάσκαλος ο οποίος σκάβει μέσα σου περιοχές που πριν δεν ήξερες ότι υπήρχαν. Και είναι πάντα γενναιόδωρος και αληθινός.

Το καλοκαίρι στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου πρόκειται να παίξεις στον «Κύκλωπα» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Παντελή Δεντάκη. Πώς νιώθεις για το θεατρικό βάπτισμά σου στη Μικρή Επίδαυρο;

* Νιώθω ανυπόμονη, περίεργη και ανήσυχη! Είμαι όμως και χαρούμενη γιατί μου αρέσει πολύ το συγκεκριμένο θέατρο και μου αρέσουν και οι άνθρωποι που συνεργάζομαι. Γενικά την Επίδαυρο σαν τόπο την έχω συνδέσει με πολλές και όμορφες αναμνήσεις από μικρή.

Ποιος είναι ο ρόλος σου στην παράσταση;

* Στην παράσταση υποδύομαι έναν από τους Σάτυρους που είναι αιχμάλωτοι του Κύκλωπα στην Αίτνα και που θα απελευθερωθούν μετά την τύφλωση του Πολύφημου από τον Οδυσσέα. Το να γίνω ένα πλάσμα μυθικό, ανάμεσα σε άνθρωπο και ζώο είναι απαιτητικό, γοητευτικό και τρομερά εκτονωτικό -όπως φαίνεται! Όσο προχωρούν οι πρόβες καταλαβαίνω πως Σάτυρος είναι να νιώθεις, να ακούς, να μυρίζεις, να σέρνεσαι, να ουρλιάζεις, να τρέχεις, να χτυπάς και άλλα παρόμοια. Μια μέρα στην πρόβα η Άννα (σ.σ.: Άννα Καλαϊτζίδου), που υποδύεται τον Οδυσσέα, είπε αυτή την πολύ ωραία λέξη για τους Σάτυρους: Αισθησιαρχία!

Στην ευριπίδεια εκδοχή του Κύκλωπα διαπιστώνονται ενδιαφέρουσες αποκλίσεις από το ομηρικό πρότυπο. Τι έχεις να πεις στους θεατές για το έργο;

* Η βασικότερη διαφορά είναι η ύπαρξη του Σειληνού και των Σατύρων στην Αίτνα. Αυτό είναι μια αναγκαία προσθήκη του Ευριπίδη γιατί χωρίς χορό Σατύρων δεν έχουμε Σατυρικό Δράμα. Κάτι άλλο αρκετά σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι το σχέδιο του Οδυσσέα να τυφλώσει τον Κύκλωπα δεν είναι ένα απλό σχέδιο διάσωσης αλλά πρώτα και κύρια σχέδιο εκδίκησης για τον χαμό τον δύο συντρόφων του. Στον Όμηρο η τύφλωση πρέπει να πραγματοποιηθεί γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος να βγουν από τη σπηλιά. Στον Ευριπίδη, ο Οδυσσέας είναι ήδη έξω από τη σπηλιά όταν ανακοινώνει το σχέδιο. Το έργο είναι ένα παραμύθι με ανθρώπους και τέρατα και, όπως σε όλα τα παραμύθια, υπάρχουν κόσμοι που διαρκώς συγκρούονται. Το ενδιαφέρον στην ανάγνωση του Παντελή Δεντάκη για τον ευριπίδειο Κύκλωπα είναι ότι κανείς δεν είναι μόνο και πάντα καλός ή κακός. Ο καταπιεσμένος είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμος να καταπιέσει. Αυτός που τρώει ξύλο όταν του δοθεί η ευκαιρία είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα ρίξει ξύλο. Και οι ρόλοι μπορεί να εναλλάσσονται διαρκώς και εις τους αιώνας των αιώνων…

Ποιος είναι ο εχθρός της σκέψης, της ικανότητας για δημιουργία;

* Η αδράνεια, ο φόβος, η κούραση, η τεμπελιά, η αδιαφορία είναι κάποιοι εχθροί και οι μάχες μαζί τους δεν τελειώνουν ποτέ.

Έχει σημασία να λειτουργούμε ομαδικά; Κυρίως στο θεατρικό χώρο;

* Η ομαδικότητα στο θέατρο είναι μια συνθήκη για την οποία έχουν ειπωθεί πολλά. Όσο μεγαλώνω καταλαβαίνω πως είναι λάθος να περιμένουμε την ομαδικότητα σαν ένα μικρό θαύμα που ίσως και να συμβεί άθελά μας. Για την ομαδικότητα πρέπει να εργαζόμαστε. Και εννοώ έμπρακτα, κατά τη διάρκεια της πρόβας, πάνω στη δουλειά, όχι στα λόγια. Ναι, είναι σημαντικό ζήτημα και δεν θέλει κουβέντες, θέλει ώρες δουλειάς.

Ποιο πιστεύεις ότι είναι το χρέος της γενιάς σου και ποια τα βασικά της εμπόδια;

* Το χρέος της δεν είμαι σίγουρη ότι το ξέρω. Το βασικό της εμπόδιο είναι η δυσκολία της να ενηλικιωθεί νομίζω. Η υπερπροστασία στην οποία μεγαλώσαμε μας μουδιάζει και οι παντός είδους δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε σε συνδυασμό με την τρομολαγνεία της εποχής μας μάς προκαλούν έναν φόβο που σχεδόν μας ακινητοποιεί. Υπάρχει ο κίνδυνος να μείνουμε αιώνια τα παιδιά των γονιών μας, οι μαθητές των δασκάλων μας, οι υποτελείς των ανωτέρων μας. Αυτή μας την τάση ναι, είναι μάλλον χρέος μας να την πολεμήσουμε. Με θάρρος και θράσος αν χρειαστεί. Δεν έχω χάσει ακόμα την πίστη μου στη γενιά μου.

«Στο μυαλό του Δανιήλ Χαρμς»

Έχεις παίξει σε παραστάσεις που δημιουργήσατε μόνοι σας συνάδελφοί σου νέοι ηθοποιοί και συντελεστές. Ποια προβλήματα, εσωτερικά και εξωτερικά, δημιουργήθηκαν σε αυτές τις περιπτώσεις;

* Οι παραστάσεις που κάνω με νέους ηθοποιούς και σκηνοθέτες είναι πάντα από τις πιο αγαπημένες μου. Είμαστε άνθρωποι που προερχόμαστε από την ίδια γενιά, με παρόμοιες προσλαμβάνουσες, εκπαίδευση, προβλήματα, ανησυχίες. Και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να θέλουμε, μέσα από τις παραστάσεις, να μιλήσουμε για παρόμοια πράγματα με παρόμοιο τρόπο. Είναι ωραίο να ξέρεις πως είσαι με τους δικούς σου και πως έχετε όλοι την ίδια λύσσα να μιλήσετε για αυτό που σας απασχολεί. Το πρώτο πρόβλημα που εντοπίζω σε αυτό είναι πολλές δουλειές με ίδια ή παρόμοια προβληματική. Παγίδα στην οποία πέφτουμε συχνά νομίζω! Το δεύτερο είναι πιο πρακτικό και έχει να κάνει με τις σχέσεις μέσα στον θίασο. Όταν κάνεις μια επαγγελματική δουλειά με τους φίλους σου υπάρχουν πράγματα που πρέπει να διασφαλίζονται, να προστατεύονται και να τηρούνται μέσα στην πρόβα και αυτό θέλει μια συνεχή φροντίδα από όλους. Είναι πολύ εύκολο να παρασυρθείς όταν οι συνεργάτες σου είναι και φίλοι σου.

Η θέση του καλλιτέχνη είναι πάντα απέναντι από την εξουσία;

* Δεν μπορώ να φανταστώ άλλη θέση για τον καλλιτέχνη.

«O Θείασως πέζη Κάφκα». Η Μαρία Μοσχούρη με τη Νατάσα Εξηνταβελόνη και τη Νάνσυ Σιδέρη

Η ζωή του καλλιτέχνη έχει αγωνίες, έρευνα, απογοητεύσεις και συνεχές τρέξιμο. Πώς προσαρμόζεις την καθημερινότητά σου και πώς προετοιμάζεσαι ψυχολογικά για τυχόν αντιξοότητες;

* Προσπαθώ να κοιμάμαι, να τρώω καλά και να γυμνάζομαι. Αυτά για το σώμα. Με όσα δεν είναι σώμα δεν τα καταφέρνω πάντα. Είναι στιγμές που καταλαβαίνω πως το παράκανα και τότε σταματάω και λέω στον εαυτό μου «τώρα το παράκανες». Ίσως αργώ λίγο αλλά το λέω. Και τότε χρειάζεται να συζητήσω μαζί μου και συνήθως τα βρίσκουμε μετά. Δεν είναι σοφή προετοιμασία αλλά με προστατεύει με έναν τρόπο, έστω και κατόπιν εορτής.

Τι σε κάνει να πλήττεις;

* Τα παιχνίδια με τράπουλα, τα περισσότερα επιτραπέζια παιχνίδια και η τηλεόραση.

«Πώς θα ‘ναι ο λυτρωτής μου;»

Σε ποια θεατρικά έργα θα ήθελες να παίξεις και ποιους ρόλους να υποδυθείς; Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου συγγραφείς;

* Δεν κάνω ποτέ τόσο συγκεκριμένα όνειρα. Αν λαχταράς κάτι πολύ συγκεκριμένο και δεν έρθει όπως το φαντάζεσαι μετά το βιώνεις σαν αποτυχία. Μου φαίνεται σκληρό να βάλω τον εαυτό μου σε κάτι τέτοιο. Αφήνω ανοιχτό το ενδεχόμενο να με συναντήσει κάτι που δεν είχα φανταστεί ποτέ! Θέλω όμως πολύ να κάνω κινηματογράφο και δεν μου έχει συμβεί από τότε που τέλειωσα τη σχολή. Όσο για τους συγγραφείς, αγαπώ τον Τσέχωφ, τον Μπέκετ, τους τραγικούς, τον Βέντεκιντ, τον Πέτερ Βάις, τον Χάουαρντ Μπάρκερ, τον Ιβάν Βιριπάεφ (και κάποιους ξεχνάω σίγουρα). Ο Βιριπάεφ είναι ο αγαπημένος μου εν ζωή θεατρικός συγγραφέας.

H δημοσιότητα βοηθά τον καλλιτέχνη;

* Φαντάζομαι πως ναι, είναι όμως βέβαιο ότι δημιουργεί και δυσκολίες. Η δημοσιότητα είναι μια κατάσταση προς διαχείριση, έτσι μου φαίνεται.

Αν βρισκόσουν τώρα μπροστά σε ένα παράθυρο, τι τοπίο θα ήθελες να έβλεπες;

* Τη θάλασσα σίγουρα.

«Στο μυαλό του Δανιήλ Χαρμς»

Πώς είναι η καθημερινότητά σου και ποιες οι αγαπημένες σου συνήθειες;

* Καθημερινότητα πολύ συγκεκριμένη δεν έχω γιατί εξαρτάται από τις υποχρεώσεις μου στο θέατρο. Είναι περίοδοι που τρέχω σαν τρελή και άλλες που κάθομαι. Όσο για τις συνήθειές μου: με χαλαρώνει να κάθομαι στον υπολογιστή και να χαζεύω, τρώω μικρές μερίδες και συχνά, μου αρέσει να κάνω βόλτες μόνη, μου αρέσει να πηγαίνω στο μάθημα χορού μου, μου αρέσει να πίνω μπίρες με τους φίλους μου, το βράδυ συνήθως διαβάζω το βιβλίο μου και αγαπάω πολύ τον ύπνο και τα όνειρα.

Ποιο βιβλίο διαβάζεις αυτό τον καιρό;

* Το «Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια» της Χάρπερ Λι.

Ποιο είναι το προσωπικό σου καταφύγιο;

* Η φύση, ο ύπνος, αυτοί που αγαπώ.

Τέλος, ποια είναι η σχέση σου με τα ζώα; Συμβιώνεις με κάποιο κατοικίδιο;

* Μέχρι το Πάσχα συγκατοικούσα με την Πακίτα, τη γάτα μου. Δυστυχώς σκοτώθηκε από αμάξι. Τα ζώα είναι σοφά και χαζά ταυτόχρονα, τα αγαπώ!

O «Κύκλωπας» του Ευριπίδη

Ένας κόσμος αντρικός, ωμός και βίαιος, κόσμος αλληλοεξόντωσης και ανθρωποφαγίας, όπου το δίκαιο ορίζεται από τον εκάστοτε ισχυρό. Στη χώρα των Κυκλώπων ο ξένος δεν περιθάλπεται, δεν φιλοξενείται, γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης ή κατασπαράσσεται. Εκεί δεν μπορείς να είσαι ούτε καλός ούτε κακός. Εκεί μπορείς να είσαι μόνο φοβισμένος και απελπισμένος ή σκληρός και ανελέητος. Τα πρόσωπα του Ευριπίδη ακροβατούν ανάμεσα στην ελαφράδα, τη γελοιότητα, την πονηριά, τον καιροσκοπισμό, την ηθική παρακμή, την αγριότητα. Γελοιοποιούν και γελοιοποιούνται. Συντρίβουν και συντρίβονται.
Η παράσταση, με αποκλειστικά γυναικεία διανομή, διερευνά αυτόν τον άκρως αντρικό κόσμο, μέσα από τη γυναικεία φύση. Μέσα από τον ψυχισμό, τα εκφραστικά μέσα, το σώμα της γυναίκας. Και αναζητά την ισορροπία ανάμεσα στο σοβαρό και το γελοίο, ανάμεσα στο σπλάτερ και την κωμωδία.
Στο κείμενο της παράστασης έχουν προστεθεί αποσπάσματα από την Οδύσσεια και από τον Κύκλωπα του Θεόκριτου, σε μεταφράσεις Παντελή Μπουκάλα
* Με αγγλικούς υπέρτιτλους

Συντελεστές

Μετάφραση: Παντελής Μπουκάλας
Σκηνοθεσία: Παντελής Δεντάκης
Σκηνικά – Κοστούμια: Γεωργία Μπούρδα
Επιμέλεια κίνησης: Ερμής Μαλκότσης
Μουσική: Λευτέρης Βενιάδης
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Βοηθοί σκηνοθέτη: Έφη Ρευματά, Θανάσης Ζερίτης
Βοηθός Σκηνογράφου – Ενδυματολόγου: Μυρτώ Κοσμοπούλου
Παίζουν: Στεφανία Γουλιώτη (Κύκλωπας), Άννα Καλαϊτζίδου (Οδυσσέας), Αλεξάνδρα Αϊδίνη (Σιληνός), Νεφέλη Μαϊστράλη, Μαρία Μοσχούρη, Αμαλία Νίνου, Μυρτώ Πανάγου, Ελένη Τσιμπρικίδου (Σάτυροι), Έφη Ρευματά (Kομπάρσος)
Παραγωγή: Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου

Πληροφορίες

Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου
21-22 Ιουλίου 2017
21:30
Τιμές εισιτηρίων
Κανονικό: Από 20€ έως 25€
Φοιτητικό: 10€
ΑΜΕΑ: 5€
Ανέργων: 5€

  • Σχετικοί σύνδεσμοι

Δανιήλ Χαρμς – Παρουσίαση παράστασης

Ο θείασως πέζη Κάφκα – Παρουσίαση παράστασης

Το Σπίτι του Αστερίου

 

eirini aivaliwtouΜαρία Μοσχούρη: Το βασικό εμπόδιο της γενιάς μου είναι η δυσκολία της να ενηλικιωθεί
Περισσότερα

Λάζαρος Βαρτάνης: «Περιμένω σαν παιδάκι κρυμμένο σε μια γωνία, να μου φανερωθεί το επόμενο παιχνίδι»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Από τους ηθοποιούς που μας οδηγούν στην αλήθεια μέσα από την έκπληξη, μέσα από τη συγκίνηση, μέσα από το παιχνίδι της σκηνής. Ο Λάζαρος Βαρτάνης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και είναι απόφοιτος της δραματικής σχολής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Έχει λάβει μέρος σε παραστάσεις των Κ.Θ.Β.Ε., Εθνικού Θεάτρου, Εθνικής Λυρικής Σκηνής, Angelus Nonus, Νέου Θεάτρου Θεσσαλονίκης, Σχήματος Εκτός Άξονα, Ομάδας Αρένα, 104, Επί Κολωνώ, Σύγχρονου Θεάτρου, Cartel. Συνεργάστηκε, μεταξύ άλλων, με τους σκηνοθέτες Αλέξανδρο Σωτηρίου, Έλλη Παπακωνσταντίνου, Κώστα Γάκη, Γλυκερία Καλαϊτζή, Ρούλα Πατεράκη, Νίκο Βουδούρη, Κωνσταντίνο Ρήγο, Δαμιανό Κωνσταντινίδη, Γιάννη Ρήγα, Ισίδωρο Σιδέρη, Έφη Γούση, Δημήτρη Κουρούμπαλη – Φρόσω Κορρού, Λίλλυ Μελεμέ, Θοδωρή Βουρνά και Κωνσταντίνο Ασπιώτη. Το «Αρμαντέιλ», το «2013 / Melina M.», το «Innerview», το «Να ‘ρθω μαζί σου;», το «Στα Σκοτεινά – Making Movies» και το «Εκτός Ορίων» είναι μερικές μόνο από τις παραστάσεις στις οποίες τον έχουμε δει και μας έχει ευχάριστα ξαφνιάσει, κάνοντας το παρελθόν και το μέλλον μέρος του παρόντος μας. Ένας καλλιτέχνης με αληθινή μόρφωση, με επίγνωση του τι είναι πραγματικό και απαραίτητο, τόσο καλά κρυμμένο σε κοινή θέα γύρω μας. Στις 9 Ιουνίου και στις 10 Ιουνίου πρόκειται να μας παρουσιάσει στην κεντρική σκηνή του θεάτρου «Επί Κολωνώ» τον μονόλογο «Mall» του Αναστάση Πινακουλάκη. To έργο αφορά τη φανταστική ιστορία αρπαγής ενός ανήλικου αγοριού από έναν πωλητή του καταστήματος παιχνιδιών «Neverland». Όνομα που παραπέμπει στο κλασικό παραμύθι του James Barrie, «Πίτερ Παν» (Peter Pan). Αυτό που δυσχεραίνει εξαρχής την ανακριτική διαδικασία είναι ότι οι κάμερες ασφαλείας δεν συνδέουν τον φερόμενο ως δράστη και το αγνοούμενο αγόρι. Τελικά -διερωτάται ο θεατής- είναι η Neverland το κατάστημα παιχνιδιών που κανένα παιδί δε θα θέλει να φύγει; Στην παράσταση η δημιουργική φαντασία διαμορφώνει ένα καθαρά φανταστικό σύμπαν που, παρά τη φαινομενική «παιδικότητά» του, συνδιαλέγεται με τα θέματα της ενηλικίωσης, της επιλογής, της βίας και του θανάτου. Ο Λάζαρος αναλαμβάνει, για άλλη μια φορά, ένα ρόλο – πρόκληση με μεγάλη ανυπομονησία και περιμένει «σαν παιδάκι κρυμμένο σε μια γωνία, να του φανερωθεί το επόμενο παιχνίδι».

Λάζαρε, μίλησέ μας για την παράσταση – μονόλογο, «Mall», στην οποία παίζεις.

* Η ιστορία του «Mall» γράφτηκε με αφορμή δύο γεγονότα, ένα δημοσιοποιημένο κι ένα από τον εμπειρικό κόσμο του συγγραφέα, του Αναστάση Πινακουλάκη. Το δημοσιοποιημένο αληθινό γεγονός, αφορά την προσπάθεια απαγωγής ενός ανήλικου κοριτσιού από εμπορικό κέντρο του Αμαρουσίου. Ο δράστης οδήγησε το θύμα του στις τουαλέτες των αντρών και το μεταμφίεσε σε αγόρι. Η άμεση δράση του συστήματος ασφαλείας, έκλεισε κάθε έξοδο διαφυγής για δράστη και θύμα με αποτέλεσμα το παιδί να επιστρέψει στους φυσικούς του γονείς εντός μίας ώρας από την εξαφάνισή του.
Το έργο μας ασχολείται με την απαγωγή ενός 9χρονου αγοριού από εμπορικό κατάστημα της Αθήνας. Ο Χρήστος Λαζάρου –ο χαρακτήρας που υποδύομαι– υπάλληλος σε ένα κατάστημα που λέγεται «Neverland», εμφανίζεται ως μάρτυρας στο αστυνομικό τμήμα. Η μαρτυρία του τον οδηγεί αυτόματα στον ανακριτή και καταδικάζεται σχεδόν αμέσως για έγκλημα πρώτου βαθμού.
Είναι ένας ρόλος – πρόκληση. Έχω μεγάλη ανυπομονησία να βγω και να αφηγηθώ αυτή την πολύ ιδιαίτερη ιστορία.

Σε ποιους θεατές απευθύνεται;

* Απευθύνεται σε όλους τους –ενήλικες– θεατές ανεξαρτήτου επαγγέλματος, φύλου, σεξουαλικής προτίμησης, εθνικότητας κ.τ.λ.

Τελικά τι είναι η Neverland το κατάστημα παιχνιδιών που κανένα παιδί δε θα θέλει να φύγει;

* Ένα νεκροταφείο ψυχών. Οι υπάλληλοι τρέχουν σαν παλαβοί εκτελώντας εντολές από τους ανωτέρους τους για μερικά ευρώ και οι γονείς αφήνουν τα παιδιά τους μπροστά από τα ράφια με τα παιχνίδια για να κάνουν τα ψώνια τους σε άλλα καταστήματα ή να ασχοληθούν με τα κινητά τους. Όλα αυτά καλυμμένα με ένα πέπλο ευτυχίας, παιχνιδιού και ανάλαφρης μουσικής. Θεωρώ την επιλογή του ονόματος –«Η Χώρα του Ποτέ»– ευφυή.

Ποιος είναι ο εχθρός της σκέψης, της ικανότητας για δημιουργία;

* Ο φόβος. Μέχρι να φτάσω τα 30 ήταν πολύ καλός μου φίλος. Μετά τον βαρέθηκα και αποφάσισα να μην τα λέμε συχνά. Για να δημιουργήσεις κάτι πρέπει να απεμπλακείς από τέτοιες αλλεργίες.

Τι θα ήθελες να αποκομίσει ο θεατής μετά την παρακολούθηση της παράστασής σας;

* Όσοι φίλοι έχουν δει περάσματα της παράστασης, μέχρι τώρα, αντέδρασαν διαφορετικά. Άλλοι τον κατάλαβαν τον Χρήστο μου, άλλοι θύμωσαν με τις πράξεις του, άλλοι συγκινήθηκαν βαθιά… Σίγουρα όμως όλοι το συζητούσαν για ώρα μετά. Αυτό θα ήθελα. Βγαίνοντας από την παράσταση να υπάρξει υλικό για κουβέντα και σκέψη.

Πιστεύεις ότι το θέατρο μπορεί να δώσει λύσεις;

* Λύσεις δεν ξέρω αν μπορεί να δώσει. Τροφή για σκέψη, σίγουρα ναι.

Εμπορικό και ποιοτικό θέατρο μπορούν να συμβαδίσουν;

* Αντιλαμβάνομαι το θέατρο ως καλλιτεχνική ανάγκη και δημιουργία. Δεν αγαπώ τις ταμπέλες. Υπάρχουν, το γνωρίζω, αλλά ο καθένας είναι ελεύθερος να κάνει σ’ αυτή τη δουλειά ό,τι τον εκφράζει και τον κάνει ευτυχισμένο. Το δικό μου «θέλω» έχει να κάνει με την αισθητική και τον σεβασμό. Αν αυτό είναι ποιοτικό ή εμπορικό δεν ξέρω.

Τι σε συνδέει με το θέατρο «Επί Κολωνώ», όπου για δεύτερη φορά παίζεις σε παράσταση;

* Ξανά στο «Off-Off» του «Επί Κολωνώ» ύστερα από σχεδόν 4 χρόνια. Η πρώτη φορά ήταν το 2013, με την παράσταση «2013 / Melina M.» σε σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Ασπιώτη. Μια αγαπημένη μου δουλειά που συνεχίστηκε εκεί για μήνες μετά. Καταλαβαίνετε ότι είμαι συναισθηματικά δεμένος με το συγκεκριμένο θέατρο. Είναι ένας χώρος που με εκφράζει σε όλα του.

Νιώθεις άγχος για το επόμενο βήμα σου και ποιο θα είναι αυτό;

* Δεν θα το έλεγα άγχος αλλά προσμονή. Περιμένω σαν παιδάκι κρυμμένο σε μια γωνία, να του φανερωθεί το επόμενο παιχνίδι.

Τι σε κάνει να πλήττεις;

* Οι αγενείς, οι μίζεροι, οι ρατσιστές, οι… αχιούμοροι άνθρωποι. Δυστυχώς τους συναντώ καθημερινά.

Τι ρόλο παίζει η φαντασία στη ζωή σου και στην τέχνη σου;

* Νιώθω ότι είμαι πρακτικός άνθρωπος. Δεν ξέρω αν χρησιμοποιώ τη σωστή λέξη αλλά σίγουρα ένα και ένα κάνουν δύο. Όχι τρία. Το κληρονόμησα από τη μαμά μου. Βέβαια στο θέατρο χρειάζεται και το άλλο. Εκεί ένας συνδυασμός φαντασίας και πρακτικότητας λειτουργεί μάλλον καλά.

Ποιο είναι το προσωπικό σου καταφύγιο;

* Οι φίλοι μου, το σπίτι μου, το να μαζευόμαστε και να βλέπουμε ταινίες.

Πώς βιώνεις την καθημερινότητα;

* Με πολύ τρέξιμο. Πρόβες, διάβασμα για τις πρόβες σε μετρό και λεωφορεία, δουλειά εκτός θεάτρου –χρειάζεται κι αυτή.

Τι λαχταράς να αδράξεις από τη ζωή;

* Την κάθε στιγμή. Δεν θέλω να αφήνω λεπτό να χάνεται.

Ποιο βιβλίο διαβάζεις αυτή την εποχή;

* Αυτή την περίοδο διαβάζω παιδικά παραμύθια στο πλαίσιο των προβών για το «Mall». Ο Αναστάσης μου φέρνει κάθε φορά και ένα διαφορετικό. Το αγαπημένο μου όλων είναι το «Άγαλμα που κρύωνε».

Ελπίζεις σε ένα καλύτερο αύριο;

* Αλίμονο αν δεν ήλπιζα. Είμαι ένας νέος άνθρωπος με όνειρα που δεν επιτρέπω εύκολα να μου τα κόψουν!

 

Ταυτότητα της παράστασης

Παρασκευή 9 Ιουνίου στις 20:45 & Σάββατο 10 Ιουνίου στις 22:00
«Mall»

  • Συντελεστές:
    Θεατρική Ομάδα Neverlanders
    Κείμενο / Σκηνοθεσία: Αναστάσης Πινακουλάκης
    Διαμόρφωση σκηνικού χώρου: Έφη Γκαραβέλα
    Επιμέλεια κίνησης: Κορίνα Κόκκαλη
    Φωτισμοί: Τάκης Λυκοτραφίτης
    Φωτογραφίες / Βίντεο: Πάτροκλος Σκαφιδάς
    Ερμηνεύει ο Λάζαρος Βαρτάνης

Η παράσταση «Mall» από την ομάδα Neverlanders κάνει πρεμιέρα στο φεστιβάλ Off Off Athens 2017 του θεάτρου Επί Κολωνώ, την Παρασκευή 9 Ιουνίου. Το «Mall» είναι έργο του πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα Αναστάση Πινακουλάκη και παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην σκηνή.

  • Υπόθεση: Μετά την κήρυξη αγνοούμενου ενός 9χρονου αγοριού από εμπορικό κατάστημα της Αθήνας, ο Χρήστος Λαζάρου, υπάλληλος του «Neverland», εμφανίζεται ως μάρτυρας στο αστυνομικό τμήμα. Η μαρτυρία του τον οδηγεί αυτόματα στον ανακριτή και καταδικάζεται σχεδόν αμέσως για έγκλημα πρώτου βαθμού. Παραμένει όμως ζητούμενο της ανακριτικής διαδικασίας κι αναπάντητο ερώτημα της κοινής γνώμης, με ποιον τρόπο έφυγε το 9χρονο αγόρι από το «Mall» και πού βρίσκεται αυτή τη στιγμή αφού οι κάμερες ασφαλείας δεν αποτελούν τεκμήριο της ομολογίας του φερόμενου ως δράστη.

Η φανταστική ιστορία του «Mall» γράφτηκε με αφορμή δύο αληθινά γεγονότα, ένα δημοσιοποιημένο κι ένα αναδυμένο από τον εμπειρικό κόσμο του συγγραφέα. Το δημοσιοποιημένο αληθινό γεγονός, αφορά την προσπάθεια απαγωγής ενός ανήλικου κοριτσιού από εμπορικό κέντρο του Αμαρουσίου. Ο δράστης οδήγησε το θύμα του στις τουαλέτες των αντρών και το μεταμφίεσε σε αγόρι με σκοπό να το φυγαδεύσει διακριτικά. Η άμεση δράση του συστήματος ασφαλείας, έκλεισε κάθε έξοδο διαφυγής για επίδοξο δράστη και θύμα με αποτέλεσμα το παιδί να επιστρέψει στους φυσικούς του γονείς εντός μιας ώρας από την εξαφάνισή του. Το έργο «Mall» διερωτάται τι θα συνέβαινε αν οι γονείς δεν είχαν αναζητήσει άμεσα το παιδί τους, ή αν ακόμα εκείνο είχε συνειδητά επιλέξει να φύγει με κάποιον άγνωστο.

Το έργο αποτελεί το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας μονολόγων υπό τον τίτλο «Η πικρή τριλογία του νεοφασισμού», η οποία θέλει να δώσει ζωτικό χώρο στις μεγαλύτερες φοβίες των σύγχρονων ανθρώπων του παγκοσμιοποιημένου μοντέλου ζωής ή αλλιώς των εντελώς δικών μας εγκληματιών. Αντίστοιχα, στο «Υγρασία στους Τοίχους», η Νομική Αθηνών δέχεται τρομαχτικό χτύπημα, ενώ στο «Το αγόρι μου είναι ο Hugo Boss», ένα μανεκέν πληγώνεται από τα νέα Δεκεμβριανά.

Η ομάδα Neverlanders

Η ομάδα Neverlanders αποτελείται από νέους καλλιτέχνες που συναντιούνται για τη δημιουργία της παράστασης «Mall». Το όνομα της ομάδας προέρχεται από το κατάστημα παιχνιδιών όπου εργάζεται ο χαρακτήρας του έργου. Στη δική μας Χώρα του Ποτέ γινόμαστε Τζεντάι και Iron Man…

  • Συντελεστές:
    Κείμενο-Σκηνοθεσία: Αναστάσης Πινακουλάκης
    Διαμόρφωση σκηνικού χώρου: Έφη Γκαραβέλα
    Επιμέλεια κίνησης: Κορίνα Κόκκαλη
    Φωτισμοί: Τάκης Λυκοτραφίτης
    Φωτογραφίες-τρέιλερ: Πάτροκλος Σκαφιδάς
    Ερμηνεύει ο Λάζαρος Βαρτάνης
  • Πληροφορίες:
    Mall, του Αναστάση Πινακουλάκη
    Off Off Athens 2017 – Επί Κολωνώ
    Ημέρες κι ώρες παραστάσεων: Παρασκευή 9 Ιουνίου στις 20:45 & Σάββατο στις 10 Ιουνίου στις 22:00
    Χώρος: Κεντρική Σκηνή
    Εισιτήρια: 5 ευρώ
    Τηλέφωνο θεάτρου: 210.5138067
    Διεύθυνση: Λένορμαν και Ναυπλίου 12
  • Εισιτήρια: https://www.viva.gr/tickets/theater/epi-kolono/off-off-athens-theater-festival-2017/
    ή στα ταμεία του θεάτρου
  • Λάζαρος Βαρτάνης – παλαιότερη συνέντευξη στο catisart.gr
  • Δείτε το τρέιλερ:
eirini aivaliwtouΛάζαρος Βαρτάνης: «Περιμένω σαν παιδάκι κρυμμένο σε μια γωνία, να μου φανερωθεί το επόμενο παιχνίδι»
Περισσότερα

Ειρήνη Μακρή: «Τι πιο ευτυχές από το να συμπορεύεσαι με ανθρώπους που ονειρευόσαστε τον ίδιο κόσμο;»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Ένα από τα πιο ζωντανά και επιβλητικά πλάσματα του θεάτρου μας. Ψηλή, αθλητική, λεπτή, καλλίφωνη, με αρμονικά χαρακτηριστικά και ευελιξία στην κίνηση. Μια καλλιτέχνιδα πραγματικά εντυπωσιακή ως παρουσία, ως ταλέντο, ως προσωπικότητα. Άριστη, θα τολμούσα να πω. Κι ας μη με θεωρήσετε υπερβολική. Αν παρακολουθήσατε το χειμώνα στο θέατρο «104» το εκπληκτικό «ГЛУМ» (Γκλουμ) σίγουρα θα συμφωνήσετε μαζί μου. Η δραστήρια Ειρήνη Μακρή ανήκει στην ομάδα θεάτρου «C. for Circus». Πρόκειται για μια ομάδα νέων δημιουργών που πρωτοεμφανίστηκε τον Ιούνιο του 2008 στη Θεσσαλονίκη με σκοπό την αναζήτηση της θεατρικής δράσης μέσα από τα σώματα των ηθοποιών. Οι ηθοποιοί – μέλη της κάνουν μια αξιοθαύμαστη δουλειά. Αναζητούν όλες εκείνες τις κλειδωμένες ενέργειες που κρατούν κλειστά τα μυστικά τους και άλλο δεν περιμένουν απ’ το να τις εξερευνήσουμε, να τις αφουγκραστούμε και να ενώσουμε ξανά τα σκορπισμένα μας κομμάτια. Με πολλή επικέντρωση στην έκφραση μέσω του σώματος προσπαθούν να βιώσουν καταστάσεις και συναισθήματα. Δεν πρόκειται για τίποτα μεταφυσικό, τίποτα έξω από τον άνθρωπο και πέρα από τις δυνατότητές του. Μιλούν για το σώμα και συνομιλούν με το σώμα. Στο «ГЛУМ» η Ειρήνη Μακρή έδωσε μια ερμηνεία γεμάτη χιούμορ και θεατρική ευσέβεια, ευαίσθητη και ανοιχτή. Πλούσια, γόνιμη, με έμφαση στα νοήματα και πάνω απ’ όλα ζωογόνα. Είμαι πεπεισμένη πως ξέρει καλά την ευθύνη που έχει ως ηθοποιός, να δίνει ζωή σε πραγματικούς ανθρώπους. Να λαξεύει πάνω στην ένταση της στιγμής. Σε κάνει να λαχταράς με πάθος να συναντήσεις τους χαρακτήρες που υποδύεται. Να γνωρίσεις τη Ράνγκα και κυρίως την Κλεοπάτρα Λβόβνα Μαμάεβα. Να πιεις τσάι μαζί της, να κουτσομπολέψεις την εξέχουσα κοινωνία της Μόσχας του 19ου αιώνα, να γελάσεις με αυτή την απίθανη γυναίκα. Η παράσταση της «C. for Circus» ήταν ένας αληθινός καθρέφτης της ζωής. Δεν έδειχνε μόνο την επιφάνεια, έδειχνε αυτό που κρύβεται κάτω από την επιφάνεια. Τις περίπλοκες κοινωνικές σχέσεις, το απόλυτο υπαρξιακό νόημα της δράσης που λέγεται ζωή, την πυκνή εσωτερική διεργασία των ηρώων. Ξεκαρδιστική, ρεαλιστική, συγκλονιστικά αληθινή, ευφάνταστη, απίστευτα δημιουργική. Στη συνέντευξη που δίνει στο catisart.gr η Ειρήνη θυμάται τα παιδικά της χρόνια στην Καρδίτσα. Μας περιγράφει με ενάργεια πώς από τους τους Πολιτικούς Μηχανικούς και τις καταλήψεις του ’06 ερωτεύτηκε το θέατρο και τη δια βίου μάθηση που προσφέρει η ενασχόληση με την τέχνη. Πώς πήρε την απόφαση ότι δεν θα αρκεστεί να είναι το θέατρο στη ζωή της αλλά η ζωή της θα είναι το θέατρο. Και πόσο δίκιο είχε, συμπληρώνω εγώ. «Τι πιο ευτυχές από το να μοιράζεσαι, ν’ ανταλλάσσεις και να συμπορεύεσαι, πάνω και κάτω απ’ τη σκηνή, με ανθρώπους που ονειρευόσαστε τον ίδιο κόσμο;», μας λέει με μάτια που λάμπουν από ενθουσιασμό. Εσείς, αν δεν πετύχετε το «ГЛУМ» (Γκλουμ) σε περιοδεία ή επανάληψη, δείτε την στο «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας», μια παραγωγή στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, που θα πραγματοποιηθεί στο τέλος του Ιουνίου, από το φθινόπωρο δε θαυμάστε την στην επανάληψη του «Mon Petit Prince», στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Δείτε πώς με τρόπο θαυμαστό κάνει τις λέξεις εικόνες και τα νοήματα πολύχρωμα ταξίδια και όνειρα.

  • Μεγάλωσα στην Καρδίτσα, έζησα εκεί όλη την ανήλικη ζωή μου. Από εκείνα τα χρόνια, θυμάμαι πολύ τις Άνοιξες. Μου είναι πολύ καθαρή και χαρακτηριστική η μυρωδιά της Άνοιξης στην Καρδίτσα, θυμάμαι σφοδρούς έρωτες, βόλτες με το ποδήλατο με κρύο ή ζέστη, αργότερα βόλτες με το μηχανάκι, ώρες ολόκληρες παίζοντας βόλεϊ στο προαύλιο του σχολείου και πολλή μουσική –παίζοντας ή ακούγοντας.
    Από λίγο πιο παλιά, θυμάμαι το σπίτι των παππούδων και το Πάσχα, παλιό ελληνικό κινηματογράφο και ζημιές επί τούτου, που εξανάγκαζαν τη γιαγιά μου να με κυνηγήσει στην αυλή – ήξερα ότι θα της ξεφύγω. Σύκα και καρπούζια, ζωγραφιές, καρναβάλια, βόλτες και επιδρομές σε αυλές, λάστιχα κάτι καλοκαιρινά μεσημέρια και ξυπολυταρία. Ωραία ήταν τώρα που το ξανασκέφτομαι. Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό.

Πότε αποφάσισες να ασχοληθείς με το θέατρο και την υποκριτική και πώς αυτό προέκυψε;

  • Νομίζω πως η απόφαση συνειδητά πάρθηκε μέσα μου, μετά την πρώτη θεατρική παράσταση, στο σχολείο. Συνέπεσε με τη μετάβαση στο λύκειο, δηλαδή με μια, εκ των πραγμάτων, περίοδο αποφάσεων. Δυστυχώς, η ελλιπής πληροφόρηση σε σχέση με τις σχολές θεάτρου, πόσω μάλλον με τις δραματικές σχολές, και η παγιωμένη, μικροαστική αντίληψη του περίγυρου σε σχέση με την αναγκαιότητα μιας «βασικής/κλασικής» σχολής με οδήγησαν στους Πολιτικούς Μηχανικούς και μου χάρισαν τα έξι πιο αλησμόνητα χρόνια μέχρι στιγμής. Το θέατρο όμως έχει βασικό ρόλο και σ’ αυτή την εξαετία… Οι καταλήψεις του ’06 ήταν το άλλοθι που χρειαζόμουν, για να μπω στη θεατρική ομάδα του Πολυτεχνείου και ύστερα απ’ αυτό προέκυψε το C. For Circus, με το οποίο ερωτεύτηκα το θέατρο και τη δια βίου μάθηση που σου προσφέρει η ενασχόληση με την τέχνη.
    Το «τσίρκο» είναι για μένα σημείο αναφοράς. Με διαμόρφωσε και συνεχίζει να με διαμορφώνει, με συντροφεύει και είναι η ζωή μου τα τελευταία εννιά χρόνια. Ίσως ο πιο καθοριστικός παράγοντας, βάσει του οποίου πήρα την πρακτική απόφαση ότι η ζωή μου, από δω και στο εξής, θα είναι το θέατρο – δεν θα αρκεστώ στο να είναι το θέατρο στη ζωή μου.

Σίγουρα θα υπήρξαν αγαπημένοι δάσκαλοι. Θέλεις να μιλήσεις γι’ αυτούς;

  • Υπήρξα τυχερή, οι περισσότεροι δάσκαλοί μου είναι σπουδαίοι καλλιτέχνες. Από κάποιους εμπνεύστηκα περισσότερο και άλλων θαύμασα το έργο, κάποιες φορές χωρίς να μπορέσω να συνομιλήσω μ’ αυτό, αλλά κάθε συνάντηση είναι μιας μορφής μάθημα.
    Είχα δασκάλους, που με ώθησαν -ίσως και ερήμην τους- να μη δώσω εναλλακτική στον εαυτό μου, να βγει αλώβητος από τη διαδικασία της συνδιαλλαγής μας, γεγονός τρομακτικά δύσκολο, όταν έχει περάσει ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα σαν οδοστρωτήρας από πάνω σου. Γι’ αυτό όμως είναι σπουδαίοι και τους μνημονεύω με μεγάλο σεβασμό. Ο Ακύλλας Καραζήσης δε μου άφησε κανένα περιθώριο στη μη έκθεση – έχει τον τρόπο του μ’ αυτό ο Ακύλλας. Ο Πέτρος Σεβαστίκογλου είναι από τις περιπτώσεις ανθρώπων, τους οποίους εκτιμώ ιδιαίτερα για τον τρόπο με τον οποίο στέκονται στη ζωή και στην τέχνη, εν γένει. Ο Διονύσης Καψάλης, η Αμάλια Μπένετ, η Κατερίνα Βλάχου και η Μάρθα Φριντζήλα είναι άνθρωποι, που δεν έχουν πάψει να με εμπνέουν ακόμα. Μια συζήτηση μαζί τους μου είναι πολύτιμη.

 

Φέτος, εκτός των άλλων, έπαιξες στην παράσταση «ГЛУМ» (Γκλουμ), μια παράσταση βασισμένη στο «Ημερολόγιο ενός απατεώνα» του Αλεξάντρ Οστρόφσκι. Πώς θα περιέγραφες το έργο;

    • Το «Ημερολόγιο ενός απατεώνα», στο οποίο κατεξοχήν βασίστηκε το ГЛУМ, είναι ένα κωμικό, σατιρικό έργο, που με γοργό ρυθμό και αρκετά κωδικοποιημένο τρόπο αποκαλύπτει την κενότητα των δημοσίων σχέσεων, τη ματαιοδοξία και τη ματαιότητα της κοινωνικής ανέλιξης, καταπιάνεται με τη διαπλοκή και τη διαφθορά των ανθρώπινων σχέσεων εν όψει του φόβου της μοναξιάς. Αυτή είναι η μια οπτική, η θεωρητική. Προσωπικά, διαβάζοντάς το, περισσότερη εντύπωση μου έκαναν οι ανθρώπινες σχέσεις, οι αμηχανίες, οι σιωπές, η αγωνία και το πάθος ενός νέου ανθρώπου που πασχίζει να αδράξει τη ζωή στα χέρια του, ο παλμός του τεντωμένου σχοινιού. Αυτές, οι αδύναμες στιγμές των χαρακτήρων, οι παντελώς ανθρώπινες και αναγνωρίσιμες στιγμές, συνιστούν για μένα ένα κατανοητό και επίκαιρο έργο.

Τι κοινό έχει με το σήμερα το «Ημερολόγιο ενός απατεώνα»;

    • Την ίδια πρώτη ύλη, τον άνθρωπο. Όσο κοινές είναι οι ανάγκες ενός νέου, στη Ρωσία του 19ου αι. με έναν νέο σήμερα, τόσο στενά συνδεδεμένο είναι το ίδιο το έργο με τη σημερινή πραγματικότητα.

Ποιος είναι ο χαρακτήρας που υποδύεσαι; Πρόκειται για ένα πρόσωπο διεφθαρμένο και διαπλεκόμενο;

    • Ο βασικός χαρακτήρας που καλούμαι να σας συστήσω είναι η Κλεοπάτρα Λβόβνα Μαμάεβα. Είναι μια μέσης ηλικίας, από γραφής, γυναίκα που κατά κύριο χαρακτηριστικά, τρέφεται από τη ματαιοδοξία της. Είναι αρκετά κοινή, την έχουμε συναντήσει όλοι μας, πολλάκις.
      Διεφθαρμένη; Όχι, το βρίσκω λίγο άδικο. Είναι σίγουρα ευέλικτη, κοινωνικά ευφυής και αρκετά αποφασιστική. Αν, βέβαια, το να βρίσκεσαι στους κύκλους της ελίτ της Μόσχας, ταυτίζεται με τη διαπλοκή ή τη διαφθορά, τότε ανοίγουμε άλλα μονοπάτια, στα οποία ομολογουμένως δε θέλησα να σταθώ, κατά τη διάρκεια της μελέτης. Οι πιθανότητες φυσικά δεν είναι με το μέρος μου, αλλά περισσότερο χαρακτηρίζω την Κλεοπάτρα ως Γυναίκα και ετοιμοπόλεμη και εύφλεκτη, παρά διεφθαρμένη. Εγώ τη συμπαθώ!

Τι σε άγγιξε περισσότερο σε αυτή την ηρωίδα και τι σε συγκινεί στο συγκεκριμένο έργο;

  • Στην Κλεοπάτρα προσέχω πολύ τις ανθρώπινες στιγμές της. Τις στιγμές που ενθουσιάζεται, εκτίθεται, ελπίζει, πληγώνεται ανεπανόρθωτα, θυμώνει και εκδικείται με πάθος. Απολαμβάνω πολύ τις χαραμάδες μέσα από τις οποίες την έχω δει γυμνή, ακόμα κι αν αυτό δεν αποτυπώνεται στο έργο. Από τη διάρκεια των δοκιμών, αυτές οι στιγμές, είναι οι πιο αξιομνημόνευτες.
    Στο σύνολο του έργου, με συγκινεί το σημείο απ’ όπου ξεκινά ο Γκλούμοφ. Το σημείο καμπής, εκεί που φτάνει πια ο κόμπος στο χτένι, που ξυπνά ένα πρωί και λέει «ως εδώ!». Αυτό το κρίσιμο σημείο, με το οποίο ο συγγραφέας επέλεξε να ξεκινήσει να ξεμπλέκει την ιστορία, αποτελεί ακόμα σημείο αναφοράς στην αφήγησή μας. Κακά τα ψέματα, μου είναι γνώριμες περισσότερες πτυχές του Γκλούμοφ παρά της Κλεοπάτρας. Αφορά, υποθέτω, περισσότερο το πού βρίσκομαι αυτό το διάστημα προσωπικά, πνευματικά και ηλικιακά.

Θα μας πεις δυο λόγια για την ομάδα C. For Circus, στην οποία ανήκεις;

  • Το C. For Circus συστάθηκε το 2008, στο υπόγειο ενός μπαρ στη Θεσσαλονίκη. Ήμασταν όλοι μέλη της θεατρικής ομάδας του Πολυτεχνείου του ΑΠΘ με πολλή όρεξη και λαχτάρα για μεγαλύτερη γνώση και εμβάθυνση στην τέχνη του θεάτρου. Τώρα πια, που το βλέπω από μια απόσταση εννέα ετών, μπορώ να πω πως επρόκειτο για μια πολύ ευτυχή συγκυρία και μεγάλη τύχη! Βρεθήκαμε εκεί, μια μεγάλη ομάδα ατόμων, δουλέψαμε σκληρά και μέσα απ’ τη δουλειά ερωτευτήκαμε το θέατρο. Στ’ αλήθεια, για μια ερωτική σχέση με τον καιρό έγιναν διάφορες ανακατατάξεις βασισμένες στις ανάγκες των μελών, όμως ο βασικός πυρήνας παραμένει ο ίδιος, έπειτα προέκυψε η ανάγκη ενοικίασης δικού μας χώρου για πρόβες και παραστάσεις και η ανάγκη να σπουδάσουμε τη δραματική τέχνη συστηματικά.
    Ολοκληρώσαμε τις σπουδές μας και βρεθήκαμε πάλι όλοι μαζί, στην Αθήνα πια, πλουσιότεροι και ωριμότεροι, να προσπαθούμε να συνομιλήσουμε εκ νέου. Κάπου εδώ βρισκόμαστε σήμερα.
    Τι πιο ευτυχές από το να μοιράζεσαι, ν’ ανταλλάσσεις και να συμπορεύεσαι, πάνω και κάτω απ’ τη σκηνή, με ανθρώπους που ονειρευόσαστε τον ίδιο κόσμο;

Πιστεύεις ότι το θέατρο μπορεί να δώσει λύσεις;

  • Πιστεύω στο θέατρο και στην τέχνη ως τρόπο ζωής. Αν δεν πίστευα ότι μπορεί να δώσει κάποιες απαντήσεις σε ερωτήματα που αφορούν την ύπαρξή μας, δε θα ασχολούμουν μ’ αυτό. Θα έψαχνα αυτόν, τον άλλο τρόπο, που θα μπορούσε να εκκινήσει μέσα μου τη διαδικασία της αέναης αναζήτησης, που με έναν τρόπο προσφέρει λύτρωση, αν δεν καταφέρει να δώσει «λύση». Ίσως η λύση να έγκειται στη διαρκή κίνηση, στην οποία σε παρασύρει η τέχνη. Από την αδράνεια δεν γεννιέται τίποτα.

 

Ποια είναι τα επόμενα θεατρικά σου σχέδια;

  • Συνεχίσαμε με το «ГЛУМ» του C. For Circus, με κάποιες παραστάσεις στη Θεσσαλονίκη, και βρίσκομαι ήδη στη μέση των δοκιμών για το «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας», μια παραγωγή στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, που θα πραγματοποιηθεί στο τέλος του Ιούνη. Για το ερχόμενο φθινόπωρο, ευτυχώς θα ταξιδεύω πάλι στον Πειραιά, για την επανάληψη του «Mon Petit Prince», στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.

Τι σημαίνουν για σένα οι λέξεις:

  • Ποίηση _ Τέχνη, σοφία, συμπύκνωση ψυχής
  • Παιχνίδι _ να παίρνεις το ρίσκο και να βουτάς
  •  Άρνηση _ ενηλικίωση
  •  Έρωτας _ ελιξήριο, φαντασία και σιωπή
  • Ενθουσιασμός _ σπάνιος μεν, καλοδεχούμενος δε
  • Αλληλεγγύη _ ελπίδα για την ανθρωπότητα
  • Συμπαράσταση _ δεν ξέρω πώς να τοποθετηθώ επ’ αυτού

Πώς θα χαρακτήριζες τους καλλιτέχνες της γενιάς σου;

  • Καλλιτέχνες σήμερα, είναι λίγοι, αλλά αξιόλογοι, γεγονός που είναι αξιοθαύμαστο. Έχω την αίσθηση, πως πρόκειται για μια γενιά αρκετά μάχιμη, με δυνάμεις και δυνατότητες, αλλά και με αρκετά περιθώρια για σύγκρουση με το παλιό.
    Δεν θα ‘θελα να σταθώ στην υπερπληθώρα των καλλιτεχνών σήμερα, προτιμώ να σταθώ σε ανθρώπους που με εμπνέουν, γιατί τολμούν να μιλήσουν για πράγματα που τους φλέγουν και τους κρατούν άυπνους. Δεν είναι πολλοί αυτοί που καταφέρνουν να πάρουν το ρίσκο και ακόμα λιγότεροι είναι αυτοί, που καταφέρνουν να συνδιαλλαγούν, τελικά, με τις βαθιές ανάγκες τους, όχι χωρίς κόστος. Όμως υπάρχουν. Και για μένα αυτοί οι τύποι είναι ελπίδα και έμπνευση.

Τι απεχθάνεσαι;

  • Τη βία και την αλαζονεία της εξουσίας.

Με τι θυμώνεις;

  • Με το χάος, παρότι είν’ η ιστορία της ζωής μου.

Τι θαυμάζεις;

  • Την τόλμη και τα όρια.

Με τι διασκεδάζεις;

  • Διασκεδάζω με φίλους και καλή μουσική. Δεν δύναμαι να φανταστώ χωρίς μουσική.

Τι σε συγκινεί;

  • Ο άνθρωπος. Βαθιά.

Ποιο βιβλίο διαβάζεις αυτή την εποχή;

  • Επιχειρώ να διαβάσω τη «Θεία Κωμωδία» στο πρωτότυπο, αλλά καθότι πολύ χρονοβόρο, έχω στην τσάντα μου την «Αρετή της Συγγνώμης» του Π. Μπρουκ και το «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας», το οποίο μελετώ.

 

Τι ονειρεύεσαι για το μέλλον;

  • Με πετυχαίνετε σε περίοδο που πασχίζω να πραγματοποιώ και να διαμορφώνω το τώρα και όχι να ονειρεύομαι για το μέλλον… Απέχω βέβαια ακόμα αρκετά από το στόχο, οπότε μια φαντασίωση για το μέλλον είναι η βαθιά παιδεία του ανθρώπου.

Έχεις ελεύθερο χρόνο και πώς τον αξιοποιείς;

  • Δυστυχώς, όχι πολύ και τον αξιοποιώ πολύ ανοργάνωτα τις περισσότερες φορές. Τις περισσότερες φορές πέφτω με τα μούτρα σε ό,τι μου τραβάει το ενδιαφέρον, είτε αυτό είναι θέατρο είτε μουσική είτε ταξίδια είτε φαγητό, μέχρι να βαρεθώ.

Ποια είναι τα αγαπημένα σου σπορ;

  • Το αγαπημένο μου όλων των εποχών ήταν και θα είναι το βόλεϊ. Τρέφω μια μεγάλη αγάπη για το άθλημα και την ιδιοσυγκρασία που το διαμορφώνει. Έχω εγκαταλείψει προ πολλού τη συστηματική ενασχόληση, λόγω έλλειψης χρόνου και κάποιων τραυματισμών. Τελευταία, πειραματίστηκα με ακροβατικά εδάφους και trapeze και ήταν μια πολύ αποκαλυπτική εμπειρία, που με ενθουσίασε!

Ποια είναι η σχέση σου με τα ζώα; Έχεις κατοικίδιο;

  • Μου αρέσουν! Κυρίως τα τετράποδα –ψάρι ας πούμε δεν τρώω καθόλου!
    Πέρα από την πλάκα, είμαι dogman, συγγνώμη Catisart…
    Από παιδί, θυμάμαι να έχουμε πάντα ένα σκύλο, για κατοικίδιο, πέρα από κανα δυο γάτες και 5-6 χρυσόψαρα που έκαναν guest στο σπίτι μας. Και σήμερα, έχουμε ένα beagle στην Καρδίτσα. Για να είμαι ειλικρινής, προσπαθώ να πάψω να είμαι τόσο ανοργάνωτη για να υιοθετήσω κι εδώ ένα.
* Η ομάδα C. for Circus τα τελευταία 3 χρόνια δραστηριοποιείται κυρίως στην Αθήνα.
Μέλη της ομάδας:
Γαβρέλας Παναγιώτης
Δημητριάδου Βαλέρια
Κίτσος Δημήτρης
Κοτίνη Μαρία-Ελισάβετ
Κοτταράκου Χρύσα
Μακρή Ειρήνη
Παυλίδης Παύλος
Παπαδομιχελάκης Νικόλας
Ρουστάνη Νατάσα
Σφυρής Γιωργής
Χατζηαγγελάκης Σπύρος
Η ομάδα C. for Circus δημιουργήθηκε τον Ιούνιο του 2008 στη Θεσσαλονίκη κάνοντας πρόβες στο υπόγειο ενός μπαρ πίσω από τη Ροτόντα (Pierrot le Fou). Το 2010 έγινε Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρία και απέκτησε δικό της χώρο στο κέντρο της πόλης. Τις επόμενες χρονιές επέκτεινε τη δράση της δημιουργώντας και εργαστήρια που ακολουθούσαν τον τρόπο
δουλειάς της ομάδας (ενηλίκων και ένα εφηβικό). Στο χώρο φιλοξενούνταν και σεμινάρια από άλλους καλλιτέχνες (όπως του Ryszard Nieoczym, του John Britton, της Αλίκη Δουρμάζερ κ.α.).
Από το 2012 συστεγάζεται με την ομάδα «Ο Επιπόλαιος Φρεντ» της οποίας σκηνοθέτης είναι ο Γιωργής Σφυρής, μέλος της ομάδας που ανέλαβε και επίσημα τη διαχείριση του
χώρου το 2015. Από το 2011 μέλη της ομάδας κατεβαίνουν στην Αθήνα για να ξεκινήσουν σπουδές σε δραματικές σχολές. (Δραματική Σχολή του Εθνικού, Δραματική του Ωδείου Αθηνών και στη Δραματική Σχολή «Δήλος»). Τώρα λοιπόν η ομάδα συνεχίζει τη δράση της επίσημα στην Αθήνα. Συμμετείχε σε διάφορα φεστιβάλ, όπως τα «Αισχύλεια», το «ΒΟΒ theatre» κ.α., και το 2016 συμμετείχε με την παράσταση «Με το ίδιο μέτρο» του W. Shakespeare στο International Shakespeare Festival της Σερβίας. Παραστάσεις της ομάδας έχουν ανέβει σε θέατρα όπως «BIOS», «Από Μηχανής», «Skrow», «Αυλαία», «Blackbox» κ.α.

Μέσα στις δράσεις της ομάδας είναι η δημιουργία θεατρικών εργαστηρίων τα οποία ακολουθούν τον τρόπο δουλειάς της ομάδας. Ήδη η ομάδα αριθμεί μερικά εργαστήρια, που έχουν -κατ’ ευφημισμό- ονόματα σχετικά με το τσίρκο, όπως «Παλιάτσοι», «Σκηνοβάτες», «Σαλτιμπάγκοι» και «Αρκούδες». Στόχος των θεατρικών εργαστηρίων είναι να δημιουργήσουν μία ολοκληρωμένη ομάδα της οποίας τα μέλη μέσα από το παιχνίδι και τις ασκήσεις θα καταφέρουν να ξεκλειδώσουν τα σώματά τους και να τα αφήσουν να πάρουν μέρος στη δημιουργική διαδικασία του θεάτρου.

  • Φωτογραφίες: Νίκος Πανταζάρας, Σπύρος Χατζηαγγελάκης

Διαβάστε για το «Γκλουμ» – Κριτική παρουσίαση: Ειρήνη Αϊβαλιώτου

eirini aivaliwtouΕιρήνη Μακρή: «Τι πιο ευτυχές από το να συμπορεύεσαι με ανθρώπους που ονειρευόσαστε τον ίδιο κόσμο;»
Περισσότερα

Τζωρτζίνα Κακουδάκη: «Στο ταξίδι της ζωής πρέπει να αγαπήσουμε τις πέτρες! Αυτές είναι παρόν…»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

Έχει ταξιδέψει στο Βέλγιο, στη Λιθουανία, στη Λευκορωσία, στην Πολωνία, στη Γερμανία, στην Αίγυπτο, στο Μεξικό, στην Κύπρο, στη Δανία και αλλού, διευθύνοντας θεατρικά εργαστήρια σε πανεπιστημιακά και εκπαιδευτικά φεστιβάλ θεάτρου. Επρόκειτο να ταξιδέψει και στο Ναύπλιο για μια συνέντευξη Τύπου στο πλαίσιο των παράλληλων δράσεων του «Λυκείου», του νέου παιδιού του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου. Η συνέντευξη αυτή, που τελικά ακυρώθηκε, στάθηκε η αφορμή για να μιλήσω με την Τζωρτζίνα Κακουδάκη ή αλλιώς Τζω και να διαπιστώσω πως είναι από τους ελάχιστους ανθρώπους που αποφασίζουν γρήγορα και δρουν ακόμη πιο γρήγορα. Συναντηθήκαμε στην Πειραιώς 260, την ημέρα της παρουσίασης του φετινού προγράμματος του Φεστιβάλ. Από τις πρώτες κουβέντες που ανταλλάξαμε κατάλαβα πως είχα να κάνω με ένα «πολυεργαλείο». Έναν άνθρωπο δραστήριο, του «μάθε, αποφάσισε, πράξε», από τους σπάνιους εκείνους χαρακτήρες που παίρνουν δυναμικές και ανατρεπτικές πρωτοβουλίες στη ζωή, που επινοούν αποστολές, που βάζουν προτεραιότητες, που ανοίγουν με πάθος νέους δρόμους. Ηγετική φυσιογνωμία η Τζω, δίνει στους άλλους την αξία και τον σεβασμό που δικαιούνται γιατί γνωρίζει πως με αυτό τον τρόπο «κερδίζουν όλοι». Δημιουργεί παντού την αίσθηση μιας ατμόσφαιρας αλληλεγγύης, οικειότητας, συνεργασίας και θετικότητας, εμπνέοντας και υποστηρίζοντας. Δραματουργός, σκηνοθέτις, θεατρολόγος, θεατροπαιδαγωγός και υπεύθυνη για το «Λύκειο Επιδαύρου», η Τζωρτζίνα Κακουδάκη -εκτός των άλλων- λατρεύει τα ταξίδια. Για τον λόγο αυτό τής εξέφρασα την επιθυμία μου να κάνω μαζί της ένα ταξίδι και -ω του θαύματος- δεν είπε όχι…
Για να μη χάσουμε χρόνο ξεκινήσαμε αμέσως, μέσω Αθηνών, με αφετηρία το Ηράκλειο της Κρήτης, ταξιδέψαμε σε μικρές γωνιές της Ελλάδας, φτάσαμε στην Επίδαυρο αλλά και εξερευνήσαμε πολλές μυστικές κρυψώνες του θεάτρου μας. «Στο ταξίδι της ζωής πρέπει να αγαπήσουμε τις πέτρες! Αυτές είναι παρόν…», μου λέει. Τι εννοεί; Διαβάστε τη συνέντευξη και θα καταλάβετε.

 

ΚΡΗΤΗ
– Συναντήσατε στη ζωή σας τον «Μινώταυρο» και τι κάνατε για να τον αντιμετωπίσετε;
* Ναι μεν είμαι απ’ την Κρήτη, αλλά πολύ αργότερα απέκτησα μαζί της μια αίσθηση εντοπιότητας. Ο πατέρας μου ήταν αξιωματικός του στρατού και έτσι κάθε χρόνο εμείς μέναμε κάπου αλλού. Οπότε, μπορώ να πω, χωρίς να ακουστεί καθόλου αλλιώς, ότι εμένα είναι πράγματι πατρίδα μου η Ελλάδα, γιατί κάθε χρόνο πήγαινα σε άλλο σχολείο, σε άλλο σπίτι, σ’ άλλη γειτονιά. Και η μαμά μου είχε την τρομερή ιδέα να πηγαίνουμε σε ένα Λύκειο Ελληνίδων, έτσι ώστε να βρούμε παιδάκια της ηλικίας μας πριν ανοίξει το σχολείο. Αυτή ήτανε η σκέψη της. Καταλάβαινε ότι αυτό δημιουργεί μια αίσθηση εντοπιότητας γιατί μαθαίνεις κάτι απ’ τη λαογραφία.
Υπ’ αυτή την έννοια, έχω μεγαλώσει πολύ πλούσια, γιατί έχω δει πολλές γωνιές της Ελλάδας, πολύ διαφορετικές νοοτροπίες, έχω ζήσει σε μεγάλες πόλεις, σε μικρά χωριά, σε μέρη παραθαλάσσια, σε πολλά μέρη κοντά στα σύνορα. Και μαζί με την πολύ γενναιόδωρη και πολύ οικογενειοκεντρική ατμόσφαιρα της ανατροφής μου, οι γονείς μου με βοήθησαν πολύ να καταλάβω τι σημαίνουν κι’ όλα αυτά. Και γι’ αυτό σας αναφέρω και το Λύκειο Ελληνίδων. Υπήρχε μια πάντα φιλομαθής σχέση εκεί που μεγαλώναμε, για να καταλαβαίνουμε και τι συμβαίνει, για να μπορέσουμε να ενταχθούμε. Έτσι, μεγάλωσα πολύ επικοινωνιακά.

Η οικογένεια

* Έμαθα απ’ την οικογένειά μου να μη με φοβίζει το διαφορετικό, να μη με φοβίζει το ξένο, να μη με φοβίζει η πρωτοβουλία και να μπορώ να προσδιορίζομαι εύκολα και άμεσα σε διαφορετικά περιβάλλοντα. Γιατί υπήρχαν δυο λύσεις: ή η κοινωνικοποίηση ή η απομόνωση. Άρα, οι δυσκολίες που θα μπορούσε να πει κάποιος ότι αντιμετώπισα ως παιδί ήταν η δυσκολία του καινούργιου, αλλά αυτό είναι τόσο ωραία δυσκολία. Είναι τόσο επανατροφοδοτική δυσκολία.
Η μητέρα μου –που δυστυχώς δεν είναι στη ζωή πια– ήταν μαία. Για αρκετά χρόνια άφησε τη δουλειά για να ακολουθήσει την οικογένεια. Αλλά το γεγονός πως ήταν των ιατρικών επαγγελμάτων, έδινε μια αίσθηση αυτάρκειας στην οικογένεια. Ειδικά σε περιόδους -όπως στη Ρόδο- που ζούσαμε σε χωριό, η μαμά μου ήτανε ένα φωτεινό άτομο μέσα στη μικρή κοινωνία, γιατί βοηθούσε την κοινότητα πρακτικά, δημιουργούσε συνθήκες για μια κοινωνική αφομοίωση πάντα όπου πηγαίναμε.
Έχω μια αδελφή, τη Δέσποινα, η οποία τώρα εργάζεται στην Αμερική. Είναι στο American University στην Ουάσιγκτον. Διδάσκει Συγκριτική Λογοτεχνία. Οπότε, και τα δυο παιδιά πήγαμε εκεί που είναι η επικοινωνία, η σύγκριση, η διδασκαλία και κυρίως η επίμονη αγάπη να συμπαρασύρεσαι και να συμπαρασύρεις μαζί σου κόσμο. Νομίζω παίζει πολύ μεγάλο ρόλο το πώς μεγαλώσαμε και ποια ήταν η ηθική και η επαγγελματική εικόνα της οικογένειάς μας. Ήτανε σε πολύ επικοινωνιακά επαγγέλματα. Και οι δύο μου οι γονείς, είτε η μητέρα μου σ’ ένα μαιευτήριο (που εργάστηκε ξανά αργότερα, όταν μεγαλώσαμε), είτε ο πατέρας μου στον Ελληνικό Στρατό, είχαν πάντα να διαχειριστούν ανθρώπους σε μια κρίσιμη ηλικία, νέα κορίτσια που γεννάνε, νέα αγόρια που πάνε στο στρατό, σε περίοδο κρίσιμων αποφάσεων.
Αυτή η αντένα ότι η δουλειά σου είναι να διαχειρίζεσαι ανθρώπους στην ηλικία των αποφάσεων, είναι κι αυτό μια μεγάλη εμπειρία που έχεις να τη δώσεις και στα δικά σου τα παιδιά. Βέβαια, παίζει μεγάλο ρόλο στη ζωή να μαθαίνεις και να αποτιμάς τα πράγματα οπτιμιστικά. Άλλοι άνθρωποι που στη νεαρή τους ηλικία κινήθηκαν σε πολλές περιοχές και δεν έμειναν σ’ ένα σημείο, έχουν πολύ αντίθετη εικόνα, πολύ αντίθετη πρόσληψη. Γι’ αυτό δεν έκαναν φίλους, γι’ αυτό δεν έχουν πατρίδα, γι’ αυτό νιώθουν ότι δεν ανήκουν πουθενά. Νομίζω όμως ότι η ζωή μας προσφέρει τη δυνατότητα να διαλέγουμε εκείνη την πλευρά που μας προχωράει. Γιατί -συνήθως- είναι μόδα να κάνουμε το αντίθετο. Εντάξει. Έχει κι αυτό μεγάλο κόπο, να επινοήσεις ότι κάποιος σε αδικεί και κάποιος άλλος ευθύνεται για τη δική σου μοίρα. Είναι κόπος που εγώ δεν μπορώ να τον διαχειριστώ. Δεν μπορώ να λέω συνέχεια ότι κάποιος άλλος ευθύνεται. Δεν μπορώ να ισχυρίζομαι ότι φταίνε συνέχεια κάποιοι άλλοι. Πως εκείνοι ευθύνονται. Δεν είναι δυνατόν να μιλάς πάντα για «εκείνους».

ΑΘΗΝΑ
– Η Αθήνα τι ρόλο έχει παίξει στη ζωή σας; Ήταν το εφαλτήριό σας;
* Στο Λύκειο ήμουνα στην Αθήνα. Σε ένα-δυο σχολεία βέβαια. Μετά όμως έμεινα και σπούδασα στην πρωτεύουσα. Μπορώ να πω ότι η Αθήνα είναι το δικό μου σπίτι. Κατά περιόδους δούλεψα έξω, όμως και μεταπτυχιακές και άλλες σπουδές έκανα αθηνοκεντρικά. Δεν έφυγα, δεν μου ’χε μπει το μεγάλο ζιζάνιο, ώστε να φεύγω συνέχεια και να ψάχνω αλλού για να δω τι γίνεται εδώ. Θεώρησα μέσα στο δικό μου βίο ή στις τυχαίες συνθήκες ενδεχομένως, ότι η Αθήνα (και λόγω βέβαια των σπουδών του θεάτρου) πως ήταν ένα σημαντικό σημείο εκκίνησης. Είχε πάντα για μένα σημασία η διαχείριση της μητρικής γλώσσας σε αυτό το χώρο αλλά πολύ σύντομα και επαγγελματικά κατευθύνθηκα εκεί που είναι η βάση της επικοινωνίας εντός και εκτός γλώσσας και που, κατά τη γνώμη μου, είναι η εκπαίδευση. Η εκπαίδευση του ηθοποιού, η εκπαίδευση του νεαρού μαθητή με το θέατρο, η εκπαίδευση των πολιτών με το θέατρο. Η Αθήνα σού δίνει ένα εκπληκτικό προνόμιο, της εντοπιότητας του ίδιου του θεάτρου. Δηλαδή, αυτή την αρχετυπική συνθήκη, ότι το θέατρο είναι ένας τρόπος πολιτειότητας, ένας τρόπος για να μπορέσει ένας πολίτης να εκφέρει δημόσιο λόγο και να συμπεριληφθεί μέσα σε μια δημόσια διαδικασία, όπως ήταν στην Αρχαία Ελλάδα. Κι αν αυτό για σένα γίνει η δουλειά που επιλέγεις να κάνεις, δηλαδή να βρίσκεις τρόπους να ενισχύσεις τις φωνές των πολιτών, των εν δυνάμει πολιτών ή και των καλλιτεχνών, ως τις δεξαμενές από όπου οι πολίτες έχουν να διδαχτούν, τότε το να δουλεύεις στην Αθήνα είναι πολύ μεγάλη πολυτέλεια. Έχει μια εντοπιότητα, η οποία σιγά σιγά στη δική μου ζωή επινόησα ότι είναι εκπληκτική. Χαίρομαι που δουλεύω στην Αθήνα. Νομίζω ότι είναι ένας πολύ ωραίος τόπος και μ’ όλα αυτά τα ζητήματα της κρίσης – όλων των ειδών – που περνάμε, και που η γενιά μου τις πέρασε όλες. Νομίζω ότι είναι μια πολύ δυναμική πρωτεύουσα. Έχει μεγάλο πνευματικό πλούτο, έχει ένα εκπληκτικό ιστορικό παρελθόν, ποικίλο. Είναι μια πόλη συγκινητική, για τα αρχαία, για τα βυζαντινά, για τα σύγχρονα, για την ακαταστασία, για τον τρόπο που ακουμπάει πάνω στην Ανατολή και πώς ακουμπάει πάνω στη Δύση. Για αυτό το κυκλόραμα του ηλιοβασιλέματος, που όπου και να είσαι το βλέπεις.
Μπορείς να κάνεις πολύ καλούς φίλους στην Αθήνα και να μην τους χάσεις. Αλλά πρέπει να το διαλέξεις. Αλλιώς καταλήγεις να αισθάνεσαι παντού ότι είσαι παρείσακτος, ότι περισσεύεις ή προηγείσαι, ότι τέλος πάντων δεν ανήκεις…

Τα πρώτα βήματα

* Στο πανεπιστήμιο της Αθήνας και στο τμήμα θεατρικών σπουδών έκανα τα πρώτα μου βήματα. Στη συνέχεια μεταπτυχιακά και μαζί στη δραματική σχολή που είχε φτιάξει τότε ο Θανάσης Παπαγεωργίου με τη Λήδα Πρωτοψάλτη. Λεγόταν «Νέα Στοά». Αυτές ήτανε οι εγκύκλιες σπουδές μου. Βέβαια για πολλά χρόνια έχω υπάρξει ένα πολύ στενά συνδεδεμένο μέλος του Πανελληνίου Δικτύου για το Θέατρο στην Εκπαίδευση, όπου εκεί η επιμόρφωση που έχουμε δεχτεί και που έχουμε προσφέρει είναι τεράστια. Πρόκειται για κύκλους πολύ σημαντικών σπουδών, με εξέχουσες προσωπικότητες. Από το 1998, που ξεκίνησε αυτή η προσπάθεια, βρίσκομαι μέσα σ’ αυτή τη διαδικασία. Πολλοί από μας είχαμε την τύχη να έχουμε πολύ σπουδαίους αναμορφωτές της θεατροπαιδαγωγικής, του τρόπου δηλαδή που διαχέεται η τέχνη μέσα στις κοινότητες των πολιτών, μέσα στις κοινότητες των μαθητών. Ο τρόπος που η τέχνη είναι ένα εργαλείο για να μιλήσεις για τα πράγματα που αφορούν τον αυτοπροσδιορισμό και την αυτοβελτίωση.

Η ένταξη των τεχνών στην εκπαίδευση

* Εδώ θέλω να πω ότι το θέατρο στην εκπαίδευση, το φτιάξανε καθηγητές της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Είχαν διδάξει ήδη σε ελληνικά σχολεία στην Αγγλία, είχαν δει μοντέλα διαχείρισης της τέχνης μέσα στο εγκύκλιο πρόγραμμα άλλων χωρών και μετέφεραν την τεχνογνωσία που είχαν διδαχθεί. Με το Δίκτυο άνοιξε όλη αυτή η «ομπρέλα» της ένταξης των τεχνών μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα, που συμπεριέλαβε κι εμάς που ήμασταν νεότεροι και -νομίζω- αντικατέστησε πολλά πράγματα, που δυστυχώς, δεν τα έκανε για μας το πανεπιστήμιο. Δεν πειράζει όμως, την τύχη μας τη φτιάχνουμε και μόνοι μας. Μερικές φορές νομίζω ότι οι άνθρωποι που έχουν πάρει την τύχη τους στα χέρια τους, προσδιορίζονται συνήθως απ’ τα πράγματα που έχουν κάνει και που δεν περιγράφονται, παρά απ’ αυτά που αποδεικνύονται με διάφορα χαρτιά.
Προσωπικά πάντα προωθώ αυτό το μοντέλο εκπαίδευσης. Νομίζω ότι ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος να μάθει αυτά που θέλει. Μπορεί. Δεν υπάρχουν «αυτοί» που δεν κάνουν «αυτό». Ο καθένας κάνει αυτό που μπορεί μόνος του. Αυτό που σκέπτεται και που το αποφασίζει, το βάζει στόχο και το «τρέχει».
Όμως αυτό εξαρτάται και από πολλές άλλες παραμέτρους. Είμαστε σ’ έναν κόσμο που αλλάζει. Η δικιά μου γενιά -αλλά και νεότερες- έχει μεγαλώσει με τη σκέψη ότι θα υπάρξει μια μονιμότητα και πως κάποιος θα μας τοποθετήσει κάπου όπου θα μείνουμε για πάντα. Υπήρχε ένα σύστημα που έλεγε ότι κάποιος άλλος φτιάχνει για μας έναν ψεύτικο παράδεισο, μέσα στον οποίο προχωράμε σαν παραγωγικά πιόνια. Αυτό φυσικά έχει αρθεί, αν και κοινωνικά δεν είναι ακόμα ώριμο. Είναι πολύ βολικό και για τον άλλον, αν υπάρχει, και για εσένα που δεν παίρνεις ευθύνη.

ΚΑΚΙΑ ΣΚΑΛΑ
– Αντιμετωπίσατε δυσκολίες, κακοτοπιές και γκρεμούς στην πορεία σας κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης;
* Ναι. Αρκετές. Ένα κύριο θέμα, νομίζω, στους ανθρώπους που ασχολούνται με τις τέχνες είναι το πότε είναι μπροστά στις τέχνες και πότε πίσω απ’ αυτές, πότε πρωταγωνιστούν ή πότε είναι στα μετόπισθεν. Κι αυτό πολλές φορές, όταν κατακτάς το ένα, σου λείπει πολύ το άλλο. Το να μην παίζεις στο θέατρο, είναι ένα σαράκι που δεν ξεπερνιέται. Το ξέρω καλά αυτό μιας και πέρασα κι εγώ από Δραματική Σχολή. Νομίζω όμως ότι οποιοσδήποτε άνθρωπος προχωράει μόνος του, αυτά τα αντιμετωπίζει. Αν κάνει κάτι απλά επειδή μπορεί ή επειδή θέλει. Η Ιουλιέτα βέβαια, λέει στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» ότι «θέλω αυτό που μπορώ». Τίποτα άλλο δεν λέει και αυτό είναι μια πολύ σπουδαία διατύπωση, καθόλου αρνητική: «Θέλω αυτό που μπορώ».
Πολλές φορές θεωρούμε ότι είμαστε το κέντρο του σύμπαντος και πως κάποιος βάλλει εναντίον μας. Σιγά! Εναντίον του εαυτού του βάλλει και μας παίρνουνε τα σκάγια. Λέμε τότε πως αυτός μας προκαλεί κακό. Αυτό δεν είναι καθόλου συνειδητό, δεν πάει κανείς εναντίον σου. Νομίζω πως ο άνθρωπος πρέπει να ξεκαθαρίσει πως δεν είναι το κέντρο του κόσμου. Πρέπει να καταλάβει πως κολυμπάει στα απόνερα μιας παλίρροιας και πως τρέμει από τον κραδασμό μιας άλλης έκρηξης. Οφείλει να κατανοήσει πως τον παρασύρει το ωστικό κύμα ενός τυφώνας και ότι δεν είναι αυτός το επίκεντρο. Αν τα καταλάβει όλα αυτά τότε θα λύσει πολλά προβλήματα. Αν όμως συνεχίσει να πιστεύει πως όλα όσα γίνονται έχουν αυτόν ως στόχο, τότε θα είναι για πάντα δυστυχής.

ΙΣΘΜΟΣ
– Πάμε πιο κάτω. Μετά την Κακιά Σκάλα είναι ο Ισθμός, η στενωπός αλλά και η γέφυρα. Βρεθήκατε ποτέ σε δύσκολη θέση; σε κάποια στενωπό; Βρήκατε τρόπο να περάσετε απέναντι χωρίς να βραχείτε;
* Αν το βάζουμε έτσι σαν εικόνα, πιο πολύ θα περιέγραφα τον εαυτό μου ως αυτό που ανοίγει τη διώρυγα, παρά ως αυτόν που περνάει τη γέφυρα. Και επειδή έχω και έναν… όγκο την ανοίγω τη ρωγμή. Δεν σταματάω εύκολα σε κάτι που θεωρώ ότι πρέπει να γίνει. Φυσικά δεν έχω την άπειρη δύναμη ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που έχω και δειλίες. Για αυτό δεν έχω διεκδικήσει πράγματα που θα μπορούσαν να με έχουν απογειώσει. Αλλά το να περάσω τη γέφυρα ανέπαφα; Μπα! Δεν νομίζω… Εμείς σπουδάσαμε σε μια άγνωστη κατεύθυνση. Κάποιοι έλεγαν πως δεν το χρειαζόταν κανείς όλο αυτό το πράγμα και πως όλα γίνονταν μέχρι τότε μια χαρά.
Οπότε, ένας καινούργιος τομέας ερχόταν να προστεθεί κάπου και εσύ έπρεπε να επινοήσεις τι είσαι. Κι αν έχεις κάνει και σπουδές θεάτρου θεωρητικά και σπουδές θεάτρου πρακτικά και μετά κάνεις και σπουδές παιδαγωγικής, γίνεσαι ένα καινούργιο υβρίδιο, μια καινούργια κατηγορία. Αυτό είχε και μεγάλες εκπλήξεις και μεγάλες χαρές και μεγάλες δυσκολίες, γιατί σε έναν εγκαθιδρυμένο χώρο, τι ήταν όλα αυτά τα επινοημένα νέα πράγματα;
Πολλές φορές αναγκάζεσαι να είσαι πρωτοπόρος. Καριέρα σε έναν αφρόντιστο τότε τομέα, τη δραματουργία». Ένας τομέας μέσα στο χορό και στο θέατρο με έναν καλλιτεχνικό συνεργάτη που έχει σπουδάσει θέατρο. Η άλλη περίπτωση ήταν να κάνεις, όπως έκανα εγώ, εφηβικό θέατρο. Που συνδυάζει αυτά τα τρία μαζί. Θέλει πολλή θεωρία, πολλή παιδαγωγική και πρέπει να ξέρεις και πρακτικά, πρέπει να ξέρεις και θέατρο για να το κάνεις αυτό. Δηλαδή αυτό που πάει επί σκηνής έχοντας ένα θεατροπαιδαγωγικό όραμα, μια διασκευή δραματουργική για ένα κείμενο, πρέπει να πάει σε μια ηλικία στην οποία πρέπει να έχεις κάνει και συ μάθημα για να το κάνεις, όταν μάλιστα έχεις απέναντί σου ένα πολύ δύσκολο κοινό.

Πάθος, αγώνας και πίστη

* Νομίζω ότι αυτό, μάλλον, πρέπει να μοιάζει πιο πολύ με διώρυγα, παρά με γέφυρα πάνω απ’ αυτή. Αλλά είχε και την τύχη του αυτό το πράγμα. Στη δική μου γενιά, αυτοί που είχαμε ισχυρή θέληση, αφομοιωθήκαμε πιο γρήγορα. Βέβαια τώρα είμαστε 45χρονοι και η σύγκριση είναι το 45 με ένα παιδί 25. Οπότε, πρέπει να περιμένουμε τι θα γίνει όταν φτάσει στα 45 και ο σημερινός 25άρης. Παλιά λέγανε συνέχεια πως «η προηγούμενη γενιά έχει πάρει όλες τις θέσεις και δεν έχουμε πού να πάμε».
Όμως τα χρόνια αυτά έχω ξεχωρίσει πολλούς ανθρώπους απ’ το πάθος, την ικανότητά τους και την επιμονή τους. Όσα χρόνια δίδαξα θεατρική αγωγή στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας και στις δραματικές σχολές που διδάσκω συστηματικά τα τελευταία 15 χρόνια, ανακάλυψα παιδιά τώρα 22, 25 και 30 χρόνων που διαπρέπουν ήδη στον χώρο. Πιστεύω ότι η Ελλάδα έχει ένα ανοιχτό πεδίο. Βέβαια οι αμοιβές δεν είναι καλές. Όμως αυτοί που έχουν πάθος παραμένουν. Ίσως σε κάποιες περιπτώσεις χρειάζεται να κάνεις και άλλες δουλειές. Και πού δεν χρειάζεται; Συνάδελφοί μου μερικές φορές – που είναι δάσκαλοι στα σχολεία – το βράδυ κάνουν ντελίβερι.
Ποιος είπε τώρα ότι η ζωή είναι εύκολη; Ποιος το λέει αυτό; Όλα είναι δύσκολα, σε όλους τους τομείς. Για να πετύχεις χρειάζεται και πάθος, και αγώνας, και πίστη.

ΚΟΡΙΝΘΟΣ
– Φθάσαμε στην πόλη που έδωσε το όνομά της σε έναν από τους τρεις ρυθμούς της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής. Τον πολύπλοκο μεν αλλά πανέμορφο κορινθιακό ρυθμό. Πολύπλοκες είναι και οι δικές σας επιλογές. Όπως είδα στο βιογραφικό σας, υπάρχουν κάπου οι λέξεις «ένδυμα» και «κούκλα». Θέλω να μου μιλήσετε γι’ αυτές τις λέξεις…
* Θα σας πω για αυτές τις λέξεις. Το «ένδυμα», πρώτα. Δούλευα στο Εθνικό Θέατρο, ήμουνα υπεύθυνη του αρχείου και της βιβλιοθήκης. Φτιάξαμε το αρχείο που, μέχρι τότε, ήταν μέσα σε κούτες. Στην περίοδο της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας παρουσιάσαμε την έκθεση που έκανε το Εθνικό Θέατρο στην Εθνική Πινακοθήκη. Λεγόταν «Ένδυμα Θεάτρου». Κράτησε έξι μήνες. Τότε ο Νίκος Κούρκουλος πρότεινε λοιπόν, ύστερα από διάφορες εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες που είχα διεκδικήσει στο Εθνικό Θέατρο, από τη δημιουργία ιστοσελίδας ως την ξενάγηση μαθητών στο κτήριο Τσίλερ, να πάω για έξι μήνες στο «Ένδυμα Θεάτρου». Εκεί ξεναγήσαμε πάνω από 2.500 παιδιά. Βρήκα και έναν τρόπο συνεργασίας με το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Αθήνας και ήρθαν μερικοί σπουδαστές για πρακτική άσκηση. Έτσι φτιάξαμε μια ομάδα που μάθαιναν την ιστορία του Εθνικού Θεάτρου.

Το κουκλοθέατρο

* Ως προς το κουκλοθέατρο τώρα, έχω διδάξει στο Πανεπιστήμιο του Βόλου, στο τμήμα νηπιαγωγών. Και έχω διδάξει και στο διδασκαλείο, στο μεταπτυχιακό του τμήματος νηπιαγωγών της Αθήνας, ένα μάθημα με τίτλο «η δραματουργία του κουκλοθεάτρου» και αφορά μια ειδική συνθήκη, που έχει βέβαια και την έννοια της κατασκευής.
Συνεχίζω με το «ένδυμα». Και εκεί η κατασκευή του κοστουμιού ήταν ωφέλιμη στη λειτουργία των υλικών, στον τρόπο που μπορείς να εξηγήσεις πώς τα ίδια τα υλικά είναι μια δραματουργία. Δηλαδή η επινόησή τους, όχι η ενδυματολογία, αλλά ο τρόπος που η επινόηση των υλικών παράγει περιεχόμενο.
Ήτανε ένα πολύ ωραίο μάθημα αυτό, γιατί και οι νηπιαγωγοί έχουν μια πολύ πιο παιδαγωγικοκεντρική και λιγότερο αισθητική ή λογοτεχνικού επιπέδου ανάλυση, στον τρόπο που δουλεύουν με τα μικρά παιδιά. Οπότε αυτό ήταν ωφέλιμο, γιατί ερχόταν λίγο ουρανοκατέβατα. Ερχόταν δηλαδή αυτό το μάθημα από έναν πολύ διαφορετικό χώρο.

Η παράδοση

* Να πω εδώ ότι επειδή μεγάλωσα στην επαρχία, δεν έχω συστηματική εικόνα του ζωντανού παιδικού θεάτρου, κουκλοθεάτρου, θεάτρου σκιών. Μεγάλη όμως τα έψαξα και τα μελέτησα όλα αυτά. Είχα μια πολύ καλή συνεργασία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, με την Αντιγόνη Παρούση, που κάνει κουκλοθέατρο πολλά χρόνια. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το ότι υπάρχουν άνθρωποι που κρατάνε αυτή την παράδοση. Υπάρχουν πολλές μικρές εστίες, που κάνουν πολλή δουλειά στην Ελλάδα με την κούκλα. Και στην προσχολική, και στα νηπιαγωγεία, και στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση επειδή το κουκλοθέατρο θεωρείται παραδοσιακά ένας τρόπος ενεργοποίησης των μικρών παιδιών. Είτε αυτό είναι η κούκλα πίσω απ’ το παραβάν, είτε είναι η κούκλα της τάξης. Είναι ο τρόπος που προτείνεται ως μια σύγχρονη παιδαγωγική, για το πώς ο δάσκαλος έχει μαζί του έναν πνευματικό σύντροφο με τον οποίο συνομιλεί. Είναι μια ενδιαφέρουσα διαδικασία, που άρχισε να ισχύει απ’ τη δεκαετία του ’70 όταν άλλαξαν τα παιδαγωγικά συστήματα. Από τότε αναπτύχθηκε η μουσικοκινητική αγωγή, το κουκλοθέατρο, οι κατασκευές και η ζωγραφική. Μορφές τέχνης οι οποίες αναπτύσσουν τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά αρχίζουν να αντιλαμβάνονται τα πάντα γύρω τους με τη φαντασία και τον συμβολισμό.

ΝΑΥΠΛΙΟ
– Συνεχίζοντας το ταξίδι μας φθάνουμε στο Ναύπλιο.
* Φθάνουμε απ’ τον περιφερειακό δρόμο και όχι από τις λεωφόρους. Εδώ είναι οι πραγματικοί μας γείτονες. Γείτονες σε αυτό που θέλουμε να κάνουμε στην Επίδαυρο. Γείτονες όμως και με το Πανεπιστήμιο και με το Μεταπτυχιακό, στο οποίο έχω διδάξει. Έχω κάνει εργαστήρια, θεατροπαιδαγωγική, ομιλίες και για άλλα θέματα του θεάτρου.

ΛΥΓΟΥΡΙΟ
– Λυγουριό και Λύκειο. «Παντρεύονται» αυτά τα δύο και εκεί θα γίνει η κατασκήνωση.
* Εκεί θα γίνει φέτος αυτή η πολύ ωραία πρωτοβουλία που είχε ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος απ’ όταν ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου. Πριν από ένα χρόνο το ανακοινώσαμε και φέτος όλα είναι σχεδόν έτοιμα. Έχουν εργαστεί πάρα πολλοί άνθρωποι, και με την ατομική τους εργασία αλλά και με τον «αέρα» που είχαν, γνωρίζοντας πολλά πράγματα πριν, για τέτοιου είδους διοργανώσεις.

Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος

* Με τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο συνεργάζομαι από την αρχή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου και ακόμα πιο στενά εδώ και 8 χρόνια, από τότε που μου έδωσε στέγη στο εφηβικό μας θέατρο που τόσο την είχαμε ανάγκη. Όμως το πιο σημαντικό είναι πως αυτός ο άνθρωπος έχει μια μεγάλη αρετή. Έχει δείξει με πράξεις κάτι το οποίο είναι μεγάλο μάθημα για έναν νεότερο. Είναι άφοβος. Είναι πολύ ωραίο να έχεις συνεργάτες που είναι άφοβοι. Γιατί μαθαίνεις να είσαι και συ άφοβος. Και νομίζω ότι αυτό είναι το επόμενο στάδιο της ενηλικίωσης. Γιατί ζούμε σε μια πολύ φοβική περίοδο, που όλοι μάς πιπιλίζουν συνέχεια το μυαλό βρίσκοντας καινούργιους τρόπους για να μας φοβίζουν. Όμως είναι πολύ ωραία αντίσταση το να μη φοβάσαι. Μόνον αυτό, αρκεί. Δηλαδή, όταν κάτι δεν γίνεται έτσι, μπορεί να γίνεται αλλιώς. Και αν δεν γίνεται αλλιώς, υπάρχει και plan b και plan c. Η αλφάβητος έχει 24 γράμματα, οπότε μπορείς να φτιάξεις πολλά πλάνα. Νομίζω δε ότι ο λόγος που και το Λύκειο, όπως κι άλλες ιδέες υλοποιήθηκαν και γίνονται είναι επειδή υπάρχει μια διευρυμένη επιθυμία να γίνουν. Και ο καθένας απ’ την πλευρά του προσπαθεί και τελικά βρίσκει τον τρόπο. Δεν προσπαθεί να βρει τον τρόπο, γιατί αυτό δεν αρκεί. Βρίσκει έναν τρόπο, που αν αυτός χτυπήσει πάλι σ’ έναν τοίχο, τότε βρίσκει έναν άλλο τρόπο, μέχρι να φτάσει σε πόρτα. Αλλά ένα κτήριο κάπου έχει μια πόρτα, αλλιώς δεν είναι κτήριο. Είναι μαυσωλείο, που το έχουν κλείσει. Πρέπει να δεχτούμε πως όταν βρίσκεσαι σε έναν χώρο σίγουρα θα υπάρχει και μια πόρτα. Δεν μπορεί να μην υπάρχει οδός διαφυγής. Αλλιώς, πρέπει να το σφραγίσεις και να πας σε ένα άλλο κτήριο. Ακούγομαι σαν να λέω σοφιστείες. Αλλά αυτό, το ότι χτυπάμε στον τοίχο είναι τόσο συχνό φαινόμενο. Επίσης κάνουμε το λάθος συχνά να πηγαίνουμε τελείως ευθεία, ενώ αν πας λίγο διαγώνια, τότε θα βρεις μια πόρτα στην άκρη και μπορεί να την ανοίξεις. Ασφαλώς πιο πολλά χιλιόμετρα, γιατί είναι διαγώνιος αντί ευθεία, αλλά τουλάχιστον μπορεί να την ανοίξεις και να βγεις. Άσε που μπορεί να αποδειχτεί και πιο γρήγορος αυτός ο δρόμος. Τελικά το λύκειο υλοποιείται με δικές του λύσεις. Δεν αναζητά μόνο τον πιο γρήγορο δρόμο αλλά σκέφτεται αν στο τέρμα όχι μόνο θα βρει πόρτα, αλλά και πόρτα που ανοίγει.

Το «Λύκειο Επιδαύρου»

* Ο Δήμος Ασκληπιείου, το Λυγουριό δηλαδή, με μεγάλη γενναιοδωρία σκέφτηκε και διέθεσε αυτό τον χώρο. Με το plan b προλάβαμε τα πάντα και με τη βοήθεια πάλι του Δήμου, βρήκαμε ξενοδοχεία, που κάνανε ειδικές τιμές, βρήκαμε πού θα γίνουν τα γεύματα και λύσαμε όλα τα διαδικαστικά προβλήματα. Αυτό ήταν ένα ωραίο όραμα και τελικά θα πραγματοποιηθεί με τη βοήθεια των τοπικών αρχών αλλά και με την τεχνογνωσία που μας προσέφεραν πολλοί οργανισμοί που συνδεθήκαμε στα ταξίδια που κάναμε πέρυσι. Γνωρίσαμε πολλούς ανθρώπους, που είναι μέλη δραματικών σχολών και ακαδημιών θεάτρου. Όλοι εξεπλάγησαν όταν έμαθαν ότι για πρώτη φορά ξεκινάμε στην Ελλάδα αυτό τον θεσμό και με προθυμία μας βοήθησαν και μας βοηθούν σ’ όποιο βαθμό μπορούν ώστε να ξεκινήσει με επιτυχία όλη αυτή η διαδικασία. Καταλαβαίνουν όλοι ότι αυτό είναι μια πολύ ωραία ιδέα, που προάγει αληθινά πράγματα. Δεν είναι εμπορικό δημιούργημα. Αντιθέτως είναι κάτι το οποίο έχει ποιοτικά κριτήρια και έχει μια γενναιοδωρία, για να ξαναδούμε κάτι διαφορετικό και απολύτως δημιουργικό. Είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρουμε.

ΓΙΑΛΑΣΙ
– Ας κάνουμε τώρα ένα μικρό διάλειμμα για ξεκούραση στη μαγευτική παραλία της Παλιάς Επιδαύρου, στο Γιαλάσι. Πώς ξεκουράζεσαι; Πώς αποφορτίζεσαι από την ένταση της δουλειάς σου; Πώς διασκεδάζεις; Με ένα βιβλίο, με μια μουσική, με μια παρέα;
* Με μια μπίρα και βατραχοπέδιλα. Μπαίνω στη θάλασσα για κανένα τρίωρο. Έχω τα βατραχοπέδιλα και… επιπλέω. Μετά βγαίνω έξω, πίνω μια μπίρα και τέλος. Αυτό μου αρκεί. Στην Αθήνα φυσικά οι συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές. Είμαι από τους ανθρώπους που έχουν την τύχη να ζουν μόνο την προσωπική τους ζωή. Όλη μου η μέρα είναι η προσωπική μου ζωή. Όλη μέρα είμαι πολύ κοντά στο να κάνω αυτό που θέλω. Και μάλιστα πολλές φορές τυχαίνει να συνεργάζομαι και με ανθρώπους που είναι φίλοι μου. Οπότε, αυτό είναι ακόμα πιο σημαντικό. Τυχαίνει κάποιες φορές τους φίλους να τους φτιάχνεις. Άλλες φορές όμως τους χαλάς. Και τσακώνεσαι και φεύγεις. Αλλά κι αυτά κομμάτια της προσωπικής ζωής είναι. Όλα προέρχονται και δημιουργούνται από μια βαριά αίσθηση ανάγκης.
Πάντως όταν θέλω πραγματικά να ξεκουραστώ, τότε συναντιέμαι με την παρέα μου στην οποία κανένας δεν ασχολείται με το θέατρο. Είναι όλοι από άλλους χώρους. Δεν μιλάει κανένας, ποτέ, για τη δουλειά που κάνει. Συνήθως γελάμε, λέμε ανέκδοτα και παρόμοιες σαχλαμάρες… Οπότε…

«ΚΑΠΑΚΙ»
– Οπότε, έχουμε «καπάκι» την επόμενη ερώτηση, με αφορμή το ιστορικό «Καπάκι» της Παλαιάς Επιδαύρου. Πώς διασκεδάζεις; Πώς «αδειάζεις» εντελώς από τις ευθύνες και τις φουρτούνες; Πώς φορτίζεις τις μπαταρίες;
* Πώς διασκεδάζω; Διασκεδάζω εύκολα. Και τώρα που μιλάμε διασκεδάζω. Έχω μπει στον αυτόματο της διασκέδασης. Μπορώ να πω, σίγουρα, ότι ένα πράγμα που μ’ αρέσει πάρα πολύ και το επιδιώκω σε οποιαδήποτε στιγμή γίνεται, είναι να πηγαίνω ταξίδια. Αύριο θα φύγω για να πάω στο Λίβανο. Πάμε με μια παρέα, πέντε μέρες στη Βηρυτό. Δεν είναι επαγγελματικό ταξίδι, αν και έχω ήδη βάλει στο πρόγραμμα δύο ραντεβού… Όλα είναι μέσα στο πρόγραμμα. Τα ταξίδια μου δημιουργούν μια πολύ μεγάλη επιθυμία και μια ψυχική ανάταση. Πάντα κάνω ταξίδια σε προορισμούς που δεν είναι αυτονόητοι. Τα έχω βάλει σαν πλάνο ζωής και τα κάνω πάντα τα τελευταία 30 χρόνια. Τριάντα χρόνια. Ναι. Από τα 15 μου ξεκίνησα. Πάντα έχω μια μεγάλη επιθυμία να ταξιδεύω. Έχω την Αθήνα, που είναι η βάση μου, που ζω εδώ, που την απολαμβάνω. Όμως τα ταξίδια είναι μια πάρα πολύ όμορφη κατάσταση. Οπότε, αν πρέπει να πούμε, σαν θέση, τι είναι αυτό που με διασκεδάζει, λέω πως με συναρπάζουν τα ταξίδια σε τόπους που δεν τους γνωρίζω.

ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ / ΠΡΙΝ
– Και τώρα θέατρο. Πάμε στην αρχαία Επίδαυρο. Στο περίφημο θέατρο του Πολυκλείτου. Πριν από την παράσταση, τι θα λέγατε σε κάποιον θεατή;
* Για το «πριν» έχουμε ήδη φροντίσει: Φτιάξαμε ένα πρόγραμμα παράλληλων δράσεων με το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, με το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών, τον Δήμο Ναυπλιέων και την Αντιπεριφέρεια Αργολίδας. ΄Ηδη κάνουμε μια σειρά από θεατροπαιδαγωγικά εργαστήρια και για εφήβους, και για παιδιά, και για πολίτες. Σκοπός μας είναι να γνωρίσουν όλοι το περιεχόμενο και την αισθητική των παραστάσεων που πρόκειται να παιχτούν. Έτσι ώστε να δημιουργήσουμε μια γέφυρα. Σ’ αυτή τη σύγχρονη αισθητική που προτείνει το θέατρο τα τελευταία 10-20 χρόνια, να μπορεί ένας άνθρωπος να συμμετέχει, να καταλαβαίνει, να συναισθάνεται τι γίνεται. Να μην αισθάνεται ότι υπάρχει ένας ελιτισμός απέναντί του που αυτός δεν τον εισπράττει.
Οπότε, αυτό που έχω να πω σε κάποιον, έτσι όπως το θέσατε, το κάναμε ήδη ως αρχή. Στην Παλιά Επίδαυρο έκανα ένα εργαστήριο, με τους πολίτες της πόλης. Το θέμα ήταν οι «Όρνιθες», γιατί θα ανεβάσουν μόνοι τους ένα έργο εκεί. Είναι κι αυτό κάτι από όσα έχουμε θεσμοθετήσει.
Όμως, ξέρω ότι με ρωτάτε κάτι άλλο. Θα έλεγα λοιπόν σε έναν θεατή, που πάει στην Επίδαυρο, να πάει πρώτα στο Ασκληπιείο. Εκεί δηλαδή που ενδιαφέρονταν για την ίαση των ασθενών δια μέσου μιας εξήγησης των ονείρων και μιας θεραπείας με βότανα, με φαγητό, με κατάκλιση, με ξεκούραση. Δηλαδή, με έναν τρόπο που μοιάζει με τον τρόπο που λειτουργεί η ολιστική ιατρική.
Η επίσκεψη αυτή θα βοηθούσε τον θεατή να κάνει μια καταβύθιση στο μέσα του, στο εσωτερικό του, στον τρόπο που αφήνει λίγο χώρο για να αυτοπαρατηρηθεί, για να μπορεί να εξηγήσει το ασυνείδητό του, το υποσυνείδητο, τον τρόπο που τα πράγματα μέσα του διενεργούνται και που τον κάνουν να αισθάνεται καλά με τον εαυτό του, πριν από τη συναναστροφή του με τον κόσμο. Για να καταλήξει στο θέατρο, που ήτανε και μέρος της θεραπείας. Να συνυπάρξει ξανά μ’ αυτούς που είναι οι πολίτες, που βλέπουν ένα θέαμα που αφορά την πολιτειότητα. Που περιγράφει το τι σημαίνει να είσαι πολίτης σε μια πολιτεία.
Πρόκειται για έναν τρόπο όπου ένας μπαίνει σε μια καταστολή και σε μια ίαση, προκειμένου να ενταχθεί και πάλι σε μια μεγάλη εικόνα του κόσμου. Αυτή η μικρή καταβύθιση γίνεται σε αυτό το μεγάλο κοχύλι, που είναι το θέατρο. Θα έλεγα σε κάποιον άνθρωπο να ξεκινήσει αυτή την πορεία, από εκεί που είναι μόνος του, να δει τι είναι αυτό που χρειάζεται να αυτοπαρατηρήσει, να αυτοβελτιώσει, να αναλάβει μια ευθύνη, ώστε να έχει μάθει ποιος είναι όταν πάει να εισαχθεί, εκεί που είναι όλη η κοινότητα μαζί. Έτσι θα αποκτήσει ξανά το θέατρο ένα διάλογο για το τι σημαίνει να είσαι πολίτης ενεργός. Πρόκειται για μια συγκλονιστική εμπειρία το να ζεις αυτή την επινόηση της σύνδεσης του πολίτη και του θεάματος. Είναι κάτι μαγικό και παράλληλα πολύ μεγάλο το να απολαμβάνεις όλα όσα σου χαρίζει η Επίδαυρος.
Είναι ωραίο να ζεις ενεργητικά. Έχεις -όπως κάναμε αυτή τη διαδρομή- μια πολύ μεγάλη και πολύ εποικοδομητική διαδρομή. Είναι συναρπαστικό…

ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ / ΜΕΤΑ
– Και μετά, φεύγοντας από την Επίδαυρο, τι θα λέγατε σε αυτόν που επιστρέφει;
* Θα του έλεγα να πάει και σ’ ένα άλλο αρχαίο θέατρο κάπου αλλού. Σ’ όλα αυτά τα σπαρμένα θέατρα μέσα στην Ελλάδα, μέσα στη Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή, στην Ευρώπη. Είναι μια ατελείωτη συνεχιζόμενη κουλτούρα. Που συνδέει και κάνει αφήγηση, μιας Ευρώπης, μιας Ανατολής, μιας Μέσης Ανατολής, που ενώνονται μέσα από σημάδια που αφορούν τον πολιτισμό. Κι αν ενωθεί έτσι ο κόσμος, τότε μπορεί να υπάρχει μια ένωση. Αδιάρρηκτη, γιατί είναι ενσυναισθητική, δεν είναι ένα συμφωνητικό.
Λοιπόν, δεν θα του πω γύρνα στην Επίδαυρο. Θα του πω: «Πήγαινε τώρα στη Δωδώνη. Πήγαινε στη Μεγαλόπολη, πήγαινε στο Ηραίον, πήγαινε στη Χαλκίδα και σιγά σιγά… πήγαινε παντού. Αγάπησε τις πέτρες! Αυτές είναι παρόν». Αυτό θα του έλεγα: «Οι πέτρες είναι παρόν. Αγάπησε τις πέτρες». Αντί να αγαπάμε τα ντουβάρια, είναι προτιμότερο να αγαπήσουμε τις πέτρες.
– Σας ευχαριστώ πολύ.
* Να είστε καλά, κι εγώ σας ευχαριστώ για το ταξίδι, από το Ηράκλειο, στην Επίδαυρο, μέσω Αθηνών.

Δυο λόγια για την Τζωρτζίνα Κακουδάκη

– Είναι απόφοιτος του Προπτυχιακού και Μεταπτυχιακού Τμήματος Θεατρικών Σπουδών Αθήνας.
– Σπούδασε υποκριτική στο 3ετές εργαστήριο του θεάτρου «Στοά» και θεατρική αγωγή σε πλήθος σεμιναρίων.
– Στο Εθνικό Θέατρο της Ελλάδας ήταν υπεύθυνη της Βιβλιοθήκης, του Αρχείου, των εκπαιδευτικών ξεναγήσεων, του εκπαιδευτικού προγράμματος «Ένδυμα Θεάτρου» και συνεργάτης της Θερινής Ακαδημίας Θεάτρου (1997- 2004).
– Έχει διδάξει: «Διδακτική του Θεάτρου. Θεωρία και Πρακτική» στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών Πάτρας (2003-2007) και «Εμψύχωση Θεατρικής Κούκλας» στο Τμήμα Προσχολικής Αγωγής Βόλου (2007-08). Ιστορία/ Δραματουργία Θεάτρου στις δραματικές σχολές Εμπρός – Εργαστήριο, Ακαδημία Τεχνών Ακμή, Σχολή Στούντιο Πράξη Επτά και Ωδείο Αθηνών ως σήμερα. Βιωματικά εργαστήρια θεάτρου στο Πανελλήνιο Δίκτυο για το Θέατρο στην Εκπαίδευση. Έχει διευθύνει θεατρικά εργαστήρια σε πανεπιστημιακά και εκπαιδευτικά φεστιβάλ θεάτρου (Βέλγιο, Λιθουανία, Λευκορωσία, Πολωνία, Γερμανία, Αίγυπτο, Μεξικό, Κύπρο, Δανία κ.ά.).

– Από το 2013 συμετέχει στην εκπαιδευτική ομάδα του «Pitcing Lab» στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού μήκους στην Δράμα.

– Είναι συγγραφέας του εκπαιδευτικού βιβλίου «Θέατρο-Θεατρική Αγωγή» για την εκπαίδευση ενηλίκων (ΚΕΕ), Διαδρομές βιωματικής μάθησης: Διδάσκοντας Ιστορία μέσα από το θέατρο (εκδόσεις «Κέδρος»), των εκπαιδευτικών βιβλίων για τον καθηγητή με αντικείμενα «Σκηνοθεσία Θεάτρου», «Θεωρία της αισθητικής του Κινηματογράφου» και «Σκηνοθεσία Κινηματογράφου» για το Λύκειο (Υπουργείο Παιδείας, ΙΕΠ).
– Έχει συνεργαστεί ως δραματουργός με ομάδες θεάτρου και χορού (Yelp Dance co., Quasi Stellar, Aερίτες) από το 2000 και μέχρι σήμερα.

– Σκηνοθέτις παραστάσεων θεάτρου με έμφαση στο θέατρο για εφηβικό και νεανικό κοινό. Εχει σκηνοθετήσει πλήθος περιπατητικών παραστάσεων («‘Ιχνη» με αφορμή το έργο του Πυθαγόρα, «Δημόσιο Σήμα» με αφορμή τον Επιτάφιο του Περικλή κ.ά.) καθώς και τα «Μετά τον αφρό», Τζακ Θορν «Ρισπέκτ/ Θάβοντας τον αδελφό σου στο πεζοδρόμιο» (θέατρο Χώρα), Αριστοφάνη «Όρνιθες», Σαίξπηρ «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας», Γκαίτε «Φάουστ», Σοφοκλή «Αντιγόνη», Αριστοφάνη «Νεφέλες» (Θέατρο του Νέου Κόσμου – Εφηβική Σκηνή).

– Από το 2016, είναι σύμβουλος των Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου και Υπεύθυνη του Λυκείου Επιδαύρου, του θερινού σχολείου Αρχαίου Δράματος για την εκπαίδευση του ηθοποιού.

eirini aivaliwtouΤζωρτζίνα Κακουδάκη: «Στο ταξίδι της ζωής πρέπει να αγαπήσουμε τις πέτρες! Αυτές είναι παρόν…»
Περισσότερα

Σοφία Δημοπούλου: Προχωράμε μαθαίνοντας από τα λάθη μας και αγαπώντας τα πάθη μας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Στο καινούριο της μυθιστόρημα η συγγραφέας και πολιτικός μηχανικός Σοφία Δημοπούλου παίζει με τη λέξη «ζωή». Υπάρχει η Ζωή, η απέναντι γειτόνισσα, που παρατηρεί τους κεντρικούς ήρωες από μακριά αλλά επεμβαίνει καθοριστικά κι αθόρυβα στην εξέλιξη της ιστορίας. Και έπειτα, υπάρχει και η ζωή ως έννοια, ως βίωμα. Αλλιώς τη ζούνε οι ήρωες τη ζωή τους και διαφορετικά τη βιώνουν μέσα τους. Είναι σαν να νιώθουν ότι κάτι τους ξεφεύγει, πως κοιτάνε τη ζωή τους από απέναντι.
Έτσι την κοιτούν τα πρόσωπα της ιστορίας του βιβλίου «Η Ζωή Απέναντι». Κάποια από αυτά προσπαθούν να αντιδράσουν, άλλα συμβιβάζονται κι αναμένουν…
Η Σοφία Δημοπούλου, που -όπως μας εξομολογείται- μια εσωτερική ανάγκη από παιδί την έσπρωχνε στη γραφή, μιλάει στο catisart.gr για την περιπέτεια της συγγραφής και την αγάπη της γι’ αυτή. Μας εξηγεί ότι το μυθιστόρημά της είναι μια ιστορία πίσω από την επίσημη Ιστορία και πως πολλά κομμάτια του είναι παρμένα από την αλήθεια της ζωής. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα δυσπιστίας, αμφιβολίας και φόβου, οι πρωταγωνιστές της ιστορίας αγωνίζονται, ερωτεύονται, ονειρεύονται, προσδοκούν, ενηλικιώνονται και ωριμάζουν. Η δική της θέληση ωστόσο ήταν να μας μιλήσει για την αβίωτη ζωή, εκείνη που κανείς αντιλαμβάνεται πως την έχει ζήσει ως παρατηρητής από την απέναντι όχθη του βίου του. Ο αναγνώστης μπορεί να επιλέξει την εκδοχή που προτιμά. Μας προτρέπει δε «να προχωράμε μαθαίνοντας από τα λάθη μας και αγαπώντας τα πάθη μας. Να τολμάμε, να αγαπάμε, να παλεύουμε για ό,τι πιστεύουμε». Άλλωστε, όπως έχει πει και ο Φρόιντ: «Από λάθος σε λάθος, ανακαλύπτει κανείς ολόκληρη την αλήθεια».

Τι αισθάνεστε κάθε φορά που ολοκληρώνετε ένα βιβλίο;

  • Χαρμολύπη κυρίως. Μου λείπει το ταξίδι, αλλά χαίρομαι που επιτέλους δεν θα έχω να παλεύω με τον εαυτό μου και το μυαλό μου κάθε μέρα. Ταυτόχρονα νιώθω και αγωνία αν το βιβλίο θα καταφέρει να επικοινωνήσει με τους αναγνώστες, να μεταδώσει τα συναισθήματα και τις σκέψεις μου σωστά. Κάθε φορά, είναι σαν αν είναι η πρώτη φορά.

Τι στάθηκε αφορμή για να γράψετε το μυθιστόρημα «Η Ζωή Απέναντι»;

  • Ήθελα να πω μια ανθρώπινη ιστορία, πολλά από τα κομμάτια της οποίας είναι αληθινά και τα γνώριζα, μια ιστορία πίσω από την επίσημη Ιστορία. Όταν έμαθα για το θάνατο ενός από τα πραγματικά πρόσωπα της ιστορίας, κάτι με κέντρισε μέσα μου και με έκανε να αποφασίσω να γράψω για εκείνη τη σκοτεινή περίοδο, ενσωματώνοντας μέσα της και τις δικές μου, παιδικές, αναμνήσεις.

Υπάρχει κάποια ιστορία που σας οδήγησε να επιλέξετε αυτό τον τίτλο για το βιβλίο σας; Θα θέλατε να τη μοιραστείτε μαζί μας;

  • Ο τίτλος είναι ένα μικρό λογοπαίγνιο. Στο βιβλίο υπάρχει η Ζωή, η απέναντι γειτόνισσα που παρατηρεί τους πάντες και τα πάντα και κάποια στιγμή επεμβαίνει και αλλάζει τη ροή της ιστορίας, η δική μου θέληση όμως ήταν να μιλήσω για την αβίωτη ζωή, εκείνη που κανείς αντιλαμβάνεται πως την έχει ζήσει ως παρατηρητής από την απέναντι όχθη του βίου του. Καθένας μπορεί να πάρει την εκδοχή που του αρέσει.

Έχετε φτάσει ποτέ στο σημείο να αρνείστε να γράψετε έστω και μία λέξη και αντίστοιχα έχετε πιάσει τον εαυτό σας να έχει εθιστεί στο γράψιμο;

  • Και τα δυο μου συμβαίνουν κατά περιόδους. Σε κάθε περίπτωση, δεν πιέζω τον εαυτό μου, ακολουθώ το ρυθμό που μου επιβάλλει το σώμα μου και το μυαλό μου. Συνήθως ακολουθώ μια συγκεκριμένη συγγραφική ρουτίνα την οποία είμαι έτοιμη να εγκαταλείψω αν κάποια μέρα έχω διάθεση να γράψω περισσότερο ή να μην γράψω καθόλου.

Υπάρχουν συγγραφείς που έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο στην απόφασή σας να γίνετε και η ίδια συγγραφέας; Αν ναι, ποιοι και γιατί;

  • Δεν θυμάμαι να υπήρξε μια στιγμή που να σκέφτηκα πως ήθελα να γίνω συγγραφέας. Η γραφή ήταν, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, μέρος της καθημερινότητάς μου. Πολλοί συγγραφείς με επηρέασαν στην πορεία με το λόγο τους, τον τρόπο δομής των έργων τους, τις σκέψεις και τις ιδέες τους. Δεν μπορώ να πω όμως πως η ανάγκη μου να γράψω οφείλεται στο θαυμασμό μου προς τον Καμί, τον Κάφκα ή τον Καζαντζάκη. Θα ήταν ασέβεια εξάλλου να συγκριθώ μαζί τους. Είναι μια εσωτερική ανάγκη που με σπρώχνει από παιδί στη γραφή. Ήταν πάντα αυτός ο τρόπος για να εκφραστώ.

Αν το τελευταίο βιβλίο σας, «Η Ζωή Απέναντι» γινόταν ταινία, ποιο τραγούδι θα ήταν το soundtrack;

  • «Η ζωή των άλλων» σε μουσική του Θάνου Μικρούτσικου. Νομίζω πως οι στίχοι του εκφράζουν ακριβώς το νόημα του βιβλίου.

Τι θα συμβουλεύατε εκείνους που βλέπουν τη ζωή τους από απέναντι;

  • Πρέπει να μάθουμε να βιώνουμε τη ζωή μας, να είμαστε αυτοί που καθορίζουμε την πορεία μας πάνω στη γη, να ζούμε στο παρόν αφήνοντας στην άκρη τις πληγές του παρελθόντος και το φόβο του μέλλοντος. Να προχωράμε μαθαίνοντας από τα λάθη μας και αγαπώντας τα πάθη μας. Να τολμάμε, να αγαπάμε, να παλεύουμε για ό,τι πιστεύουμε. Έτσι θα γίνουμε επιτέλους τα φωτεινά όντα που είμαστε.

 Ζωή Απέναντι: Το νέο μυθιστόρημα της Σοφίας Δημοπούλου από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο

Τίτλος: Η Ζωή Απέναντι
Συγγραφέας: Σοφία Δημοπούλου
Είδος: Μυθιστόρημα
Εκδόσεις: Μεταίχμιο

Σελίδες: 432
Τιμή: € 17,70

Πλοκή

Η Δάφνη ζει στη δύσκολη και σκοτεινή περίοδο της χούντας, σε μια λαϊκή γειτονιά της Αθήνας. Είναι η μοναχοκόρη ενός συντηρητικού δασκάλου και μιας συμβιβασμένης νοικοκυράς και μεγαλώνει μέσα σ’ ένα προστατευμένο περιβάλλον, απαλλαγμένο από τις επιδράσεις του καθεστώτος και της σκληρής πραγματικότητας…

…Μέχρι που στο υπόγειο διαμέρισμα από κάτω τους έρχεται μια άλλη, πολύ διαφορετική οικογένεια από τη δική της, με μια άλλη μοναχοκόρη, την Άννα. Και τότε όλα αλλάζουν. Το προστατευτικό κουκούλι, στο οποίο ήταν κλεισμένη η Δάφνη, σκίζεται και τότε όλα όσα θεωρούσε η ίδια ως δεδομένα και σταθερά, μεταβάλλονται: οι οικογενειακές σχέσεις, οι ιδέες, τα συναισθήματα, τα πρότυπα, το παρόν αλλά και το μέλλον.

Οικογενειακά μυστικά έρχονται στο φως, πολιτικά απόρρητα αποκαλύπτονται και ένας υπόγειος κόσμος υφαίνεται παράλληλα με τον ορατό.

Μέσα σε μια ατμόσφαιρα καχυποψίας και φόβου, οι πρωταγωνιστές της ιστορίας αγωνίζονται, ερωτεύονται, ονειρεύονται, ελπίζουν, ενηλικιώνονται και ωριμάζουν.

Την ίδια στιγμή, στο απέναντι σπίτι, η γειτόνισσα η Ζωή παρακολουθεί σιωπηλή τα πρόσωπα και επεμβαίνει ως καταλύτης στην εξέλιξη της ιστορίας. Έτσι κι αλλιώς η «ζωή» έχει την τελευταία λέξη…

Σημείωμα της Σοφίας Δημοπούλου

Τα επιγράμματα που ανοίγουν κάθε κεφάλαιο είναι από το «Μικρό Ναυτίλο» του Οδυσσέα Ελύτη. Κάθε φράση είναι και ένα κλειδί που ξεκλειδώνει παράθυρα απ’ όπου εγώ -κι ελπίζω κι εσείς-, μπορούμε να δούμε τον κόσμο, όπως ως έφηβοι τον οραματιστήκαμε· ελεύθερο, τρυφερό και εύοσμο. Κάθε λέξη γίνεται βάρκα για να πλεύσουμε ίσως μαζί με τον ποιητή ως ναυτίλοι προς τις δυσεύρετες κόχες μιας οδύνης που αξιώνει συμμετοχή, ενέργεια και αισιοδοξία…

Αν ο καιρός αλλιώς τα έφερε κι ο κόσμος δεν είναι εντέλει αυτό που ονειρευτήκαμε, εκείνο που έχει σημασία είναι πως όλοι επιβιώσαμε, κουβαλώντας τις μικρές ή μεγάλες δυστυχίες μας και μαζί τη δύναμη να αρχίζουμε πάλι και πάλι. Γιατί η ζωή βιώνεται κι έτσι πρέπει να γίνεται. Και η προσωπική ιστορία του καθενός πρέπει να ενσωματώνεται με τη συλλογική, σαν σκηνή από μια ταινία όπου όλοι είμαστε ηθοποιοί. Και όλοι μαζί, ενώνοντας τις μικρές μας ιστορίες, να πάμε τη ζωή παρακάτω. Σαν παραμύθι που κάποιος θα λέει στις επόμενες γενιές.

  • H Σοφία Δημοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, η καταγωγή της όμως είναι από τα Λουσικά, ένα χωριό λίγα χιλιόμετρα έξω από την Πάτρα. Σπούδασε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στον περιβαλλοντικό σχεδιασμό. Εργάστηκε ως μηχανικός στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Lapis lazuli, η πέτρα που λείπει (2012), Άλμα θα πει ψυχή (2013) και Σε σωστή ώρα νυχτώνει (2014).
eirini aivaliwtouΣοφία Δημοπούλου: Προχωράμε μαθαίνοντας από τα λάθη μας και αγαπώντας τα πάθη μας
Περισσότερα

Άντζελα Μπρούσκου: «Αυτό που θέλω από τους συνεργάτες μου είναι να φλέγονται»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Ξεκίνησε με μια ρηξικέλευθη κίνηση, σκηνοθετώντας σε έναν αυτοδιαχειριζόμενο χώρο, σε ένα κτήριο εντυπωσιακό, όπως εντυπωσιακή ήταν και η συνέχειά της, το Φωτείνιο ή Κτήριο Καλλιτεχνών. Πάντα απρόβλεπτη, πάντα αντισυμβατική. Χρόνια αγαπημένη ενός κοινού ανήσυχου και αφυπνισμένου. Πόσες φορές δεν μας έχει ταξιδέψει σε στιγμές ανεπανάληπτες και μοναδικές, όπου μια αυλαία ανοίγει και η όρασή μας μεταμορφώνεται; Πόσες φορές δεν μας έχει κάνει να αισθανθούμε ζωντανή, έντονη, δυναμική, διαυγή μια θεατρική στιγμή; Πόσες φορές δεν μας έχει γοητεύσει η πυρετική συγκίνηση των παραστάσεών της; «Αυτό που θέλω από τους συνεργάτες μου είναι να φλέγονται», μου λέει η Άντζελα Μπρούσκου όταν συζητάμε, παραμονές του Πάσχα, σε ένα πατάρι του Κεραμεικού. Απομακρυσμένες από αυτό που μας περικυκλώνει ασφυκτικά και κοντά σε αυτό που συνήθως είναι πολύ μακριά. Στην αλήθεια του θεάτρου, μέσα από την έκπληξη και την έρευνα, μέσα από τον πειραματισμό και την έξαρση, μέσα από το παιχνίδι και τη λαχτάρα. Αποφοίτησε από το Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν. Συνεργάστηκε ως ηθοποιός και performer με το Θέατρο Τέχνης, τον Μιχαήλ Μαρμαρινό, τη Μίρκα Γεμεντζάκη, τη Μαίρη Τσούτη και το χοροθέατρο Ανάλια, τον Θεόδωρο Τερζόπουλο, το Εθνικό Θέατρο, τον Δημήτρη Παπαϊωάννου, τη Ρούλα Πατεράκη, τον Γιάννη Χουβαρδά. Το 1993 ίδρυσε, μαζί με την Παρθενόπη Μπουζούρη, το «Θέατρο Δωματίου», καθώς και το ομώνυμο studio υποκριτικής. Έχει ασχοληθεί ενδελεχώς και συνεχίζει ακατάπαυστα να ασχολείται με την έρευνα πάνω στη μέθοδο και την τεχνική του ηθοποιού με βασικό άξονα την αρχαία τραγωδία. Εκτός από δασκάλα, ηθοποιός και σκηνοθέτις, η Άντζελα Μπρούσκου είναι μια χαρισματική δημιουργός εικόνων, μια γεφυροποιός ανάμεσα στο πραγματικό περιεχόμενο ενός έργου και στο κοινό. Επί σκηνής αναπτύσσει μια σχέση συμμετοχής με την κάμερα, τον ηθοποιό και τον θεατή. Μια σχέση φανταστική, συμφιλιωτική, ενοποιητική, συγκεκριμένη και πραγματική ώστε το θέαμα συχνά παύει να είναι παράσταση και γίνεται συνάντηση, γίνεται συνενοχή. Μια σχέση πέρα από στερεότυπα και γαλούχηση. Στις παραστάσεις της το ανθρώπινο στοιχείο είναι πρωταρχικής σημασίας. Τα δευτερόλεπτα είναι γεμάτα καθαρότητα, ποιότητα, θεατρική ένταση. Η παρουσία της συχνά στη σκηνή με την κάμερα να αποτελεί προέκταση του χεριού της, πάντα υπό διανοητική εγρήγορση και με εξονυχιστικό βλέμμα, αποτελεί μια θετική πρόκληση, μια μυστηριώδη κίνηση ζωής, έναν μαγνήτη. Όπως στην παράσταση «Ψύχωση 4:48» -μια αληθινά καθηλωτική εμπειρία, γεμάτη ενέργεια, φως και σκοτάδι- που επαναλαμβάνεται φέτος στο «Θησείον, ένα Θέατρο για τις Τέχνες». Πρόκειται για το τελευταίο έργο της Σάρα Κέιν, που είναι το ψυχολογικό παραλήρημα ενός προσώπου πριν από την αυτοκτονία ή ένας εσωτερικός ποιητικός λόγος, συχνά τεμαχισμένος σε περισσότερες από μία εσωτερικές φωνές.
Μέσα από τη συνέντευξή μας φαίνεται ένας άνθρωπος ζεστός, ευαίσθητος, τρυφερός. Ένας άνθρωπος που σέβεται την πανάρχαια λειτουργία του θεάτρου, που μπορεί να αγαπήσει, που είναι ικανός να νιώσει. Να νιώσει στο δέρμα του και στην ψυχή του τον πόνο και να κραυγάσει στην ύστατη προσπάθεια να τον νικήσει. Να νιώσει την αδιαφορία, να νιώσει τη σκληρότητα και να θελήσει να τη διαπεράσει. Τα λόγια της βγαίνουν από τα βάθη και τα ύψη του είναι της: «Αξία έχει η ζωή και του πιο μικρού πλάσματος, ακόμα κι αν δεν έχεις κανένα συμφέρον απ’ αυτό. Αυτό σημαίνει πολιτισμός υψηλού επιπέδου. Κι όταν θα τον κατακτήσουμε, θα υπάρξει ελπίδα για αυτόν τον πλανήτη», λέει. Αυτές οι… λεπτομέρειες είναι που κάνουν την τέχνη της κυρίας Μπρούσκου να μας οδηγεί κατευθείαν στην καρδιά του μυστηρίου.

 

Άντζελα Μπρούσκου: Πήγαινα σχολείο στο Καστρί. Μεγάλωσα σε ένα σχολείο στη φύση, ήταν πολύ όμορφα. Μέναμε όλη την ημέρα στο σχολείο και το καλοκαίρι λειτουργούσε και σαν θερινή κατασκήνωση.

Ειρήνη Αϊβαλιώτου: Τελειώσατε τη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Ποιοι ήταν οι δάσκαλοί σας;

* Οι δάσκαλοί μου ήταν οι γνωστοί συνεργάτες και ιδρυτές του Θεάτρου Τέχνης, μαζί με τον Κάρολο Κουν. Τον είχα γνωρίσει τον Κουν, γιατί βρισκόταν στις εξετάσεις. Τότε ερχόταν ακόμα και επισκεπτόταν και τη Σχολή. Ενίοτε, όταν ήταν παρών στις εξετάσεις, μας μιλούσε, μας έδινε συμβουλές. Βασικοί δάσκαλοί μου ήταν ο Γιώργος Λαζάνης, ο Μίμης Κουζιουμτζής, ο Γιάννης Μόρτζος, ο Γιώργος Αρμένης… Όλο άντρες, μιας και ήταν η εποχή της ανδροκρατίας. Ούτε η Μάγια Λυμπεροπούλου, ούτε η Ρένη Πιττακή…

– Ας πάμε στο «Θέατρο του Δωματίου». Ποιοι ήταν οι στόχοι σας όταν ξεκινήσατε αυτή την προσπάθεια;

* Αυτό το θέατρο ιδρύθηκε περίπου το 1993 και ήταν μια ανάγκη μας να φτιάξουμε τη δική μας ομάδα, με μια δική μας αισθητική και να δουλέψουμε πάνω σε έργα που θα μας ενδιέφεραν, ανάλογα με τις περιστάσεις και ήταν τα ζητούμενά μας. Δεν ήθελα να μπω στη διαδικασία να λειτουργήσω ως ηθοποιός, ο οποίος περιμένει ή θα πάει να βρει δουλειά. Ήθελα να κάνω τα δικά μου πράγματα και να ασχοληθώ με τη σκηνοθεσία. Η προσπάθεια αυτή ξεκίνησε με τη συμπαράσταση της Παρθενόπης Μπουζούρη.

– Όπως θυμάμαι, αρχίσατε με τον «Μισάνθρωπο» του Μολιέρου και συνεχίσατε με τις «Υπηρέτριες» του Ζαν Ζενέ.

* Ξεκινήσαμε στο «Κτήριο Καλλιτεχνών» (Σ.σ.: Γ’ Σεπτεμβρίου 42 και Πολυτεχνείου, γνωστό και ως Φωτείνιο). Ήταν μια εποχή που δεν ήτανε εύκολοι οι χώροι όπως τώρα, που υπάρχουν πολύ περισσότερες δυνατότητες. Σήμερα ακόμη και λεφτά να μην έχεις, θα βρεις έναν τρόπο να φιλοξενηθείς κάπου και να παρουσιαστεί η δουλειά σου, καλώς ή κακώς. Τότε τα πράγματα ήταν πολύ μαχητικά και οι συνθήκες επισφαλείς. Δεν ήξερες αν θα παίξεις, γιατί μπορεί να κοβόταν το νερό και το ηλεκτρικό. Μπορεί να μπαίνανε κάποιοι μέσα στο χώρο και να δημιουργούσαν πρόβλημα στη διαδικασία μιας παράστασης. Δεν είχε προστασία ο χώρος και λίγο κινδυνεύαμε… Ήταν βέβαια χώρος της Σχολής Καλών Τεχνών, αλλά σ’ αυτούς τους χώρους πάντα παρεισφρέουν και στοιχεία που δεν μπορείς να ελέγξεις.

 

– Παρατηρώ στις σκηνοθεσίες σας ότι εντάσσετε συχνά και μια κάμερα. Ποια είναι η σχέση σας μαζί της; Η κάμερα είναι η προέκταση του χεριού σας. Δείχνετε να έχετε μια πολύ μεγάλη οικειότητα μαζί της.

* Η κάμερα από παλιά με ενδιαφέρει σαν μέσο. Επομένως κάθε φορά που ταιριάζει σε κάποια παράσταση τη χρησιμοποιώ. Προσπαθώ να βρω τη σχέση μέσα από τη δραματουργία του έργου και τη δραματουργία της κάμερας. Κάποιες φορές είναι σαν ένα μάτι που κρυφά παρακολουθεί τη δράση, που κατασκοπεύει. Άλλες φορές είναι περισσότερο εστιασμένη σε λεπτομέρειες μέσα στο χώρο ή στα αντικείμενα ή στα πρόσωπα ή στα βλέμματα. Μεγεθύνει με έναν τρόπο που δεν μπορεί να τον κάνει ο θεατής. Αυτό που θέλω να υπάρχει είναι σαν ένα σχόλιο πάνω στον ηθοποιό που παίζει, σαν ένα σχόλιο στην εικόνα. Βέβαια μερικές φορές είναι αμέτοχη η κάμερα. Μπορεί να παρακολουθεί μόνο για να καταγράφει τα γεγονότα, σαν ένα ντοκουμέντο. Επειδή όμως μου αρέσει και η κάμερα και ο κινηματογράφος προσπαθώ πάντα να παίζει ένα ρόλο. Γι’ αυτό πολλές φορές συμμετέχω κι εγώ με ένα δυναμικό τρόπο σαν να είμαι ένας αφηγητής μέσα στις παραστάσεις και παίζω αυτό το ρόλο, που είναι σαν συνέχεια, σαν μια προέκταση.

– Πιθανόν και να παίζει το ρόλο του Χορού στην αρχαία τραγωδία, που παρακολουθεί και σχολιάζει.

* Ωραίο είναι αυτό που λέτε. Είναι σαν ένα σχόλιο. Μάλιστα πολλές φορές οι ηθοποιοί στρέφονται και μιλούν στην κάμερα, σαν να είναι ένα παράθυρο προς τον κόσμο. Γιατί νομίζω πάντα ότι και το θέατρο -έτσι όπως εξελίσσεται και η εποχή μας – δεν είναι πια μόνο το θέατρο το παραδοσιακό, το συμβατικό. Μπορεί να αξιοποιεί κι άλλα μέσα που το ισχυροποιούν, αρκεί φυσικά να υπάρχει λόγος ώστε να γίνονται αυτά τα πράγματα. Οπότε, για μένα η κάμερα δεν είναι απλά ένα μέσο το οποίο θα γίνει μόνο σε μια παράσταση και τέλειωσε. Είναι κάτι το οποίο το εξελίσσω σε κάθε μου δουλειά και με ενδιαφέρει να το χρησιμοποιώ.

Η Άντζελα Μπρούσκου στην παράσταση «Ψύχωση 4.48»

– Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο να εκπαιδεύεις τον ηθοποιό ως δασκάλα και στο να τον διευθύνεις ως σκηνοθέτις;

* Σίγουρα ως δασκάλα έχω μια μέθοδο και ένα σύστημα δικό μου που πιστεύω ότι είναι πολύ χρήσιμο. Δεν είναι που αφορά μόνο εμένα– αφορά τους ηθοποιούς και τον τρόπο που θα λειτουργήσουν πάνω στη σκηνή. Το ίδιο κάνω και με τη φωνή και με την αναπνοή. Αυτό είναι το ένα κομμάτι. Τώρα, το να κατευθύνεις έναν ηθοποιό ο οποίος δεν έχει δουλέψει μαζί σου είναι αρκετά δύσκολο, γιατί δεν έχουμε έναν κοινό κώδικα.

Στην Ελλάδα ο καθένας, καλώς ή κακώς, έχει ένα δικό του τρόπο και ένα δικό του δρόμο. Δεν μπορούμε να πούμε ότι τέλειωσε αυτή τη Σχολή που τον καθορίζει και εκεί έχει μάθει αυτά τα πράγματα. Βλέπουμε ηθοποιούς που έχουν τελειώσει την ίδια σχολή και είναι τελείως διαφορετικοί. Αυτό δείχνει ότι ο καθένας έχει ανάγκη να ψάξει πράγματα και σ’ άλλους δρόμους. Και πράγματα που του λείπουν. Οπότε για μένα το πιο σημαντικό είναι να είναι κανείς ανοιχτός σε κάθε νέα του συνεργασία. Το ίδιο ισχύει και για τον σκηνοθέτη. Πρέπει και οι δύο να είναι ανοιχτοί για να μπορούν να βρουν ένα κοινό σημείο συνάντησης.

«Ρομπέρτο Τσούκο», Θέατρο Τέχνης – Υπόγειο

Ο χαρακτήρας

* Εμένα με επηρεάζει ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ένας ηθοποιός, που σκέφτεται σύμφωνα με αυτά που φέρει. Ακόμα κι αν δεν τον ξέρω, προσπαθώ να βρω έναν κοινό τόπο συνεννόησης παρά να του υποδείξω αυτά που ξέρω εγώ. Προσπαθώ να τον βοηθήσω με αυτά που γνωρίζω. Διαφορετικά δεν είναι εύκολο να καθοδηγήσεις έναν ηθοποιό μόνο με οδηγίες γενικές. Ασφαλώς σε αυτή τη φάση συνεργασίας συχνά προκύπτουν ρήξεις. Δεν το θέλω αυτό. Οπότε προσπαθώ… Υπάρχουν εξαιρέσεις σ’ όλους τους κανόνες. Αλλά συνήθως συνεννοούμαστε.

Φυσικά και ο χαρακτήρας του ηθοποιού έχει μεγάλη σημασία. Μπορεί να δημιουργηθούν πολλά προβλήματα αν κάποιος -λόγω χαρακτήρα- είναι αμετακίνητος από τις καταβολές του. Πρέπει να βρίσκουμε έναν τρόπο για καλή επικοινωνία. Είναι μια άσκηση βέβαια κι αυτό, δεν είναι πάντα εύκολο. Αλλά επειδή εδώ στην Ελλάδα όλοι μας θέλουμε να γίνεται «το δικό μας», γεννώνται προβλήματα λες και αν δεν πραγματοποιήσουμε τις απόψεις μας υπάρχει κίνδυνος να τις χάσουμε. Αυτό μάλλον οφείλεται σε ανασφάλεια…

– Έχουμε κι έναν εγωκεντρισμό μήπως;

* Ο εγωκεντρισμός είναι πρώτος και καλύτερος. Φοβόμαστε να τσαλακωθούμε. Δεν δεχόμαστε παρατηρήσεις εύκολα. Νομίζουμε ότι βάλλεται η προσωπικότητά μας. Πρέπει να είναι κανείς πολύ συνειδητοποιημένος για να κάνει τη δουλειά του, να προχωράει και να μη θίγεται. Δυστυχώς είμαστε πολύ εύθικτοι και θέλει μεγάλη προσοχή, πώς θα μιλήσεις σε κάποιον και πώς θα του πεις κάτι το οποίο μπορεί να τον δυσαρεστήσει. Όμως σε αυτή τη δουλειά χρειαζόμαστε ένα κλίμα πιο ανοιχτό, έτσι μόνο θα έχουμε θετικά αποτελέσματα.

«4.48 Ψύχωση». Στη φωτογραφία η Παρθενόπη Μπουζούρη

 – Ο σκηνοθέτης προσπαθεί να μπει στη διαδικασία να βρει το «κλειδί» του συνεργάτη του, είναι χρονοβόρο αυτό;

* Αυτό δεν είναι καλό πάντα. Πρέπει να κάνουμε τη δουλειά μας επαγγελματικά. Από κει και πέρα φυσικά υπάρχουν σχέσεις και γεννιούνται σχέσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να γίνουμε και φίλοι. Ούτε χρειάζεται να με συμπαθείς για να προχωρήσουμε στον ίδιο δρόμο… Εγώ με τους δασκάλους μου ή με ανθρώπους που μου έμαθαν πράγματα δεν είχα σχέσεις συμπάθειας. Το αντίθετο μάλιστα… Δεχόμουνα την οποιαδήποτε κριτική, γιατί αλλιώς δεν μπορείς να πας μπροστά, άμα δε δέχεσαι. Δεν θέλω κάποιος να μου πει «πώς μου μιλάς εμένα έτσι, εγώ που έχω κάνει αυτά κι εκείνα…». Σε τέτοιες περιπτώσεις δυσκολεύουν τα πράγματα και μένα με βασανίζουν αυτές οι καταστάσεις. Γιατί δεν θέλω να επιβάλλω. Με ενοχλεί όταν πρέπει να επιβάλλω τα πράγματα ή να εκβιάσω καταστάσεις ή να πιέσω κάποιον. Έτσι κι αλλιώς η ίδια η δουλειά μας είναι τόσο δύσκολη, τόσο πιεστική και τόσο απαιτητική που δεν χρειάζεται για όλα αυτά να την εκπροσωπεί ένας άνθρωπος. Αλλά δυστυχώς λειτουργεί η πίεση. Δυστυχώς έχουμε μάθει να δουλεύουμε έτσι, με φόβο… Οπωσδήποτε υπάρχουν και οι ανασφάλειες, που έλεγα προηγουμένως. Υπάρχει ένα credit, έχουν φτιάξει ένα όνομα και δεν μπορείς να του πεις του άλλου «δεν ισχύει αυτό». Δεν το δέχεται εύκολα.

– Στις σχέσεις των ηθοποιών, που είναι παράλληλα και συμπαίκτες επί σκηνής, υπάρχει η έννοια της ομαδικότητας, της αλληλοστήριξης;

* Αυτό σίγουρα πρέπει να υπάρχει. Το πιο δύσκολο πράγμα είναι να είμαστε συμπαίκτες με τον άλλον. Όπως συμβαίνει και στον αθλητισμό όταν οι παίκτες μιας ομάδας δεν μπορούν να νικήσουν τους αντιπάλους τους παρά μόνο αν συνεργαστούν, αν δεν δώσουν πάσες ο ένας στον άλλον. Αν δεν υπάρχει επικοινωνία, λοιπόν, δεν μπορείς να βάλεις μόνος το καλάθι. Να πάρεις μόνος την μπάλα και μετά να βάλεις καλάθι δεν γίνεται, είναι σχεδόν αδύνατον. Απλά, πρέπει καθένας να υπηρετεί σωστά τη θέση του: Άλλος αμύνεται, άλλος μοιράζει παιχνίδι, άλλος σουτάρει, άλλος διεκδικεί το ριμπάουντ, άλλος πετυχαίνει το καλάθι, όλοι μαζί πανηγυρίζουν. Είναι απαραίτητο να ισχύει αυτό και στο θέατρο. Όταν δεν υπάρχει συνεργασία, αυτό είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί. Μπορεί κάποιος να θεωρεί τον εαυτό του καταπληκτικό ηθοποιό αλλά να μην επικοινωνεί με τον συμπαίκτη του, όπως πολύ σωστά είπατε. Ο ηθοποιός αυτός έχει κλειστά τα συστήματά του. Αυτό δεν είναι καλό για μια παράσταση. Είναι κάτι που φαίνεται. Βλέπουμε παραστάσεις που κάποιος κάνει ρεσιτάλ, όπως λένε, όμως αυτό είναι πολύ άσχημο για μένα.

Δηλαδή, φτάνει! Μπορεί να έχεις ήδη τον πρωταγωνιστικό ρόλο, δεν χρειάζεται όμως τους συμπαίκτες σου να τους μετατρέπεις σε κοινό σου. Και αυτό το βλέπουμε πάρα πολύ συχνά, δυστυχώς. Για μένα είναι δύσκολο να παρακολουθήσω μια τέτοια παράσταση. Με θυμώνει.

«4.48 Ψύχωση», Παρθενόπη Μπουζούρη

– Όπως λέμε συχνά ότι κάποιος «κλέβει την παράσταση» από τους άλλους.

* Τι θα πει αυτό «κλέβει την παράσταση»; Σημαίνει ότι κάνει κάτι εις βάρος κάποιου άλλου. Ζημιώνει το σύνολο αφού «κλέβει». Δηλαδή τραβά την προσοχή, με έναν τρόπο ο οποίος δεν είναι έντιμος.

– Νομίζω ότι παρόμοιες αντιλήψεις τείνουν να ξεπεραστούν από τους σύγχρονους καλλιτέχνες. Το θέατρο τώρα πάει κάπου αλλού…

* Έτσι ακριβώς. Νομίζω ότι έτσι όπως προχωράει τώρα το θέατρο αρχίζουν να μην υπάρχουν πια αυτές οι πρακτικές. Στο εξωτερικό -όπως βλέπουμε σε παραστάσεις που φιλοξενούνται κι εδώ- όλοι οι ηθοποιοί είναι καταπληκτικοί. Βλέπεις εξαιρετικούς ηθοποιούς σε μικρούς ρόλους, που εδώ δεν καταδέχονται να τους παίξουν. Πρέπει να θιχτεί ένας ηθοποιός αν του πεις να παίξει ένα μικρό ρόλο; Αισθάνεται ότι τον υποτιμάς. Έχουμε θέματα εμείς, είναι πολύ συμπλεγματικό το πράγμα. Δεν αποκλείεται αυτό να οφείλεται και στην αγωνία της επιβίωσης, γιατί σου λέει «αν δεχτώ τον μικρό ρόλο, μετά δεν θα ξαναβρώ δουλειά». Αυτό σκέπτομαι τώρα και μπορώ ακόμη να προσθέσω και τη ματαιοδοξία που υπάρχει.

Νομίζουμε πως η αξία μας πάνω στη σκηνή καθορίζεται από το μέγεθος του ρόλου και από τις όσο το δυνατόν περισσότερες ατάκες. Δίνονταν μάχες κάποτε για την έκταση του ρόλου. Τώρα όμως σιγά αλλά σταθερά αλλάζει αυτή η νοοτροπία. Τώρα το θέατρο όντως πάει κάπου αλλού, αυτό είναι σίγουρο. Πιστεύω ότι πρέπει να μάθουμε να κάνουμε καλά τη δουλειά μας. Το θέμα των ρόλων και των πρωταγωνιστών δεν νομίζω ότι είναι κάτι που αφορά το κοινό.

H Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου στην «Ψύχωση 4.48»

 – Η άσκηση της τέχνης μπορεί να αλλάξει τον άνθρωπο;

* Η επαφή με την τέχνη, η άσκηση και στη συνέχεια η επίδραση της τέχνης επάνω μας, πιστεύω ότι είναι κάτι πολύ σημαντικό. Γιατί και μας αλλάζει και μας κάνει να βλέπουμε αλλιώς τα πράγματα. Κυρίως επειδή μας καλλιεργεί. Έτσι έχουμε κάποια φίλτρα στον τρόπο που βλέπουμε τα γεγονότα. Το θέατρο σε αναγκάζει να δεις τα πράγματα από πολλές οπτικές. Σε υποχρεώνει να αποκτήσεις μιαν ενσυναίσθηση, αφού πρέπει να μπεις στη θέση ενός άλλου. Πρέπει παράλληλα να μπεις σε ένα άλλο πεδίο, σε έναν άλλο χώρο που συνήθως δεν θέλουμε καν να έρθουμε σε επαφή με αυτόν, γιατί είτε μας ταράζει, είτε μας ξεβολεύει, είτε… βαριόμαστε. Η τέχνη μάς κάνει ψυχικά και πνευματικά πλούσιους. Και μόνον αυτή η επαφή είναι κέρδος. Και για αυτό θα έπρεπε από τα σχολεία, τα παιδιά να μυούνται στην τέχνη, γιατί νομίζω ότι έτσι θ’ άλλαζε ο κόσμος.

Φυσικά ο κόσμος δεν αλλάζει μόνον επειδή θα παρακολουθήσει μια παράσταση. Το σημαντικό είναι η επαφή με την τέχνη. Αυτό είναι το κυρίαρχο. Η καθημερινή επαφή, και η άσκηση, και η κατανόηση. Οπότε, όταν μπορεί να δημιουργηθεί και ένα κοινό, το οποίο θα έχει τη δυνατότητα να προσλαμβάνει την τέχνη και να σκέφτεται, τότε η όλη διαδικασία λειτουργεί μ’ έναν τρόπο πολύ διεισδυτικό. Ακόμη και πολιτικά μας ανοίγει το μυαλό, μας ανοίγει τους ορίζοντες, δεν είμαστε απόλυτοι και μας βοηθάει να κατανοήσουμε και την άποψη του άλλου. Μπορούμε να δούμε τις διαφορετικότητες, μπορούμε να καταλάβουμε τα παιδιά μας καλύτερα. Να καταλάβουμε τους φίλους μας, να καταλάβουμε τους ανθρώπους που δεν είναι φίλοι μας. Να βγούμε λίγο από το καλούπι της οικογένειας και να δούμε τον κόσμο. Γιατί αυτό μόνο μπορεί να μας πάει παραπέρα. Γιατί το θέατρο είναι συλλογικότητα, είναι αυτό που λένε κι οι «Βάκχες» -που ήταν πολύ επαναστατικό- να μπούμε σε μια συλλογικότητα. Γιατί μέσα στη συλλογικότητα φεύγει το βάρος της ύπαρξης του ατόμου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε άλλωστε ότι είμαστε σε μια εποχή ατομικιστική. Οπότε, όπως λέει και ο Ευριπίδης, έτσι «θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι η ευτυχία, ένας ορισμός της ευτυχίας για τον άνθρωπο».

– Πείτε μου κυρία Μπρούσκου, εσείς τι θέατρο ονειρεύεστε και ποιο είναι το είδος του θεάτρου που πιστεύετε ότι χρειαζόμαστε στις μέρες μας;

* Στις μέρες μας πιστεύω ότι, πέρα από τα έργα, το θέμα είναι πώς χρησιμοποιούμε αυτά τα έργα, γιατί το ίδιο το έργο μπορεί να ανέβει από διαφορετικούς ανθρώπους και να είναι τελείως διαφορετικό. Πρέπει να προσπαθήσεις ώστε να ανοίξεις το έργο. Είμαι σίγουρη ότι τα έργα πρέπει να ανοίγονται γιατί έχουν ιδέες σημαντικές και για την εποχή που γράφτηκαν και για πάντα. Τους μεγάλους συγγραφείς, τούς έχουν απασχολήσει πράγματα που ενδιαφέρουν και μας σήμερα, αλλά διαφέρει κάπως η γλώσσα και ο τρόπος που γράφτηκαν. Οπότε, πιστεύω ότι έχουμε ανάγκη από ένα θέατρο που να μην είναι απομονωμένο σε προσωπικότητες μόνο, έχουμε ανάγκη από ένα πολιτικό θέατρο με την ευρεία έννοια του όρου. Όχι με τη διδακτική έννοια. Δεν εννοώ ένα θέατρο μόνο -που θα μπορούσε να ‘ναι κι αυτό φυσικά- που να ψυχαγωγεί και να διδάσκει, όπως λέει κι ο Μπρεχτ -να μην τα ξεχνάμε κι αυτά- αλλά ένα θέατρο που να ασχολείται με όλα τα θέματα που μας απασχολούν και σήμερα. Θέματα τα οποία είναι πάντα τα ίδια, αλλά επαναλαμβάνονται και πρέπει να βρίσκουμε γλώσσες, τρόπους και κώδικες, για να μπορούν να γίνονται ενδιαφέροντα προς το κοινό. Φυσικά να μην είναι ερμητικά κλειστά. Γιατί αν συμβαίνει αυτό, το κοινό δεν θα έχει κανένα κέρδος. Για παράδειγμα, το έργο της Σάρα Κέιν μπορεί να είναι δύσκολο, αλλά άμα το ανοίξεις με τα κλειδιά του είναι πολύ απλό.

«Ψύχωση 4.48», Nalyssa Green

Θέατρα συνεργασιών

* Νομίζω ότι πρέπει να διεκδικούμε τα θέατρα συνεργασιών. Να υπάρχουν συνεργασίες ενδιαφέρουσες απ’ όλους τους χώρους, γιατί και οι άνθρωποι βαρέθηκαν να βλέπουν τα ίδια και τα ίδια. Δεν γίνεται να ακολουθούμε πάντα την ίδια συνταγή και να προσφέρουμε έτοιμες κονσέρβες. Δεν με ενδιαφέρει να επαναλαμβάνω τον εαυτό μου. Δεν είναι σκοπός της τέχνης αυτό, δηλαδή να έχεις μια έτοιμη συνταγή και συνέχεια να την πλασάρεις στον κόσμο. Είτε είναι νέοι, είτε είναι γέροι, είτε δεν ξέρω τι είναι. Γιατί και στους νέους παρατηρείται το φαινόμενο. Κανείς δεν εξαιρείται από τον κανόνα και από τις παγίδες αυτές. Μια επιτυχία ή μια, ας πούμε, αποδοχή του κοινού είναι εν δυνάμει παγίδα. Πρέπει να μας κάνει να σκεφτόμαστε λίγο τη συνέχειά μας. Πρέπει να γίνει δηλαδή για μένα το θέατρο αναγκαίο, δραστικό, απαραίτητο, να συντροφεύει το σύγχρονο άνθρωπο. Και να έχει κάτι να πει, κάτι επείγον, κάτι που θέλεις να του πεις. Όπως θέλεις να πεις κάτι σ’ ένα φίλο σου, οπωσδήποτε, και τον παίρνεις τηλέφωνο ή θέλεις να τον δεις. Πρέπει να είναι αυτή η συνάντηση σημαντική. Δηλαδή, δεν πρέπει να πει ποτέ κανείς «έχασα το χρόνο μου ή πλήρωσα ένα εισιτήριο»… Και, εντάξει το εισιτήριο… Αλλά ο χρόνος είναι το πιο ακριβό… Έχουμε μάθει το κοινό να τον καταναλώνει και να μην ενοχλείται. Νομίζω ότι αυτή η άποψη μας βλάπτει και είναι θλιβερό.

Κάποτε το θέατρο ήταν σημαντικό και ήταν ισχυρό κομμάτι της πολιτείας. Νομίζω ότι έχει χάσει λίγο τη σημασία του σιγά σιγά. Για τον λόγο αυτό οφείλουμε όλοι οι δημιουργοί να σκεφτόμαστε τι κάνουμε.

Ψυχική συμμετοχή

* Σίγουρα το θέατρο έχει και μια κόπωση πνευματική. Δεν πρέπει να πηγαίνεις αν δεν μπορείς. Προσωπικά όταν είμαι κουρασμένη δεν θέλω και δεν μπορώ να παρακολουθήσω μια παράσταση. Όταν πηγαίνουμε στο θέατρο -και για το κοινό ισχύει αυτό- ας έχουμε προετοιμαστεί κάπως γι’ αυτό. Εκτός αν είναι κάτι τόσο εύπεπτο και τόσο αδιάφορο στο οποίο δεν θα έχεις καμία ψυχική συμμετοχή. Το θέατρο πρέπει να είναι μια δημιουργική εμπειρία και για τον θεατή και για τον ηθοποιό.

Μερικές φορές αισθάνομαι ότι τα πράγματα γίνονται για να γίνουν. Και μπαίνουμε όλοι σε μια παγίδα μέσα σ’ αυτή τη χύτρα ταχύτητας που ζούμε.

«4.48 Ψύχωση»

– Όταν με την ομάδα σας ή με την εκάστοτε ομάδα που έχετε, ξεκινάτε μια ανάγνωση, ποια είναι τα κριτήρια για τη διανομή των ρόλων;

* Ήδη θα έχω σκεφτεί κάτι πριν. Συνήθως δεν συμβαίνει εκείνη τη στιγμή. Ξεκινώντας, θέλω να συνεργαστώ με ανθρώπους με τους οποίους μπορώ να συνεννοηθώ. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι κάθε φορά γίνεται. Δυστυχώς, κι εγώ σκέπτομαι «α, τι ωραία που θα ήτανε να δουλέψουμε με τον τάδε» και στη συνέχεια βλέπουμε ότι για κάποιο λόγο δεν υπάρχει χημεία μεταξύ μας. Αλλά σίγουρα αυτό είναι το ένα. Πρέπει να μ’ αρέσει, να έχω μια έμπνευση. Να μην είναι σαν μια ρουτίνα ή να πάρεις κάποιον επειδή μόνο και μόνο έχει ένα όνομα ή μόνο και μόνο επειδή είναι γνωστός. Μου αρέσει να ονειρεύομαι τους ηθοποιούς μέσα στα πιθανά πρόσωπα. Αν υπάρχουν κάποιοι ρόλοι συγκεκριμένοι που μπορεί να προσφέρουν κάτι πιο ανοιχτό. Μου αρέσει να ανακαλύπτω και να βλέπω αν κάτι τους ταιριάζει. Τελικά είναι ωραίο να έχουμε κάποια κοινά στοιχεία με αυτό που πρόκειται να κάνουμε. Βλέπεις λοιπόν ότι όταν έχουν κάτι κοινό με σένα, ακόμα και να μην το ξέρουν, και αυτό τους ευχαριστεί. Βέβαια έχει συμβεί να υπάρξει συνεργασία χωρίς όμως να υπάρξει και… συνάντηση κατά τη διάρκεια της κοινής πορείας.

– Στο κομμάτι της εκπαίδευσης του σκηνοθέτη, πόσο απαραίτητο είναι να έχει προϋπάρξει και ηθοποιός;

* Προσωπικά ήθελα να μάθω την τέχνη της υποκριτικής, γιατί πιστεύω ότι πρέπει να μάθει ένας σκηνοθέτης να δουλεύει και υποκριτικά, επειδή είναι κομμάτι της δουλειάς του. Θέλω να πω ότι θα μπορεί να καταλάβει και να βοηθήσει πολύ καλύτερα έναν ηθοποιό αν και ο ίδιος έχει ανέβει στο σανίδι. Μπορεί ο ίδιος να μη θέλει καθόλου να ασχοληθεί, δεν είναι απαραίτητο. Αλλά να έχει περάσει μέσα απ’ αυτή την άσκηση, πιστεύω πως είναι απαραίτητο. Ασφαλώς ένας ηθοποιός αυτοσκηνοθετείται μοιραία, μέχρι ενός σημείου. Όμως είναι άλλο μια τελική σύνθεση και άλλο η σχέση του σκηνοθέτη με την υποκριτική, όπως και του ηθοποιού με τη σκηνοθεσία μέσα στο χώρο. Δεν είναι κάτι το οποίο πέφτει μέσα σ’ ένα χώρο και πρέπει να έρθει ο άλλος να του πει πού θα σταθεί ή πώς θα δράσει εκεί. Πρέπει να έχει κι αυτός αυτή την αίσθηση και να έχει κάνει αυτή τη δουλειά. Αλλά δεν πιστεύω ότι είναι απαραίτητο ένας σκηνοθέτης να εκπαιδεύει έναν ηθοποιό και να τον διδάσκει. Απλά, αυτό γίνεται πολύ πιο έντονα στην Ελλάδα, γιατί εδώ δεν έχουμε ολοκληρωμένη εκπαίδευση. Οπότε, εάν ένας ηθοποιός δεν έχει τα εργαλεία του και πάει σε έναν σκηνοθέτη, ο οποίος έχει πολύ ωραίες ιδέες, αλλά δεν μπορεί να τον βοηθήσει εννοείται πως τότε δεν συναντιούνται εύκολα, δεν πραγματοποιούνται όσα έχουν σχεδιαστεί.

«4.48 Ψύχωση»

 – Τι ρόλο παίζει η προσωπικότητα του ηθοποιού αλλά και η προσωπικότητα του δασκάλου – σκηνοθέτη κατά τη διάρκεια των προβών;

* Πιστεύω ότι οι ισχυρές προσωπικότητες σίγουρα επηρεάζουν και μόνο που υπάρχουν. Νομίζω ότι πρέπει κανείς λίγο να κάνει πίσω σ’ αυτό τον τομέα. Γιατί έτσι κι αλλιώς υπάρχει αυτή η προσωπικότητα, δεν χρειάζεται να τονιστεί περισσότερο. Οπότε, νομίζω μάλλον πρέπει κανείς να κάνει μια προσπάθεια να φύγει απ’ αυτά τα δεδομένα της προσωπικότητάς του. Θεωρώ ότι οι προσωπικότητες είναι λίγο παγίδες. Μοιραία είναι σχέσεις εξουσίας μέσα, είτε το θέλουμε είτε όχι, οι οποίες δεν είναι πάντα πολύ δημιουργικές. Δημιουργείται ένας περίεργος ανταγωνισμός, που συνήθως κλείνει τους ανθρώπους, τους κλείνει σαν καλλιτέχνες και δεν τους αφήνει να προχωράνε μαζί. Σε αυτές τις περιπτώσεις χάνεται το κομμάτι της τέχνης. Οπότε, νομίζω ότι πρέπει να γίνονται κάποιες ασκήσεις πριν ή ένα σεμινάριο. Για να πετάξει ο καθένας από πάνω του διάφορα πράγματα.

– Να μάθουν δηλαδή πώς να έχουν ταπεινότητα και πώς να υποχωρούν κάποιες στιγμές;

* Αυτό είναι μεγάλο μάθημα, το να μπορείς να υποχωρείς και να δίνεις χώρο στον άλλον, ακόμα κι αν έχεις τελείως αντίθετη γνώμη απ’ αυτόν. Συνήθως λέμε πως «όποιος δεν συμφωνεί μαζί μου, είναι εναντίον μου». Και οι σκηνοθέτες κυρίως, θίγονται πολύ εύκολα, αν αισθανθούν αμφισβήτηση. Οπότε, αυτά είναι σοβαρά θέματα. Δημιουργούνται ρήξεις και ψυχολογικά προβλήματα, τα οποία δεν βοηθάνε στην εξέλιξη της δουλειάς. Και γίνεται κόλαση –δυστυχώς– αυτή η δουλειά που είναι τόσο γόνιμη και δημιουργική. Δεν έχει χαρά. Κι εγώ θέλω να έχει χαρά.

– Υπάρχει τρόπος να βγει κανείς από αυτή την κόλαση; Εν τέλει τι προσφέρει ευχαρίστηση στη δουλειά σας;

* Το να μπορώ να δουλεύω ελεύθερα, να μπορώ να έχω αυτό το δημιουργικό χώρο και να μην είναι ένας καταναγκασμός –που μερικές φορές συμβαίνει. Αποτέλεσμα είναι να γινόμαστε πολύ δυστυχισμένοι στη δουλειά μας. Και έχω δει ανθρώπους να γίνονται δυστυχισμένοι επειδή δεν είχαν το φίλτρο να αφήσουν έξω όλα τα αρνητικά στοιχεία.

Η χαρά στη δουλειά μας είναι ότι πρόκειται να ασχοληθούμε με το έργο μας. Με αυτό το ταξίδι, μ’ αυτή τη διαδικασία και να βυθιστούμε μέσα σ’ αυτό. Αν δεν μπορούμε να το κάνουμε, τότε δεν έχουμε χαρά. Αυτή είναι η ευχαρίστηση: Το να είσαι απερίσπαστος. Αυτό είναι μεγάλη πολυτέλεια.

– Είναι πολυτέλεια, όπως και το πλαίσιο των ανθρώπινων σχέσεων είναι πολυτέλεια.

* Ναι, αυτό είναι, οι σχέσεις. Είναι δύσκολες οι σχέσεις. Αν δεν λυθούν αυτά τα θέματα, δυστυχώς, δεν γίνεται τίποτα.

«Ρομπέρτο Τσούκο», Μπερνάρ – Μαρί Κολτές, Θέατρο Τέχνης / Υπόγειο. Γεωργιάννα Νταλάρα, Κώστας Νικούλι

– Πώς αντιλαμβάνεστε ότι έχετε να κάνετε με πραγματικά ταλαντούχο άνθρωπο όταν συνεργάζεστε; Επίσης προτιμάτε να συνεργάζεστε με έναν πολύ ταλαντούχο ή με έναν που έχει λιγότερο ταλέντο αλλά περισσότερη εργατικότητα, δράση και αφοσίωση;

* Θέλω και τα δύο, γιατί χρειάζονται και τα δύο. Όμως καλύτερα να πω αυτό που δεν θέλω. Δεν θέλω λοιπόν έναν ταλαντούχο ο οποίος θα μου κάνει τη ζωή δύσκολη ή που δεν θα μπορούμε να συνεργαστούμε. Νομίζω ότι αυτά πάνε μαζί. Μου αρέσει να είναι μαζί μου άνθρωποι ζωντανοί, άνθρωποι που φλέγονται, άνθρωποι που νοιάζονται. Αυτό είναι για μένα το πιο σημαντικό. Άνθρωποι που έχουν ιδέες, συνεργάτες που να ανταλλάσσουν τις ιδέες τους πάνω στη δουλειά. Να μπορούμε να έχουμε τον ίδιο δημιουργικό πυρετό. Δεν θέλω να πηγαίνω σε μια πρόβα και να βαριέμαι. Δεν θέλω εγώ να πρέπει να πυροδοτήσω μια κατάσταση και μια ιδέα για το έργο. Δεν μου αρέσει για καθετί να περιμένουν όλοι από μένα την πρόταση και τη λύση.

– Από τον συνεργάτη σας θέλετε να σκέπτεται και να είναι σε εγρήγορση;

* Ναι, να είναι σε εγρήγορση, να θέλει να προσφέρει. Να μην έχει το όριο, το μέχρι εδώ. Όλοι βάζουμε ένα όριο στα πράγματα, όπως και στο ωράριο. Νομίζω ότι αυτό είναι  θάνατος για τη δουλειά μας. Αυτή η στάση με σκοτώνει. Χρειάζεται αυτό το δόσιμο. Πρέπει να μπορεί κανείς να δοθεί. Όταν βλέπω ανθρώπους που δεν μπορούν να δίνονται, αλλά είναι εκεί μόνο για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, μόνο για να διεκπεραιώσουν αυτό που τους αναλογεί, τότε αισθάνομαι άδεια. Αυτό που θέλω από τους συνεργάτες μου είναι να φλέγονται.

– Θα θέλατε να μιλήσουμε για την «Ψύχωση» της Σάρα Κέιν;

* Έχουμε ήδη πει πολλά για τη Σάρα Κέιν, επειδή έχει ήδη παιχτεί η παράσταση. Έχουμε πει πολλά και για το έργο το οποίο επαναλαμβάνεται και φέτος. Για μένα ήτανε μια ευτυχής συγκυρία, γιατί νομίζω «συναντηθήκαμε» με τη Σάρα Κέιν με έναν -θα τολμήσω να πω- προσωπικό τρόπο. Γιατί για μένα έχει σημασία αυτό το γεγονός ότι ο τρόπος αυτός δεν ήταν από την αρχή προσωπικός αλλά προέκυψε στην πορεία. Η Σάρα Κέιν είναι ένα πρόσωπο που εκτίθεται. Όπως λέγαμε και πριν, οι άνθρωποι φοβούνται να εκτεθούν, έχουν προσωπεία. Όταν όμως πετάξουμε τα προσωπεία και τα δώσουμε όλα, όταν φύγουμε απ’ το όριο ή μάλλον δεν το σκεφτόμαστε, τότε σίγουρα κινδυνεύουμε. Η Σάρα Κέιν είναι ένα τέτοιο πρόσωπο που το πλήρωσε γιατί όλα έχουν ένα τίμημα. Ακόμα κι ένας έρωτας μεγάλος ή απελπισμένος ή ένας έρωτας χωρίς ανταπόκριση ή και με ανταπόκριση. Εξαρτάται από το πόσο μπορεί ο καθένας να δοθεί. Αυτό είναι ένα θέμα. Μπορεί για κάποιον να είναι όλη του η ζωή, όλο το νόημα της ζωής του, ενώ για τον άλλον να είναι μια σχέση που άρχισε ή που τέλειωσε ή που περνάει καλά αλλά δεν συμβαίνει κάτι άλλο. Σε άλλους ανθρώπους τούς αλλάζει τη ζωή -όπως και με την τέχνη νομίζω συμβαίνει το ίδιο- σε άλλους τους αρκεί να παντρευτούν και να κάνουν παιδιά. Όχι ότι αυτό είναι κακό, μια χαρά είναι. Θέλω να πω όμως ότι έχουν έναν άλλο σκοπό. Είναι άλλοι άνθρωποι που θέλουνε να καούν μέσα σ’ αυτό και να χαθούν… Είναι μια απόφαση αυτή. Να ζήσουν αυτό το πράγμα που συμβαίνει τώρα, αυτό το παρόν. Γιατί συνέχεια αναβάλλουν το πότε θα ζήσουν. Αλλά όταν συμβαίνουν τα πράγματα, κάνουν πίσω.

 – Η Σάρα Κέιν κατέθεσε αυτή τη «φωτιά» που είχε μέσα της. Και την έδωσε στο κοινό…

* Ακριβώς, την κατέθεσε ενώ παράλληλα μίλησε και για πράγματα που δεν είναι εύκολα. Γιατί όταν συνδιαλέγεσαι με τέτοια θέματα, και μόνο να τα σκέφτεσαι είναι δύσκολο… Εδώ κλείνουμε τα μάτια και λέμε «μη μου λες τίποτα, δεν θέλω ν’ ακούω, πες κάτι άλλο να γελάσουμε». Αυτή είναι η τάση μας. Και ποιος δεν το θέλει αυτό; Τη λήθη θέλουμε όλοι. Όταν όμως όλα αυτά τα πράγματα τα φέρεις στην επιφάνεια, έτσι, για να τα δούμε και να αναγνωρίσουμε τον πολιτισμό μας, μπορούμε χωρίς ενδοιασμό να χαρακτηρίσουμε τη Σάρα Κέιν ως μια σύγχρονη τραγωδό. Για αυτό είναι και κλασική πια, είτε το θέλουνε κάποιοι είτε όχι.

– Η Σάρα Κέιν έχει και πολλή ποίηση, πολύ ρομαντισμό.

* Είναι ποιήτρια. Φέρει κάτι απ’ τις προηγούμενες γενιές. Δεν είναι σε μια γενιά που είναι, όπως τώρα, μόνο η γενιά της πληροφορίας. Ανήκει σε μια γενιά όπου οι σχέσεις είχαν -ή ο έρωτας είχε- μια άλλη σημασία για τη ζωή. Μακάρι να μπορεί κανείς να το κάνει, μακάρι να μπορεί να προστατευτεί. Αλλά δεν ξέρω τι είναι η ζωή. Η ζωή δεν μπορεί να μπει σε κανόνες. Τα γεγονότα της ζωής είναι χαοτικά είτε το θέλουμε είτε όχι. Μπορεί να έχουμε την ανάγκη να τα τακτοποιούμε αλλά είναι χαοτικά, κι αυτό δεν είναι κακό απαραίτητα. Η Σάρα Κέιν λοιπόν ήταν μια τέτοια προσωπικότητα, πολύ δυνατή και ενδιαφέρουσα.

– Άφησε τη σφραγίδα της.

* Δεν θα ξεχαστεί, γιατί έρχεται η ίδια η εποχή και την επιβεβαιώνει συνέχεια. Τα έργα της δεν ήταν όπως ένας κομήτης, που ήρθε με λάμψη και θόρυβο και στη συνέχεια χάθηκε. Τα λόγια της έχουν βαθιές αλήθειες, με τις οποίες θα συνδιαλεγόμαστε τα επόμενα, δυστυχώς, χιλιάδες χρόνια… Επειδή αγαπώ πολύ τη Σάρα Κέιν, πιστεύω ότι και κάνουμε μια παράσταση που να της αξίζει. Προσπαθήσαμε τουλάχιστον. Μπήκαμε σ’ αυτό το δύσκολο δρόμο.

– Η Παρθενόπη Μπουζούρη σφραγίζει την παράσταση με το ταλέντο της και την εσωτερικότητά της.

* Ακριβώς. Εκεί καταθέτεις πράγματα, τα οποία δεν μπορεί να στα ζητήσει ο σκηνοθέτης. Ή μπορείς να το κάνεις -είναι αυτό που λέγαμε πριν- ή δεν μπορείς. Ή λες μέχρι εκεί, εγώ δεν θέλω άλλο. Πιστεύω ότι κάνουμε τέχνη, είναι μια δουλειά, δεν είπα να τρελαθούμε, δεν εννοώ αυτό. Αλλά, και γι’ αυτό πρέπει να γίνουμε ακόμα πιο δυνατοί με τα μέσα μας και με τα εργαλεία μας. Οφείλουμε να ξέρουμε καλά την τέχνη μας. Γιατί άμα δεν την ξέρεις καλά, κινδυνεύεις ακόμα περισσότερο. Γιατί μπαίνεις σε περιοχές ψυχολογικά δύσκολες που πρέπει να τις ξεπεράσεις, να φύγεις, να συνεχίσεις και να πας κάπου αλλού, να μη μείνεις εκεί στο δράμα. Πρέπει «να βγεις στο φως», όπως λέει και η Σάρα Κέιν. Αλλά αυτό απαιτεί και έναν τρόπο δουλειάς και σκέψης πάνω στο θέατρο και πάνω σε τέτοια κείμενα.

– Έχω παρατηρήσει ότι έχετε στο ρεπερτόριό σας Σάρα Κέιν, Ζενέ, Τένεσι Ουίλιαμς, Στρίντμπεργκ, Μπίχνερ, Μπέκετ. Και βέβαια αρχαίους συγγραφείς. Βλέπω δεν έχετε ασχοληθεί καθόλου με τους Ρώσους, με τον Ίψεν…

* Έχουμε κάνει όμως Σαίξπηρ, τον «Τίτο Ανδρόνικο», με το Εθνικό Θέατρο στο «Ρεξ» με τον Μηνά Χατζησάββα. Δεν είναι ότι δεν θέλω να κάνω. Κάθε χρόνο λέμε να ξεκινήσουμε με κάποια πολύ συγκεκριμένα έργα αλλά πάντα κάτι άλλο προκύπτει. Απλά, πιο παλιά που ήθελα να κάνω και Τσέχωφ, μου έλειπε η παραγωγή. Χρειάζεται να μπορείς να έχεις έναν θίασο, οπότε ήταν δύσκολο αυτό. Έπρεπε να κάνουμε πολλές εκπτώσεις. Με ενδιαφέρουν αυτά τα έργα. Και έχω κάνει προτάσεις για αυτά, αλλά δεν μπόρεσα να έχω την παραγωγή που ήθελα, για να τα πραγματοποιήσω. Τώρα όμως το σκέφτομαι πάλι.

– Ωραία. Θα περιμένουμε…

* Ναι. Ελπίζω να μην περιμένετε πολύ.

«Βάκχες» του Ευριπίδη. Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. Άντζελα Μπρούσκου, Γιώργος Μπινιάρης

– Ας περάσουμε σε μια διαφορετική ερώτηση. Ποια είναι η σχέση σας με τα ζώα;

* Ζούμε σε μια πολύ διεστραμμένη εποχή. Κανονικά το αυτονόητο θα ήταν να είναι όλοι φιλόζωοι. Να μην υπάρχουν οι φιλόζωοι και οι μη φιλόζωοι. Το βρίσκω αυτό πολύ περίεργο να συμβαίνει. Μάλλον είναι ότι έχουμε μαζευτεί κάποιοι απέναντι σε κάποιους άλλους, που κάνουν κακό στα ζώα. Από κει πρέπει να γεννήθηκε αυτή η αντιπαράθεση. Λένε, φιλέλληνας, φιλάνθρωπος, φιλόπατρις, φιλόζωος και θεωρούν ότι υπάρχει και κάτι αρνητικό μέσα σ’ αυτό. Όχι για τους ανθρώπους που αγαπάνε τα ζώα αλλά γενικά. Θεωρώ ότι όλα τα ζώα είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής αυτού του πλανήτη. Ένα θέμα που δεν θέλει να το δεχτεί ο πολιτισμός μας και ειδικά άνθρωποι που μένουν στην πόλη αλλά και στα χωριά. Θεωρούν το ζώο σαν ένα εργαλείο, θεωρούν ότι είναι το μέσο για να κάνουν τη δουλειά τους. Επίσης μπορεί να είναι ένα υποκατάστατο για να αδειάζουν οποιαδήποτε  ψυχολογικά προβλήματα έχουν και να εκτονώνονται με σωματική βία. Όπως το κάνουν άλλωστε οι άνθρωποι που χτυπάνε τα παιδιά τους ή τη γυναίκα τους. Ισχύει το ίδιο και για τα ζώα, που όμως δεν μπορούν να μιλήσουν. Ίσως οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει ότι όποιος κάνει κακό στο ζώο, σημαίνει ότι του αρέσει να απολαμβάνει τον πόνο. Γι’ αυτό λέω ότι είναι διεστραμμένη αυτή η εποχή. Και γι’ αυτό βλέπουμε αυτές τις οικτρές καταστάσεις σε όλο τον πλανήτη. Βλέπουμε πώς υποφέρουν τα ζώα, όπως επίσης πώς εξαφανίζονται. Γιατί ο άνθρωπος σιγά σιγά αφανίζει τα είδη, είτε για κυνήγι, είτε για το τσίρκο… Τα εξαφανίζει για να τα χρησιμοποιεί στις δουλειές του, για το κέρδος. Με θλίβει αυτό που συμβαίνει, με στενοχωρεί αφάνταστα. Πρέπει όντως να κινητοποιηθούμε και με οργανώσεις και με οποιοδήποτε άλλο τρόπο.

Η βία

* Αυτή η βία κάνει κακό στις ζωές μας, εμένα μου παίρνει τη χαρά. Υπάρχουν επίσης κι αυτοί που μας λοιδορούν εμάς που αγαπάμε τα ζώα. Αυτή η βία, η εκτόνωση της βίας του σύγχρονου ανθρώπου απέναντι σε κάθε είδους ζώο, είτε είναι κατοικίδιο, είτε εργασίας και παραγωγικό, με ξεπερνά.

Έχει χρέος να λάβει μέτρα η πολιτεία με ποινές αυστηρές, απέναντι σ’ αυτό το φαινόμενο, γιατί κινδυνεύουμε. Το στέλνω ως μήνυμα. Είναι πάρα πολύ επικίνδυνο αυτό που συμβαίνει.

Οφείλουμε να δεχτούμε ότι δεν είμαστε μόνον εμείς οι άνθρωποι σ’ αυτό τον πλανήτη. Πρέπει να το καταλάβουμε και πρέπει να σεβαστούμε τη ζωή. Γιατί δεν σεβόμαστε τη ζωή. Αξία έχει η ζωή και του πιο μικρού πλάσματος, ακόμα κι αν δεν έχεις κανένα συμφέρον απ’ αυτό. Αυτό σημαίνει πολιτισμός υψηλού επιπέδου. Κι όταν θα τον κατακτήσουμε, θα υπάρξει ελπίδα για αυτόν τον πλανήτη.

– Σας ευχαριστώ πάρα πολύ…

* Κι εγώ σας ευχαριστώ. Ήταν όλα πολύ ωραία και πολύ γλυκά.

«Ψύχωση» της Σάρα Κέιν. Θέατρο «Θησείον»

 «Ψύχωση»

Ταυτότητα παράστασης

Σκηνοθεσία-μετάφραση-κάμερα-σχεδιασμός χώρου: Άντζελα Μπρούσκου

Μουσική – σχεδιασμός ήχου: Nalyssa Green

Φωτογραφίες: Ευτυχία Βλάχου

Παίζουν:

Άντζελα Μπρούσκου, Παρθενόπη Μπουζούρη, Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου, Nalyssa Green

Πληροφορίες:

Πρεμιέρα: Πέμπτη 27 Απριλίου 2017

Διάρκεια παραστάσεων: 27 Απριλίου έως 14 Μαΐου 2017

Ημέρες & ώρες παραστάσεων: Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο στις 21.00, Κυριακή στις 19.30

Διάρκεια παράστασης: 85 λεπτά

Εισιτήριο: 12 ευρώ κανονικό, 10 ευρώ μειωμένο (φοιτητικό, ΑΜΕΑ, ανέργων, άνω των 65), 5 ευρώ (ατέλεια)

* Προπώληση εισιτηρίων από Ticket Services:

Εκδοτήριο: Πανεπιστημίου 39 (εντός Στοάς Πεσμαζόγλου)

Τηλεφωνικά: 210 – 723.45.67

Προπώληση και κρατήσεις εισιτηρίων από το θέατρο «Θησείον, ΕΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ» στο τηλέφωνο του ταμείου 210-32.55.444

Τουρναβίτου 7, Ψυρρή

Ηλεκτρικός Σιδηρόδρομος: Σταθμός Θησείο

Μετρό: Γραμμή 3, Μοναστηράκι

Πληροφορίες: Δευτέρα – Παρασκευή 10:00-17:00

Πώληση εισιτηρίων: μόνο τις ημέρες των παραστάσεων 17:00 – 21:15

«Ρομπέρτο Τσούκο», Μπερνάρ – Μαρί Κολτές, Θέατρο Τέχνης / Υπόγειο

* Το ΘΕΑΤΡΟ ΔΩΜΑΤΙΟΥ ιδρύθηκε το 1993 από την Άντζελα Μπρούσκου (ηθοποιό–σκηνοθέτιδα) και την Παρθενόπη Μπουζούρη (ηθοποιό) στην Αθήνα.

Αποτελείται από πυρήνα ηθοποιών και άλλων συνεργατών πού δουλεύουν συστηματικά υπό μορφή εργαστηρίων με στόχο τη διεύρυνση των υποκριτικών μεθόδων και πρακτικών για την κατάκτηση ενός κοινού κώδικα απέναντι στις απαιτήσεις της σύγχρονης θεατρικής αναζήτησης.

Ο χαρακτήρας της ομάδας είναι καθαρά ερευνητικός και πειραματικός με την ευρύτερη έννοια του όρου καθώς βασική της ανάγκη είναι να συνδέσει το θέατρο με την ακραία πραγματικότητα που βιώνουμε καθημερινά.

Ο συμβατικός χώρος της παράστασης μέσα από αυτή την προσέγγιση μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης, ανοιχτού διαλόγου και σκέψης ανάμεσα σε ηθοποιούς και κοινό, καθώς η τέχνη τοποθετείται στο κέντρο μίας βίαιης επικαιρότητας.

Υλικό για τη δουλειά της ομάδας υπήρξαν κείμενα από τη σύγχρονη και κλασική δραματουργία αλλά και την Αρχαία Τραγωδία που αποτελεί βασικό άξονα της έρευνάς μας. Κείμενα επίσης μη θεατρικά που χρησιμεύουν ως όχημα για να διεισδύσουμε σ’ ένα χώρο συνείδησης και να ανακαλύψουμε εκ νέου το νόημα του θεάτρου μέσα από ερωτήματα που αφορούν ζητήματα της σκληρής εποχής που ζούμε.

Άντζελα Μπρούσκου (Σκηνοθέτης-Ηθοποιός) – βιογραφικό

Γεννήθηκε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από το Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν. Συνεργάστηκε ως ηθοποιός και performer με το Θέατρο Τέχνης, τον Μιχαήλ Μαρμαρινό, τη Μίρκα Γεμεντζάκη, τη Μαίρη Τσούτη και το χοροθέατρο Ανάλια, τον Θεόδωρο Τερζόπουλο, το Εθνικό Θέατρο, τον Δημήτρη Παπαϊωάννου, τη Ρούλα Πατεράκη και τον Γιάννη Χουβαρδά.

Έχει ασχοληθεί με την έρευνα πάνω στη μέθοδο και την τεχνική του ηθοποιού με βασικό άξονα την αρχαία τραγωδία, ως δασκάλα, ηθοποιός και σκηνοθέτης.

Το 1993 ίδρυσε το «Θέατρο Δωματίου» με την Παρθενόπη Μπουζούρη –καθώς και το ομώνυμο Studio υποκριτικής– με το οποίο έχει παρουσιάσει, σε δική της σκηνοθεσία, τα έργα:

Μισάνθρωπος του Μολιέρου (1994)

Υπηρέτριες του Ζαν Ζενέ (1995)

Δεσποινίς Τζούλια του Στρίντμπεργκ (1997)

Μήδεια του Ευριπίδη (1999)

Ναι της Μαργαρίτας Καραπάνου (2001)

Βόυτσεκ του Γκέοργκ Μπύχνερ (2002)

Ήρθε η ώρα. Τομή του Τόμας Οστερμάιερ (2004)

Περιμένοντας… (κάτι για την πείνα…), βασισμένο στο Περιμένοντας τον Γκοντό του Σάμουελ Μπέκετ (2005)

Ηλέκτρα του Σοφοκλή (Φεστιβάλ Αθηνών) (2006)

Blasted της Σάρα Κέιν (2007)

Λεωφορείον ο Πόθος του Τεννεσσή Ουίλλιαμς (2008)

Αγαμέμνων του Αισχύλου (Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου) (2008)

Reality σε σύλληψη & δραματουργία Άντζελας Μπρούσκου (2009)

Έρωτας υπό κατάρρευση, κείμενα Τ.Ουίλιαμς, Κολτές, Μπέκετ (2010)

Επιτάφιος, Kunsthalle Athena (2012)

Αγγελιοφόροι (2012)

4.48 Ψύχωση, Σάρα Κέιν (2012)

Bάκχες, Ευριπίδη, Φεστιβάλ Επιδαύρου (2014)

Το Τρελό Αίμα, Παντελής Πρεβελάκης, Θέατρο Τέχνης (2015)

Ρομπέρτο Τσούκκο, Μπερνάρ – Μαρί Κολτές, Θέατρο Τέχνης (2016)

Άλλες συνεργασίες της:

Αλεξανδρινό Κουαρτέτο του Λώρενς Ντάρελ (2009, Φεστιβάλ Φιλίππων-Καβάλας)

Δεσποινίς Μαργαρίτα του Ρομπέρτο Ατάυντε (2009, Καλλιτεχνικός Οργανισμός «Φάσμα» του Αντώνη Αντύπα)

Τζάκυ της Ελφρίντε Γιέλινεκ (2009, Από Μηχανής Θέατρο)

Wonderland, βασισμένο στην Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων του Λούις Κάρολ (2010, Ελληνική Θεαμάτων)

Τίτος Ανδρόνικος του Σαίξπηρ (2010, Εθνικό Θέατρο)

Κλυταιμνήστρα – Χώρος Ε (2011, Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου)

Kunsthalle Athena Farewell (2011, Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου)

Μαμά, Η ζωή είναι αγρίως απίθανη της Μαργαρίτας Καραπάνου (2011, Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, Ίδρυμα Ωνάση)

MELLEMRUM Site-specific performance festival 2012 Copenghagen, Kitt JohnsonX-act

Επιτάφιος ΙΙ, Documenta14 (2016)

Γλυκό πουλί της Νιότης, Τένεσι Ουίλιαμς, Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου (2016)

Μάγντα Γκαίμπελς, Γιώργος Βέλτσος, Εθνικό Θέατρο (2016)

  • Διαβάστε ακόμα:

Παρθενόπη Μπουζούρη – συνέντευξη

Ψύχωση – κριτική παρουσίαση

Πέτρα φον Καντ – κριτική παρουσίαση

Ρομπέρτο Τσούκο – κριτική παρουσίαση

Τρελό αίμα – κριτική παρουσίαση

Βάκχες – κριτικό σημείωμα

Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου – συνέντευξη

  • Οι φωτογραφίες της Άντζελας Μπρούσκου είναι του catisart.gr

 

eirini aivaliwtouΆντζελα Μπρούσκου: «Αυτό που θέλω από τους συνεργάτες μου είναι να φλέγονται»
Περισσότερα

Μπέττυ Αρβανίτη: «Οτιδήποτε στην τέχνη, πρέπει να εμπεριέχει και ρίσκο»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

Δεν είναι πάντα εύκολο να επιλέξεις κάποιο πρόσωπο για μια συνέντευξη. Ακόμη πιο δύσκολο είναι, το πρόσωπο αυτό να αποδεχθεί την πρότασή σου. Βέβαια ίσως κάποια στιγμή να σου δώσει χαρά με το «ναι», και ίσως κάποια άλλη στιγμή να σε πικράνει με ένα «όχι». Με την πάροδο των χρόνων μπορείς να διαχειριστείς τα «ναι» και τα «όχι» της δημοσιογραφικής ζωής σου. Όμως -στην περίπτωση του «ναι»- αυτό που δεν είναι τόσο εύκολο να διαχειριστείς είναι όταν έχεις μπροστά σου 282 επιλογές και πρέπει – σαν τη μέλισσα – να διαλέξεις μόνο 8, αυτές τις οκτώ που θεωρείς ότι είναι οι πιο σημαντικές. Για τον λόγο αυτό -στην προκειμένη περίπτωση- πρέπει να μελετήσεις 282 διαφορετικά θέματα, να κάνεις αντίστοιχα 282 προτάσεις και μετά να ακολουθήσεις την άχαρη διαδικασία της επιλογής. Αυτό μου συνέβη όταν πήρα στα χέρια μου το λεύκωμα «1987 – 2017 Τριάντα χρόνια Πράξη – Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας», με τις 282 σελίδες του.

«Τρεις ψηλές γυναίκες», 2017. Η Μπέττυ Αρβανίτη, στον ρόλο της κυρίας «Άλφα».

Όταν άρχισα να το ξεφυλλίζω, στη σελίδα 11, διάβασα ένα κείμενο με την υπογραφή: Μπέττυ Αρβανίτη, Βασίλης Πουλαντζάς. Γράφει:
«Δεν μας αρέσουν οι απολογισμοί. Μία τομή είναι, που κι εμάς τους ίδιους μας ξαφνιάζει. Τριάντα χρόνια δεν είναι λίγα, αλλά ούτε και πολλά μπροστά στον ατέλειωτο δρόμο που ανοίγει το θέατρο, όταν σε πολιορκεί με ερωτήματα αναπάντητα, με περιέργειες και επιθυμίες, με συναντήσεις σημαντικές που ανοίγουν καινούριες και ανατρεπτικές οπτικές. Δυστυχώς η ζωή είναι χρονικά ανεπαρκής, για να καλύψει όλες τις επιθυμίες και όλες τις περιέργειες. Το θέατρο πολλαπλασιάζει τις εμπειρίες συμπυκνώνοντας τον χρόνο. Γι’ αυτό και συνεχίζουμε αυτό τον δρόμο, όσο αυτή η ενέργεια μας συνεπαίρνει. Ευχαριστούμε πολύ όλους εκείνους που στάθηκαν δίπλα μας όλα αυτά τα χρόνια, αλλά και όλους εκείνους που θα σταθούν στα επόμενα. Το θέατρο είναι αποκλειστικά συλλογική δουλειά, αποκλειστικά επικοινωνία και εμπιστοσύνη και πάνω απ’ όλα διαρκής έρωτας. Και τον έρωτα, που και που, αξίζει να τον γιορτάζουμε».
– Στη συνέχεια σε ένα κείμενό του, του 2006, ο πανεπιστημιακός δάσκαλος Δ. Ν. Μαρωνίτης τονίζει ότι το Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας «έσπασε τη μοναξιά του «Θεάτρου Τέχνης», παρακάμπτοντας τον σκόπελο του στείρου ανταγωνισμού, συμβάλλοντας στην εξέλιξη ενός εύφορου συναγωνισμού, που έδωσε νέα ώθηση στο μεταπολιτευτικό μας Θέατρο».
– Η Ελένη Βαροπούλου (θεατρολόγος και κριτικός θεάτρου) σημειώνει πως «η υποκριτική εργασία και οι σκηνικές συμπεριφορές αποτελούν με την ποιότητά τους, κατάκτηση στο Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας».
– Κατόπιν η Δηώ Καγγελάρη (καθηγήτρια στο Τμήμα Θεάτρου του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης) υπενθυμίζει ότι από τα ιδρυτικά μέλη της Πράξης «η βασική αρχή που προτάσσεται είναι η πίστη στο κείμενο και η αναγνώριση του σκηνοθέτη ως υπεύθυνου για τη σκηνική πραγμάτωσή του, μέσα από τον ζωντανό διάλογο με τους ηθοποιούς».
– Τέλος, ο Παναγιώτης Μιχαλόπουλος (θεατρολόγος) υπογραμμίζει ότι το Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας «χωρίς καμία έκπτωση στους όρους παραγωγής των παραστάσεων …συνεχίζει να αποτελεί μια φιλόξενη εστία, ανοιχτή σε νέους δρόμους και κατευθύνσεις».
Με 290 φωτογραφίες ταξιδεύουμε στον χρόνο και ξαναζούμε μοναδικές στιγμές θεατρικής πράξης. Πρόσωπα, γεγονότα, πάθος, συγκίνηση, όραμα, ψυχή. Κάθε σελίδα και μια ιστορία. Κάθε λέξη και ένα όνειρο. Κάθε αριθμός και ένας αγώνας. Ο διαρκής έρωτας αρχίζει.

Φυλλομετρώ…

ΣΕΛΙΔΑ 65 / Χάρολντ Πίντερ «Παλιοί καιροί» (1996 – 1997)…

Η «Άλφα» στις «Τρεις ψηλές γυναίκες» αναφέρεται σε όσα της προσέφεραν οι δικοί της στους παλιούς καιρούς. Εσείς τι αποκομίσατε από το δικό σας περιβάλλον;

* Οι γονείς μου, μού πρόσφεραν, όχι ακριβώς για το θέατρο, αλλά οτιδήποτε σε κάνει πλούσιο, όπως μια πολύ καλή βιβλιοθήκη ή ένα καλό σχολείο. Δεν ήταν το όνειρό τους να γίνω ηθοποιός, το όνειρό τους ήταν, όσο γίνεται, να μορφωθώ και όσο γίνεται να καλλιεργηθώ. Ουσιαστικά αυτό ήθελαν. Από πολύ μικρή διάβαζα λογοτεχνία και σιγά σιγά άρχισα τις διάφορες αναζητήσεις και στη φιλοσοφία και στην ψυχανάλυση… Ήμουνα πάντα παιδί που διάβαζε.
Μου έδωσαν λοιπόν οι γονείς μου όλα τα μέσα και κυρίως ένα καλό σχολειό, που επίσης μπορούσε να προσφέρει πράγματα. Η αρχική πρόθεση ήτανε να γίνω αρχιτέκτων. Ζωγράφιζα κιόλας. Και ήμουνα και καλή και στα Μαθηματικά. Μόνο που δεν ήθελα καθόλου αυτό τον δρόμο.
Τα έκανα όλα πάρα πολύ γρήγορα. Τέλειωσα το σχολείο, έδωσα Αρχιτεκτονική, παράλληλα πήγα και στη Σχολή του Καρόλου Κουν. Εκεί μπόρεσα να πάω, γιατί είχα το support του πρώτου μου άντρα. Παντρεύτηκα, ήμουνα δύο μηνών έγκυος και τέλειωσα το πρώτο έτος της σχολής 7 μηνών έγκυος. Όλα έγιναν πολύ νωρίς. Εκείνος που πίστεψε πολύ σ’ αυτή την ιστορία που λέγεται θέατρο και με βοήθησε ουσιαστικά, ήταν ο πρώτος μου άντρας, ο Κώστας Σταμάτης, ο πατέρας του Αλέξη. Ήταν αρχιτέκτονας. Είχε μια ανοιχτωσιά σ’ αυτά τα πράγματα, και τα πίστεψε. Οπότε, δεν μπορώ να πω ότι ζορίστηκα. Βοηθήθηκα. Με στηρίξανε. Μόνο που ήρθαν όλα μαζί. Όλα συμπυκνωμένα. Και αυτό το «όλα μαζί» σε μικρό χρονικό διάστημα βέβαια είχε και τα αρνητικά του.
Το θέμα είναι ότι από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ήθελα να γίνω αυτό που είμαι σήμερα. Πολλοί συνάδελφοι λένε πως «είδα το τάδε έργο και το αποφάσισα». Σε μένα δεν υπήρξε ποτέ αυτή η στιγμή. Ήμουνα αποφασισμένη από τότε που γεννήθηκα.

«Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι», 2014.

Ο πατέρας μου ήταν γιατρός και έπαιζα θέατρο με τα μπουκαλάκια του…
Θεατρικές προσλαμβάνουσες δεν είχα. Φυσικά διάβαζα πολύ και παρακολουθούσα με πάθος το «Θέατρο της Δευτέρας» στο ραδιόφωνο. Βέβαια πήγα και στο θέατρο πολύ μικρή, αλλά δεν προήλθε από εκεί η επιθυμία μου να γίνω ηθοποιός. Προϋπήρχε μια δική μου κλίση, μια τάση, κάτι δηλαδή που θα μπορούσε να με εκφράσει περισσότερο.

ΣΕΛΙΔΑ 73 / Λουίτζι Πιραντέλο «Το παιχνίδι των ρόλων» (1998 – 1999)…

Πάλι στις «Ψηλές Γυναίκες», η Άλφα, η Βήτα και η Γάμα, συμμετέχουν σ’ ένα διαρκές παιχνίδι ρόλων. Εσείς παίξατε αυτό το παιχνίδι πριν επιλέξετε τελικά το ρόλο της ηθοποιού;

* Δεν έκανα τίποτα άλλο, ήμουνα πολύ μέσα κι έξω. Θέλω να πω δεν ήμουνα ιδιαίτερα ταυτισμένη με την πραγματικότητα. Την άλλαζα λίγο, που σημαίνει πως ακολουθούσα μια διαδικασία ρόλων. Νομίζω ότι αυτό ίσως είναι το χαρακτηριστικό του παιχνιδιού που λέμε. Αντιπροσωπευτικό είναι το παρακάτω τρυφερό στιγμιότυπο:
Μια φορά, σε ηλικία πολύ μικρή, 8, 9, 10 χρονών, κάπου εκεί…, μου είπε η μαμά μου ότι πρέπει να μάθω να σκουπίζω. Για να μπορέσω λοιπόν να μπω σ’ αυτή τη διαδικασία άνοιξα την ντουλάπα. Θυμάμαι πως πήρα έξι μακριές ζώνες και έφτιαξα έξι κοτσίδια. Τρία από εδώ, τρία από εκεί. Έκανα ολόκληρο σκηνικό. Ήμουνα πολύ ευτυχής γιατί σκούπιζα σαν να είμαι… ένα παιδί που με είχαν πάρει από το χωριό και με βάλανε να σκουπίσω ένα σπίτι στην πρωτεύουσα. Σαν τη Σταχτοπούτα.
Έφτιαχνα πάντα τέτοιες ιστορίες, δανεισμένες από παραμύθια, από οτιδήποτε. Έτσι κάπως λειτουργούσα. «Σαν να είμαι», αυτό το «σαν να είμαι» υπήρχε πάντα στο μυαλό και στη ζωή μου…

ΣΕΛΙΔΑ 79 / Τόμας Μπέρνχαρτ «Πριν την αποχώρηση» (1999 – 2000)…

Πόσο δύσκολη ήταν η απόφασή σας «πριν την αποχώρηση» απ’ το χώρο του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου;

* Δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα. Δεν υπήρξε αποχώρηση. Παράλληλα με τον κινηματογράφο, έκανα θέατρο και πάντα οι επιλογές μου δεν ήτανε εμπορικές. Αλλά είναι πολύ λογικό, ο κινηματογράφος μένει, το θέατρο δεν μένει, είναι θνησιγενές. Με αποτέλεσμα, να έχω «εγγραφεί» στον κόσμο ως πρωταγωνίστρια του κινηματογράφου που μετά αποφάσισε να κάνει στροφή. Δεν ήταν έτσι, όμως. Πρώτο μου δάσκαλο στο θέατρο είχα τον Λεωνίδα Τριβιζά, και δούλεψα μαζί του. Μετά είχα κάνει πολλά και με τον Γιώργο Σεβαστίκογλου. Επομένως δεν υπήρξε αποχώρηση αλλά παράλληλη πορεία. Στη συνέχεια, με μια τολμηρή πράξη, ιδρύσαμε την «Πράξη». Από εκεί και μετά βεβαίως, είχα μια προσωπική έκθεση σ’ αυτό το χώρο, η οποία και με προσδιορίζει, αναγκαστικά. Θέλω να επισημάνω ότι πριν γνωρίσω τον Βασίλη Πουλαντζά, τον άντρα μου, δεν θα μπορούσα να κάνω αυτό το τολμηρό βήμα. Όπως βλέπετε, με… κυνηγάει το Πολυτεχνείο, αυτή τη φορά με έναν πολιτικό μηχανικό. Αλλά και η Αρχιτεκτονική, που της γύρισα την πλάτη, εμφανίστηκε πάλι αυτή τη φορά με τον γιο μου, τον Αλέξη, ο οποίος τέλειωσε την Αρχιτεκτονική, έκανε MPhil στο Λονδίνο και μετά έκανε… άλλα αντ’ άλλων. Όμως για καλό του και για καλό μας, ημών των αναγνωστών του.

«Η Τσερλίνε και το σπίτι των κυνηγών». 2015.

Ας επανέλθω όμως στην «Πράξη». Μετά την ίδρυσή της υπήρξε απόλυτη αφοσίωση σε αυτό το είδος θεάτρου. Η πράξη αυτή είναι που με καθόρισε και εξακολουθεί να με καθορίζει. Το «άλφα» και το «ωμέγα» για μένα. Μέχρι τότε, έμπαινα στο όνειρο κάποιου άλλου. Ενώ από το 1987 και μετά άρχισα να εκτίθεμαι προσωπικά και να δηλώνω τι εννοώ λέγοντας «καλό θέατρο». Αυτή η προσπάθεια έγινε και δεν θα συνεχιζόταν αν δεν είχα εκτεθεί προσωπικά. Γιατί αλλιώς έχεις και άλλοθι. Λες πως «δεν ήταν καλός ο σκηνοθέτης», ανακαλύπτεις πως «δεν είχες καλούς συντελεστές», υποθέτεις ότι «έφταιγαν οι συνάδελφοί» σου, πότε το ένα, πότε το άλλο. Τώρα όμως όλες οι επιλογές είναι δικές μου και δεν μπορώ να ισχυριστώ τίποτα. Όποια λάθη έχουν γίνει, μοιραία τα υπογράφω εγώ. Ξέρω βέβαια ότι είναι πολύ δύσκολο κανείς να αναγνωρίζει ως δικά του όλα τα λάθη που έχουν γίνει. Συνήθως, τα ρίχνουμε στους άλλους. Λέμε «δεν φταίω εγώ, φταίει ο άλλος». Θεωρώ όμως ότι είναι σχεδόν «ύποπτο» να μην κάνει κάποιος λάθη.
Αυτό σημαίνει ότι κυνηγάς μόνο την επιτυχία και δεν ρισκάρεις τίποτα. Οτιδήποτε στην τέχνη, πρέπει να εμπεριέχει και ρίσκο. Αλλιώς επαναλαμβάνεις κάτι που ξέρεις. Μία εύκολη, αλάνθαστη και προσοδοφόρα συνταγή. Την ξέρεις και λες ότι θα την ακολουθήσεις μιας και πάντα είναι επιτυχημένη. Αν το έκανα αυτό θα βαριόμουν φρικτά. Θα μπορούσα αυτή την επιτυχημένη συνταγή να την ακολουθώ και να είμαι μια ζωή στην κορυφή της επιτυχίας. Ωραία, και λοιπόν; Τι με νοιάζει; Και τι έγινε; Αν δεν διεκδικήσεις το δύσκολο, δεν υπάρχει η χαρά.
Με αφορμή την ερώτηση να πω ότι το «Πριν την αποχώρηση» ήτανε για μένα ένας πολύ ενδιαφέρων σταθμός. Θεωρώ ότι ήταν από τις καλύτερες παραστάσεις μας, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού. Μάλιστα για την ερμηνεία μου, στο ρόλο της Κλάρας, κέρδισα και το «Βραβείο Κοτοπούλη».
Οπωσδήποτε ήταν μια καταξίωση για μένα επειδή ο Μπέρνχαρντ, έτσι κι αλλιώς, είναι δύσκολος συγγραφέας κι εγώ δεν διαλέγω ποτέ εύκολα έργα. Μου λένε πως με τις επιλογές μου αυτές έχω διδάξει το θέατρο σε δύο γενιές νέων θεατών. Μάλιστα όταν μου το λένε, το θεωρώ πολύ τιμητικό, το να μπορεί να πιάνει τόπο κάτι που κάνεις. Ο θεατής δεν έρχεται για να καθίσει δύο ώρες. Όταν φεύγει προβληματίζεται, το αναλύει, το συζητά. Σίγουρα κάτι του μένει. Έτσι οι μετέπειτα επιλογές μου τον αγγίζουν περισσότερο και τον καθορίζουν…

ΣΕΛΙΔΑ 23 / Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ «Τα πικρά δάκρυα της Πέτρα Φον Καντ» (1987-1988 και 1988-1989).

Για να γίνει πράξη το όνειρό σας ρίξατε πολλά δάκρυα ή όλα πήγαν κατ’ ευχήν;

* Ήμουνα πολύ τυχερή! Όχι ότι δεν δούλεψα ή δεν υπήρξαν δάκρυα, αλλά ήμουνα τυχερή γιατί αυτές οι προσπάθειες αναγνωρίστηκαν αμέσως. Ο Φασμπίντερ με τα «Πικρά δάκρυα» ερχόταν για πρώτη φορά ως συγγραφέας στην Ελλάδα. Τότε δεν ήμουνα το αυτονόητο. Όμως τελικά αυτό το εγχείρημα πέτυχε. Ήταν πολύ τολμηρό έργο για εκείνα τα χρόνια. Έξω από τα ήθη και τις συνήθειες της εποχής. Το ρισκάραμε και πέτυχε.

«Τρεις ψηλές γυναίκες», 2017. Η Μπέττυ Αρβανίτη στον ρόλο της κυρίας «Άλφα».

Βέβαια, δεν μπορούσαν να με δουν εύκολα κατ’ αυτό τον τρόπο και να με αποδεχτούν στην πρώτη μου εμφάνιση, στο δικό μου θέατρο. Μάλιστα ένας φίλος μου, όταν έμαθε τι επέλεξα για εναρκτήριο έργο, μου είπε: «Θα σου βάλω βόμβα, αν κάνεις τέτοια πράγματα, γιατί θα χάσεις μια ευκαιρία». Νόμιζε ότι θα βουλιάξω. Μετά κατάλαβε ότι είχα δίκιο. Τον έπεισα ότι χωρίς ρίσκο (να ‘το αυτό πάλι) δεν υπάρχει περίπτωση να κάνεις τη διαφορά. Άλλοι λένε ότι με βοήθησε το ένστικτό μου. Δεν ξέρω τι ακριβώς είναι. Ασφαλώς είναι αυτό που θέλω. Δεν είναι μια σκέψη που λέει ότι «θα κάνω αυτό και θα πιάσει». Όχι! Η σωστή φράση είναι πως «Θα κάνω αυτό, γιατί με αφορά». Περισσότερο μετράει η προσωπική μου ανάγκη σε όλο αυτό. Αν και το βασικότερο όλων είναι οι συναντήσεις, οι συνεργασίες με δυνατούς συμπαίκτες. Γιατί το θέατρο δεν είναι ενός ανθρώπου. Το θέατρο είναι συλλογική δουλειά. Πριν από λίγες ημέρες ένας θεατής που ανέβηκε εδώ στο καμαρίνι μου είπε ότι βλέποντας στο φουαγιέ τις φωτογραφίες από τις παλιότερες παραστάσεις διαπίστωσε πως από αυτή τη σκηνή έχει περάσει η Εθνική Ελλάδας. Και πρόσθεσε πως θα «είναι ευχή για κάποιον αν έχει περάσει απ’ αυτό το θέατρο». Η αλήθεια είναι αυτή και φυσικά χαίρομαι για αυτή τη διαπίστωση. Πιο πολύ όμως χαίρομαι όταν παρακολουθώ την εξέλιξη όσων πέρασαν από εδώ. Και ποιοι δεν πέρασαν! Ηθοποιοί, σκηνογράφοι, συνθέτες, μεταφραστές, χορογράφοι, σκηνοθέτες! Ο Νίκος Μαστοράκης βγήκε από μας «με κλωτσιές», που λένε. Δεν ήθελε να κάνει το πρώτο βήμα. Του λέω: «Δεν γίνεται, πρέπει να το κάνεις». Τον είχα γνωρίσει και είχα «μυριστεί» ότι έχει ικανότητες. Και ο Στάθης Λιβαθινός σκηνοθέτησε για πρώτη φορά εδώ, το «Πεθαίνω σαν χώρα» του Δημήτρη Δημητριάδη. Ήτανε βέβαια συμπαραγωγή με το «Θέατρο του Νότου» και τον Γιάννη Χουβαρδά, αλλά σίγουρα είμαι πολύ περήφανη γι’ αυτό. Ειδικά μάλιστα επειδή έγινε στο μεγάλο μας σχολείο, στη Δεύτερη Σκηνή.
Δεν μπορώ να μην καμαρώνω γι’ αυτό. Ο Βασίλης κι εγώ δώσαμε ευκαιρίες σε νέους ανθρώπους να κάνουν πράγματα επαγγελματικά και όχι με το άλλοθι του ερασιτέχνη που δεν έχει λεφτά και κάνει μικρές προσπάθειες. Τους πρόσφερα τη δυνατότητα να έχουν μια παραγωγή κανονική και επαγγελματική για έναν νέο άνθρωπο. Τότε βέβαια είχαμε και τις επιχορηγήσεις, που τώρα δυστυχώς δεν τις έχουμε. Βέβαια είπαν ότι θα δοθούν και πάλι. Δεν ειπώθηκαν λεπτομέρειες, όμως έστω κι αυτή η πρόθεση καλή είναι. Μακάρι αυτοί που αξίζουν και προσφέρουν να ενισχυθούν, γιατί υπάρχει και η άλλη όψη τού να δοθούν σε λάθος ανθρώπους. Δεν πιστεύω ότι μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Ένα καλό που υπάρχει, είναι η Λυδία Κονιόρδου, η οποία ξέρει το χώρο και έχει καλές προθέσεις. Λογικό είναι, γιατί έχει υπηρετήσει το καλό θέατρο.

«Τρεις ψηλές γυναίκες», 2017. Με τη Μαρία Κεχαγιόγλου, στο ρόλο της «Βήτα».

Προσωπικά έχω ένα καλό feeling για όλη αυτή την ιστορία. Ελπίζω να μην πέφτω έξω. Βέβαια, πρέπει να μπορεί κιόλας αφού δεν περνάει μόνο από το χέρι της τώρα που δεν υπάρχουν χρήματα.

ΣΕΛΙΔΑ 37 / Πιερ Ντε Μαριβώ «Διπλή απιστία» (1991-1992)

Ο έρωτας και το πάθος για το θέατρο, σας οδήγησε σε «διπλή απιστία» με θύματα τον γιο σας, τον Αλέξη, και το σύζυγό σας τον Βασίλη;

* Τον σύζυγό μου Βασίλη Πουλαντζά όχι, δεν τον έβλαψε η κατ’ αποκλειστικότητα ενασχόλησή μου με το θέατρο. Του γιου μου Αλέξη Σταμάτη δεν του έφταιξε ποτέ το θέατρο… Αν κάτι έφταιξε ήτανε που ήμουνα πολύ μικρή όταν τον γέννησα. Έχουμε πολύ μικρή διαφορά ηλικίας. Τον γέννησα σε μια ηλικία που δεν ήμουνα ώριμη για μαμά και έτσι κι εκείνος δεν βίωσε τη μαμά την παραδοσιακή, την… κανονική. Τώρα, τη βιώνει πιο πολύ. Μερικές φορές μου λέει, επειδή είμαστε και πολύ κοντά και πολύ φίλοι: «Τώρα τι σ’ έπιασε και μου κάνεις τη μαμά;». Αλλά κι εγώ στερήθηκα ακριβώς αυτή τη χαρά, να αφοσιωθώ στο παιδί μου. Δεν ήμουνα ώριμη. Δεν ήξερα ακόμα τι θα γίνω άμα μεγαλώσω, τι λέμε τώρα… Αλλά έτσι είναι, άλλο κερδίζεις, άλλο χάνεις. Αυτή τη στιγμή θεωρώ ότι είμαστε κερδισμένοι και οι δύο απ’ αυτή τη σχέση, γιατί πρώτον είναι πολύ δυνατή και δεύτερον αισθανόμαστε πολύ κοντά ο ένας στον άλλον μιας και έχουμε πολλά κοινά ενδιαφέροντα.
Ως προς τον άντρα μου, δεν του στέρησα τίποτα. Εκτός από πέρυσι το καλοκαίρι που, λόγω της «Αντιγόνης», δεν κάναμε καλές διακοπές. Μην ξεχνάμε ότι κι εκείνος είναι άμεσα εμπλεκόμενος. Είμαστε όλο το χρόνο μαζί και το θέατρο μάς ενώνει. Ασχολείται πάρα πολύ. Έχει κάνει μεταφράσεις. Δουλεύουμε μαζί πολλά πράγματα. Είναι και δικό του το θέατρο, δεν είναι μόνο δικό μου.

ΣΕΛΙΔΑ 161 / Χένρικ Ίψεν «Βρυκόλακες» (2013-2014)

Συναντήσατε στη ζωή σας «βρυκόλακες» και πώς τους αντιμετωπίσατε;

* Ναι, έχω ένα παράδειγμα χειριστικού ανθρώπου. Τότε ένιωσα αυτή την αίσθηση του «πίνω αίμα». Δεν μπορώ να πω ότι μπόρεσα να αμυνθώ. Απλώς μου άφησε μια πολύ κακή γεύση. Δεν με επηρέασε. Είναι θλιβερό να έχεις δει ότι ένας άνθρωπος θέλει μόνο να παίρνει χωρίς να δίνει. Για μένα κάτι τέτοιο είναι πολύ χαζό. Αυτή είναι μια θλιβερή πλευρά των ανθρώπων που με απωθεί. Δεν έπαθα τίποτα πάντως. Είναι μέσα στα μαθήματα της ζωής κι αυτό. Πιστεύω ότι έχω μια δυνατή διάθεση για ζωή, που με σώζει απ’ αυτά. Είναι αμυντικός μηχανισμός. Επειδή έχω υπάρξει και αθλήτρια, μερικές φορές σκέφτομαι ότι ίσως αυτό έχει παίξει ρόλο.

«Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι», 2014.

Εκεί έμαθα να είμαι πειθαρχημένη και να βάζω στόχους. Έτσι όταν βρεθώ μπροστά σε κάτι που με απειλεί, γίνομαι δυνατή και δεν παραδίνομαι. Ο αθλητής βλέπει το νήμα στον τερματισμό, βλέπει το πού θα ρίξει τη σφαίρα, βλέπει πόσο ψηλά πρέπει να κάνει το άλμα του, βλέπει τον πήχη, έχει τα πάντα μπροστά του και ξέρει τι πρέπει να κάνει για να πάρει τη νίκη και το χειροκρότημα. Αυτό είναι το προσωπικό του στοίχημα. Είναι μια εσωτερική δύναμη που υπάρχει. Μου έτυχε και μένα με πείσμα να αντιμετωπίσω θέματα δύσκολα. Δεν μπορώ να το εξηγήσω, αλλά εκείνη τη στιγμή βγαίνει μια δύναμη που σε κάνει να νικάς τα πάντα.

ΣΕΛΙΔΑ 28 / Άουγκουστ Στρίντμπεργκ «Οι δανειστές» (1989-1990)

Με αφορμή το έργο του Στρίντμπεργκ, θα ήθελα να σχολιάσετε την κατάσταση που βιώνει η χώρα μας.

* Είναι τραγική η κατάσταση. Το ξέρουμε όλοι αυτό. Μέσα απ’ αυτό είχα ελπίσει ότι πιθανόν να βγει κάτι καλό, με την έννοια του μαθήματος, αλλά φαίνεται ότι ξεχνάμε πολύ εύκολα. Είναι τραγικό αυτό που συμβαίνει. Είναι κάτι που δεν μπορώ να το καταλάβω. Αυτή η απόλυτη πια λήθη, είναι άγρια. Δεν έχω να πω τίποτα καλό για το ό,τι περνάμε τώρα. Δυστυχώς κάνουμε τα ίδια λάθη και δεν μαθαίνουμε.

ΣΕΛΙΔΑ 224 / «Σε πρώτο ενικό» (2004-2005)

Τι θα θέλατε να μας πείτε τώρα σε «πρώτο ενικό» ως κατάθεση ψυχής.

* Πιστεύω ότι η διαδικασία ζωής του κάθε ανθρώπου είναι διαφορετική και τα «θέλω» του διαφορετικά. Πρέπει να θεωρούμε τον εαυτό μας τυχερό όταν κάνουμε αυτό που αγαπάμε. Επειδή αυτό το κομμάτι ζωής, που έχουμε να διαχειριστούμε είναι απολύτως δικό μας, πρέπει να είμαστε ελεύθεροι να το διαχειριστούμε όπως εμείς θέλουμε και επιθυμούμε. Η ελευθερία είναι το πιο σημαντικό πράγμα στον άνθρωπο.
Παράλληλα πιστεύω στο «προσωπικό θέλω» των ανθρώπων. Επίσης θεωρώ απαραίτητο ότι το κομμάτι αυτό της ζωής, δεν επιτρέπεται να το χαρίζουμε πουθενά.
Τέλος, σε σχέση με το θέατρο θα ήθελα να πω στους νέους ότι πρέπει να υπηρετούν αυτόν τον χώρο δημιουργίας μόνον αν το επιθυμούν πάρα πολύ. Θυμάμαι μάλιστα κάποιον που έλεγε… μετά βδελυγμίας, ότι «ήθελα να γίνει καλλιτέχνης και τελικά κατάφερα να γίνω διάσημος». Γι’ αυτό θεωρώ, εν κατακλείδι, ως αξίωμα το ότι πρέπει να επιδιώκουμε την κατάκτηση του στόχου μας με δυναμισμό απευθείας και όχι μέσω άλλων διαδικασιών.

«Η Φόνισσα», 2011.

(Χτύπησε το πρώτο κουδούνι… Το φυλλομέτρημα τέλειωσε…).

Πιστεύω ότι τα είπαμε καλά.
* Κι εγώ έτσι νομίζω. Αλλά δεν ξέρω αν είσαστε καλυμμένος
Καλυμμένος; Υπέρ-καλυμμένος!
* Πολύ ωραία.
Κοιτάξτε εδώ: Το πρόγραμμα από τα «Πικρά δάκρυα».
* Α, τι ωραία!
1988. Είχαμε έρθει και τότε και σας είχαμε δει. Σάββατο 13 Φεβρουαρίου του 1988.
* Απίστευτο! Πολύ συγκινητικό είναι. Σας ευχαριστώ πολύ.
Εγώ σας ευχαριστώ. Να είστε πάντα καλά.

* Η παραπάνω συζήτηση έγινε την Τετάρτη 5 Απριλίου 2017, το απόγευμα στις 6.30, στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας, λίγο πριν χτυπήσει το πρώτο κουδούνι για τις «Τρεις ψηλές γυναίκες». Ανέβηκα από τις σκάλες και πήγα στο καμαρίνι της κυρίας Αρβανίτη. Φώτα, καθρέφτες, φωτογραφίες, μια γελοιογραφία – δώρο του ηθοποιού και σκιτσογράφου Θανάση Δήμου. Όλα όσα χρειάζονται για τη μεταμόρφωσή της σε 92χρονη. Πατάω το record στα μαγνητοφωνάκια που αρχίζουν να καταγράφουν τη συζήτησή μας. Αυτό που δεν καταγράφεται στο μαγνητόφωνο, αλλά μόνο στη μνήμη μου, είναι η μαγεία αυτής της προετοιμασίας. Κυριολεκτικά ένα δώρο που δεν το περίμενα. Όλα όσα κάνει όσο προετοιμάζεται είναι μια ιεροτελεστία. Όλες οι κινήσεις της αποπνέουν το άρωμα του ανθρώπου που δεν επιτρέπει στον εαυτό του ούτε το παραμικρό λάθος. Τα πάντα μελετημένα και σωστά μετρημένα. Ειλικρινά δεν κατάλαβα πότε πέρασε η ώρα και πώς η πανέμορφη αυτή γυναίκα μεταμορφώθηκε με τρόπο μαγικό στην -επίσης πανέμορφη- κυρία «Άλφα». Το χτύπημα στην πόρτα, οι χαρούμενες φωνές από τη Μαρία Σκουλά και τη Νεφέλη Κουρή και το πρώτο κουδούνι, με προσγείωσαν. Με δύο χαμόγελα και ένα κλικ στο κινητό η Νεφέλη αποτύπωσε τη συνάντησή μου με την κυρία Αρβανίτη. Κατεβαίνω τα σκαλάκια. Μόλις φτάνω στο φουαγιέ, κοντοστέκομαι. Ένα κενό κάθισμα. Της Γεωργίας Γιαννακοπούλου… Γλυκιά ανάμνηση. Όμως χτυπά το δεύτερο κουδούνι. Σε λίγο οι τρεις γυναίκες θα βγουν στη σκηνή του θεάτρου για μια παράσταση με λάθος τίτλο… Μιας και, όπως είχα διαπιστώσει, πολλές ημέρες πριν από τη συνέντευξη, οι τρεις γυναίκες δεν είναι απλώς ψηλές αλλά «πανύψηλες»…

«Τρεις ψηλές γυναίκες», 2017. Με τη Μαρία Κεχαγιόγλου και τη Νεφέλη Κουρή.

Αυτή τη χρονιά η Μπέτυ Αρβανίτη παρουσιάζει στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας το έργο του Εντουαρντ Άλμπι «Τρεις ψηλές γυναίκες».
Ο Έντουαρντ Άλμπι σε αυτό το έργο του περνάει από το θέμα των διαπροσωπικών σχέσεων όπως ο ίδιος το ανέπτυσσε σε προηγούμενα έργα του («Ευαίσθητη ισορροπία», «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ»), στην αντιμετώπιση ενός πολύ σημαντικού προβλήματος της εποχής μας: την αυτογνωσία.
Έργο με πολύ χιούμορ, μα και ταυτόχρονα σκληρό, γεμάτο αλήθειες, πρωτοπαίχθηκε στην Ελλάδα το 1995 από το θίασο Ελένης Χατζηαργύρη, Ζωής Λάσκαρη και Κατερίνας Μαραγκού σε σκηνοθεσία Ανδρέα Βουτσινά.
Στην ίδια με εκείνη μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ, ο σκηνοθέτης Άρης Τρουπάκης εξερευνά τον Άλμπι και τα ζητήματα που θέτει μέσα από μια σύγχρονη ματιά.
Παίζουν: η Μπέττυ Αρβανίτη, η Μαρία Κεχαγιόγλου και η Νεφέλη Κουρή.
Ο σκηνοθέτης σημειώνει για το έργο και την παράσταση:
Οι «Τρεις ψηλές γυναίκες» αφορούν τη συνάντηση μιας 91χρονης με δύο άλλες, που η καθεμιά ενσαρκώνει μια νεότερη ηλικία της, εκείνη των 52 και εκείνη των 26 χρόνων. Παρά τα όσα θα περίμενε κανείς, δεν υπάρχει καμιά ατμόσφαιρα απολογισμού, αναπόλησης ή νοσταλγίας. Η ηλικιωμένη έρχεται αντιμέτωπη με τα αναπάντητα ερωτήματα της ζωής της, παλεύοντας λυσσαλέα μέχρι τέλους να δώσει νόημα σε κάθε παράλογη ή φριχτή της πράξη, να φέρει πίσω σχεδόν με κυριολεκτικούς όρους, όσα της γλίστρησαν μέσα από τα χέρια και επιμένοντας να αποκρύπτει άλλα που θα μείνουν για πάντα άγνωστα. Η 26χρονη κοπέλα που υπήρξε κάποτε, η 52χρονη στην οποία βλέπει το δικό της μεσήλικα εαυτό και το αμείλικτο τωρινό της είδωλο, παλεύουν για εκείνο που υπήρξε ο πρωταρχικός της σκοπός καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της, για την επικράτηση. Όλη τούτη η τεθλασμένη πορεία των 91 χρόνων είναι εμποτισμένη με το μαύρο, αιρετικό χιούμορ του Άλμπι που σε κάποιες στιγμές πετυχαίνει εκείνο που κάνει ο χρόνος στις δικές μας ζωές. Να μοιάζουν οι μεγαλύτερες θύελλες που μας σάρωσαν, κοιτώντας τις από μακριά, με το δροσερό αεράκι που μας έδωσε ανάσα και κουράγιο να συνεχίσουμε τη δίχως νόημα αναζήτηση του δικού μας νοήματος…

«Τρεις ψηλές γυναίκες», 2017. Με τη Μαρία Κεχαγιόγλου και τη Νεφέλη Κουρή, στον ρόλο της «Γάμα».

Πληροφορίες για την παράσταση
Έντουαρντ Άλμπι
«Τρεις ψηλές γυναίκες»
Mετάφραση: Eρρίκος Μπελιές
Σκηνοθεσία: Άρης Τρουπάκης
Σκηνικά – κοστούμια: Eλένη Μανωλοπούλου
Σχεδιασμός φωτισμού: Αλέκος Αναστασίου

Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας
Α΄ Σκηνή
Κεφαλληνίας 16
Τηλέφωνο: 210 – 88.38.727
Τετάρτη και Κυριακή στις 8.00 μ.μ.
Πέμπτη, Παρασκευή & Σάββατο στις 9.00 μ.μ.
Τιμές: Tετάρτη & Πέμπτη 13 ευρώ
Παρασκευή & Κυριακή 16 ευρώ
Σάββατο 18 ευρώ
Φοιτητικό 10 ευρώ

eirini aivaliwtouΜπέττυ Αρβανίτη: «Οτιδήποτε στην τέχνη, πρέπει να εμπεριέχει και ρίσκο»
Περισσότερα

Αμαλία Βλάχου: Ο καναπές είναι η φυλακή μας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Ξεκινώντας από την εξέταση των μηχανισμών που κινούν την επινόηση, μια νέα σκηνοθέτις -με την οποία το catisart.gr έχει εντυπωσιαστεί και στο παρελθόν- προσφέρει ιδέες και παραδείγματα για φανταστικούς στοχασμούς, τονίζοντας την απελευθερωτική φόρτιση του θεάτρου και τον εποικοδομητικό ρόλο της τέχνης. Δύο νέα κορίτσια βρίσκονται παγιδευμένα στα ίδια -με τις προηγούμενες γενιές- στερεότυπα που οδήγησαν μια ολόκληρη χώρα στην πνευματική κατάρρευση. Καθισμένες σε έναν καναπέ ξεδιπλώνουν όλη τη σύγχρονη ελληνικότητα ως κάτι πεπερασμένο, ως κάτι που δε λέει να αλλάξει. Μια οργή που στρέφεται μέσα μας και μας τρώει τα σωθικά. Ακατάσχετη πολυλογία και μια κριτική σε εμάς τους ίδιους που δεν μπορούμε να βγούμε από το βάλτο που έχουμε βυθιστεί –ή μάλλον γεννηθήκαμε βυθισμένοι. Μια γενιά που έχει χρέος να ακουστεί. Ή τουλάχιστον να προσπαθήσει. Η γενιά του καναπέ. Αυτή τη γενιά αναλύει η ταλαντούχα καλλιτέχνις Αμαλία Βλάχου στην παράστασή της «Μήνις, η επανάσταση του καναπέ», την οποία σύντομα ανεβάζει στη σκηνή «Black Box» του θεάτρου «Επί Κολωνώ». Η ιστορία δεν προέκυψε αυτόματα, καθώς οι ιδέες δεν προκύπτουν αυτόματα. Με τον ίδιο τρόπο μια λέξη, που πέφτει συμπτωματικά στο μυαλό, παράγει κύκλους στην επιφάνεια και στο βυθό, προκαλεί μια ατελείωτη σειρά αλυσιδωτών αντιδράσεων, εμπλέκοντας στη διαδρομή της ήχους και εικόνες, συναισθήματα και αναμνήσεις, σημασίες και όνειρα, σε μια κίνηση που ενδιαφέρει την εμπειρία και τη μνήμη. Ενδιαφέρει τη φαντασία και το ασυνείδητο και περιπλέκεται από το γεγονός ότι το ίδιο το μυαλό επεμβαίνει συνεχώς, για να αποδεχτεί και να απωθήσει, να συνδέσει και να λογοκρίνει, να δημιουργήσει και να καταστρέψει. Η Αμαλία συνάντησε τη λέξη «μήνις» μελετώντας την «Ιλιάδα» του Ομήρου. Με τη δημιουργική ανησυχία που τη διακρίνει, ένιωσε ότι αυτή η λέξη χαρακτηρίζει τον ελληνικό λαό αυτή τη στιγμή. «Αυτό γίνεται πάνω στον καναπέ», μας λέει στη συνέντευξή της. «Ο καναπές είναι υπεύθυνος. Είναι η φυλακή μας. Μπορούμε να δραπετεύσουμε αλλά δε θέλουμε». Χανόμαστε σε ένα λαβύρινθο σκέψεων και μεμψιμοιριών ατενίζοντας την οροφή και χάνοντας την επαφή με τον εαυτό μας. Και πού μας οδηγεί αυτό; Πόσο αυτοκαταστροφικό είναι; Αναλαμβάνουμε την ευθύνη των αποφάσεών μας ή πιστεύουμε πως πάντα φταίνε οι άλλοι; Είναι μερικά μόνο από τα ερωτήματα που προκύπτουν από την παράσταση «Μήνις, η επανάσταση του καναπέ», τους ρόλους της οποίας ερμηνεύουν η Κατερίνα Λούβαρη – Φασόη και η Πένυ Παπαγεωργίου. Το έργο, που στην ουσία αποτελεί μια ευρηματική σάτιρα της εποχής μας, σε σκηνοθεσία Αμαλίας Βλάχου, θα παρουσιαστεί από 5 Μαΐου έως 27 Μαΐου 2017 στο συμπαθέστατο και ατμοσφαιρικό «Black Box» του «Επί Κολωνώ», για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων. Αναμένουμε να το παρακολουθήσουμε.

Αμαλία, μίλησέ μας για την παράστασή σου, «Μήνις, η επανάσταση του καναπέ».

* Μήνις σημαίνει οργή. Συνάντησα τη λέξη στην Ιλιάδα. Η μήνις του Αχιλλέα. Έχει κάτι καταστροφικό αυτή η λέξη ως έννοια. Αυτοκαταστροφικό. Αυτή αισθάνομαι ότι μας χαρακτηρίζει σαν λαό αυτή τη στιγμή. Νιώθουμε μια ασυγκράτητη οργή, μας φταίνε όλοι και όλα. Δεν αναλαμβάνουμε την ευθύνη του εαυτού μας. Πάντα φταίνε οι άλλοι. Όλο αυτό στην ουσία στρέφεται μέσα μας. Κι αν έχουμε την πονηριά το στρέφουμε κι έξω από μας, το εξαπλώνουμε για να μη νιώσουμε μόνοι. Αυτό γίνεται πάνω στον καναπέ. Ο καναπές είναι υπεύθυνος. Είναι η φυλακή μας. Μπορούμε να δραπετεύσουμε αλλά δε θέλουμε. Αυτό είναι η παράσταση.

Τι σε ενέπνευσε στη δημιουργία του έργου;

* Η αυτοπαρατήρηση, οι συζητήσεις με τους φίλους μου, η ψυχοθεραπεία, αυτό που είμαι και αυτό που βλέπω γύρω μου. Είναι φοβερό, έχουμε χάσει την μπάλα κανονικότατα.

Σε ποιους θεατές απευθύνεται;

* Στον άνθρωπο. Δεν μπορώ να διαχωρίσω τους θεατές σε ηλικίες ή κοινωνικά στρώματα.

Ποια είναι η σχέση της γενιάς σου με τον καναπέ, την ανία και την αδράνεια;

* Σαρκική. Έχουμε ξαπλώσει και κοιτάμε ταβάνια, τοίχους, σκρολάρουμε στο Facebook, έχουμε χαθεί σε ένα λαβύρινθο σκέψεων πάνω στον καναπέ. Χάσαμε την επαφή με τον εαυτό.

Ποιο πιστεύεις ότι είναι το χρέος της γενιάς σου και ποια τα βασικά της εμπόδια;

* Πιστεύω στην ατομική επανάσταση. Αν γίνει μέσα μας επανάσταση θα την προκαλέσουμε και σε κάποιον άλλον κι αυτός σε κάποιον άλλον, είναι αλυσίδα. Το εμπόδιο είναι η σκέψη με την έννοια της υπερανάλυσης, τα πράγματα είναι πιο απλά, γι’ αυτό μάλλον είναι δύσκολα.

Ποιος είναι ο εχθρός της σκέψης, της ικανότητας για δημιουργία;

* Η φιλαρέσκεια. Η δύναμη της εικόνας, του να αποδείξω ότι κι εγώ μπορώ, ότι να κι εγώ υπάρχω, δείτε με σας παρακαλώ.

Τι θα ήθελες να αποκομίσει ο θεατής μετά την παρακολούθηση της παράστασής σας;

* Να κάνει κάτι γι’ αυτόν και μόνο, για την ψυχή του, χωρίς εγωισμό. Από αγάπη αληθινή και αγνή για τον εαυτό του.

Πιστεύεις ότι το θέατρο μπορεί να δώσει λύσεις;

* Ο Αντονέν Αρτώ λέει: «Δεν είμαι από αυτούς που πρεσβεύουν ότι για ν’ αλλάξει το θέατρο πρέπει να αλλάξει ο πολιτισμός μας… έχει τη δύναμη να επηρεάσει την όψη και τη διαμόρφωση των πραγμάτων». Συμφωνώ απόλυτα. Κάτι παρόμοιο λέει και ο Αντρέι Ταρκόφσκι.

Εμπορικό και ποιοτικό θέατρο μπορούν να συμβαδίσουν;

* Μακάρι να μπορούσαν. Κάποιες φορές γίνεται. Αλλά είναι ελάχιστες.

Τι σε συνδέει με το θέατρο «Επί Κολωνώ», όπου για δεύτερη φορά ανεβάζεις παράσταση;

* Έχει μια ενέργεια και μια απλότητα. Δεν είναι δήθεν. Είναι αυτό που είναι.

Νιώθεις άγχος για το επόμενο βήμα σου και ποιο θα είναι αυτό;

* Νιώθω αγωνία για το αν θα καταφέρω να ζήσω μια ζωή γεμάτη. Το επόμενο βήμα είναι να εξασφαλιστώ οικονομικά σε ένα λογικό πλαίσιο, όχι εις βάρος του θεάτρου.

Τι σε κάνει να πλήττεις;

* Η επιδειξιομανία και η μιζέρια.

Τι σημαίνουν για σένα οι λέξεις «συγγνώμη» και «συγχώρεση»;

* Είναι πράξη, ενέργεια, αληθινή αλλαγή πλεύσης. Δεν έχει να κάνει με τον άλλον, αλλά με το τι πιστεύουμε για τον ίδιο μας τον εαυτό, για το τι επιλέγουμε να είμαστε.

Τι ρόλο παίζει η φαντασία στη ζωή σου και στην τέχνη σου;

* Στη ζωή μου κάποιες φορές καταστροφικό, κάποιες εξαιρετικά βοηθητικό, την ενεργοποιώ τις στιγμές που πλήττω. Στην τέχνη υποθέτω απλώς με βοηθάει.

Ποιο είναι το προσωπικό σου καταφύγιο;

* Το σπίτι μου και στόχος είναι να γίνει και το σώμα μου, να φιλοξενήσει αυτό που είμαι χωρίς σύγκρουση.

Πώς βιώνεις την καθημερινότητα;

* Κυκλοθυμικά. Όπως είναι και η παράσταση δηλαδή. Είμαι εγώ μέσα σ’ αυτήν, όπως και τα κορίτσια που παίζουν.

Τι λαχταράς να αδράξεις από τη ζωή;

* Τη ζωή.

Ως καλλιτέχνης, πώς βλέπεις τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα;

* Με τρομάζει. Ο κόσμος έχει αλλάξει πραγματικά. Υπάρχει κάτι άγριο πια.

Ποιο βιβλίο διαβάζεις αυτή την εποχή;

* Διαβάζω διάφορα αλλά κυρίως την Ιλιάδα.

Ελπίζεις σε ένα καλύτερο αύριο;

* Δυστυχώς ελπίζω ακόμα.

Η παράσταση «Μήνις, η επανάσταση του καναπέ», μια σάτιρα σε σκηνοθεσία Αμαλίας Βλάχου, θα ανέβει από 5 Μαΐου έως 27 Μαΐου 2017 στη σκηνή Black Box του Επί Κολωνώ, για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων.

* Οι συντελεστές της παράστασης «Μήνις, η επανάσταση του καναπέ» ευχαριστούν τη Βάσω Καμαράτου για την πολύτιμη βοήθειά της.

Ταυτότητα παράστασης

Ιδέα / Σκηνοθεσία: Αμαλία Βλάχου
Κείμενο: Αμαλία Βλάχου, Πένυ Παπαγεωργίου
Δραματουργική Επεξεργασία: Αμαλία Βλάχου, Κατερίνα Λούβαρη – Φασόη

Ερμηνεύουν
Κατερίνα Λούβαρη – Φασόη, Πένυ Παπαγεωργίου

Δείτε το teaser της παράστασης:

Πληροφορίες

Έναρξη παραστάσεων: Παρασκευή 5 Μαΐου 2017
Τελευταία παράσταση: Σάββατο 27 Μαρτίου 2017
Ημέρες & ώρες παραστάσεων: Παρασκευή και Σάββατο στις 9:30 μ.μ.
Τιμές εισιτηρίων: Κανονικό: 10,00€, Φοιτητικό-Ανέργων 5,00€
Διάρκεια: 70’
Χώρος: Σκηνή Black Box

Υπεύθυνη επικοινωνίας θεάτρου: Μαρία Αναματερού
Τηλέφωνο: 210 5138067, φαξ: 210 5146169
Επί Κολωνώ – Ναυπλίου 12 και Λένορμαν 94, Κολωνός – Αθήνα
SITE – e-mail: ΕΔΩ
Στάση Μεταξουργείο

eirini aivaliwtouΑμαλία Βλάχου: Ο καναπές είναι η φυλακή μας
Περισσότερα

Ανδριανή Κυλάφη: Την ώρα της παράστασης, η ανησυχία ή ο φόβος δεν βρίσκουν χώρο να φωλιάσουν

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Τον κόσμο μπορείς να τον ατενίσεις από το ύψος ενός ανθρώπου αλλά και από εκείνο μιας κορυφής. Στην πραγματικότητα, μπορείς να μπεις από την κεντρική πόρτα ή να χωθείς από ένα παραθυράκι. ΄Η να χαθείς μέσα του, που είναι και το πιο διασκεδαστικό. Η τέχνη του θεάτρου έχει μια σπουδαία ικανότητα, να δημιουργεί σκεπτόμενους ανθρώπους. Διεγείρει τη νόηση και αναπτύσσει την κριτική δυνατότητα του θεατή. Όσοι θεατές φέτος με ξεναγό τον θεατρικό οργανισμό Πρώτες Ύλες μπήκαν στο σύμπαν της «Πόλης» του Βρετανού συγγραφέα Martin Crimp, σε σκηνοθεσία Χρίστου Λύγκα, στο Θέατρο Δημήτρης Ροντήρης, σίγουρα θα εντυπωσιάστηκαν. Από τον συγκλονιστικό λόγο, τη δυνατή σκηνοθεσία, τις έξοχες ερμηνείες. Από μια ιστορία έντασης για τρεις καθημερινούς όσο και διαφορετικούς χαρακτήρες, οι οποίοι κινούνται, δρουν και αντιδρούν παγιδευμένοι στο προσωπικό τους αδιέξοδο, αποκομμένοι από τον έξω κόσμο και αδύναμοι να αντιμετωπίσουν ο ένας την πραγματικότητα του άλλου. Ωστόσο, πέρα από όλα αυτά, η εκπληκτική αυτή παράσταση, λιτή και βαθιά πολιτική, μάς επιφύλασσε κι ένα απρόσμενο κι ανεκτίμητο δώρο, την παρουσία της Ανδριανής Κυλάφη. Δεν είναι η πρώτη φορά που στις προσεγμένες παραστάσεις του Χρίστου Λύγκα διακρίνουμε την τέχνη, το ταλέντο και την ομορφιά να πορεύονται χέρι με χέρι. Το έχουμε διαπιστώσει και στο παρελθόν. Η συγκεκριμένη ηθοποιός υποδύθηκε την Κλαιρ. Μια γοητευτική μεταφράστρια που σε συναισθηματική έξαψη περιγράφει στο σύζυγό της την τυχαία της συνάντηση με έναν πολυδιαβασμένο κι ακριβοθώρητο συγγραφέα, τον Μοχάμεντ, ο οποίος της εμπιστεύεται το ημερολόγιό του που προοριζόταν για την κόρη του. Η ερμηνεία της δημιουργεί την αίσθηση της ποιητικότητας, της κομψότητας, της αβρότητας, με μια λέξη της χάρης. Διάφανη, φωτεινή κι εκφραστική, επί σκηνής μοιάζει με ένα αέρινο πλάσμα που ληστεύει από την ανυπαρξία. Μια ηρωίδα άλλοτε δυναμική και φιλόδοξη, άλλοτε καταιγιστική και σαρωτική. Καθοδηγημένη έξοχα από τον σκηνοθέτη της, εστιάζει την προσοχή μας στη σχέση της με το ελεύθερο παιχνίδι του νου, της αίσθησης, της κρίσης και κυρίως της φαντασίας. Είναι μια από τις αναμφισβήτητες περιπτώσεις κατά τις οποίες μπορούμε με ακρίβεια να επισημάνουμε τη θεατρική γέννηση ενός ταλέντου. Με την Ανδριανή Κυλάφη δεν υπάρχει ρήγμα ανάμεσα στο «ωραίο» της φύσης και στο «ωραίο» της τέχνης. Αυτό που νιώθεις παρακολουθώντας τη στη σκηνή ορίζεται ως «ανιδιοτελής ευαρέσκεια». Μακριά από υπερβολές και προσποιήσεις. Με γνησιότητα και ειλικρίνεια, με την ιδιαιτερότητα της αισθητικής εμπειρίας. Η Ανδριανή γνώρισε το θέατρο αρχικά στο σχολείο. Αργότερα, φοιτήτρια στη Φιλοσοφική, αποφάσισε -δειλά, όπως εξομολογείται- να γραφτεί στη θεατρική ομάδα του Δήμου Καισαριανής και να πάρει τα πρώτα μαθήματα υποκριτικής από την Ευδοκία Σουβατζή. Όπως διαπιστώσαμε, έπραξε άριστα καθώς από τη δραματική σχολή ακόμη της προτάθηκε ο ρόλος της Κλαιρ. Θυμάται πως αμέσως έκανε δεκτή την πρόταση αλλά κράτησε τον ενθουσιασμό της για λίγα λεπτά αργότερα, όταν πανηγύριζε μόνη της, κάπου στη Βουλιαγμένης, από ευτυχία. Στη συνέντευξη που ακολουθεί η νεότατη και υπέροχη Ανδριανή μας μιλά για το ξεκίνημά της, για την ιδιότητα του ηθοποιού, ξεδιπλώνει τις απόψεις της και, κυρίως, μας σαγηνεύει με την ωριμότητα και την καλλιέργειά της. Γνωρίστε την.

* Γεννήθηκα στην Αθήνα, στα σύνορα Βύρωνα, Αγίου Αρτεμίου και Υμηττού, σε μια υπέροχη γειτονιά που, αν και αθηναϊκή συνοικία, τα καλοκαίρια γέμιζε από παιδιά. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα μπουγέλα που κάναμε, τα «μήλα» που παίζαμε και τον χαμό που προξενούσαμε αν κάποιο αυτοκίνητο είχε το θράσος να περάσει από τον δρόμο μας και να διακόψει το παιχνίδι μας.

Πώς μπήκαν η υποκριτική και το θέατρο στη ζωή σου;

* Γνώρισα το θέατρο αρχικά στο σχολείο. Αργότερα, ενώ ήμουν φοιτήτρια στη Φιλοσοφική, αποφάσισα (δειλά) να γραφτώ στη θεατρική ομάδα του Δήμου Καισαριανής. Μέχρι τότε, δεν είχα ιδιαίτερη επαφή με τα θεατρικά πράγματα, πέρα από την αγάπη και την εκτίμηση που έτρεφα γι’ αυτά, αλλά και ως θεατής με τις παραστάσεις που παρακολουθούσα.

Ποιοι από τους καθηγητές σου άφησαν τη σφραγίδα της διδασκαλίας τους στον τρόπο υποκριτικής σου και σε βοήθησαν συνολικά;

* Αρχικά, η σκηνοθέτις της θεατρικής ομάδας, Ευδοκία Σουβατζή, μου έδωσε τα πρώτα μαθήματα υποκριτικής και με βοήθησε συνολικά με τη σπάνια εμπιστοσύνη που μου έδειξε. Έπειτα, ο Χρίστος Λύγκας, δάσκαλός μου και σκηνοθέτης της παράστασης «Η Πόλη», μου έδωσε το έναυσμα να ασχοληθώ επαγγελματικά με το θέατρο και να το πιστέψω. Ήταν εκείνος που, στη σχολή ακόμη, με ενέπνευσε και μου έμαθε πως το θέατρο δεν είναι μόνο συναίσθημα, αλλά και επικοινωνία, εξωτερίκευση, τεχνική, μέθοδος και συνέπεια με τα έξω και τα μέσα σου. Ομολογώ πως αρχικά συγκρούστηκα μ’ αυτό, ύστερα όμως το πίστεψα και προσπάθησα να το υπηρετήσω όπως μπορώ.

Τι έχεις να πεις στους αναγνώστες για το έργο «Η Πόλη», στο οποίο παίζεις, στο θέατρο «Δημήτρης Ροντήρης», και για τον συγγραφέα του Μάρτιν Κριμπ;

* «Η Πόλη» είναι ένα σύγχρονο έργο, βαθιά πολιτικό. Πραγματεύεται τη σχέση ενός ζευγαριού που δέχεται άμεσα τις επιπτώσεις από τους φρενήρεις ρυθμούς της σύγχρονης ζωής. Η ανεργία, η ενδοοικογενειακή βία, η τρομοκρατία, η αλλοτρίωση και η ανάγκη για αποφυγή της πραγματικότητας και για διέξοδο στο όνειρο και τη φαντασία είναι θέματα που απασχολούν τον συγγραφέα Μάρτιν Κριμπ και, κατ’ επέκταση, τους ήρωές του. Η γλώσσα είναι λιτή από εκφραστικά μέσα και αιχμηρή. Άμεση αλλά υπαινικτική. Η διαδοχική υπόταξη στη σύνταξη και η επανάληψη την κάνει ενίοτε στριφνή αποδίδοντας έτσι, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, τη δυσχερή κατάσταση και την ψυχική ένταση των ηρώων, καθώς και τη σύγχυση και την πίεση που υφίστανται ζώντας σε μια πόλη όπου όλα καταρρέουν.

 

Πώς έγινε η επικοινωνία με τον Χρίστο Λύγκα και σου προτάθηκε ο ρόλος της Κλαιρ;

* Ο Χρίστος Λύγκας ήταν καθηγητής μου στη δραματική σχολή. Στο τέλος της χρονιάς, αντί εξετάσεων, παρουσιάσαμε ως έτος την «Αρρώστια της Νιότης» του Μπρούκνερ υπό τη δική του καθοδήγηση. Μετά την παράσταση και την επιτυχία του στόχου μας, μου μίλησε για την «Πόλη» και τον ρόλο της Κλαιρ. Θυμάμαι πως δέχτηκα αμέσως αλλά κράτησα τον ενθουσιασμό μου για λίγα λεπτά αργότερα, που πανηγύριζα μόνη μου, κάπου στη Βουλιαγμένης, για την ευτυχία που με βρήκε.

Παρουσίασέ μας την Κλαιρ.

* Συναντάμε την Κλαιρ σε μια στιγμή που η ζωή της έχει φτάσει σε ένα τέλμα. Η σχέση της με τον Κρις, τον σύζυγό της, με τη δουλειά της και με τον κόσμο διέρχεται κρίση. Βρίσκει διέξοδο και αυτοπραγμάτωση στη συγγραφή και την επινόηση, διαδικασία επώδυνη και μοναχική, και προσπαθεί να ανανοηματοδοτήσει τα πράγματα και τη ζωή.

 

Την «Πόλη» μπορεί να τη συναντήσουμε σε κάθε τόπο και σε κάθε εποχή;

* Η «Πόλη» πρώτ’ απ’ όλα είμαστε εμείς και η σχέση μας με τον κόσμο.

Ποιοι είναι οι βασικοί άξονες της σκηνοθετικής προσέγγισης του Χρίστου Λύγκα;

* Επικοινωνία. Παρόν. Αλήθεια. Ειλικρίνεια. Συνέπεια. Λιτότητα. Μακριά από μελοδραματισμούς και εσωτερικεύσεις.

 

Ποια σκηνή από την παράσταση και ποια φράση από το έργο σε αγγίζουν περισσότερο συναισθηματικά;

* «Είναι οι ελπίδες μας που μας μελαγχολούν» και «Θα ήθελα να πω πόσο δυστυχισμένη με έκανε η ανακάλυψη της κενότητάς μου…». Κάθε φορά με αγγίζει και άλλη σκηνή. Είναι κάθε φορά έκπληξη και για μένα.

Ποια είναι, κατά τη γνώμη σου, η ιδανική σχέση ηθοποιού – σκηνοθέτη;

* Είναι η σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης, εκτίμησης και αγάπης.

 

Ποιο είναι το κέντρο της προσοχής σου επί σκηνής;

* Κέντρο προσοχής μου είναι ο συνάδελφός μου και συμπαίκτης μου επί σκηνής, που αναμετράται με τις ίδιες δυσκολίες την ίδια στιγμή με μένα.

Οι συνομήλικοί σου συνάδελφοι – ηθοποιοί σήμερα νιώθουν αποδοχή, ασφάλεια και εμπιστοσύνη στο θέατρο, στοιχεία που είναι απαραίτητα για την απελευθέρωση της δημιουργικής τους έκφρασης;

* Δυστυχώς, ως επί το πλείστον, δεν υπάρχει καμία ασφάλεια, αποδοχή και εμπιστοσύνη στο θέατρο (και πλέον ούτε και σε οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα). Παραδόξως, όμως, βλέπω με χαρά και θαυμάζω πολλούς συνομήλικούς μου ηθοποιούς, που φροντίζουν για την εξέλιξή τους, που παλεύουν με πενιχρά μέσα -πλην όμως έντιμα- και κατορθώνουν τελικά να πραγματοποιήσουν τα θεατρικά τους όνειρα, είτε δημιουργώντας ομάδες ή και κατά μόνας. Αυτό μου δίνει θάρρος, πίστη και ώθηση.

 

Νιώθεις ενθουσιασμό και ευφορία που κάνεις θέατρο ή τα συναισθήματά σου είναι ανάμικτα με ανησυχία;

* Την ώρα της παράστασης ή και της πρόβας είναι όλα υπέροχα και η ανησυχία ή ο φόβος δεν βρίσκουν χώρο να φωλιάσουν. Το δύσκολο είναι το πριν και το μετά.

Τι σημαίνουν για σένα οι λέξεις «φόβος» και «θυμός»;

* Φοβάμαι τον θάνατο, την αρρώστια και τα γηρατειά. Θυμώνω με πολλά αλλά μου περνάει γρήγορα.

 

Οι λέξεις «συγχώρεση» και «συγγνώμη».

* Ως λέξεις δεν με συγκινούν ιδιαίτερα. Προτιμώ τις πράξεις συγχώρεσης και συγγνώμης.

Αν βρισκόσουν τώρα μπροστά σε ένα παράθυρο, τι τοπίο θα ήθελες να έβλεπες;

* Αχ, το κρητικό πέλαγος.

 

Πώς είναι η καθημερινότητά σου και ποιες οι αγαπημένες σου συνήθειες;

* Είναι ιδιαίτερα δύσκολη και κουραστική. Από την άλλη, απολαμβάνω να κάνω πολλά και διαφορετικά πράγματα, να γνωρίζω καινούργιους ανθρώπους και να γεύομαι νέες εμπειρίες, αλλά και να περνώ χρόνο με την οικογένεια και τους φίλους μου, όπου βρίσκω την ισορροπία και τη «φτερούγα» μου.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σου;

* Ευτυχώς, ο σκηνοθέτης μας, Χρίστος Λύγκας, είναι ανήσυχος δημιουργός, κοιτά πάντα μπροστά και ήδη μας έχει μιλήσει για τα επόμενα σχέδιά του, όπου θα χαρώ να λάβω μέρος.

 

Πώς θα ήθελες να σε βρει η επόμενη δεκαετία;

* Φοβάμαι λίγο να απαντήσω, μήπως μου στερήσει η απάντηση από τη χαρά ενδεχόμενης επιτυχίας σε κάποιον από τους στόχους που θέτω.

Ποιο βιβλίο διαβάζεις αυτό τον καιρό;

* Αυτόν τον καιρό διαβάζω τη «Φιλονικία» του Μαριβώ, το «Οι Προγραμμένοι» του Μπαλζάκ και τη «Γραμματική της Φαντασίας» του Τζάνι Ροντάρι. Έχω το κακό συνήθειο να διαβάζω πολλά βιβλία μαζί.

Υπάρχουν προσωπικότητες που θαυμάζεις;

* Επιστήμονες, δημιουργούς, ανθρώπους που αγωνίζονται και δίνουν και τη ζωή τους υπηρετώντας το έργο τους. Τους βγάζω το καπέλο!

 

Τι σε κάνει να θυμώνεις και με τι γελάς περισσότερο;

* Θυμώνω με την αλαζονεία, τον εγωκεντρισμό, τη ματαιοδοξία, τον καιροσκοπισμό και τον αρνητισμό. Γελάω πολύ με τις κωμωδίες και όταν είμαι με τους φίλους μου.

Τέλος, ποια είναι η σχέση σου με τα ζώα; Συμβιώνεις με κάποιο κατοικίδιο;

* Η σχέση μου με τα ζώα είναι πολύ καλή. Συμβιώνω αυτόν τον καιρό με έναν σκύλο, τον Ρότεν. Στο παρελθόν και επί σειρά ετών συμβίωνα και με γάτα. Από παιδιά με τον αδελφό μου υιοθετούσαμε γατάκια εγκαταλελειμμένα που βρίσκαμε στη γειτονιά και τους προσφέραμε φαγητό και φροντίδα.

Ευχαριστώ πολύ, Ανδριανή!

* Εγώ ευχαριστώ, να είστε καλά!

 

Το βιογραφικό της Ανδριανής Κυλάφη

– Επαγγελματική εμπειρία

Ιούνιος 2016 – σήμερα: Η Πόλη, Μάρτιν Κριμπ. Ίδρυμα Θεοχαράκη.
Σκηνοθεσία: Χρίστος Λύγκας

Μάιος – Σεπτέμβριος 2015: Μήδεια του Μποστ. Θέατρο Στοά.
Σκηνοθεσία: Θανάσης Παπαγεωργίου
Συμμετοχή στον Χορό (καλοκαιρινή περιοδεία σε θέατρα της Αθήνας).
Δεκέμβριος – Ιανουάριος
2014 – 2015: Δε…δε Μιούζικαλ. Θέατρο Χυτήριο.
Σκηνοθεσία-κείμενα: Ζωή Ξανθοπούλου

Ιούνιος – Σεπτέμβριος 2012: Αντιγόνη, Σοφοκλή. Θεατρική ομάδα Καισαριανής.
Σκηνοθεσία: Ευδοκία Σουβατζή
Κορυφαία χορού σε πρωτότυπη μουσική Δημήτρη Χρυσοβέργη (συμμετοχή στο διαδημοτικό φεστιβάλ).

Μάιος – Ιούνιος 2010: Ματωμένος Γάμος, Λόρκα. Θεατρική ομάδα Καισαριανής.
Σκηνοθεσία: Ευδοκία Σουβατζή
Τραγούδι σε πρωτότυπη μουσική Γιώργου Γουρζουλίδη.

2011 – σήμερα: Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα
Επιμέλεια και διόρθωση πανεπιστημιακών θεατρικών συγγραμμάτων.

2004 – σήμερα: Διδασκαλία φιλολογικών μαθημάτων σε μαθητές Γυμνασίου, Λυκείου.

– Σπουδές – Σεμινάρια

Νοέμβριος 2016 – σήμερα: Βουβές Δράσεις και Πολυφωνίες, Μουσικό και Σωματικό θέατρο, σεμινάριο με τον Κώστα Γάκη.

Ιούνιος 2016: Σεμινάριο στον Χορό γυναικών του Αισχύλου.
Επιβλέπουσες: Μάνια Παπαδημητρίου, Ναταλί Μινιώτη.

2015 – 2016: Ανωτέρα Δραματική Σχολή «Πράξη Επτά»
Τελειόφοιτη.

Διδάσκοντες καθηγητές Υποκριτική: Καζάκος Κώστας, Τσαλίκη Ναταλία, Μπάρας Κώστας, Κακουδάκη Τζωρτζίνα, Γιώτης Λάμπρος, Καρυστινού Αγγελική, Περλέγκας Γιάννος.
Μουσική: Οικονόμου Θοδωρής, Χρονοπούλου Μαρίνα, Σαμαρτζής Γιώργος.
Κίνηση-Χορός: Παπαχρήστου Βάλια.

2014 – 2015: Ανωτέρα Δραματική Σχολή «Ίασμος»
Εισαγωγή με πλήρη υποτροφία έπειτα από επιτυχή εξέταση. Φοίτηση του πρώτου έτους σπουδών.

Διδάσκοντες Καθηγητές Υποκριτική: Γουλιώτη Στεφανία, Ηλιόπουλος Γιώργος, Λαμπρίδου Ιλιάς, Λύγκας Χρίστος, Σταθακοπούλου Πέγκυ, Στάνκογλου Γιάννης.
Κίνηση-Χορός: Κορρού Φρόσω, Παυλής Θεμιστοκλής.
Μουσική – Ρυθμός: Τουλιάτος Νίκος.

2014 – σήμερα: University of Nicosia,
Τμήμα Παιδαγωγικών Σπουδών Πανεπιστημίου Λευκωσίας
Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών στην «Ειδική Εκπαίδευση».
Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2010: Ελεύθερο Πανεπιστήμιο, Στοά του Βιβλίου
Σεμινάριο τρίμηνης παρακολούθησης: Δημιουργική γραφή και ανάγνωση.
Επιβλέποντες καθηγητές: Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Κώστας Μουρσελάς.

2004 – 2010: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών,
Φιλοσοφική Σχολή
Πτυχιούχος Κλασικής Φιλολογίας

Ξένες γλώσσες: Αγγλικά
Certificate of Proficiency in English C2,MSU-CELP, Michigan State University.

– Λοιπές πληροφορίες και δεξιότητες
Υπουργείο Πολιτισμού
Επιτυχία στις εισαγωγικές εξετάσεις ανωτέρων σχολών δραματικής τέχνης (Οκτώβριος 2015).

– Ενδιαφέροντα

2016: Σχολή Χορού Ισιδώρας Ραϋμόνδου Ντάνκαν Σύγχρονος χορός.

2014 – 2015: Armani Studios
Σύγχρονο τραγούδι.

2008 – σήμερα: Χορωδία Πολιτιστικού Συλλόγου Υμηττού
Μουσικά Κύματα
Συμμετοχή σε μουσικές εκδηλώσεις, παραστάσεις και συναυλίες.

2009 – 2014: Θεατρική Ομάδα Δήμου Καισαριανής
Συμμετοχή σε θεατρικές και μουσικοθεατρικές παραστάσεις.

2007-2009: Bonne Dance
Ευρωπαϊκοί, σύγχρονοι, λάτιν και ελληνικοί χοροί.

2001 – 2004: Ωδείο Ars Musicalis
Μονωδία: Κλασικό και Σύγχρονο τραγούδι.

eirini aivaliwtouΑνδριανή Κυλάφη: Την ώρα της παράστασης, η ανησυχία ή ο φόβος δεν βρίσκουν χώρο να φωλιάσουν
Περισσότερα