Θέατρο

«Απόγονοι» που ξέρουν να τιμούν τα κείμενα των προγόνων στο Off Off του θεάτρου «Επί Κολωνώ»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

«Οι ομάδες που θα συμμετάσχουν θα έχουν την ευκαιρία και φέτος να πειραματιστούν ελεύθερα σε έναν καλλιτεχνικό «τόπο» -στην περίμετρο της αθηναϊκής θεατρικής σκηνής- με μόνο στόχο να ανθήσει η δημιουργική έκφραση».
Αυτή η παράγραφος υπάρχει στο σημείωμα του Θεάτρου Επί Κολωνώ, στο πρόγραμμα του φετινού 9ου Off Off Athens Theater Festival.
Αυτή την ευκαιρία την αξιοποίησε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο η Θεατρική Ομάδα synthesis παρουσιάζοντας το έργο «Απόγονοι του Οιδίποδα».
Οι συντελεστές της παράστασης είπαν «I put o spell on you» και στη συνέχεια άγγιξαν με σεβασμό τα κείμενα του Σοφοκλή, του Ευριπίδη και του Αισχύλου και με μια μοντέρνα ματιά (σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Σημαιοφορίδης) έδωσαν την ευκαιρία στους θεατές να ακούσουν τα μηνύματά τους. Κατάφεραν με μια ιδιαίτερη προσέγγιση να φωτίσουν τα πρόσωπα της τραγωδίας, τον Οιδίποδα, την Αντιγόνη, την Ισμήνη, τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη.

Ο μύθος του Οιδίποδα αποτέλεσε κυρίως θέμα των επών του θηβαϊκού κύκλου και είναι ο σημαντικότερος από τους αρχαιότατους θηβαϊκούς μύθους. Ο Σοφοκλής αντλώντας τις πηγές του από το άφθονο μυθολογικό υλικό και αξιοποιώντας κατάλληλα τις ποικίλες παραλλαγές και λεπτομέρειες του μύθου, τροποποιώντας ανάλογα μερικά σημεία της μυθικής παράδοσης, δραματοποίησε έξοχα την τραγική μοίρα του Οιδίποδα. Ειδικότερα, από τις εφτά διασωθείσες τραγωδίες του οι τρεις αναφέρονται στην πολύπαθη μορφή του Λαβδακίδη και στα παιδιά του.

Ο μύθος του Οιδίποδα επιβιώνει και στις μνήμες του ελληνικού λαού, με παραμύθια και λαϊκές παραδόσεις σε διάφορες παραλλαγές.

Προσφιλής επίσης είναι ο οιδιπόδειος μύθος στη νεότερη ελληνική ποίηση. Πολλοί ποιητές μας, όπως οι Ν. Καρούζος, Τ. Πατρίκιος, Ντ. Χριστιανόπουλος, Ν. Λαδάς, Μ. Σαχτούρης και άλλοι χρησιμοποιούν το μύθο σαν σύμβολο, αλλά και σαν στοιχείο δομικό για να εκφράσουν τις απόψεις τους. Με το μύθο του Οιδίποδα, εξάλλου, τελειώνει την ομιλία του στη Στοκχόλμη, στην απονομή Νόμπελ, ο Γ. Σεφέρης, ενώ στην Κίχλη διαβάζουμε τους στίχους της μικρής Αντιγόνης για το «γέροντα ικέτη καθρεφτισμένο στο αίμα του» (Γ, 59-61), που σημαδοτοτούν τη μοίρα του Οιδίποδα.

«Οιδίποδα Τύραννο» δεν έγραψε μόνο ο Σοφοκλής, έγραψαν επίσης ο Αισχύλος, ο Ευριπίδης αλλά και άλλοι τραγικοί όπως ο Εύβουλος, ο Αχαιός, ο Καρκίνος, ο Θεοδέκτης, ο Ξενοκλής, ο Νικόμαχος, ο Φιλοκλής και ο Μέλητος. Κανένα απ’ αυτά τα έργα δεν έχει διασωθεί ολόκληρο.

Ο Ευριπίδης στις «Φοίνισσες» αναφέρεται επίσης στον τραγικό µύθο του οίκου των Λαβδακιδών. Στην τραγωδία αυτή ωστόσο ο γνωστός μύθος ανατρέπεται.

Οι «Οιδίπους τύραννος», «Οιδίπους επί Κολωνώ» και «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, καθώς και οι «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου είναι τέσσερις μόνον από τις αρχαίες τραγωδίες μας που βασίζονται στο
Θηβαϊκό κύκλο. Οι «Επτά επί Θήβας» αποτελούν το τελευταίο μέρος της τριλογίας του Αισχύλου για τον Θηβαϊκό κύκλο και το μοναδικό έργο της τριλογίας του, που σώζεται έως σήμερα (περιλαμβάνονται επιπλέον τα έργα «Λάιος» και «Οιδίπους»).

Η επιβίωση του Οιδίποδα και η αναμφισβήτητη διαχρονικότητά του αποδεικνύουν ότι το έργο του Σοφοκλή, του Ευριπίδη και του Αισχύλου, αποτελεί, εις το διηνεκές, το υψηλότερο και αντιπροσωπευτικότερο δείγμα τραγικής τέχνης.

Η παράσταση που παρακολούθησα πραγματεύεται όλο αυτό το υλικό όχι μόνο με ωριμότητα αλλά και με νεανικό πάθος, ανατρεπτική πνοή, λιτότητα στα μέσα και ανεμελιά. Μια παράσταση έντιμη, χωρίς ερμηνευτικές αδυναμίες (Ντόρις Θεοδωρίδη, Αντιγόνη Μαυραγάνη, Σωκράτης Ρωμανίδης), ευρηματική και σίγουρα σημερινή. Λιτό σκηνικό (Κέλλυ Μίχου, Ρενάτα Μαλαβάζου), με σαφείς τηλεοπτικές αναφορές. Προσεγμένη παράσταση στις λεπτομέρειές της. Οι «Απόγονοι του Οιδίποδα» οπωσδήποτε μπορούν να κερδίσουν ακόμη και αυτούς που δεν έχουν εντρυφήσει στο αρχαίο δράμα. Αξίζει να δώσουν συνέχεια στην προσπάθειά τους.
Ασφαλώς κέρδος και για το Off Off Athens και για τους θεατές η συμμετοχή της Θεατρικής Ομάδας synthesis στο δημοφιλές φεστιβάλ του θεάτρου «Επί Κολωνώ», που μετρά ήδη εννέα χρόνια γόνιμης ζωής και βαδίζει ακάθεκτο προς το δέκατο.
«Πολλά είναι τα θαυμαστά κι όμως τίποτε πιο θαυμαστό απ’ τον άνθρωπο», λέει ο Σοφοκλής στην «Αντιγόνη» του.
Μεγάλη αλήθεια αυτό, αφού σημερινοί του απόγονοι, νεότατοι και ταλαντούχοι, τιμούν τα κείμενά του και τα προσφέρουν με ευλάβεια στους θεατές τους.

Πληροφορίες για την παράσταση

«Απόγονοι του Οιδίποδα»
Κυριακή 18 και Δευτέρα 19 Ιουνίου 2017

«Η κατάρα της γενιάς και η ατομική ευθύνη, το μίασμα και ο εξαγνισμός, ένας αλληλοσπαραγμός, μια ταφή. Πώς θα μπορούσε να διαβαστεί αυτό σε μια νέα πραγματικότητα; Πώς τα παιδιά αντιδρούν σε όσα «κληρονομούν» από τους γονείς τους; Η άστοχη ενέργεια και η παθητικότητα. Υπάρχει άραγε άλλη επιλογή; Οι συντελεστές της παράστασης, με αφορμή τα κείμενα των τριών μεγάλων τραγικών ποιητών, που αναφέρονται στον οιδιπόδειο μύθο, ανιχνεύουν πώς οι απόγονοι του Οιδίποδα, η Αντιγόνη και η Ισμήνη, ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης, δρουν ή αντιδρούν, αποφεύγοντας να δημιουργήσουν το δικό τους αξιακό σύστημα, διατηρώντας αυτό του παρελθόντος».

Συντελεστές
Θεατρική Ομάδα synthesis
Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Σημαιοφορίδης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Κέλλυ Μίχου
Κινησιολόγος: Ειρήνη Μηλογιαννάκη
Διανομή ρόλων: Ιωάννα Μηλαθιανάκη
Φωτογράφος: Λιλή Γεωργακοπούλου
Σπικάζ: Γιάννης Καστανάκης
Παραγωγή video: Spotcity productions
Σκηνογράφοι: Κέλλυ Μίχου-Ρενάτα Μαλαβάζου

Ερμηνεία:
Ντόρις Θεοδωρίδη, Αντιγόνη Μαυραγάνη, Σωκράτης Ρωμανίδης

***
Το τρέιλερ της παράστασης ΕΔΩ

***

Θέατρο Επί Κολωνώ
Ναυπλίου 12 και Λένορμαν 94
Κολωνός
Τηλέφωνο: 210 – 51.38.067
***
Off Off Athens Festival 2017
Διαρκεί έως και την Παρασκευή 23 Ιουνίου
Καθημερινά δύο διαφορετικές παραστάσεις:
Στις 8:45 μ.μ. και στις 10:00 μ.μ.
Τιμές εισιτηρίων: 5 ευρώ ανά παράσταση
6 ευρώ για 2 παραστάσεις το ίδιο βράδυ
25 ευρώ για max αριθμό παραστάσεων 26
17 ευρώ για max αριθμό παραστάσεων 20
Ωράριο ταμείου: 7:30 μ.μ. – 10:30 μ.μ.
Από Δευτέρα έως και Κυριακή.
– Ο χώρος, με το μπαρ και την αυλή, ανοίγει καθημερινά από τις 7:30 μ.μ. και λειτουργεί ως αργά το βράδυ.

eirini aivaliwtou«Απόγονοι» που ξέρουν να τιμούν τα κείμενα των προγόνων στο Off Off του θεάτρου «Επί Κολωνώ»
Περισσότερα

Κόμπος σφιχτός, θεατρικά λυμένος

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Η αμαρτία γράφει την ιστορία, η αρετή σιωπά.

Γιόχαν Βόλφγκανγκ Φον Γκέτε

Ο μεγάλος φιλόσοφος Πλάτωνας πραγματοποίησε δύο ταξίδια στις Συρακούσες, την «ωραιότατη και καταστόλιστη πόλη», όπως ο Κικέρων την αποκάλεσε, με στόχο να εφαρμόσει τις ιδέες του για μια ιδανική «πολιτεία». Εκεί επιχείρησε να πραγματοποιήσει το πολιτικό του όραμα μέσα από τη σύζευξη της πολιτικής με τη φιλοσοφία, αλλά το αποτέλεσμα του εγχειρήματος ήταν απογοητευτικό.

Το πρώτο ταξίδι πραγματοποιήθηκε το 388 π.Χ. Ο τύραννος των Συρακουσών, Διονύσιος, είχε καλέσει τον Έλληνα φιλόσοφο. Ο Πλάτωνας ανέπτυξε μια στενή σχέση με τον αδελφό της συζύγου του, τον Δίωνα, ένα λάτρη της φιλοσοφίας. Όμως ύστερα από μερικά χρόνια ήρθε σε ρήξη με τον Διονύσιο και αναγκάστηκε να διαφύγει. Το πλοίο που επέβαινε κατέληξε στην εχθρική, προς την Αθήνα, πόλη της Αίγινας, με αποτέλεσμα να πουληθεί ως δούλος. Για καλή του τύχη ένας φίλος του τον αναγνώρισε, τον αγόρασε και του έδωσε την ελευθερία του.

Μετά το θάνατο του Διονύσιου ο Πλάτωνας επιστρέφει το 367 π.Χ στις Συρακούσες, ως καλεσμένος του διαδόχου του αυτή τη φορά, του Διονύσιου του νεότερου. Όμως και με αυτόν θα υπάρξει η ίδια κατάληξη. Ο Διονύσιος ο νεότερος, φοβούμενος την επιρροή του Έλληνα φιλοσόφου και του Δίωνα, αποφασίζει να τον φυλακίσει.

Αφού απελευθερώνεται επιστρέφει ύστερα από έξι χρόνια, για τρίτη και τελευταία φορά, με σκοπό να διαιτητεύσει μια νέα διαφωνία μεταξύ Διονυσίου και Δίωνα. Όμως δεν κατάφερε κάτι, με αποτέλεσμα να επιστρέψει οριστικά στην Αθήνα, όπου και έζησε μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Περιτριγυρισμένες από ισχυρότατα τείχη που είχαν μήκος 28 χλμ., οι Συρακούσες στολίζονταν από θαυμάσια ανάκτορα, όπως αυτό του Ιέρωνα, περίφημους ναούς της Αρτέμιδας και της Αθηνάς, από την κρήνη Αρέθουσα και το περίφημο θέατρο των Συρακουσών, αριστούργημα αρχιτεκτονικής και ακουστικής. Τα νομίσματά της, που σώθηκαν, είναι αληθινά καλλιτεχνήματα.

Σε αυτή την πόλη, σε μια ατμόσφαιρα πλούτου, έχθρας, οικονομικής ακμής και δύναμης, μια πόλη που ταράσσεται από σφοδρές διαμάχες ανάμεσα στους ευγενείς και τους υποδουλωμένους ντόπιους, ο ετοιμοθάνατος τύραννος της Σικελίας, Λορέντζο Λαλίνι, σύμφωνα με τον Δημήτρη Δημητριάδη, στο έργο του «Ο γύρος του κόμπου», καλεί τον Αθηναίο φιλόσοφο Αρίσταρχο Ερμίδη. Η πρόσκληση γίνεται προκειμένου ο φιλόσοφος να λύσει τον «κόμπο» που ο ίδιος έχει δέσει: αφήνει ολόκληρη την περιουσία του στο νόθο γιο του. «Όταν φτάσεις στην άκρη του σχοινιού, δέσε ένα κόμπο και κρατήσου εκεί», λέει ένας σοφός. Κρατήσου στα όρια.

Οι δύο νόμιμοι γιοι του σχεδιάζουν να τον δολοφονήσουν. Ο τύραννος δεν αλλάζει τη διαθήκη του. Μέσα από διαδοχικές συζητήσεις με όλα τα μέλη της οικογένειας, το νήμα περιπλέκεται και ο φιλόσοφος αντιλαμβάνεται πως τίποτε δεν είναι όπως παρουσιάζεται. Όταν γνωρίζει το νόθο γιο, όλα καταρρέουν κι από Σωτήρας μεταμορφώνεται σε Τέρας.

«Μη σας ξεγελά η όρθια στάση μας! Το κεφάλι μπορεί να κοιτάζει ψηλά, έχετε δει όμως το μέσα ρύγχος;».

Η θεατρική ομάδα λευκή ΣΚΗΝΗ παρουσίασε τον Απρίλιο και τον Μάιο, για πρώτη φορά, το αδημοσίευτο έργο του Δημήτρη Δημητριάδη «Ο Γύρος του κόμπου: Σικελική τραγωδία» στο θέατρο Tempus Verum / Εν Αθήναις, σε σκηνοθεσία Γιώργου Δούλου, σε μια παράσταση αυστηρώς ακατάλληλη για ανηλίκους.

  

Ο συγγραφέας

Εδώ και πάνω από τριάντα χρόνια, ο Δημήτρης Δημητριάδης καταγράφει μια πραγματικότητα μέσα από τη δική μου διήθηση των πραγμάτων που συχνά έχει ένα ιδιαίτερα προσωπικό στίγμα. Προσπαθεί να φτάσει σε μια ποιητική μεταγραφή του πραγματικού. Το θέατρό του είναι ένα φυσικό θέατρο. Μιλάει για την ανθρώπινη παρουσία ως κεντρικό παράγοντα με ό,τι σημαίνει αυτό. Αυτό είναι το κίνητρο που τον οδηγεί σε θέματα φόρμας και γραφής πάνω σε ζητήματα τα οποία επανέρχονται διαρκώς: Η ταυτότητα, ο θάνατος, ο έρωτας, η θνητότητα, η παρουσία του ανθρώπου στον κόσμο, ο κόσμος, οι ανθρώπινες σχέσεις. Και όλο αυτό φυσικά πάντα σε συνομιλία με την υπάρχουσα δραματουργία.

Πέραν του κριτικού στοχασμού που επιχειρεί στο πλαίσιο της εποχής, θέτει στις μέρες μας ερωτήματα που χρήζουν έμπρακτης απάντησης.

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1944. Το 1963, με υποτροφία του βελγικού κράτους, σπούδασε θέατρο και κινηματογράφο στις Βρυξέλλες, στο Εθνικό Ινστιτούτο Τεχνών Θεάματος (INSAS). Το 1968 ανέβηκε στο Παρίσι, στο Théâtre de la Commune d’ Aubervilliers από τον Πατρίς Σερό το πρώτο θεατρικό του έργο, Η Τιμή της Ανταρσίας στην Μαύρη Αγορά (1965-66).

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1971, ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη μετάφραση.

Μετέφρασε: Ζαν Ζενέ, Ζαν Πολ Σαρτρ, Μορίς Μπλανσό, Ζωρζ Μπατάιγ, Κώστα Αξελό, Γκόμπροβιτς, Μολιέρο, Μισέλ Μπιτόρ, Σαίξπηρ, Μαργκερίτ Ντιράς, Κουρτελέν, Μέτερλινκ, Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Κολτές, Σάμιουελ Μπέκετ, Τένεσι Ουίλιαμς, καθώς και αρχαίο δράμα: Αισχύλο (Ορέστεια) και Ευριπίδη (Φοίνισσες, Ιππόλυτος, Ελένη, Ιφιγένεια εν Ταύροις).

Το προσωπικό του έργο ξεκίνησε το 1978 με το πεζογράφημα «Πεθαίνω σαν χώρα» και ακολούθησε το 1980 η ποιητική ενότητα Κατάλογοι 1-4. Παράλληλα συνέγραψε πολλά θεατρικά έργα.

 

Αθέατες πλευρές του παρελθόντος

Η ανάγκη να γνωρίζει κανείς τις ρίζες του και να τοποθετεί τον εαυτό του μέσα σε ένα ιστορικό πλαίσιο είναι μια θεμελιώδης ανάγκη των σύγχρονων κοινωνιών και συνδέεται με την ανάγκη διατήρησης αξιόπιστων και αυθεντικών πηγών.

Το θέμα της «Σικελικής Τραγωδίας» είναι παρμένο από την αρχαιότητα. Είναι μια σύζευξη αρχαιοελληνικού δράματος και νεοελληνικής ποίησης. Άλλωστε, η θεματολογία της ευρωπαϊκής δραματουργίας πάντα «τράφηκε» από την αρχαιοελληνική ιστορία και μυθολογία, οι οποίες, σημειωτέον, τροφοδοτούν ποικίλες αλληγορικές μυθοπλασίες και της σημερινής ελληνικής και διεθνούς δραματουργίας.

Πρόκειται για έναν ιδιαίτερο τύπο γραφής που μπορεί να συνθέτει τη μυθοπλασία με αδρογραφήματα συγκυριών ή με σπαράγματα από ιστορίες πραγματικών ανθρώπων, πραγματικών συλλογικών μορφωμάτων, διασώζοντας αθέατες πια πλευρές ενός παρελθόντος που ζει ακόμη στη μνήμη όσων το παρήγαγαν.

Ο Δημητριάδης και σ’ αυτό το έργο του αφομοιώνει στοιχεία Ιστορίας, Τέχνης, Πολιτικής και Επιστήμης, κάνοντας έναν ισομερή συγκερασμό στη σύνολη ανθρώπινη γνώση και εμπειρία.

Το έργο αποτελεί ένα ψυχογράφημα θεατρικό. Ο συγγραφέας αναζητά πρόφαση, προκειμένου να μιλήσει για τα κακώς κείμενα της πολιτισμένης κοινωνίας, για την υποκριτική δικαιοσύνη, για την παντοδυναμία του συμφέροντος αλλά και για την απρόβλεπτη φύση της ανθρώπινης ψυχής.

«Τίποτε πιο φυσικό και τίποτα πιο νόμιμο απ’ τον πόθο, όποιος κι αν είναι αυτός».

Αναμοχλεύει με την πένα του επιθυμίες και πάθη, γητεύει τη γλώσσα με τις σαν δίστομο μαχαίρι λεκτικές περιστροφές του, ώσπου να φτάσει στη λογοτεχνική κορύφωση που ελευθερώνει.

 

Φιλοσοφικός προσανατολισμός

Πέρα και κάτω από την αστυνομική του διάσταση, το έργο στηρίζεται στην ολοκληρωμένη και αντισυμβατική ιδεολογία του Δημητριάδη. Έργο – μήτρα του δραματουργικού του σύμπαντος, όπου αποδομείται αριστοτεχνικά η πλατωνική φιλοσοφία. Έργο με φιλοσοφικό προσανατολισμό και πρόδηλες αναφορές στο μύθο του Σπηλαίου, την Έβδομη Επιστολή και τη σικελική εμπειρία του φιλοσόφου, με σπαράγματα πλατωνικών φράσεων και προσώπων, ο Δημητριάδης γκρεμίζει μεθοδικά τον πνευματικό του εχθρό, γιατί «πίστεψε ότι νίκησε τον Άνθρωπο μέσα του».

«Τον κέρδισα με τρομερό ανυπόφορο θανατηφόρο πόθο, καταστρατηγώντας τούς φυσικούς νόμους και τους θεσμικούς κανόνες».

Ο «Γύρος του κόμπου», περιστρεφόμενος γύρω από δίπολα (Αλήθεια – Ψεύδος, Σάρκα – Πνεύμα, Σκοτάδι – Φως, Καλό – Κακό, Θύμα – Θύτης, Φύση – Ηθική) και δημητριαδικές έννοιες (Έρωτας, Άνθρωπος, Θνητότητα, Εξουσία, Πόνος), καταλήγει στον πλήρη αφανισμό του Ανθρώπου.

 

H παράσταση

Τη σύνθεση ενός τέτοιου θεατρικού οικοδομήματος επιχείρησε να αποδώσει σκηνικά, με πυκνή ατμόσφαιρα και ιδιαίτερη έμφαση στην ύφανση της (περι)πλοκής, η παράσταση της λευκής ΣΚΗΝΗΣ.

Με οξύνοια, παρατηρητικότητα, συγκριτική ικανότητα, ο σκηνοθέτης Γιώργος Δούλος έδωσε μια ουσιαστική, λιτή αλλά συναρπαστική παράσταση, λύνοντας με επιτυχία ένα δύσκολο και σφιχτό κόμπο. Η ομορφιά ενός κόσμου, όπως και η σήψη του, διαφοροποιημένου ριζικά στη λαμπρότητα και τη χαρά του από την ασκητική θεώρηση που πρεσβεύει ο χριστιανισμός, αποκαλύπτεται στις μορφοποιήσεις των ηρώων. Η παράσταση αναδημιουργεί εικαστικά τοπία του με λεκτικό καμβά την ποιητική απεραντοσύνη του Δημήτρη Δημητριάδη. Φιλίες, συνωμοσίες, η δύναμη του έρωτα, η αφύπνιση της επιθυμίας, η φρίκη της προδοσίας, αισθητικές αναφορές στο μέλλον ή σε μια ιδέα που χάθηκε ανεπιστρεπτί. «Πληγές και μυστικά», μέχρι χθες ακόμη «σφαλισμένα», που τώρα αποκαλύπτονται και ομολογούνται.

Ο «Γύρος του κόμπου» είναι ένα ποιητικό κείμενο τόσο υψηλής ποίησης που το γεγονός αυτό, από μόνο του, συνιστά μια πρόκληση και προσδίδει μια ιδιαιτερότητα, για να μην πω μοναδικότητα, στο όλο εγχείρημα του Γιώργου Δούλου και της Λευκής ΣΚΗΝΗΣ.

Η ομάδα προτείνει το δημιουργικά ουσιώδες, το διαφορετικό, το «άλλο» στην τέχνη του θεάτρου. Ο μινιμαλισμός, η αφαίρεση, ο μαγικός ρεαλισμός τροφοδοτούν αρμονικά το σχήμα. Μυστηριακό, εξαιρετικό τολμηρό και προκλητικό έργο, που ωστόσο διέπεται από τις έννοιες του ιερού και του τραγικού.

Ο σκηνοθέτης, που ανέλαβε με αισθητική επιδεξιότητα και τα σκηνικά – κοστούμια, στάθηκε μπροστά στο σπουδαίο κείμενο του Δ. Δημητριάδη δίχως δέος που βραχυκυκλώνει τη δημιουργικότητα, αλλά με ενθουσιασμό και ορμή αναζωογονητική. Δημιούργησε κάτι νέο, ενδιαφέρον και πολύτιμο.

Οι ηθοποιοί Μαρία Αποστολακέα, Αλκινόη Ζαχαρόγιωργα, Ηρώ Κισσανδράκη, Απόστολος Μαλεμπιτζής, Νικόλας Παπαευθυμίου, Κωνσταντίνος Παράσης, νέοι και ταλαντούχοι, κινήθηκαν με άνεση και σφρίγος στη σκηνή. Ήταν όλοι τους εντυπωσιακοί.

Στην παράσταση συνέβαλαν τα μέγιστα η δραματολόγος Νίνα Σκριβάνου, η χορογράφος Κορίνα Κόκκαλη και η φωτίστρια Χριστίνα Θανάσουλα. Και οι τρεις αξιοσημείωτες.

Δεν πρόκειται να παραλείψω, πριν κλείσω αυτό το κείμενο, να κάνω μια αναφορά στον εκπληκτικό ηθοποιό Γιάννη Σιαμψιάρη, που έχει ασχοληθεί με το θέατρο (πάμπολλες οι συνεργασίες του με το ΚΘΒΕ), τον κινηματογράφο, την τηλεόραση και το τραγούδι. Ακριβής, εύστροφος, εκφραστικός, έδωσε μια ψυχολογικά θεμελιωμένη και άριστα σφυρηλατημένη ερμηνεία.

 

Ταυτότητα παράστασης

Σκηνοθεσία, Σκηνικά, Κοστούμια: Γιώργος Δούλος

Δραματουργική επεξεργασία: Γιώργος Δούλος – Νίνα Σκριβάνου

Δραματολόγος – Ηχητική δραματουργία: Νίνα Σκριβάνου

Κίνηση: Κορίνα Κόκκαλη

Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα

Φωτογραφίες: Νίκος Πανταζάρας

Επικοινωνία: Μαριάννα Παπάκη, Νώντας Δουζίνας

Υπεύθυνη οργάνωσης παραγωγής: Νίνα Σκριβάνου

Εκτέλεση παραγωγής: Constantly Productions

Ηθοποιοί: Μαρία Αποστολακέα, Αλκινόη Ζαχαρόγιωργα, Ηρώ Κισσανδράκη, Απόστολος Μαλεμπιτζής, Νικόλας Παπαευθυμίου, Κωνσταντίνος Παράσης, Γιάννης Σιαμσιάρης.

Τοποθεσία: Θέατρο TempusVerum / Εν Αθήναις – Ιάκχου 19, Γκάζι

Διάρκεια: 100’

eirini aivaliwtouΚόμπος σφιχτός, θεατρικά λυμένος
Περισσότερα

Κώστας Νούρος. Με έναν αμανέ ξύπνησε πάλι τον Πειραιά και ξεσήκωσε το Φεστιβάλ

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Του Παναγιώτη Μήλα

Στις αρχές Απριλίου ανακοινώθηκε το πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου για το 2017. Ελάχιστες ώρες μετά στο Διαδίκτυο και την επόμενη ημέρα σε μεγάλη εφημερίδα διάβασα ότι το φετινό πρόγραμμα ήταν copy paste των αντίστοιχων προγραμμάτων της προηγούμενης διεύθυνσης.
Η κριτική και το σχόλιο -όταν μπλέκουν επιδέξια και γλυκά με την είδηση- είναι απαραίτητο όπλο για ένα δημοσιογράφο. Όταν όμως κάνεις επίθεση αποκλειστικά και μόνο για να χαϊδέψεις κάποια αυτιά, τότε θα έρθει η στιγμή που θα πρέπει να μαζεύεις τα κομμάτια σου…

Αυτά σκεπτόμουν το βράδυ της Δευτέρας 19 Ιουνίου 2017 στο ρακάδικο – μεζεδοπωλείο «Ρεβαΐζι» πίσω από την εκκλησία του Αγίου Διονυσίου στον Πειραιά, στη βιομηχανική ζώνη στην πρώτη παράλληλο από το λιμάνι.
Τραπέζια απλωμένα στο χωματόδρομο, εκεί που κάποτε περνούσε το τραμ και σήμερα έχουν μείνει μόνο οι γραμμές. Τραπέζια, μεζέδες, κρασί, παρέες, γιορτινή διάθεση. Οι γαζίες ολάνθιστες, ο αέρας του λιμανιού διάχυτος, τα φώτα ευλαβικά, όλα σε μια μυστική ταύτιση. Όλα έτοιμα για συμπόσιο, για διασκέδαση, για ξεσάλωμα, για ξεφάντωμα (όπως σημαίνει η λέξη «ρεβαΐζι»).
Από αυτό το ρεβαΐζι, αυτό το γιορτάσι, αυτό το χαροκόπι, το ξέδομα, την τέρψη, ίσως θέλησε να ξεφύγει ο Κώστας Μασέλλος. Από μικρός σοβαρός και πικραμένος, με μάτια μελαγχολικά, πίστεψε πως θα τα καταφέρει πηγαίνοντας στο Περιβόλι της Παναγιάς το 1910, στη Μονή Βατοπεδίου, για να μονάσει.
«…Στο Άγιο Όρος, στα 17 μου. Που πήγα.
Μπήκα ένα βράδι στο ιερό να ψάλλω μπροστά στον εσταυρωμένο,
και καθώς σήκωσα τα μάτια, είδα να γυαλίζει ένα μαχαίρι –
το κρατούσε ανάμεσα στα δόντια και το δάγκωνε.
Ο εσταυρωμένος.
Τρόμαξα.
Πολύ.
Έφυγα σαν να με κυνηγούσαν.
Δεν είχα τρόπο να εξηγήσω τι σήμαινε εκείνο το μαχαίρι.
Ήξερα όμως, πως θα το συναντούσα από δω και πέρα στη ζωή μου,
διαρκώς…
Είπαν μετά, πώς κάτι άλλο είχε γίνει- και έφυγα.
Από αυτά τα πολλά που είπαν για εμένα μετά. Που τα ψιθύριζαν.
Πώς ήμουν αλλιώτικος.
Ναι.
Ήμουν.
Αλλιώτικος.
Το αλλιώτικο γύρευα στη ζωή μου εγώ.
Γιατί από νωρίς είχα καταλάβει, πως αλλιώτικα όλα στη ζωή.
Τίποτα «ίδιο».
Και ειδικά ο άνθρωπος, ένα αλλιώτικο.
Όλος.
Από τη φύση του.
Και αυτό το αλλιώτικο αγαπάμε.
Το ξένο. Σαν, δικό μας…».

Τελικά δεν τα κατάφερε. Άντεξε μόνο λίγες μέρες και γύρισε στη Σμύρνη. Η ζωή τον τράβηξε πίσω. Μετά το Άγιον Όρος έγινε ένας σπουδαίος ερμηνευτής σμυρναίικων τραγουδιών που έμεινε γνωστός στην Ιστορία ως Κώστας Νούρος.

Η Κατερίνα Παρισινού

«Με μια ζωή σημαδεμένη από θανάτους, απώλειες και ματαιώσεις, κατάφερε μέσω της φωνής του και των τραγουδιών του, να φωτίσει το βαθύ σκότος ενός πολιτισμού που χτίστηκε από ανθρώπους, αλλά αγνόησε τον άνθρωπο. Και συνεχίζει να αγνοεί».

Ο Κώστας Νούρος γεννήθηκε το 1892 στην ενορία Νταραγάτσι της Σμύρνης και επειδή έχασε πολύ νωρίς (δύο ετών) τη μητέρα του από τύφο, ανέλαβε να τον μεγαλώσει η νεοκόρισσα του νεκροταφείου απέναντι από το σπίτι τους, η Χατζη-Αθανασώ. Έτσι από μικρός αρχίζει να ψέλνει στις εκκλησίες της περιοχής του. Ακόμα, από πολύ μικρός, μόλις τέλειωσε το δημοτικό, άρχισε να δουλεύει σε εργοστάσια ως εργάτης. Το τραγούδι το ξεκίνησε επίσημα στα 19, δίπλα στον Παναγιώτη Φούντα ή Τατάρη, στην ταβέρνα του Γεραλέξη στην Πούντα.

Ο ηθοποιός Τσιμάρας Τζανάτος, η σκηνοθέτις Χρύσα Καψούλη και η μουσικός Ανθή Γουρουντή αποφάσισαν να ζωγραφίσουν την προσωπογραφία του σπουδαίου αυτού τραγουδιστή. Μαζί τους οι θαυμάσιοι ηθοποιοί Λευτέρης Παπακώστας, Κατερίνα Παρισσινού και η εκπληκτική σοπράνο Χριστίνα Ασημακοπούλου. Συμμετείχαν επίσης: ο σπουδαίος τραγουδιστής των αμανέδων (και ηθοποιός) Νικόλαος Χαλδαιάκης που εκπροσωπούσε τη φωνητική «περσόνα» του Νούρου, η Ευφροσύνη Γιαννή «αφεντικό» σε φωνή, κιθάρα. Επίσης η πανέμορφη (και όχι μόνο) Δήμητρα Μακρυγιάννη. Τέλος, στήριγμα μοναδικό, το 40μελές φωνητικό σύνολο Libro Coro που τα μέλη του -ανεξάρτητα από ηλικία – πατούσαν στο πάλκο ως έμπειροι επαγγελματίες.

Ο τίτλος της παράστασης και ο υπότιτλος είναι: «Κώστας Νούρος: ξένος δυο φορές» – Γεφυρώνοντας τις Διαφορετικότητες.
Αν κάποιος διάβαζε το πρόγραμμα του Φεστιβάλ, μόνο ΑΝ το διάβαζε θα ήταν υπεραρκετό για να καταλάβει ότι το φετινό δεν έχει καμία απολύτως σχέση με όλα τα προηγούμενα. «Το άνοιγμα στην πόλη», άνοιξε και το Φεστιβάλ, άνοιξε πάλι τα παραθυρόφυλλα στις γειτονιές, ζωντάνεψε τους κήπους, καθάρισε τις αυλές, μάζεψε μικρούς και μεγάλους γύρω από το παλκοσένικο του Κώστα Νούρου και μίλησε με λόγια απλά, κατανοητά και τολμηρά στις καρδιές μας.
Αν υποθέσουμε ότι ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ είχε κάνει ένα τεράστιο και ολοστρόγγυλο μηδενικό με τις όποιες επιλογές του, και μόνο ο «Κώστας Νούρος» θα ήταν αρκετός για να του χαρίσει το χρυσό μετάλλιο.

Το ίδιο θα έλεγα αν ο Μίκης Θεοδωράκης είχε γράψει μόνο τη «Δραπετσώνα», ο Μάνος Χατζιδάκις μόνο το «Είμαι αητός χωρίς φτερά», ο Γιάννης Ρίτσος μόνο την «Ελένη»…

O Κώστας Νούρος

Όπως λένε οι πηγές, ο Κώστας Νούρος τραγούδησε στα καλύτερα μαγαζιά της Σμύρνης, στην Τερψιθέα, δίπλα στου Χατζηφράγκου, στο Ασανσέρ, στο Καρατάσι, στον Νικόλα του Τζίτζικα έξω απ’ τη Σμύρνη, στου Μιχάλη του Χαβούτη και αλλού. Ήταν φημισμένος τραγουδιστής πριν ακόμα φτάσει στην Αθήνα. Με την πρώτη του εμφάνιση σε κέντρο κατέπληξε και συγκίνησε τους πάντες γύρω του. Πολύ σύντομα η φήμη του ξεπερνά τις γειτονιές και ξαπλώνεται σ’ όλη τη Μικρά Ασία, όπου υπήρχε Ελληνισμός. Ήταν το αηδόνι που τους μάγευε, «Το αηδόνι της Σμύρνης». Σε περιοδεία στο Αϊδίνι το 1911 παντρεύεται την πρώτη του γυναίκα, την Καλλιόπη Σιντιρλάλα, που πέθανε όμως τρία χρόνια μετά (1914), είκοσι ενός μόλις ετών. Στις 15 Οκτωβρίου του 1915 παντρεύεται τη δεύτερη γυναίκα του, τη Μαρία Καστανά από το Κερατοχώρι.

Το 1917 χάνει τη μονάκριβη κόρη του και σε σαράντα μέρες και τη γυναίκα του. Τότε φεύγει για τη Σάμο. Ο πόλεμος του ’40 τον βρίσκει στην Κοκκινιά σε ηλικία 48 χρονών. Βρίσκει το κουράγιο και στρατεύεται για την «ψυχαγωγία» των στρατιωτών. Το 1943 ξανά στη Σάμο, και στους βομβαρδισμούς περνά με βάρκα στο Κουσάντασι, πρόσφυγας και μόνος ξανά στη ζωή του. Κατεβαίνει στην Παλαιστίνη και από εκεί στη Γάζα, όπου αρχίζει να τραγουδάει σε διάφορες ψυχαγωγικές εκδηλώσεις του Στρατού. Το τέλος του πολέμου, το 1945, τον βρίσκει στο Κάιρο όπου μένει τραγουδώντας. Επιστρέφει στην Ελλάδα και συνεχίζει μεροδούλι – μεροφάι πάνω στα πάλκα μέχρι τα εβδομήντα του χρόνια. Το 1962 αποφασίζει να αποσυρθεί από το τραγούδι και να πάρει τη σύνταξή του. Ήταν πικραμένος, κουρασμένος κι ένιωθε αδικημένος, μόνος και ξεχασμένος από γνωστούς και φίλους. Τα χρήματα της σύνταξής του δεν έφταναν για να ζήσει. Τα υπόλοιπα 10 χρόνια θα τα περάσει μεταξύ του σπιτιού και του «καφενείου των Φιλάθλων». Αφήνει την τελευταία του πνοή στις 26 Μαΐου 1972, σε ηλικία 80 χρονών, στην οδό Γρεβενών 33, στη Νίκαια (δηλαδή στην Κοκκινιά).

Ο «Κώστας Νούρος» είναι θέατρο, είναι βαριετέ, είναι επιθεώρηση, είναι μιούζικαλ, είναι χορόδραμα, είναι όπερα, είναι οπερέτα. Ο «Κώστας Νούρος» είναι σινεμά, είναι φιλμ νουάρ, είναι περιπέτεια, είναι δράση, έχει αστυνομική πλοκή, έχει βία, έχει θύτες και θύματα. Ο «Κώστας Νούρος» έχει πάθη, έχει έρωτες, έχει δολοπλοκίες, έχει ζήλιες, έχει μίση. Ο «Κώστας Νούρος» σε κάνει να τραγουδάς, σε κάνει να γελάς, σε κάνει να σκέπτεσαι και να προβληματίζεσαι, σε κάνει να θυμώνεις, σε κάνει να παίρνεις δύσκολες αποφάσεις και τέλος – γιατί όχι – σε κάνει ακόμη και να κλαις.

Όλη η παράσταση, οι ερμηνείες, οι ηθοποιοί, οι μουσικοί, οι τραγουδιστές, τα παιδιά, τα εφηβάκια και οι μεγαλύτεροι δεν μπορούν και δεν πρέπει να μπουν στην κρίση αν έκαναν ή όχι καλά αυτό που τους ανατέθηκε. Ήμουν δίπλα τους σε απόσταση αναπνοής. Τους είδα, τους άκουσα και τους ένιωσα όπως νιώθει ο γονιός το παιδί του. Είδα το μυαλό τους, άκουσα την ψυχή τους, διάβασα τα μάτια τους. Ήταν όλοι καλύτεροι και από άριστοι. Όλα όσα ζήσαμε εκείνο το βράδυ ήταν χειροποίητα. Ήταν αυθεντικά. Χωρίς περιττά φτιασίδια. Χωρίς δήθεν μεγαλόπνοα μηνύματα. Και όμως όλα ήταν μοντέρνα. Όλα ήταν ροκ. Όλα ήταν έντιμα.

Η συνεργασία Τζανάτου, Καψούλη, Γουρουντή είχε αυτό το μοναδικό αποτέλεσμα. Πιστεύω – χωρίς να ξέρω τι έγινε στα παρασκήνια – ότι ο Τσιμάρας Τζανάτος υπήρξε ένας οδοστρωτήρας που με τη συμπαράσταση της Χρύσας και της Ανθής παρέσυρε και διέλυσε κάθε εμπόδιο. Ένας σπουδαίος καλλιτέχνης της γενιάς του που υποδύθηκε με ποίηση και πυγμή ένα σπουδαίο καλλιτέχνη, μιας άλλης, μιας παλαιότερης γενιάς. Κι έτσι όλα πήραν τον δρόμο τους. Περίπου 60 άτομα ακολούθησαν τον Τσιμάρα και έτσι ο Νούρος ξεκίνησε το δεύτερο ταξίδι του…

«Είχα δει ένα όνειρο μικρός:
Ήμουν εγώ μέσα στη κοιλιά της.
Αλλά την έβλεπα.
Σαν από έξω, να ήμουν.
Τεράστια η μάνα μου. Σαν μάνα.
Τεράστιες οι μανάδες που είναι πάντα…
Άρχισε να πρήζεται.
Φούσκωνε.
Σαν τεράστιο λευκό μπαλόνι
Που δεν χωρούσε.
Στο κρεβάτι της, στην αρχή. Δεν χωρούσε.
Στο δωμάτιο, έπειτα. Δεν χωρούσε.
Ούτε στο σπίτι. Χωρούσε.
Άρχισαν να ραγίζουν οι τοίχοι του…
Κι ήρθαν, λέει, οι γιατροί και είπαν:
«Το παιδί είναι πολύ μεγάλο- και την διαστέλλει.
Να την πάτε στη θάλασσα να γεννήσει…»
Άκουγα τη θάλασσα. Και φωνές. Που έψελναν.
Για τη μάνα μου.
Που είχε γίνει μεγάλη σαν φεγγάρι.
Κι έλαμπε το δέρμα της σαν λουστρίνι λευκό.
Και με έδειχνε ο κόσμος να σαλεύω μέσα της.
Να παλεύω. Για να βγω.
Φωτισμένα τα σκοτεινά νερά.
Κι ή θάλασσα άσπρη σαν γάλα που έφεγγε…».

Θα ξαπλώσω στο πεζοδρόμιο.
Θα δω τον κόσμο να με προσπερνάει.
Όπως προσπέρναγε πάντα.
Σαν να μην υπάρχω.
Θα γαβγίσω τα αυτοκίνητα στην άσφαλτο.
Που δεν με έπαιξαν ποτέ.
Και λίγο νερό θα πιω από μια λακκουβίτσα.
Να μπερδευτούν ότι …είμαι σκύλος.
Να μου μιλήσει ξανά κάποιος.
Σαν άνθρωπος…
-ΑΓΝΩΣΤΟΥ-

 «Κώστας Νούρος: ξένος δυο φορές»

Γεφυρώνοντας τις Διαφορετικότητες – Το άνοιγμα στην πόλη – Δημοτικό Θέατρο Πειραιά – Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2017
Ο Κώστας Μασσέλος ή Νούρος υπήρξε μια ιδιαίτερη περίπτωση τραγουδιστή, του οποίου το ταλέντο άνθησε τόσο στη Σμύρνη όσο και στον Πειραιά. Η φωνή, αλλά και η ζωή του σφράγισαν μοναδικά και ανατρεπτικά το ρεμπέτικο. Μοναχικός και αλύτρωτος τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο βίο του, σφράγισε με τη βελούδινη φωνή του την πρώτη περίοδο του σμυρνέικου/ρεμπέτικου τραγουδιού και δημιούργησε ρήγμα στα στερεότυπα ερωτικής συμπεριφοράς του ρεμπέτη. Δύο φορές πρόσφυγας, μπόλιασε με τη φινέτσα του το μπρούτο πειραιώτικο ρεμπέτικο, μένοντας συγχρόνως αόρατος, μια ντελικάτη φιγούρα που δεν χωρούσε στα στερεότυπα μιας συντηρητικής κοινωνίας.

Ο Νούρος, μια προσωπικότητα πολυσχιδής και λεπτή, ένας άνθρωπος λεβέντης, έφυγε απ’ τη ζωή μόνος και απένταρος. Μόνος σε πολλαπλά επίπεδα. Μακριά από συγγενικό κύκλο και με την αίσθηση ότι τον είχαν ξεχάσει όλοι αυτοί που κάποτε τον θαύμαζαν κι ακόμα, μ’ αυτή την επιπλέον βαριά μοναξιά που νιώθουν οι ομοφυλόφιλοι. Τη μοναξιά του «διαφορετικού».

Ο «Κώστας Νούρος: ξένος δυο φορές» ήταν μια παράσταση ερευνητική και δημιουργική, μια παράσταση αισθητική και ιαματική, πνευματική, ανθρώπινη και βιωματική. Ένα τολμηρό οδοιπορικό στην αγωνιώδη προσωπική περιπλάνηση μιας ζωής.

Μια παράσταση που μονάχα θεατράνθρωποι με την καθαρόαιμη καλλιτεχνική συνείδηση και την ευγένεια παιδείας του Τσιμάρα Τζανάτου και της Χρύσας Καψούλη, μαθημένοι να σέβονται και να συναισθάνονται, μπορούν να παρουσιάσουν.

 

Κείμενα – Μουσική δραματουργία: Ανθή Γουρουντή, Χρύσα Καψούλη, Τσιμάρας Τζανάτος
Σκηνοθεσία: Χρύσα Καψούλη
Μουσική – Ενορχήστρωση – Τραγούδια: Χάρης Βλαστάκης, Ανθή Γουρουντή
Βοηθός σκηνοθέτη: Λευτέρης Παπακώστας
Β΄ βοηθός σκηνοθέτη: Κατερίνα Παρισσινού
Φωνητική προετοιμασία: Κλεοπάτρα Παπαχειμώνα
Σκηνική επίβλεψη – Επιμέλεια κοστουμιών: Σπύρος Γκέκας
Εικαστική επιμέλεια – Γραφιστικά: Σταύρος Παπαγιάννης – Stage Design Office
Φροντιστήριο: Φραγκίσκος Δακτυλίδης
Ερμηνευτές: Τσιμάρας Τζανάτος, Νικόλαος Χαλδαιάκης, Κατερίνα Παρισσινού και το πειραϊκό φωνητικό σύνολο Libro Coro
Συνεργάζονται: Χριστίνα Ασημακοπούλου (σοπράνο), Λευτέρης Παπακώστας (ηθοποιός)
Συμμετέχει: Η Δήμητρα Μακρυγιάννη
Μουσικοί: Σταυρούλα Μέντη (βιολί), Στάθης Κοντοπάνος (ούτι), Δημήτρης Ασλανίδης (κοντραμπάσο), Ανθή Γουρουντή (πιάνο), Ευφροσύνη Γιαννή (Κιθάρα – φωνή), Νικόλαος Χαλδαιάκης (τραγούδι).

* Στην παράσταση ακούγεται το τραγούδι «Πέραμα» του Γιάννη Μαρκόπουλου, με την ευγενική παραχώρηση του ιδίου. Ποίηση Γιώργου Χρονά.

«Τη μέρα που ήρθα και σε βρήκα
κάτω στο Πέραμα με τους γέρους
στη θάλασσα να βρίζεις
τη κάμαρα που σε γέννησε
και τον Ξέρξη
Στάθηκα δίπλα σου και σου είπα
τα κεραμίδια θα γίνουνε τσιμέντο
τα ξύλα θα γίνουνε πέτρες
η αγάπη θα γίνει χρήμα
Τη μέρα που ήρθα και σε βρήκα
κάτω στο Πέραμα με τους γέρους
στάθηκα δίπλα σου και σου είπα
θα μας ξεχάσουνε την Πέμπτη
το Σάββατο, το Σάββατο την ίδια ώρα
θα αναστηθούμε».

Η «αέρινη» Δήμητρα Μακρυγιάννη παρακολουθεί έναν καυγά εν εξελίξει…

Παράσταση σε ταβέρνες
Ώρα προσέλευσης: 20:30.
Αναλυτικά οι τοποθεσίες:
Σάββατο 10 Ιουνίου | «Ρεβαίζι» Θερμοπυλών 28, Πειραιάς
Κυριακή 11 Ιουνίου | «Ρεβαΐζι» Θερμοπυλών 28, Πειραιάς
Δευτέρα 12 Ιουνίου | «Μπαρμπαδήμος» Αγ, Γεωργίου 76, Κορυδαλλός
Πέμπτη 15 Ιουνίου | «Ρούκουνας» Ελ. Βενιζέλου 166, Κερατσίνι
Παρασκευή 16 Ιουνίου | «Ρούκουνας» Ελ. Βενιζέλου 166, Κερατσίνι
Δευτέρα 19 Ιουνίου | «Ρεβαΐζι» Θερμοπυλών 28, Πειραιάς
(Εδώ να θυμίσω πως το «Ρεβαΐζι», ο «Ρούκουνας» και ο «Μπαρμπαδήμος» ήταν – και είναι – από τα πιο ιστορικά στέκια στο Πειραιά, στο Κερατσίνι και στον Κορυδαλλό).

Η απροσδόκητη χαρά της συλλογικότητας.
Η χαρά είναι σαν βουτιά σε βαθιά θάλασσα από ψηλό βράχο. Σου κόβει την ανάσα, για να σε κάνει να αισθανθείς πως ξαναγεννήθηκες…
* Αφιερωμένο σε όλους αυτούς που πέσαμε μαζί στην ίδια θάλασσα και βγήκαμε καράβια. Και σε αυτούς που όλες αυτές τις μέρες μοιραστήκαμε τη χαρά μιας γιορτής.
ΥΓ: Και η γιορτή μόνο ως «συλλογικό»  αίσθημα υφίσταται. Ουδείς γιόρτασε ποτέ μόνος του…
Τ.Τ. Η φωτογραφία από τον χαιρετισμό στο «Ρεβαΐζι». Από δεξιά: Κατερίνα Παρισσινού, Χριστίνα Ασημακοπούλου, Τσιμάρας Τζανάτος, Λευτέρης Παπακώστας, Δήμητρα Μακρυγιάννη.

Εκτός από το «Πέραμα», όλοι οι άλλοι στίχοι που δημοσιεύονται στο παραπάνω κείμενο είναι του Τσιμάρα Τζανάτου, «κλεμμένοι» από την προσωπική του σελίδα στο facebook.


***
«Στην Αθήνα…» Στίχοι και μουσική του Παναγιώτη Τούντα. Χασάπικο του 1930. Τραγουδάει ο Κώστας Νούρος. Μπορείτε να το ακούσετε: ΕΔΩ

eirini aivaliwtouΚώστας Νούρος. Με έναν αμανέ ξύπνησε πάλι τον Πειραιά και ξεσήκωσε το Φεστιβάλ
Περισσότερα

«Όταν ο Λύκος», μικρές ιστορίες παραμυθίας που δεν ειπώθηκαν ποτέ

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Λύκος. Θηλαστικό. Της τάξης των Σαρκοφάγων.
Είναι μερικοί φόβοι που μοιάζουν να αντέχουν στις δαγκωματιές του χρόνου. Ξεπερνάμε το συναίσθημα του φόβου όταν ο εγκέφαλός μας «πεισθεί» ότι δεν κινδυνεύουμε. Αν όμως εκτεθούμε ξανά στις «επίφοβες» συνθήκες, το συναίσθημα ξαναγεννιέται εξίσου ισχυρό.
«…Λύκος. Σαρκοφάγο ζώο που τρώει τους αδυνάτους. Και τους άλλους. Όλους…».
Πολλές φορές πιστεύουμε πως έχουμε δίπλα μας ένα τρυφερό σώμα, ότι φιλάμε κάτι όμορφο. Παραμερίζουμε, του κάνουμε χώρο στο κρεβάτι μας, στη ζωή μας. Είναι κάτι νύχτες όμως, που ξυπνάμε έντρομοι. Και βλέπουμε το γυαλιστερό του τρίχωμα, τα μυτερά του δόντια, τα μάτια του που γυαλίζουν υπνωτιστικά στο σκοτάδι. Το δόντια του που μπήγονται στο λαιμό μας, τα νύχια του που χαράζουν βαθιά το δέρμα μας, ανοίγοντας αιμάτινα αυλάκια. Η ανάσα του καυτή στο πρόσωπό μας. Τότε δεν έχουμε παρά να του χαϊδέψουμε στοργικά τη ράχη. Να ημερέψουμε το τέρας. Να συμφιλιωθούμε μαζί του και να εκμυστηρευτούμε τον εφιάλτη μας.
Η θεατρική ομάδα med-ἄ παρουσίασε, σε σκηνοθεσία Παναγιώτη Μπαρμπαγιάννη, το έργο «Όταν ο Λύκος» στην κεντρική σκηνή του θεάτρου «Επί Κολωνώ» για δύο παραστάσεις, τον Ιούνιο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Off Off Athens. Μετά τις παραστάσεις πέρσι το χειμώνα, ο «Λύκος» επέστρεψε καλοκαιριάτικα, κυνικός, πλήρως αλλαγμένος και με ακόμη πιο άγριες διαθέσεις.
Ιστορίες παιδιών, μικρά παραμύθια που δεν τα άκουσε ποτέ κανείς… Που δεν τόλμησαν ποτέ να ειπωθούν. Τα παραμύθια αυτών των παιδιών δεν είναι εύπεπτα αφηγήματα. Είναι ο λύκος της ψυχής που τραγουδάει στο δάσος της ζωής. Είναι ανθρώπινα δρώμενα, λυτρωτικές παραμυθίες. Παραμυθία πάει να πει παρηγοριά, μαγικό ελιξίριο που ταξιδεύει θαρραλέα μες στο χρόνο, μεταμορφώνεται από τόπο σε τόπο χωρίς να αλλοιώνεται. Παρηγοριά για όποιον έχει πληγωθεί από μια σκληρή πραγματικότητα. Κι αυτό είναι που η ομάδα «Med-ἄ» υπονοεί. Ότι στην πραγματικότητα ο λύκος δεν είναι πάντα «ο άλλος». Ούτε και ο θύτης. Όποιος περπάτησε στο δάσος δεν είναι τόσο αθώος. Γιατί χόρεψε ανερυθρίαστα μεταξύ χθόνιου και υποχθόνιου κόσμου. Τόλμησε το ασύλληπτο, το απαγορευμένο…
Οι εμπειρίες εγγράφονται ανεξίτηλα στη μνήμη μας και προκαλούν ψυχικά τραύματα. Η κακοποίηση είναι πόνος. Βαθύς, ανεξίτηλος, ανείπωτος. Σημαδεύει συχνά ανεπανόρθωτα και δημιουργεί τραύματα που με μεγάλο κόπο επουλώνονται. Η τραυματική εμπειρία μπορεί να αλλάξει αρνητικά την εξέλιξη της ζωής ενός ανθρώπου, δημιουργώντας σημαντικές βλάβες στην ψυχολογική του ανάπτυξη. Το τραύμα επιφέρει επίσης μετατραυματικό άγχος.
Οι ιστορίες των παιδιών πάντα λέγονται με λόγια. Η ομάδα «Μed-ἄ» όμως υποστηρίζει ότι κάποιες δεν ειπώθηκαν ποτέ και μας τις αποκαλύπτει.

Το «Όταν ο Λύκος» είναι μια πολυεπίπεδη παράσταση, που απευθύνεται στους ψυχαναλυτές και στους παιδαγωγούς αλλά και σε όλους τους θεατές και σε όσους τους απασχολεί το θέμα της δόμησης του εαυτού.
Ένα έργο για την παιδική ηλικία, η οποία αποτελεί ένα θέμα που συγκινεί διαχρονικά κάθε άνθρωπο… Γεγονός που εξηγείται ψυχολογικά καθώς ο καθένας ταυτίζει το παιδί με τον εαυτό του ή με το παιδί που υπήρξε -ή δεν υπήρξε- στο παρελθόν.
Η δύναμη του παρελθόντος έρχεται από το μέλλον. Υπάρχει το πάντα ζωντανό και πάντα επικυρωμένο παρελθόν, σύμφωνα με τον Σαρτρ. Υπάρχει το αμφίσημο παρελθόν, ένα παρελθόν που συγκρατούμε πλαγίως γιατί έπαυσε να μας αρέσει, γιατί μας τραυμάτισε. Δεν παύει όμως να κάνει την προβολή του και να αφήνει το εντύπωμά του στο παρόν.
Σε μια πορεία αυτογνωσίας οι ήρωες, χωρίς την παραμικρή δυνατότητα διαφυγής πια, εξιστορούν τις δικές τους αλήθειες, θέτοντας συνεχώς το ερώτημα της ευθύνης τους. Μια αναπόληση μέσα στον παραλογισμό που βίωσαν. Τα τρυφερά χρόνια της «αθωότητας» που πάντα ο καθένας μας, φανερά ή κρυφά, φέρνει στην καθημερινότητά του εξαγνίζοντάς τα. Κι έτσι ασφαλής μπορεί να ανακαλέσει εκ νέου την πολυπόθητη διάσταση της παιδικής του ανεμελιάς σαν άλλοθι και σαν ζητούμενο της ύπαρξής του.
«…Όταν ήμουνα μικρός, ολάκερος ο κόσμος ήταν ψέμα. Η μαμά μου έλεγε πως κάθε βράδυ ο ήλιος κρύβεται για να βγούνε τα αστέρια. Έλεγε ότι τα παραμύθια είναι ζωντανά και οι λύκοι πάντα πεθαίνουνε στο τέλος. Όμως ποτέ δεν είπε ποιος θα τους σκοτώσει.
Και τώρα φοβάμαι πραγματικά… δε θέλω να πεθάνω…».

Ο λύκος ως σύμβολο

Για μεγάλο διάστημα στην ιστορία της ανθρωπότητας ο λύκος είχε γίνει σύμβολο εξουσίας, κινδύνου και αγριότητας. Ορμώμενοι από την ωμή πραγματικότητα, οι παραμυθάδες άλλων εποχών, έπλασαν τις δικές τους ιστορίες, που είχαν πρωταγωνιστή τον μεγάλο κακό λύκο…
Αυτό εμφανίζεται έντονα και στην Αγία Γραφή, όπου οι λύκοι αναφέρονται δεκατρείς φορές ως σύμβολα της απληστίας και της καταστροφής. Μεγάλο μέρος του συμβολισμού που χρησιμοποιήθηκε από τον Ιησού στην Καινή Διαθήκη, περιστράφηκε γύρω από την ποιμαντική κουλτούρα του Ισραήλ, και εξήγησε τη σχέση του με τους οπαδούς του, ως ανάλογη με εκείνην ενός καλού ποιμένα που προστατεύει το κοπάδι του από τους λύκους. Μια καινοτομία για την «εικόνα» των λύκων, περιλαμβάνει την έννοια του «λύκου με ένδυμα προβάτου», για να προειδοποιήσει τους ανθρώπους κατά των ψευδοπροφητών. Η μεταγενέστερη, μεσαιωνική χριστιανική λογοτεχνία ακολούθησε και επέκτεινε τη Βιβλική διδασκαλία σχετικά με τον λύκο. Εμφανίστηκε στο έργο του 7ου αιώνα «Φυσιολόγος» (Physiologus), διδακτικό σύγγραμμα στην ελληνική γλώσσα, στο οποίο εγχέονται παγανιστικές ιστορίες στο πνεύμα και τη μυστικιστική διδασκαλία της χριστιανικής ηθικής. Στον «Φυσιολόγο» οι λύκοι απεικονίζονται ικανοί να «βουβάνουν τους ανθρώπους μόνο με μια ματιά τους» και ότι, έχουν μόνο «έναν αυχενικό σπόνδυλο».
Όπως συνέβη και με τον Αίσωπο, αρκετοί συγγραφείς και ερευνητές υποστήριξαν ότι η συγκεκριμένη «εικόνα» των λύκων, όπως παρουσιάζεται από το κεντρικό πρόσωπο του χριστιανισμού, συνέβαλε πολύ στην αρνητική αντίληψη της πλατιάς λαϊκής μάζας για το ζώο, κάτι που νομιμοποίησε τις διώξεις που υπέστη ο λύκος σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο, κατά τους αιώνες που ακολούθησαν.
Σε κάθε περίπτωση, το παλαιό παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας, με πρώτη γραπτή αναφορά το 1697, από τον Σαρλ Περό και με διασημότερη εκδοχή εκείνη των Αδελφών Γκριμ, θεωρείται ότι άσκησε τη μεγαλύτερη επιρροή από οποιαδήποτε άλλη πηγή της λογοτεχνίας, στη διαμόρφωση αρνητικής φήμης για τον λύκο σε ολόκληρο τον κόσμο. Επίσης «διαβόητος» υπήρξε και ο «Κακός Λύκος», ακόμη και ως κόμικ, από την ταινία κινουμένων σχεδίων, του 1933, «Tα Τρία Γουρουνάκια» («Three Little Pigs»), παραγωγής του στούντιο Ντίσνεϊ.
Ο συγγραφέας Farley McGill Mowat λέει χαρακτηριστικά: «Έχουμε καταδικάσει τον λύκο όχι γι’ αυτό που είναι, αλλά γι’ αυτό που σκόπιμα και λανθασμένα αντιλαμβανόμαστε ότι είναι: η μυθοποιημένη επιτομή ενός πρωτόγονου, αδίστακτου δολοφόνου που, στην πραγματικότητα, δεν είναι παρά ο αντικατοπτρισμός του δικού μας ειδώλου για τις δικές μας αμαρτίες».

Στην παράσταση ο λύκος χρησιμοποιείται ως ένα σαφές σύμβολο απειλής αλλά και ως μια βαθιά ανάγκη για ζωντάνια.

Με ατμοσφαιρικές σκιές, με αιμάτινα σημάδια, με τα πόδια των ηθοποιών βυθισμένα στο φρεσκοσκαμμένο χώμα, η θαυμάσια ομάδα, αποτελούμενη από τους ικανότατους νέους ηθοποιούς Δέσποινα Κυπριζλή, Δήμητρα Πρέκα, Όλγα Χαζάπη, Παναγιώτη Μπαρμπαγιάννη, Σαφήκα Καντούρα, Χαρίδημο Ξενικάκη, έδωσε μια σκοτεινή και καλλιτεχνικά παιγνιώδη παράσταση.
Επιτυχημένο το δέσιμο των ιστοριών, έντονο το ψυχολογικό φορτίο, ουσιαστική η σκηνοθετική ματιά και εντυπωσιακό το σκηνικό περιβάλλον. Η πολύ καλή εναρμόνιση της κίνησης με τη μουσική, τα ευρήματα και η φαντασία, οι πρωτότυποι φωτισμοί, τα μεστά κείμενα έδωσαν στο κοινό μια παράσταση που αποτελεί μια σύγχρονη αλληγορία για τον πολιτισμό και την αγριότητα. Ένα σπονδυλωτό παραμύθι με ρεαλιστικό λόγο, με καταστάσεις που θυμίζουν ιστορίες από τα δελτία ειδήσεων και θέμα τη σύγκρουση και τη βία. Ανάμεσα στις γενιές, ανάμεσα στο εγώ και το είναι, ανάμεσα στην ανθρώπινη φύση και τις κοινωνικές συμβάσεις που την περιορίζουν.
Μια ωραία και εμπνευσμένη θεατρική δουλειά. Είθε οι νέοι καλλιτέχνες να δημιουργούν ανάλογα θεάματα ώστε να παίρνει το κοινό δύναμη και ελπίδα, τώρα που η χώρα μας κινδυνεύει προδιαγεγραμμένα να γκρεμοτσακιστεί.

Ταυτότητα παράστασης

Σκηνοθεσία:
Παναγιώτης Μπαρμπαγιάννης
Μουσική Σύνθεση:
Rami Winston
Φωτισμοί – Τεχνικός:
Πάνος Γιατρός

* Την ομάδα αποτελούν:
Δέσποινα Κυπριζλή
Δήμητρα Πρέκα
Όλγα Χαζάπη
Παναγιώτης Μπαρμπαγιάννης
Σαφήκα Καντούρα
Χαρίδημος Ξενικάκης

* Δευτέρα 12 Ιουνίου 2017, 20:45
Τρίτη 13 Ιουνίου 2017, 22:00
Θέατρο Επί Κολωνώ
Ναυπλίου 12 και Λένορμαν 94, Κολωνός
Φεστιβάλ Off Off Athens

* Ο Παναγιώτης Μπαρμπαγιάννης ζει στην Αθήνα και εργάζεται ως εργοθεραπευτής. Σπούδασε στο Εργαστήρι Παιδαγωγικής Θεάτρου και Θεατρικού Παιχνιδιού «Λάκης Κουρετζής» και συμμετέχει σε ομάδες θεατρικού παιχνιδιού με την ιδιότητα του εμψυχωτή. Πήρε μέρος στο studio συγγραφής θεατρικού έργου του Εθνικού Θεάτρου τον χειμώνα του ‘15. Το 2012 ανέβηκε το έργο του «Μόνος μου και κάτι ψιλά» από τη θεατρική ομάδα «Χτύπος» και το 2014 το «Μου ‘πες κι εγώ» από τη θεατρική ομάδα «med ά» στον Πολυχώρο Vault Theatre Plus. Επίσης ήταν μέλος της ομάδας τελειοφοίτων του Θεάτρου Ημέρας στη συγγραφή του έργου «Ταξιδεύοντας με την Πηνελόπη Δέλτα» (παιδική παρ

eirini aivaliwtou«Όταν ο Λύκος», μικρές ιστορίες παραμυθίας που δεν ειπώθηκαν ποτέ
Περισσότερα

«Colossus», ταξίδι μεταξύ ονείρου και εφιάλτη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

«Novus Ordo Seclorum»
«Ξαναγεννιέται από την αρχή ο μέγας των αιώνων κύκλος»
Βιργίλιος

Ο «Αγαμέμνων», το πιο εκτεταμένο από τα σωζόμενα δράματα του Αισχύλου, ξεκινάει με μια ατμόσφαιρα ελπίδας ανάμεικτης με σκοτεινά προαισθήματα, καθώς ο φρουρός στη στέγη του παλατιού στο Άργος παρακολουθεί με αγωνία να δει το σημάδι της φωτιάς να αναγγέλλει την πτώση της Τροίας. Όταν το σημάδι αυτό φάνηκε, τα νέα επιβεβαιώθηκαν και από έναν κήρυκα που φτάνει στο παλάτι σχεδόν συγχρόνως, χωρίς έγνοια για τη σύμβαση του χρόνου. Η Κλυταιμνήστρα, η γυναίκα του Αγαμέμνονα, παρουσιάζεται να πανηγυρίζει, ο Χορός όμως των Αργείων γερόντων θυμίζει ότι ο Αγαμέμνονας θυσίασε την κόρη τους Ιφιγένεια στο βωμό της φιλοδοξίας του, για να μπορέσει ο ελληνικός στόλος να αποπλεύσει από την Αυλίδα, και αναλογίζεται με μελαγχολία τις πιθανές τραγικές συνέπειες. Εν τω μεταξύ φτάνει ο Αγαμέμνονας φέρνοντας μαζί του ως παλλακίδα του την αιχμάλωτη Τρωαδίτισσα πριγκίπισσα Κασσάνδρα. Η Κλυταιμνήστρα τον υποδέχεται ύπουλα και κατόπιν τον οδηγεί μέσα στο παλάτι, αφού τον εμπλέξει στην ύβρη να πατήσει τον ολοπόρφυρο τάπητα που του έχει στρώσει, σαν να ήταν θεός. Η βασίλισσα όμως σχεδιάζει να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα για να εκδικηθεί τη σκληρή του απόφαση να θυσιάσει την κόρη τους Ιφιγένεια, αλλά και για το γεγονός ότι επέστρεψε εμφανιζόμενος επισήμως με την αιχμάλωτη Κασσάνδρα ως σύντροφό του.
Η Κασσάνδρα, που μέχρι το σημείο αυτό παραμένει βουβή, περνάει τώρα σε μια έξαλλη προφητεία, προβλέποντας το φόνο του Αγαμέμνονα και το δικό της, και, έχοντας οράματα από τα προηγούμενα φρικιαστικά εγκλήματα των Ατρειδών, ξεσπάει σε παραληρηματικό θρήνο. Τελικά μπαίνει μέσα στο παλάτι, ξέροντας ότι βαδίζει προς το θάνατό της.

Κατά τη δεκαετή απουσία του, η Κλυταιμνήστρα έχει κι αυτή βρει ερωτικό σύντροφο και στήριγμα αλλά και βασιλιά επί της ουσίας στο πρόσωπο του Αίγισθου, εξαδέλφου του Αγαμέμνονα. Αυτός με τη σειρά του θεωρεί ότι του ανήκει δικαιωματικά ο θρόνος και βρίσκεται κι εκείνος δέσμιος δραμάτων από το παρελθόν, σε έναν φαύλο κύκλο εγκλημάτων πάθους, αιμομιξιών, και λατρείας για την εξουσία. Ο πατέρας του συγκεκριμένα, ο Θυέστης, ήταν αδελφός του Ατρέα, του πατέρα του Αγαμέμνονα. Τα δύο αδέλφια, Ατρέας και Θυέστης, διέπραξαν πολλές βιαιότητες και απάτες για να αρπάξει ο ένας από τον άλλο το θρόνο και τελικά ο Ατρέας έφτασε στο σημείο να σκοτώσει και να μαγειρέψει τα ανίψια του, δηλαδή τα παιδιά του Θυέστη, και μετά να τον καλέσει ανυποψίαστο σε ένα μακάβριο δείπνο. Στο τέλος του δείπνου ο Ατρέας τού αποκάλυψε χαιρέκακα ότι είχε μόλις φάει τα ίδια του τα παιδιά και σαν τρελός ο Θυέστης έφυγε αποφασισμένος για εκδίκηση. Σύμφωνα με ένα χρησμό θα έπαιρνε το αίμα του πίσω μόνον αν αποκτούσε γιο με αιμομιξία, από την ίδια του την κόρη -έτσι και έκανε. Ο καρπός αυτής της σχέσης ήταν ο Αίγισθος. Ο Αίγισθος φέρεται να σκότωσε τον Ατρέα και έτσι να βρέθηκε μαζί με τον πατέρα του στο θρόνο, διώχνοντας τον Αγαμέμνονα και τον Μενέλαο στη Σπάρτη. Όταν ο Αγαμέμνονας ανελίχθηκε στο θρόνο της Σπάρτης εξεδίωξε τον Θυέστη και τον Αίγισθο. Ο Αίγισθος όχι μόνο μισούσε τον Αγαμέμνονα ως παιδί του άνδρα που διέπραξε το προαναφερθέν αποτρόπαιο έγκλημα εις βάρος των αδελφών και του πατέρα του, αλλά και ως εκείνον που -στα δικά του μάτια- κατείχε άνομα την εξουσία. Επιπλέον ο ίδιος ήταν ο μόνος που είχε απομείνει ζωντανός από τη βασιλική πλευρά του Θυέστη και συνιστούσε απειλή για τον Αγαμέμνονα, ο οποίος και τον είχε εξορίσει.

Η Ορέστεια δεν είναι μόνο ένα από τα κείμενα που σημάδεψαν τη γέννηση του ευρωπαϊκού θεάτρου, αλλά αποτελεί και το λίκνο του ενδιαφέροντος κάθε σκηνοθέτη για το θέατρο. Ένα κείμενο που γράφτηκε πάνω από 2.500 χρόνια πριν, ακόμη μας αγγίζει και ακόμη είναι σημαντικό για μας. Στην Ορέστεια μια κοινωνία αντικατοπτρίζεται, με αφηγηματικά στοιχεία που συναντιούνται στους παραδοσιακούς μύθους. Όπως ο φαύλος κύκλος της βίας, η Πειθώ, ο Οίκος και η Πόλις, το Άρρεν και το Θήλυ.
Τι υποδηλώνει η μορφή του Αγαμέμνονα και ποια είναι η θέση της Κλυταιμνήστρας απέναντί του, τη στιγμή που αυτός έχει θυσιάσει την κόρη τους Ιφιγένεια χάριν της ευόδωσης της εκστρατείας στην Τροία;
Ο Αγαμέμνων θυσίασε την κόρη του Ιφιγένεια δίνοντας λύση σε ένα δυσβάσταχτο δίλημμα – αν θα ζήσει το παιδί του ή αν θα επιλέξει αυτός την εκστρατεία στην Τροία με κόστος τη ζωή της Ιφιγένειας. Ο Αγαμέμνων έκανε έναν πόλεμο, για ασήμαντη φαινομενικά αφορμή – ως απάντηση στην αρπαγή «της Ωραίας Ελένης», γυναίκας «πολύανδρου». Τον πόλεμο αυτό τον κέρδισε με δόλο, με τον γνωστό Δούρειο Ίππο, κατόπιν παρότρυνσης του Οδυσσέα.

Ο Αισχύλος αποκωδικοποιεί βαθιές πραγματικότητες της ανθρώπινης ψυχής και της ανθρώπινης σκέψης βάζοντας τα χέρια του «επί τον τύπον των ήλων». Ο Φρόιντ (Freud) είχε μιλήσει για ένα ενοχικό υπόβαθρο στην ανθρώπινη ψυχή που καραδοκεί για να εκφραστεί σαν τέτοιο με την πρώτη δυνατή κατηγορία που θα διατυπωθεί και το οποίο έχει τις ρίζες του κάτω και από αυτό το ίδιο το ατομικό ασυνείδητο.
Η βαθιά και «ρηξιγενής» πραγματικότητα της ανθρώπινης ψυχής, σύμφωνα με τη Ζακλίν ντε Ρομιγί, ζητεί την αποκωδικοποίηση στην «Ορέστεια» καθώς έρχεται στο φως μέσα από προβληματικές αμιγώς πολιτισμικές (η έννοια του φόνου και της εκδίκασής του) – προβληματικές πρωτίστως του ορθού λόγου. Σ’ αυτό που δεν δίνεται απάντηση στην Ορέστεια είναι αν και πώς είναι δυνατόν ο δυτικός άνθρωπος να πετύχει την ειρήνη με τον εαυτό του, στρέφοντας με το μέρος του τα αρχαϊκά κομμάτια της ψυχής του και εξασφαλίζοντας την τόσο ποθητή γι’ αυτόν απενοχοποίηση. Αυτό το ερώτημα ο Αισχύλος αφήνει εμάς να το απαντήσουμε.

Η γυναίκα

Η παράσταση «Colossus» (Kολοσσός) του Θάνου Παπακωνσταντίνου, που παρουσιάστηκε στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, είναι μια σκηνική σύνθεση με αφορμή τον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου. Πρόκειται για το τρίτο και τελευταίο τμήμα μιας τριλογίας, που τόσο δραματουργικά όσο και σκηνοθετικά προτείνει μια ελεύθερη απόδοση της «Ορέστειας» του Αισχύλου, μετά το «Venison» (Kρέας από κυνήγι) και το «Pedestal» (Βάθρο).
Η Μαρία Καλλιμάνη συνεργάστηκε γι’ αυτή την παράσταση με τον Θάνο Παπακωνσταντίνου, έναν πρωτοποριακό σκηνοθέτη που δραστηριοποιείται κυρίως στη Γερμανία. Η εκλεκτή ηθοποιός ερμήνευσε το ρόλο της Μητέρας – Κλυταιμνήστρας στη σκηνική σύνθεση «Colossus» (Kολοσσός).
Έχοντας μια σαφή αναφορά στα ολοκληρωτικά καθεστώτα του 20ού αιώνα, και πιο συγκεκριμένα στη θέση της γυναίκας μέσα σε αυτά, παρακολουθούμε την πορεία μιας γυναίκας και τη μεταμόρφωσή της, από πιστή ακόλουθο, υποδειγματική σύζυγο και καλή μητέρα σε μυθικό τέρας που επιθυμεί την απόλυτη καταστροφή των πάντων. Ρόλο που ιστορικά έπαιξαν οι σύζυγοι, οι αδελφές, οι ερωμένες και οι κόρες των ναζί στη χιτλερική Γερμανία και στο Ολοκαύτωμα των Εβραίων.

Ο πόλεμος

Στην πρώτη εικόνα, ένας Χορός στρατιωτών στο κάλεσμα ενός ολοκληρωτικού πολέμου που μαίνεται εκτός των τειχών της χώρας αποχωρεί και στη συνέχεια παρατάσσει επί σκηνής τα λάφυρα του πολέμου – τα ματωμένα ρούχα των ηττημένων. Ένα μνημείο της ιστορίας του κόσμου. Ένα μνημείο του πολέμου, που είναι παλιός σχεδόν όσο ο άνθρωπος και αγγίζει μυστικές πλευρές της ανθρώπινης καρδιάς, όπου το «εγώ» διαλύει τη λογική της σκοπιμότητας, όπου κυριαρχεί η φαντασία, όπου υπερτερεί το συναίσθημα, όπου βασιλεύει το ένστικτο. Τα μαθήματα της Ιστορίας μας θυμίζουν ότι τα κράτη στα οποία ζούμε, οι θεσμοί τους, ακόμη και οι νόμοι τους μάς δόθηκαν έπειτα από συγκρούσεις που συχνά έχουν κοστίσει πολύ αίμα. Υπάρχουν οι πόλεμοι που μορφοποιήθηκαν στην εποχή που πρώτη ύλη ήταν κυρίως η πέτρα, κατόπιν το σίδερο, υστερότερα η ανθρώπινη σάρκα και τέλος η φωτιά. Υπάρχουν πόλεμοι του 20ου αιώνα, του πιο πολεμικού αιώνα, στη διάρκεια του οποίου ο πόλεμος μετατράπηκε από «μέσο της πολιτικής» σε αυτοσκοπό. Αίμα, αίμα, αίμα παντού… Στη σκηνή ματωμένα νήματα, ανθρώπινα μέλη και αντικείμενα εξάρτυσης, όλα βαμμένα σκούρα απ’ το αίμα.

Ο άνδρας

Στη δεύτερη εικόνα, βλέπουμε σκηνές από τη ζωή μιας γυναίκας στο εσωτερικό ενός σπιτιού. Ο άντρας της πολεμάει στο μέτωπο και αυτή τον περιμένει διατηρώντας την εστία του σπιτιού σε τάξη. Ένα κορίτσι από τον χώρο των νεκρών, όμως, την επισκέπτεται και διαβρώνει με την παρουσία της το ιδανικό της οικογενειακής ευτυχίας. Η εμπόλεμη ζώνη επεκτείνεται και εντός της οικίας.
Η γυναίκα στοιχειώνεται από εικόνες καταστροφής και θανάτου. Ο άντρας επιστρέφει από το μέτωπο με τα λάφυρα της νίκης. Η γυναίκα τον υποδέχεται με ένα δείπνο, στο τέλος του οποίου τον θυσιάζει με τη σειρά της στο όνομα μιας νέας τάξης πραγμάτων, όπου η πατροπαράδοτη τάξη των πραγμάτων καταλύεται. Πρέπει να επιστρέψουμε στην κατάσταση αγριότητας, όλα πρέπει να καταστραφούν για να υπάρξει κάποτε μια νέα αρχή. Μην ξεχνάμε πως ο Άλντους Χάξλεϊ περιέγραψε το κράτος του μέλλοντος ως την «τελική επανάσταση», μία «δικτατορία χωρίς δάκρυα» όπου οι άνθρωποι «αγαπούν τη δουλεία τους».
Στην τελευταία εικόνα, η γυναίκα ντύνεται με τα ρούχα των νεκρών. Ολόκληρο το δάπεδο με τα ρούχα των ηττημένων γίνεται το ένδυμά της. Η ίδια γίνεται τελικά ένα νέο μνημείο, ένα μυθικό τέρας – παγωμένο και βουβό.

Το άγριο αίμα

Η πορεία της τριλογίας «Carnage» ακολουθώντας -όχι τυχαία- μια αντίστροφη σειρά, επιχειρεί να αποτυπώσει σκηνικά τη διαδρομή του ανθρώπου από ένα οργανωμένο πολιτειακό σύστημα προς μια κοινωνία αυτοδικίας, σε αντίθεση με αυτήν που προτείνεται στην Ορέστεια του Αισχύλου, όπου ο άνθρωπος περνά με τα παθήματά του από το ματωμένο κύκλο της αυτοδικίας προς την πολιτειακή και θεσμική οργάνωση του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Ο λόγος έρχεται σαν ακόμα ένα στοιχείο της σύνθεσης. Η δομή της οικογένειας και οι εξουσιαστικές σχέσεις μέσα σ’ αυτήν, η πίστη σ’ ένα σύστημα θρησκευτικό ή κοινωνικό, η τύφλωση του πιστού μέσα στη βεβαιότητα και την ασφάλεια του αισθήματος του «ανήκειν», τα ζητήματα των φύλων που σαν αντίρροπες δυνάμεις έλκουν και απωθούν το ένα το άλλο και η «άγρια» καταγωγή του ανθρώπου είναι θέματα που πλέκουν τον ιστό της αφήγησης στο «Colossus». Ολόκληρος ο κόσμος της παράστασης χτίστηκε γύρω απ’ την παραδοχή ότι ο άνθρωπος, όσο και να προσπαθεί να εξελιχθεί, δεν μπορεί να ξεφύγει απ’ το άγριο αίμα που κουβαλά σαν κληρονομιά μέσα του.

 

Ο σκηνοθέτης

Ο Θάνος Παπακωνσταντίνου, ένας ευαίσθητος δέκτης και οξυδερκής πομπός των προβλημάτων της σύγχρονης εποχής, μας δείχνει ότι όλες οι επαίσχυντες δυνατότητες της συμπεριφοράς και της διαγωγής του ανθρώπου ενσαρκώνονται και συγκεκριμενοποιούνται σ’ ένα μικρό αριθμό καταστάσεων, σε σκηνικές εικόνες και σε μερικές απλές πράξεις.

Μας παραδίδει μια αινιγματική και στυλιζαρισμένη σουρεαλιστική παράσταση, απόκοσμη, τρομακτική και με ιδιαίτερη δομή. Ένα πεδίο αλληλο-εμπλεκόμενων πραγματικοτήτων με μια συζυγοκτονία, μια παιδοκτονία που έχει προηγηθεί και μια μητροκτονία που έπεται.

Η έλλειψη πραγματικής επικοινωνίας και η ψυχική απομόνωση, παρά τη φυσική εγγύτητα, είναι μερικά από τα επικρατούντα στοιχεία στον «Κολοσσό», ενώ σποραδικές φράσεις υπαινισσόμενες κάποιο βαθύτερο μυστήριο αλλά αποκομμένες από συμφραζόμενα δημιουργούν μία ξεχωριστή αίσθηση.

Το εικαστικό σύμπαν

Το διαμέρισμα του Μεσοπολέμου με τον ιδιότυπο φωτισμό και τα ελάχιστα αλλά εμβληματικά έπιπλα, η βραδύκαυστη, υπνωτιστική ροή και τα περιστασιακά εμβόλιμα επεισόδια, οι μονόλογοι, η παρουσία της τερατώδους αλλά και βλακώδους, δαιμονικής στρατιάς η οποία φαίνεται να ελέγχει τα δρώμενα, οι γύπες – τοτέμ, ο τάφος – θυσιαστήριο από όπου σχεδόν στα πόδια των θεατών ξεπροβάλλει η θαμμένη Ιφιγένεια-Κασσάνδρα, συντηρούν αμείωτο το αγωνιώδες ενδιαφέρον του θεατή. Επίσης υπάρχει και η εμφάνιση του λαγού ως καθρέφτη των προσωπικών φόβων του καθενός, ενός ζώου που παραδοσιακά συνδέεται με τη γονιμότητα, την αυτοθυσία, την άνοιξη, τη νύχτα, τη σεξουαλικότητα.

Με προσεκτικά σχεδιασμένες ηχητικές σιωπές και εικαστικά σκοτάδια πάνω σε ήπια χρώματα, η παράσταση έμοιαζε να αψηφά εσκεμμένα κάθε λογική εξήγηση ή αφηγηματική σύμβαση και να μιλά απευθείας στο ασυνείδητο.

Τεράστιες αντιθέσεις φωτεινότητας, εικαστικές λεπτομέρειες, πανέμορφα κοστούμια, ατμοσφαιρικά ονειρική μουσική επένδυση και ο ίδιος ο εξαιρετικός Θάνος Παπακωνσταντίνου στο ρόλο του Άνδρα – Αγαμέμνονα, δημιουργούν ένα σύμπαν εφιαλτικό και παράδοξο. Μια εικαστική συρραφή από παραισθητικές εικόνες σχετικές με την αδυσώπητη φύση κάθε ολοκληρωτικού συστήματος και τα τέρατα του φασισμού.

Ένα άθροισμα γοητευτικά ανησυχαστικών εικόνων διαποτισμένων από την αίσθηση της διάχυτης επικείμενης απειλής, ενός επερχόμενου ακαθόριστου κινδύνου, ενός βιολογικού εκφυλισμού.

Ένας ερεβώδης κόσμος, όπου επικρατούν η βία, ο φόβος, ο νοσηρός ερωτισμός και ο θάνατος. Μαγικός ρεαλισμός, ανατριχίλα και κρυφές επιθυμίες. Ειρωνεία και η διεγερτική επίδραση ενός αναπάντητου μυστηρίου.

Η σύνθεση του κειµένου, ο σκηνικός χώρος και η σκηνοθεσία του Θάνου Παπακωνσταντίνου συνιστούν μια ιλιγγιώδη και θαυμάσια αλλόκοτη κατάδυση στο ασυνείδητο και στις αρχετυπικές έννοιες του Κακού, της Ταυτότητας και του Θανάτου.

 

Οι ερμηνείες

Η μοναδική Μαρία Καλλιμάνη στον πιο θαρραλέο -ίσως- ρόλο της, υπηρετεί ένα κείμενο υψηλής ποίησης. Άψογη σε κίνηση και έκφραση, πέτυχε να φτάσει την πραγματικά απογειωτική αλλά θεατρικά λιτή έξαρση στο τέλος της τραγωδίας. Από μόνη της η ερμηνεία της αποτελεί μια πρόκληση και προσδίδει μια ιδιαιτερότητα, για να μην πω μοναδικότητα, έναν ηλεκτρισμό, στο όλο εγχείρημα.

Η Ελένη Μολέσκη, ως Ιφιγένεια – Κασσάνδρα, που προβάλλει από τον τάφο ζωντανή – νεκρή ήταν ένα αερικό με απόκοσμη θωριά. Η στάση, ο λόγος, η αφήγηση, οι μεταπτώσεις του συναισθήματος, δίχως στόμφο και μεγαλοστομία, άφησαν μια ονειρική εντύπωση.

Λαμπρή και έξοχα τελετουργική η επίδοση της Ιωάννας Μιχαλά.
Με εκφραστικότητα και άψογα γυμνασμένος ο Χορός των Βασίλη Βηλαρά, Γιάννη Ασκάρογλου, Τάσου Τσουκάλη – Δημητριάδη.

Οι συντελεστές

Η ιδιοφυής Νίκη Ψυχογιού στα σκηνικά – κοστούµια, οι δεινότατες Χαρά Κότσαλη και Νάντη Γώγουλου στην επιμέλεια της κίνησης, ο Αντώνης Μόρας στην υποβλητική, απειλητική σύνθεση του ήχου, η Χριστίνα Θανάσουλα στους πολυεπίπεδους και μεγαλοπρεπείς φωτισμούς, η γλυπτική του Αλέκου Μπουρελιά, η βοηθός του σκηνοθέτη Αριάννα Χατζηγαλανού και η έμπειρη Κατερίνα Μπερδέκα στη διεύθυνση παραγωγής, στήριξαν μια παράσταση που θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε «ταξίδι μεταξύ ονείρου και εφιάλτη».

Είναι ένας σύγχρονος και έντεχνος τρόπος να μιλήσει κανείς για το παρελθόν και να το ανακαλέσει σε όλη του την περιπλοκότητα, σε μια ιστορία τοποθετημένη όχι μόνο στα κρίσιμα πεδία των μαχών και στα μετόπισθεν αλλά και στην περίοδο της αθωότητας, της άγνοιας που προηγήθηκε και του οργισμένου μέλλοντος που έπεται.

Η παράσταση αυτή αποτελεί σίγουρα για τον σκηνοθέτη προπομπό ακόμη σπουδαιότερων πραγμάτων.

  • Μετά τις παραστάσεις «Venison» (2012) και «Pedestal» (2013), εμπνευσμένες από τις Ευμενίδες και τις Χοηφόρους αντίστοιχα, το «Colossus» του Θάνου Παπακωνσταντίνου ολοκλήρωσε το τρίτο και τελευταίο μέρος της τριλογίας «Carnage» (Σφαγή) προτείνοντας τόσο δραματουργικά όσο και σκηνοθετικά μια ελεύθερη απόδοση της Ορέστειας του Αισχύλου.
  • Η ομάδα helter skelter Co του Θάνου Παπακωνσταντίνου για την παράσταση «Colossus» (Κολοσσός), βασισμένη στην τραγωδία Αγαμέμνων του Αισχύλου, συνεργάστηκε με την εταιρεία παραγωγής Λυκόφως.

Ταυτότητα παράστασης

Σύνθεση Κειµένου – Σκηνικός Χώρος – Σκηνοθεσία: Θάνος Παπακωνσταντίνου
Σκηνικά – Κοστούµια: Νίκη Ψυχογιού
Κίνηση: Χαρά Κότσαλη – Νάντη Γώγουλου
Σύνθεση Ήχων: Αντώνης Μόρας
Σχεδιασµός Φωτισµών: Χριστίνα Θανάσουλα
Γλυπτική: Αλέκος Μπουρελιάς
Βοηθός Σκηνοθέτη: Αριάννα Χατζηγαλανού

Φωτογραφία: Σταύρος Χαμπάκης
Επικοινωνία παράστασης: Ευαγγελία Σκρομπόλα & Μαρία Τσολάκη
Διεύθυνση Παραγωγής: Κατερίνα Μπερδέκα
Παραγωγή: ΛΥΚΟΦΩΣ Γιώργος Λυκιαρδόπουλος – Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης

  • Ερμηνεία:
    Μαρία Καλλιμάνη
    Θάνος Παπακωνσταντίνου
    Ελένη Μολέσκη
    Ιωάννα Μιχαλά
    Βασίλης Βηλαράς
    Γιάννης Ασκάρογλου
    Τάσος Τσουκάλης – Δημητριάδης

 

  • Eπίσημη Πρεμιέρα: Πέμπτη, 27 Απριλίου στις 21:30
  • Διάρκεια: 90 λεπτά
    Χώρος: Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, στον ειδικά διαμορφωμένο υπόγειο χώρο -2.
    Διεύθυνση: Πειραιώς 206, Ταύρος
eirini aivaliwtou«Colossus», ταξίδι μεταξύ ονείρου και εφιάλτη
Περισσότερα

Η Άννελη Ξηρογιάννη απέναντι στη ζωή και στον εαυτό μας στο Off Off του Θεάτρου Επί Κολωνώ

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

Μια συγγραφέας απέναντι στην πρόκληση. Η Άννελη Ξηρογιάννη έχει γράψει 16 θεατρικά έργα. Εξ αυτών τα 8 είναι βραβευμένα από το Υπουργείο Πολιτισμού (Πρωτοεμφανιζόμενου θεατρικού συγγραφέα), από την Unesco (A΄ Βραβείο), από τον Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσός (Α΄ Βραβείο) και από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών (πέντε Βραβεία).

Σίγουρα όχι τυχαία βραβεία. Σίγουρα επιβεβαίωση της συγγραφικής της δεινότητας. Φέτος η συγγραφέας επέλεξε, για άλλη μια φορά, να αντιμετωπίσει τον εαυτό της. Αποφάσισε να βρεθεί απέναντι στο χειρόγραφό της και να εκτεθεί στο 9ο Off Off Festival του Θεάτρου Επί Κολωνώ.

Προτίμησε να αναμετρηθεί με τους ήρωες της, τον Άγη και τη Δέσποινα. Πρόκειται για ένα ανδρόγυνο. Ο καθένας είναι περιχαρακωμένος στο καβούκι του, απέναντι στη ρουτίνα και τον ελλειπτικό εαυτό του. Εκείνος στο σαλόνι, εκείνη στην τουαλέτα. Ένα βράδυ ίδιο με τα άλλα. Κρυμμένοι πίσω απ’ τον τοίχο τους αναμετρώνται με ψεύδη, ειρωνείες, ανασφάλειες, προσωπικές φοβίες και όλα όσα ονειρεύτηκαν αλλά δεν κατάφεραν ν’ αγγίξουν. Δύο άνθρωποι που αδυνατούν να μοιραστούν ακόμα και μια χαρούμενη είδηση που θα τους αλλάξει τη ζωή.

Η Όλγα Ρωμανού και ο Απόστολος Φωτεινός, στον χαιρετισμό, μετά το τέλος των «Απέναντι» στην παράσταση του Σαββάτου 10 Ιουνίου 2017.

Ένα κείμενο δύσκολο. Ένα κείμενο σκληρό. Τόσο σκληρό όσο είναι και η καθημερινότητά μας. Ίσως να ενοχλήσει κάποιους. Όμως δεν είναι εύκολο να ωραιοποιήσει κανείς όσα ζούμε. Η συγγραφέας τα περιγράφει με ακρίβεια χιλιοστού. Η αλήθεια είναι πικρή. Το ζευγάρι των πρωταγωνιστών, ο Άγης και η Δέσποινα, στο ίδιο διαμέρισμα, σε διαφορετικά δωμάτια, αλλά στο ίδιο μήκος κλίματος. Καταγράφουν γράμμα το γράμμα, λέξη τη λέξη, φράση τη φράση τη ζωή τους. Μέσα στην κοινωνία, μέσα στην οικογένεια, μέσα στον εαυτό τους. Σκληρές εικόνες που δύσκολα μπορεί κανείς να τις αντέξει. Όμως αξίζει να δούμε αυτές τις εικόνες και να χαρούμε τις ερμηνείες των δύο ηθοποιών (Απόστολος Φωτεινός, Όλγα Ρωμανού). Κάτι άλλο που πράγματι αξίζει είναι και το εισαγωγικό βίντεο (Πάνος Κουκουρουβλής) που μας βάζει με δυνατό και άμεσο τρόπο στο χώρο δράσης του ζευγαριού. Οι ήχοι και ο φωτισμός – που υπογράφει και πάλι ο Πάνος Κουκουρουβλής – αποτελούν τον τρίτο παίκτη στην Κεντρική Σκηνή του Θεάτρου Επί Κολωνώ. Το ρεαλιστικό σκηνικό (Κική Κρεμπούνη) μας κρατά προσγειωμένους στη γη και μας αναγκάζει να νιώθουμε τη βαριά ανάσα των πρωταγωνιστών σαν να είμαστε δίπλα τους.

Μερικά από τα δυνατά δραματικά στοιχεία της παράστασης ήταν ο χώρος, ο χρόνος, τα αντικείμενα, η γλώσσα, ο ήχος, τα κοστούμια, η ένταση, ο φωτισμός, η κίνηση, η ατμόσφαιρα, η ψυχολογία των ηρώων. Μια σκηνή «πάγωνε» καθώς η άλλη «απέναντί» της ζωντάνευε. Έτσι παρακολουθούσε το κοινό τις εντάσεις και τους συσχετισμούς που υπήρχαν μεταξύ των χαρακτήρων.

Δεν ξέρω αν η σκηνοθέτις Άννελη Ξηρογιάννη κάνει κάποιες διορθωτικές κινήσεις στις δύο επαναληπτικές παραστάσεις, όμως τώρα που το σκέπτομαι πιο ψύχραιμα, και όχι εν θερμώ, πιστεύω πως δεν πρέπει να διορθώσει τίποτα και να αφήσει τους «Απέναντι» έτσι όπως ακριβώς τους «έχτισε» στο χειρόγραφό της. Άλλωστε, το ένστικτό της θα την οδηγήσει…

Πληροφορίες για την παράσταση

«Οι απέναντι», της Άννελης Ξηρογιάννη. Στο πλαίσιο του 9ου Off Off Festival του Θεάτρου Επί Κολωνώ, η παράσταση παίχτηκε το Σάββατο 10 Ιουνίου 2017 στις 20:45 και την Κυριακή 11 Ιουνίου 2017 στις 22:00.

Η συγγραφέας και σκηνοθέτις Άννελη Ξηρογιάννη, ο Πάνος Κουκουρουβλής, ο Απόστολος Φωτεινός και η Όλγα Ρωμανού.

Όμως θα επαναληφθεί – εκτός φεστιβάλ – το Σάββατο 24 Ιουνίου στις 21.15 και την Κυριακή 25 Ιουνίου 2017 στις 21.15.

Συντελεστές

Θεατρική Ομάδα CACTοὖς

Σκηνοθεσία: Άννελη Ξηρογιάννη

Σκηνικά: Κική Κρεμπούνη

Φωτισμοί / Επιμέλεια Ήχου: Πάνος Κουκουρουβλής

Φωτογραφίες / Video: Πάνος Κουκουρουβλής

Σχεδιασμός Αφίσας: Ράνια Καραφύλλη

Ερμηνεύουν: Απόστολος Φωτεινός, Όλγα Ρωμανού

***

Το τρέιλερ της παράστασης

***

Θέατρο Επί Κολωνώ

Ναυπλίου 12 και Λένορμαν 94

Κολωνός

Τηλέφωνο: 210 – 51.38.067

***

Off Off Athens Festival 2017

Διαρκεί έως και την Παρασκευή 23 Ιουνίου

Καθημερινά δύο διαφορετικές παραστάσεις:

Στις 8:45 μ.μ. και στις 10:00 μ.μ.

Τιμές εισιτηρίων: 5 ευρώ ανά παράσταση

6 ευρώ για 2 παραστάσεις το ίδιο βράδυ

25 ευρώ για max αριθμό παραστάσεων 26

17 ευρώ για max αριθμό παραστάσεων 20

Ωράριο ταμείου: 7:30 μ.μ. – 10:30 μ.μ. (Δευτέρα-Κυριακή).

– Ο χώρος, με το μπαρ και την αυλή, ανοίγει καθημερινά από τις 7:30 μ.μ. και λειτουργεί ως αργά το βράδυ.

eirini aivaliwtouΗ Άννελη Ξηρογιάννη απέναντι στη ζωή και στον εαυτό μας στο Off Off του Θεάτρου Επί Κολωνώ
Περισσότερα

Ο Κοντορεβυθούλης περνά από τη «Χώρα του Ποτέ» στο Off Off Athens Festival

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Νομίζετε ότι οι εξαφανίσεις παιδιών είναι μια «ξένη υπόθεση» που δεν αγγίζει τους πολλούς; Μάλλον δεν είστε ενημερωμένοι. Τα στοιχεία της Αστυνομίας λένε πως στην Ελλάδα εξαφανίζεται καθημερινά ένα παιδί.

Έχετε σκεφτεί ποτέ πώς θα αντιδρούσατε αν βλέπατε μπροστά σας ένα χαμένο παιδί;

Είναι μία εικόνα που μπορεί να σοκάρει ή να προκαλέσει φόβο και ερωτηματικά.

Σχετικό πείραμα που πραγματοποιήθηκε, γνωστοποιεί ένα λυπηρό αποτέλεσμα: Τελικά οι ενήλικες δεν είμαστε και πολύ ευσυγκίνητοι και ακόμη χειρότερα δεν αναγνωρίζουμε και ως δική μας ευθύνη να προστατέψουμε το παιδί του άλλου που κάλλιστα θα μπορούσε να είναι το δικό μας παιδί.

Οι Neverlanders είναι μια θεατρική συντροφιά, μια ομάδα διαλεκτών καλλιτεχνών και δημιουργών, που συναντήθηκαν με αφορμή ένα θαυμάσιο έργο, το οποίο μιλάει γι’ αυτό ακριβώς το δύσκολο θέμα.

Η ιστορία του «Mall» γράφτηκε από τον Αναστάση Πινακουλάκη με αφορμή δύο γεγονότα, ένα δημοσιοποιημένο κι ένα από τον εμπειρικό και μυθοπλαστικό κόσμο του συγγραφέα. Η είδηση, που είδε το φως της δημοσιότητας, αφορούσε την απόπειρα απαγωγής ενός ανήλικου κοριτσιού από εμπορικό κέντρο του Αμαρουσίου. Ο δράστης οδήγησε το θύμα του στις τουαλέτες των αντρών και το μεταμφίεσε σε αγόρι. Η άμεση ενεργοποίηση του συστήματος ασφαλείας όμως έκλεισε κάθε έξοδο διαφυγής, με αποτέλεσμα το παιδί να επιστρέψει στους γονείς του μία ώρα μετά την εξαφάνισή του.

Το έργο, λοιπόν, αυτό καθαυτό, ασχολείται με την απαγωγή ενός 9χρονου αγοριού από εμπορικό κατάστημα της Αθήνας. Ο Χρήστος Λαζάρου – ο ήρωας που υποδύεται ο Λάζαρος Βαρτάνης – είναι υπάλληλος σε ένα κατάστημα που λέγεται «Neverland».

Ζει τα αιώνια παιδικά του χρόνια σ’ αυτό το κατάστημα που γι’ αυτόν γίνεται ένα απομονωμένο μικρό νησί, η Χώρα του Ποτέ. Συνδιαλέγεται με νεράιδες, Ινδιάνους και πειρατές, λιλιπούτειους πελάτες, εξωφρενικούς γονείς, περίπλοκα παιχνίδια και σπάνια επικοινωνεί ουσιαστικά με ανθρώπους από τον πραγματικό κόσμο.

Όταν αρχίζει το έργο, τον βλέπουμε να βρίσκεται ως μάρτυρας στο αστυνομικό τμήμα. Η μαρτυρία του τον οδηγεί αυτόματα στον ανακριτή και καταδικάζεται σχεδόν αμέσως για έγκλημα πρώτου βαθμού. Αυτό που δυσχεραίνει όμως την ανακριτική διαδικασία είναι πως οι κάμερες ασφαλείας δεν συνδέουν τον φερόμενο ως δράση και το αγνοούμενο αγόρι.

Τα υπόλοιπα είναι μυστικά που ανήκουν στην παράσταση. Επειδή δε πιστεύουμε πως η συγκεκριμένη παράσταση θα ξαναπαιχτεί, δεν σας τα αποκαλύπτουμε.

Τελικά είναι η «Neverland» το κατάστημα παιχνιδιών που κανένα παιδί δε θα θέλει να φύγει;

Το κατάστημα παιχνιδιών είναι ένας ενδιάµεσος κόσµος, σύµβολο πολλαπλότητας του κόσµου στο ανθρώπινο επίπεδο και σύµβολο της µεγάλης σύγκρουσης. Είναι µια εσωτερική κατάσταση µέσα από την οποία πρέπει να περάσει ο χαρακτήρας. Εκεί αναζητά τη δική του εσωτερική ταυτότητα.

Στην παράσταση σημαντικό ρόλο παίζει και η φιγούρα του Κοντορεβυθούλη, μια αλληγορική φιγούρα που πραγματεύεται με την ελλειπτική γλώσσα του δράματος την κρίσιμη στιγμή που ο Χρήστος Λαζάρου μεταμορφώνεται σαν με μαγικό ραβδί από απλό και αδύναµο άνθρωπο, χωρίς ιδιαίτερα ταλέντα, σε ήρωα που ορμά στην περιπέτεια.

Ο ήρωας είναι ο ενήλικος του οποίου ο εαυτός δεν έχει βρει ένα σημείο ισορροπίας και είναι παγιδευμένος ανάμεσα στον ενήλικο που δεν θέλει να γίνει και στο παιδί που δεν μπορεί να εξακολουθήσει να είναι λόγω ηλικίας. Η ψυχανάλυση ονομάζει αυτή τη συμπεριφορά Σύνδρομο Πίτερ Παν.

Εν τούτοις με την εξίσωση του διαφορετικού επέρχεται μια ισορροπία μεταξύ του αφανούς υπαλλήλου και του ισχυρού πνεύματος που επιδεικνύει.

Τι είναι πραγματικότητα απ’ αυτά που βιώνει ο Χρήστος Λαζάρου και τι φαντασία;

Πόσες αλήθειες, πόσες ενοχές, πόσα λάθη, πόσες αυταπάτες και πόσα φαντάσματα κρύβει τελικά το μικρό μοναχικό του διαμέρισμα με τα ελαττωματικά παιχνίδια από τις επιστροφές του «Neverland»;

Τίποτα δεν είναι ξεκάθαρο και τίποτε δεν είναι οριστικό σ’ αυτόν τον πολύπλευρο γρίφο που έχει γράψει και σκηνοθετήσει ο Αναστάσης Πινακουλάκης, αφού όλα είναι πιθανά και όλα μπορούν να συμβούν όταν το μυαλό μπει σε περίεργα μονοπάτια.

Λειτουργική οικονομία της αφήγησης και υποβλητική ατμόσφαιρα, σχήματα καταγγελίας, όπως και μια έντονη γλωσσική ομοιομορφία χαρακτηρίζει το «Mall».

Ο εξαίρετος Λάζαρος Βαρτάνης φτιάχνει με ρομαντική και συγκινησιακή γοητεία έναν χειροπιαστό και με ευδιάκριτες αποχρώσεις χαρακτήρα. Μια συναρπαστική και καθαρή ερμηνεία!

Ο Αναστάσης Πινακουλάκης ανέλαβε με δεινή αμεσότητα τη σκηνοθεσία του έργου του, ο έμπειρος Τάκης Λυκοτραφίτης τους ποιοτικούς φωτισμούς, η Κορίνα Κόκκαλη την καλά δομημένη και πειθαρχημένη επιμέλεια της κίνησης, η Έφη Γκαραβέλα το απλό και αποτελεσματικό εικαστικό περιβάλλον.

Το «Mall», που παρακολουθήσαμε στην κεντρική σκηνή του θεάτρου «Επί Κολωνώ» στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Off Off Athens, είναι ένα πολύ καλό ψυχολογικό θρίλερ με ανατροπές, πειραματική θεατρική φόρμα και δεύτερες αναγνώσεις, ένα σκληρό και ευρηματικό παραμύθι για μεγάλα παιδιά, που άρεσε στο κοινό και καταχειροκροτήθηκε για την πρωτοτυπία και το αιχμηρό του περιεχόμενο.

Συντελεστές:

Θεατρική Ομάδα Neverlanders

Κείμενο / Σκηνοθεσία: Αναστάσης Πινακουλάκης

Διαμόρφωση σκηνικού χώρου: Έφη Γκαραβέλα

Επιμέλεια κίνησης: Κορίνα Κόκκαλη

Φωτισμοί: Τάκης Λυκοτραφίτης

Φωτογραφίες / Βίντεο: Πάτροκλος Σκαφιδάς

Ερμηνεία:

Λάζαρος Βαρτάνης

  • Διάρκεια παράστασης: 40 λεπτά

Το trailer της παράστασης:

 

eirini aivaliwtouΟ Κοντορεβυθούλης περνά από τη «Χώρα του Ποτέ» στο Off Off Athens Festival
Περισσότερα

Κι όμως, είδαμε μια «ρώσικη ρουλέτα» χωρίς θύματα…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

Βάσει των αποτελεσμάτων μιας μελέτης που πραγματοποίησε η Εταιρεία Ψυχοκοινωνικής Υγείας του Παιδιού και του Εφήβου σε συνεργασία με την Παιδαγωγική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, το 29% των μαθητών έχει υποστεί κάποια μορφή εκφοβισμού εντός του σχολικού περιβάλλοντος με συχνότητα δύο ως τρεις φορές το μήνα ή και περισσότερο.
Γενικά το bullying μπορεί να περιλαμβάνει: Άσκηση φυσικής βίας, χτυπήματα, τσιμπήματα, δαγκωνιές, σπρωξίματα, σεξουαλική παρενόχληση, χρησιμοποίηση υβριστικών ή περιπαικτικών εκφράσεων, πειράγματα, παρατσούκλια, κοροϊδία. Επίσης άλλες μορφές bullying στηρίζονται σε απειλές και εκβιασμό, σε υβριστικές ή περιπαικτικές εκφράσεις για τη φυλή, την εθνικότητα, τη θρησκεία, την ταυτότητα αναπηρίας, τη σεξουαλική ταυτότητα του θύματος και τέλος: κλοπές ή και ζημιές στα προσωπικά αντικείμενα του θύματος μαζί με τη διάδοση κακοηθών και ψευδών φημών.
Την ίδια ώρα το σχολικό αυτοκίνητο γίνεται συνώνυμο της κόλασης και το προαύλιο του σχολείου τόπος βασανιστηρίων. Σύμφωνα με σχετικές έρευνες, μόνον στις ΗΠΑ 13 εκατομμύρια παιδιά πέφτουν κάθε χρόνο θύματα παρενόχλησης από συμμαθητές και συνομήλικούς τους και αναγκάζονται να μεγαλώνουν πολύ πιο απότομα απ’ όσο προβλέπει η «πολιτισμένη» μας κοινωνία.

Από αριστερά: Ιωάννα Σφακιανάκη, Ειρήνη Κυδωνάκη, Εβίτα Χασάπογλου.

Παράλληλα ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι στην εργασία, όπως είναι το εργασιακό άγχος, η εργασιακή εξουθένωση (burn-out) ή η διαφόρων ειδών παρενόχληση (bullying, mobbing) απασχολούν τους ερευνητές παγκοσμίως ολοένα και περισσότερο. Στην Ελλάδα την κατάσταση έχουν επιδεινώσει τα τελευταία χρόνια οι συνθήκες οικονομικής κρίσης. Λέγεται ότι το εργασιακό bullying, έχει χαρακτηριστεί παγκοσμίως ως επιδημία που εξαπλώνεται και υπονομεύει την εργασιακή απόδοση, την εξέλιξη και την υγεία των εργαζομένων. Εδώ η Ελλάδα κατέχει την τρίτη υψηλότερη θέση στην Ευρώπη με ποσοστό 13%, σύμφωνα με σχετική έρευνα.
Επανερχόμενος στο φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού, να θυμίσω ότι μελετήθηκε για πρώτη φορά το 1978 στη Νορβηγία και 9 χρόνια μετά, το 1987, σε πολλά επιστημονικά περιοδικά εμφανίστηκε ο σχετικός όρος “bullying”. Ενώ σαν φαινόμενο επισημαίνεται και καταγράφεται τη δεκαετία του 1970, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι εμφανίζεται και τότε. Εξάλλου αποτελεί μια ακόμη έκφραση της βίαιης συμπεριφοράς η οποία υπάρχει με τη γέννηση του ανθρώπου.
Το φαινόμενο αυτό το μελετά και το φωτίζει το θεατρικό έργο «Ρώσικη ρουλέτα» που παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του 9ου Off Off Φεστιβάλ στο Θέατρο Επί Κολωνώ.
Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι ρώσικη ρουλέτα λέγεται το επικίνδυνο θανατηφόρο «παιχνίδι» όπου οι «παίκτες» αδιαφορώντας για τη ζωή χρησιμοποιούν αυτή τη μέθοδο άλλοτε ως τρόπο μονομαχίας, άλλοτε ως τρόπο αυτοκτονίας και άλλοτε ως μέσον ανάκρισης ή και εκβιασμού. Ο… χρήστης αφού τοποθετήσει στο μύλο του περιστρόφου μόνο μία σφαίρα στη συνέχεια με το εσωτερικό της παλάμης του σύρει με δύναμη τον μύλο του περιστρόφου ώστε να τεθεί σε περιστροφική κίνηση. Όταν αυτός σταματήσει ακουμπά την άκρη της κάνης του περιστρόφου στον κρόταφο και πιέζει τη σκανδάλη… Τα υπόλοιπα είναι γνωστά.
Όλα τα παραπάνω είναι δυστυχώς στην καθημερινή ατζέντα και σε σχολεία, και σε χώρους εργασίας, αλλά και – τώρα πια – στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Το θέμα αυτό επέλεξε να αναδείξει η Θεατρική Ομάδα Dell’Arte με το ομώνυμο έργο «Ρώσικη Ρουλέτα». Εξαιρετική επιλογή. Επίκαιρη και ικανή να ευαισθητοποιήσει όσους πρέπει, αλλά και να ενημερώσει όσους δεν γνωρίζουν το εύρος του προβλήματος.
Επτά υπέροχες κοπέλες και ένας άντρας εργάστηκαν με πάθος και ενθουσιασμό για να φωτίσουν ακόμη και τις πιο κρυφές γωνιές του θέματος.
Το αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας ήταν αξιοθαύμαστο. Πιστεύω μόνο πως το κείμενο θα μπορούσε να έχει κι άλλα επιχειρήματα ώστε να καλύψει ευρύτερες κοινωνικές ομάδες. Στους άλλους τομείς όλα έγιναν με τρόπο ιδανικό. Ιδιαίτερη μνεία θα ήθελα να κάνω στην κινησιολογία (Εβίτα Χασάπογλου) που ήταν από τα δύσκολα κομμάτια του παζλ.
Οι τρεις ηθοποιοί (Ειρήνη Κυδωνάκη, Ιωάννα Σφακιανάκη, Εβίτα Χασάπογλου) απέδωσαν με απόλυτη επιτυχία ρόλους και χαρακτήρες. Η παράσταση παρακολουθήθηκε με ζωηρό ενδιαφέρον χάρη στην ατμόσφαιρα που δημιούργησε η συνεργασία των καλών συντελεστών. Εν γένει μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια να συγκεραστεί ο κοινωνικός προβληματισμός με το θρίλερ ανατροπών.
Η «Ρώσικη ρουλέτα» της Ομάδας Dell’Arte είναι η εξαίρεση του κανόνα ενός άκρως επικίνδυνου επιχειρήματος, μιας και η χρήση της δεν θα έχει κανένα θύμα. Το ακριβώς αντίθετο θα συμβεί. Το κέρδος όσων τη δουν θα είναι διπλό. Μέσω αυτής και θα αντιμετωπίσουν την πραγματική διάσταση του προβλήματος και θα μπορούν στη συνέχεια να ενημερώσουν κάθε ενδιαφερόμενο και κάθε θυματοποιημένο άτομο, ώστε να πάψουν οι εκφοβισμοί να παραμένουν «ερμητικά κλεισμένοι στους τέσσερις τοίχους ενός δωματίου».

Ψυχολογικό θρίλερ

Η «Ρώσικη Ρουλέτα» (σε σκηνοθεσία Δήμητρας Μπουρνελέ) παίχτηκε την Κυριακή 4 Ιουνίου 2017 στις 20:45 και τη Δευτέρα 5 Ιουνίου 2017 στις 22:00 στο πλαίσιο του 9ου Off Off Festival στο Θέατρο Επί Κολωνώ.
Είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ με θέμα τον σχολικό εκφοβισμό και τον ρατσισμό. Τρία κορίτσια – θύματα παγιδευμένα σε ένα περίπλοκο και επικίνδυνο παιχνίδι, που δημιουργείται από την ίδια την κοινωνία και τις αντιλήψεις της. Στο παιχνίδι αυτό υπάρχουν νικητές, ή μόνο ηττημένοι;

Στον χαιρετισμό, το βράδυ της Κυριακής, 4 Ιουνίου. Από αριστερά: Εβίτα Χασάπογλου, Δήμητρα Μπουρνελέ, Ειρήνη Κυδωνάκη, Ιωάννα Σφακιανάκη.

 

Συντελεστές
Θεατρική Ομάδα Dell’Arte
Σύλληψη ιδέας / Συγγραφή Κειμένου: Ειρήνη Κυδωνάκη
Σκηνοθεσία: Δήμητρα Μπουρνελέ
Σκηνογραφία: Γεωργία Γιαννακού
Ενδυματολογία: Ανδριάνα Βοβολίνη
Κινησιολογία: Εβίτα Χασάπογλου
Μουσική επιμέλεια: Ειρήνη Κυδωνάκη
Φώτα / Ήχος: Γιώργος Μαστρογιανόπουλος
Σκηνοθεσία trailer / Μοντάζ: Δήμητρα Μπουρνελέ
Φωτογραφικό υλικό: Δήμητρα Μπουρνελέ
Εκμάθηση Ρωσικών: Μάρω Καπίρη
Ερμηνεύουν:
Ειρήνη Κυδωνάκη, Ιωάννα Σφακιανάκη, Εβίτα Χασάπογλου, Δήμητρα Μπουρνελέ (φωνή)

Το trailer της παράστασης: ΕΔΩ
***
Θέατρο Επί Κολωνώ
Ναυπλίου 12 και Λένορμαν 94
Κολωνός
Τηλέφωνο: 210 – 51.38.067
***
Off Off Athens Festival 2017
Διαρκεί έως και την Παρασκευή 23 Ιουνίου
Καθημερινά δύο διαφορετικές παραστάσεις:
Στις 8:45 μ.μ. και στις 10:00 μ.μ.
Τιμές εισιτηρίων: 5 ευρώ ανά παράσταση
6 ευρώ για 2 παραστάσεις το ίδιο βράδυ
25 ευρώ για max αριθμό παραστάσεων 26
17 ευρώ για max αριθμό παραστάσεων 20
Ωράριο ταμείου: 7:30 μ.μ. – 10:30 μ.μ. [Δευτέρα-Κυριακή]

* Ο χώρος, με το μπαρ και την αυλή, ανοίγει καθημερινά από τις 7:30 μ.μ. και λειτουργεί ως αργά το βράδυ.

eirini aivaliwtouΚι όμως, είδαμε μια «ρώσικη ρουλέτα» χωρίς θύματα…
Περισσότερα

Ο ηθοποιός και το θέατρο

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Wim Wenders, «Τα Φτερά του Έρωτα»

«Το θέατρο είναι η τέχνη του παρόντος χρόνου, η τέχνη του εφήμερου και παραδόξως είναι η τέχνη της επανάληψης. Και κάθε ηθοποιός αυτής της εφήμερης τέχνης είναι λίγο σαν τον Σίσυφο, που ανεβαίνει προς στην κορυφή του γκρεμού κουβαλώντας το βαρύ βράχο, αλλά τελικά ποτέ δεν φθάνει εκεί.
Τι βρίσκεται στην κορυφή; Η αθανασία; Η τελειότητα; Η άβυσσος; Ο ηθοποιός ζει αυτή τη στιγμή όπου βλέπει τον εαυτό του αθάνατο μέσα στη δόξα αλλά την ίδια στιγμή πεθαίνει, γίνεται ρευστός, γίνεται ένα με την τέχνη του. Η στιγμή όπου λαμβάνει χώρα αυτή η τέχνη και η ποιητική δράση αποδίδεται μέσα από τη θεατρική δουλειά είναι ταυτόχρονα αθάνατη αλλά και εφήμερη. Ο ηθοποιός είναι ένας πολεμιστής: θαρραλέος, πειθαρχημένος, αποφασισμένος. Είναι έτοιμος να πεθάνει για την τέχνη του, όπως είναι έτοιμος να δεχθεί τις τιμές της νίκης, σχεδόν με αδιαφορία, γιατί ο λόγος της ύπαρξής του είναι αυτή η μάχη (όπως και ο λόγος ύπαρξης της μάχης είναι ο πολεμιστής). Ο ηθοποιός, όπως κάθε άλλος καλλιτέχνης ζει μέσα από την τέχνη του και ζει για την τέχνη του. Ένας πολεμιστής είναι ένα ον με συνείδηση του παρόντος αλλά και της αμεσότητας του θανάτου. Ο πολεμιστής δεν ενδιαφέρεται για το αποτέλεσμα της πράξης του, απλά νοιάζεται για την ουσία της δράσης του». Andrea Copeliovitch

O ηθοποιός –πολεμιστής αντιμέτωπος με την άβυσσο Andrea Copeliovitch ηθοποιός, Brazil

Ο ηθοποιός-πολεμιστής αντιμέτωπος με την άβυσσο. Andrea Copeliovitch, Brasil (μετάφραση Μαίρη Καλδή)

1. Το παρόν του ηθοποιού-πολεμιστή στο θέατρο

Αρχαίο ελληνικό θέατρο

Το θέατρο είναι η τέχνη του παρόντος χρόνου, η τέχνη του εφήμερου και παραδόξως είναι η τέχνη της επανάληψης. Και κάθε ηθοποιός αυτής της εφήμερης τέχνης είναι λίγο σαν τον Σίσυφο, που ανεβαίνει προς στην κορυφή του γκρεμού κουβαλώντας το βαρύ βράχο, αλλά τελικά ποτέ δεν φθάνει εκεί. Τι βρίσκεται στην κορυφή; Η αθανασία; Η τελειότητα; Η άβυσσος; Ο ηθοποιός ζει αυτή τη στιγμή όπου βλέπει τον εαυτό του αθάνατο μέσα στη δόξα αλλά την ίδια στιγμή πεθαίνει, γίνεται ρευστός, γίνεται ένα με την τέχνη του. Η στιγμή όπου λαμβάνει χώρα αυτή η τέχνη και η ποιητική δράση αποδίδεται μέσα από τη θεατρική δουλειά είναι ταυτόχρονα αθάνατη αλλά και εφήμερη. Είναι μια κίνηση δημιουργίας και θανάτου, όπως οι μαντάλες της άμμου των Θιβετιανών Βουδιστών, οι οποίες μόλις επιτευχθεί η τελειότητα παραμένουν ατελείωτες ως σύμβολο της παροδικότητας των πραγμάτων αυτού του κόσμου. Ο ηθοποιός είναι σαν τον δον Κιχώτη στον αγώνα του για τη δόξα, για την τέχνη, για τη στιγμή, ακόμα περισσότερο στην εποχή μας που οι σκηνικές τέχνες ανταγωνίζονται τα ΜΜΕ, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Κι εκεί ακριβώς βρίσκεται η ποίησή του: στην ικανότητά του να επιβιώνει. Ο ηθοποιός είναι ένας πολεμιστής: θαρραλέος, πειθαρχημένος, αποφασισμένος. Είναι έτοιμος να πεθάνει για την τέχνη του, όπως είναι έτοιμος να δεχθεί τις τιμές της νίκης, σχεδόν με αδιαφορία, γιατί ο λόγος της ύπαρξής του είναι αυτή η μάχη (όπως και ο λόγος ύπαρξης της μάχης είναι ο πολεμιστής). Ο ηθοποιός, όπως κάθε άλλος καλλιτέχνης, ζει μέσα από την τέχνη του και ζει για την τέχνη του. Ένας πολεμιστής είναι ένα ον με συνείδηση του παρόντος αλλά και της αμεσότητας του θανάτου. Ο πολεμιστής δεν ενδιαφέρεται για το αποτέλεσμα της πράξης του, απλά νοιάζεται για την ουσία της δράσης του. Υπάρχει ένα απόσπασμα στη Μαχαμπχαράτα όπου ο Κρίσνα διδάσκει τον νεαρό Αρτζούνα ότι η νίκη δεν είναι στ’ αλήθεια σημαντική. Σημασία έχει η πράξη – η αγνή, χωρίς συμφέρον πράξη, που δεν έχει δεσμούς με το παρελθόν, το μέλλον ή με ηθικά ζητήματα – αυτή είναι η πράξη που επιδιώκουμε στις προσωπικές μας μάχες ως ηθοποιοί, προσπαθώντας να καταλάβουμε μες στο σώμα μας και στην εμπειρία μας αυτή την ανιδιοτελή πράξη, η οποία δεν έρχεται ως αποτέλεσμα λογικού στόχου, αλλά ξεπηδά από μια ουδέτερη κατάσταση του νου, απαντώντας στην ανάγκη μας να είμαστε ολόκληροι πάνω στη σκηνή. Ο πολεμιστής έχοντας νικήσει τους φόβους του, που προέρχονται από το μέλλον, το παρελθόν και από το εγώ του, είναι ικανός να πραγματοποιήσει το πέρασμα ανάμεσα σε δύο κόσμους: τον πραγματικό και τον μη πραγματικό. Αυτό το πέρασμα είναι μια μεταμόρφωση. Ο ηθοποιός έχει ανάγκη να πραγματοποιήσει αυτό το πέρασμα και να συνεχίσει να αλλάζει διαρκώς, περπατώντας ανάμεσα στους δύο κόσμους: τη σκηνή και το κοινό.

2. Η σχέση ηθοποιού – θεατή

Η σχέση που εγκαθιδρύεται ανάμεσα στον ηθοποιό και τον θεατή πηγαίνει πέρα από την αντικειμενική/ υποκειμενική κατανόηση. Υπάρχει, όπως είπε ο Αρτώ, μια γλώσσα που αρμόζει στο θέατρο, πέρα από τις λέξεις, πέρα από το κείμενο. Τι είναι αυτό που κάνει τον ένα ηθοποιό πιο ενδιαφέροντα από τον άλλο, ακόμα κι αν πουν το ίδιο κείμενο, με τον ίδιο τονισμό και τις ίδιες χειρονομίες; Το χάρισμα; Το ταλέντο; Είναι επίσης απαραίτητο να μιλήσουμε για ένα νέο τύπο καλλιτέχνη πάνω στη σκηνή τον ΧΧΙ αιώνα: παρουσιάζεται ο ερμηνευτής, αυτός που ερμηνεύει που δρα (που βάζει σε κίνηση). Καμιά φορά αυτός ο ερμηνευτής έχει ξεκινήσει ως ηθοποιός του θεάτρου, χορευτής μπαλέτου, μουσικός, ποιητής ή καλλιτέχνης των πλαστικών τεχνών και καταλήγει να γίνει μια σύνθεση όλων αυτών, ικανός να αλληλεπιδρά με τον Άλλο, ενσωματώνοντας τον στον κόσμο της τέχνης του. Σ’ αυτόν τον κόσμο, όπου δεν ισχύει η διχοτόμηση εγώ/ εσύ, αυτή η διχοτόμηση που μεταφράζεται συνήθως χωρίζοντας τη σκηνή από το κοινό, την πράξη από το λόγο, το τραγούδι από τον χορό κατακερματίζοντας το έργο τέχνης σε χιλιάδες θραύσματα. Ο ερμηνευτής ενσωματώνει τον θεατή στο έργο του, στον κόσμο του, εγκαθιδρύοντας μια κοινή γλώσσα μεταξύ τους που επιτρέπει σ’ αυτόν τον άλλο κόσμο να υπάρξει. Και είναι μέσω αυτής της γλώσσας που ο θεατής παύει να είναι ένας θεατής με την παθητική έννοια της λέξης. Η εγκαθίδρυση αυτού του άλλου κόσμου είναι το ζητούμενο στην τέχνη μας. Αυτό θα ήταν ζωντανή τέχνη, ζωντανό θέατρο, σε αντίθεση με το νεκρό θέατρο ή το αστικό θέατρο, όπως το έχουν κρίνει ο Πίτερ Μπρουκ και τόσοι άλλοι, όπου ο θεατής πηγαίνει να δει ένα δράμα από το οποίο είναι ουσιαστικά αποκομμένος. Ο ερμηνευτής δεν είναι ηθοποιός, αλλά ο ηθοποιός μπορεί να είναι ερμηνευτής.

3. Ο ηθοποιός-πολεμιστής

Ο αλχημιστής ηθοποιός, ο συναισθηματικός αθλητής αναζητεί συνεχώς τη δυνατότητα της αποκάλυψης, αναζητεί τη πιθανότητα που θα του επιτρέψει να αποκαλύψει τον εαυτό του στον κόσμο της τέχνης του. Ο ηθοποιός ψάχνει για μια νοητική/ φυσική κατάσταση, μια κατάσταση αμεσότητας, σαν να είναι ένα κομμάτι εδάφους που είναι έτοιμο να γονιμοποιηθεί. Αυτή η κατάσταση αποτελεί παράλληλα μια κατάσταση ουδετερότητας. Στην πρακτική άσκηση, μερικές τεχνικές όπως η χρήση της ουδέτερης μάσκας όπως προτείνεται από τον Le Coq, μεταφέρουν τον ηθοποιό σ’ αυτή την κατάσταση ουδετερότητας, όπου είναι αναγκαίο να ξαναμάθει κάθε κίνηση, από το πώς να βλέπει μέχρι το πώς να περπατάει ή να δείχνει συναισθήματα. Μια άλλη τεχνική για να φθάσει κανείς στην κατάσταση ουδετερότητας είναι ο έλεγχος του εσωτερικού διαλόγου. Οι Βουδιστές, όπως και άλλοι μιλούν για τον έλεγχο του εσωτερικού διαλόγου, επειδή η σιωπή του νου μας επιτρέπει να συνδεθούμε με τα γεγονότα του παρόντος χρόνου καθώς και με τη ροή του σύμπαντος. Η ενέργεια που θα παράγει ο ηθοποιός με την κίνησή του θα τον φέρει σ’ επαφή με την κίνηση του σύμπαντος και με τις σκιές. Όταν διαβάζουμε Αρτώ δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τον ενθουσιασμό του για το θέατρο του Μπαλί, στο οποίο ενυπάρχει μια εξαιρετική αυστηρότητα σε σχέση με τη δουλειά του ηθοποιού. Όταν μιλάει για τον ηθοποιό σα να είναι ένας συναισθηματικός αθλητής, σκέφτεται αυτή την αυστηρότητα. Και αυτή η αυστηρότητα, αν σκεφτούμε τη διαίρεση Απόλλωνα / Διόνυσου, είναι μια απολλώνια ποιότητα, αλλά εφόσον είναι μια ποιητική αυστηρότητα, διαποτισμένη από τις σκιές, ανήκει παράλληλα και στο βασίλειο του Διόνυσου. Είναι σα να ριχνόμαστε σ’ αυτό το κενό που γεννιέται από την ένταση μεταξύ του απροσδόκητου και του ακριβούς, ή ανάμεσα στην πειθαρχία και το θυμό του πολεμιστή. Μ’ αυτή την έννοια προβάλλει στο μυαλό μας η ιδέα της παράστασης, ενός αυτοσχέδιου θεάτρου, όπου όμως οι ηθοποιοί θα κατέχουν με αυστηρότητα την τέχνη τους. Ο πολεμοχαρής ηθοποιός χρησιμοποιεί αυστηρές τεχνικές για να προετοιμάσει τον εαυτό του, όπως ένας πολεμιστής εξασκείται με το τόξο του. Πολλές φορές όμως στο πεδίο της μάχης θα συναντήσει το χάος ή τον γκρεμό και σ’ αυτές τις περιστάσεις μόνο το ασυνήθιστο θα μπορέσει να τον σώσει. Ο πόλεμος όμως είναι ένα παιχνίδι και όπως το παιχνίδι των παιχνίδι των παιδιών είναι εξαιρετικά σοβαρό. Στο παιχνίδι του ηθοποιού συμμετέχουν τρεις: ο ηθοποιός, ο χαρακτήρας και ο θεατής. Και ο πολεμοχαρής / αρτωικός/ ερμηνευτής ηθοποιός πρέπει να δημιουργήσει το παιχνίδι εμπλέκοντας το χαρακτήρα και το κοινό: ένα παιχνίδι όπου και οι δυο βρίσκονται σε κίνδυνο. Ας θυμηθούμε ότι ο χαρακτήρας δεν είναι παράγοντας φιλολογικής φαντασίας και πολύ συχνά ο χαρακτήρας δεν είναι καν συνδεδεμένος με ένα φιλολογικό έργο. Ο χαρακτήρας στη σκηνή είναι το Έργο του ηθοποιού, η γλώσσα του. Ο χαρακτήρας δεν είναι εσωτερικός μήτε εξωτερικός στον ηθοποιό, ο χαρακτήρας είναι ο εαυτός του και ο Άλλος. Ο  έχει ένα ποίημα που λέει: » Όταν το παιδί ήταν παιδί, έκανε την ακόλουθη ερώτηση: γιατί είμαι εγώ και όχι εσύ;». Αυτή η δυνατότητα να είσαι ο άλλος είναι δελεαστική.

The actor by Picasso

Η ιδέα ότι λιώνεις ότι γίνεσαι

Ένα είναι σχεδόν μια θρησκευτική ιδέα. Προς αυτήν την κατεύθυνση είναι που προσπαθεί ο ηθοποιός να εγκαταλείψει το αίσθημα της δυαδικότητας με το οποίο έχουμε εκπαιδευτεί, από τον δυτικό μεταφυσικό τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο. Είναι αναγκαίο να προχωρήσουμε πέρα από την έρευνα για θεμελίωση και να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να ενσωματωθεί σε μια πιο δυναμική προσέγγιση του κόσμου, μια πορεία όπου η κίνηση της γέννησης και του θανάτου, της αποκάλυψης και της απόκρυψης συνιστούν την ίδια πράξη, όπως στο σύμβολο του Γιν και του Γιανγκ, που είναι διαιρεμένο, και παρόλ’ αυτά κάθε διαιρεμένο κομμάτι εμπεριέχει τον σπόρο του άλλου κομματιού καθώς και τα δύο ζουν στον ίδιο κύκλο και στην ίδια κίνηση. Για έναν ηθοποιό, η αναζήτηση της κίνησης αυτού του είδους σημαίνει ότι πρέπει πρώτα να παραιτηθεί από αναρίθμητες εσωτερικές ιδέες και να αλλάξει σε κάτι νέο. Είναι αναγκαίο να είναι αληθινός. Ο Γκροτόφσκι μίλησε για τον ηθοποιό που ξεγυμνώνεται μπροστά στο κοινό για να πετάξει την καθημερινή μάσκα ώστε να πετύχει μια ολοκληρωτική πράξη. Όμως την ίδια στιγμή που ο ηθοποιός ξεγυμνώνεται, είναι ταυτόχρονα κρυμμένος πίσω από τη μορφή αυτού του Νέου που βγήκε από μέσα του και του οποίου η ύπαρξη αποτελεί ακόμα ένα μυστήριο, ένα μυστήριο που ξεκινά από τον γυμνό ηθοποιό και αποτελεί το δικό του έργο τέχνης. Πού είναι η ένταση και η κίνηση; Πού είναι οι σκιές; Είναι μια Ουτοπία η αλχημεία στο θέατρο; Και ποιος βρήκε ποτέ τη φιλοσοφική λίθο; Είναι δυνατόν εμείς με τη θραυσματισμένη ύπαρξή μας να γνωρίζουμε αν κάποιος έχει πραγματοποιήσει αυτή τη μεγάλη μεταστοιχείωση; Τα ρουθούνια μας και τα μάτια μας είναι υπερφορτωμένα από τις απόρροιες του θειαφιού κι όμως δεν καταλύεται καμιά μεταμόρφωση… Οι μούσες έχουν φυλακισθεί στην κόλαση, κραυγάζουν μα δεν τις ακούμε. Από καιρού εις καιρόν κάποιος βλέπει αυτήν την απελπισμένη κραυγή να έρχεται και σκύβει να τις ακούσει, αλλά μετά δεν μπορεί να μιλήσει παρά τη γλώσσα των μουσών, γιατί η ύπαρξή του κατοικεί τώρα μαζί τους. Έτσι τα λόγια του ίσως χαθούν στην καταχθόνια βουή. Επειδή τα λόγια που κάποιος ακούει από τις μούσες δεν έχουν ανταπόκριση στον κόσμο της εξήγησης (αναπαράστασης), γι’ αυτό δεν μπορούμε να τα εξηγήσουμε και ό,τι δεν εξηγείται, γι’ αυτούς που αναζητούν την ασφάλεια (και είναι πολλοί), δεν είναι τίποτα. Είναι απαραίτητο να πηδήξει κανείς στην άβυσσο για να μιλήσει για την άβυσσο… Ο άνθρωπος ακολουθεί μια γραμμή από τον άνθρωπο στον υπεράνθρωπο και αυτή η γραμμή, αυτό το μονοπάτι είναι το έργο τέχνης, το έργο του ανθρώπου. Αυτός ο άνθρωπος που πέφτει στην άβυσσο σ’ αυτήν την παράλογη απόπειρα να πετάξει – πετάει… ή πεθαίνει. Όμως η αξιοπρέπεια του εγχειρήματος παραμένει…

Ακούγοντας τις μούσες – εξελίσσοντας τη μεθοδολογία και την τεχνική

Ζούμε σ’ αυτόν τον θορυβώδη κόσμο, όπου δεχόμαστε τόση πληροφόρηση που δεν μπορούμε να την επεξεργαστούμε. Ο εσωτερικός μας διάλογος είναι ασταμάτητος. Πάντα υπάρχει κάτι που μιλάει είτε μέσα μας είτε απ’ έξω μας. και δεν μπορούμε να ακούσουμε τις μούσες. Οι καημένες οι μούσες που τραγουδάνε το τραγούδι τους τόσο δυνατά κι όμως εμείς δεν τις ακούμε. Το καθήκον του καλλιτέχνη είναι ακούσει το τραγούδι τους και να το τραγουδήσει στον κόσμο, έτσι ώστε να αποτελέσει Μνήμη στην καρδιά των λαών. Μα για να ακούσει κάποιος πρέπει να μάθει να είναι σιωπηλός, και να πηγαίνει πέρα από το άκουσμα για να εξασκήσει την αληθινή ακοή. Εμείς οι ηθοποιοί έχουμε τόσα πολλά να ακούσουμε και τόσα να μάθουμε για το πώς να ακούμε. Πρέπει να μάθουμε ότι πριν από την ομιλία, υπάρχει πάντα η σιωπή, πριν από τη δράση, υπάρχει πάντα ένα ξεκίνημα όπου στεκόμαστε ακίνητοι, υπάρχει μια κατάσταση σιωπής και αδράνειας. Ονομάζουμε αυτήν την κατάσταση «σημείο μηδέν» ή «κατάσταση ουδετερότητας». Είχα έναν μεγάλο δάσκαλο στο θέατρο τον Luiz Otavio Burnier με τον οποίο σπούδασα για πολλά χρόνια. Το 1991 με εισήγαγε στον Κλόουν. Για να θεωρηθεί κάποιος κλόουν πρέπει να του δοθεί ένα όνομα και γι’ αυτό πρέπει να περάσει από ένα ξεκίνημα στον κύκλο των κλόουν, στους οποίους πρέπει να δείξει όλες τις ικανότητές του για να γίνει αποδεκτός στη δουλειά του τσίρκου, αλλιώς πεθαίνει. Είναι λοιπόν ένα πολύ σοβαρό παιχνίδι… Ο κύριος Loyal (o ιδιοκτήτης του τσίρκου) απορρίπτει συνεχώς ό,τι κάνει ο κλόουν, οι άλλοι κλόουν τον γελοιοποιούν, προτείνουν προσβλητικά ονόματα που θα ‘πρεπε να του δοθούν μέχρις ότου εκείνος να ρίξει όλες τις άμυνές του και να απομείνει εντελώς γυμνός, δείχνοντας την απλότητά του. Αυτήν η στιγμή, όπου είναι εντελώς απροστάτευτος μπροστά στους άλλους είναι τόσο αληθινή, τόσο όμορφη, αλλά και τόσο οδυνηρή για τον ηθοποιό. Στη δική μου περίπτωση, ο πόνος έμοιαζε αβάσταχτος. Από την άλλη μεριά, αυτή τη στιγμή της έκθεσης, κατά την οποία βλέπουμε τον ηθοποιό χωρίς μάσκες, ούτε κοινωνικές μάσκες, ούτε θεατρικές μάσκες, ο ηθοποιός ήταν ένα λευκό χαρτί και θα μπορούσε να γραφτεί οτιδήποτε εκεί. Θα μπορούσε να στέκει στη σιωπή ακίνητος. Αυτή η ουδέτερη κατάσταση, το «σημείο μηδέν» φαίνεται να αποτελεί το σημείο εκκίνησης για οποιαδήποτε δημιουργία. Αργότερα είχα μια άλλη εμπειρία; την ουδέτερη μάσκα, την οποία δούλεψα με την καθηγήτρια Liz Lopes. Η ουδέτερη μάσκα αφαιρεί όλη την έκφραση από το πρόσωπό σου. Για να τη φορέσεις την πρώτη φορά πρέπει να γίνει ένα είδος μύησης. Η μύηση στην ουδέτερη μάσκα επιτυγχάνεται μπροστά από έναν καθρέφτη. Κοιτάς στον καθρέφτη το πρόσωπό σου, μετά κοιτάς την κενή μάσκα, μετά κοιτάς πάλι τον εαυτό σου, κλείνεις τα μάτια και τη φοράς. Τότε ανοίγεις τα μάτια και βλέπεις μέσα στον καθρέφτη. Κάθεσαι μπροστά στον καθρέφτη, τον κοιτάς, μα δεν είναι ο εαυτός σου που βλέπεις, αλλά κάτι καινούριο, εντελώς διαφορετικό από εσένα. Είναι κάποιος άλλος! Αυτό το νέο ον δεν ξέρει τίποτε. Δεν ξέρει πώς να στέκεται, πώς να περπατά, πώς να χαμογελά, πώς να είναι λυπημένο… Γι ‘ αυτό πρέπει να μάθεις τα πάντα από την αρχή. Αυτή η πρώτη στιγμή που κοιτάς τον καθρέφτη είναι κι αυτή μια κατάσταση ουδετερότητας και άρχισα να ερευνώ για αυτήν την κατάσταση… Πώς θα μπορούσα να φθάσω αυτήν την κατάσταση χωρίς τη μάσκα και χωρίς ψυχικό πόνο; Και επίσης: ποια ήταν η σχέση ανάμεσα σ’ αυτήν την κατάσταση και την τελετουργία μύησης; H αναζήτηση αυτή με οδήγησε στο να ενσαρκώσω τελετουργίες, που επιτυγχάνουν αυτό το πέρασμα από το καθημερινό ον στο θείο ον. Παράλληλα μελέτησα λαϊκά δρώμενα μέσα από τα οποία μπορούσα να μάθω πώς δουλεύει αυτό το «θεαματικό βραζιλιάνικο σώμα». Από όλα αυτά και τις τεχνικές που είχα μάθει από τον Burnier, άρχισα να διαμορφώνω ένα είδος εξάσκησης.

Η εξάσκηση (training)

Δεν έχω πρόθεση να προτείνω μια μέθοδο, αλλά να αποκαλύψω ένα μέρος της πορείας και των ερωτημάτων που προέκυψαν σε μια δομημένη άσκηση. Η εξάσκηση είναι ένα μονοπάτι που οδηγεί τον ηθοποιό σ’ αυτόν τον Εξωκαθημερινό κόσμο, που εκφράζει με την εξωκαθημερινή ενέργειά του. Οι ασκήσεις μπορούν ομαδοποιηθούν σε έξι κατηγορίες:

Α/ Εξέλιξη της αυτο-αντίληψης (η σχέση του ατόμου με τον εαυτό του, η προετοιμασία για το ξεκίνημα): Ασκήσεις συγκέντρωσης και συγκέντρωσης της προσοχής, όπως το μασάζ στον εαυτό μας και ο διαλογισμός.

Β/ Εγκαινιασμός του χώρου εργασίας: Συνίσταται στο να επιβεβαιώνει κάποιος το όνομά του και την παρουσία του στον χώρο, πράγμα που μπορεί να γίνει με το να πει κάποιος το όνομά του δυνατά στο χώρο, συνήθως σε έναν κύκλο όπου όλοι οι συμμετέχοντες κρατιούνται χέρι χέρι.

Γ/ Αντίληψη της παρουσίας μας στο χώρο (φυσική και ενεργητική παρουσία στο χώρο): Σ’ αυτό το στάδιο αναπτύσσουμε τεχνικές δομές που δημιουργούν ένα σωματικό αλφάβητο για τον ηθοποιό, για αυτό δουλεύουμε διαφορετικές ασκήσεις γείωσης συνδυάζοντας τες με τεχνικές του χορού και της ηθοποιίας. Έτσι ενισχύουμε τη συνειδητότητα του σώματος και τη σχέση του με το χώρο και με τον άλλο.

Δ/ Άδειασμα και μεταμόρφωση (είναι η στιγμή που γίνεται το πέρασμα από τον ηθοποιό στον χαρακτήρα και που ο ηθοποιός βάζει τη μάσκα του): Συνήθως αποτελείται από προσωπικό χορό, μια τεχνική που ανέπτυξε στη δεκαετία του ’70 ο Rolando Toro, και που μετατρέπει την αναγκαία κίνηση κάποιου σε χορό. Από τον προσωπικό σου χορό, ξεκινάς μια μεταμόρφωση στον χαρακτήρα, δημιουργώντας την προσωπικό του χορό και το τραγούδι του. Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και το εσωτερικό ζώο στο οποίο μεταμορφωνόμαστε, το οποίο μετά μεταμορφώνεται στον χαρακτήρα. Αυτό είναι το στάδιο όπου ο ηθοποιός πρέπει να ακούσει τις Μούσες.

Ε/ Ατομική υπέρβαση: Πρόσβαση σε μια συλλογική Μνήμη και ανακάλυψη των σχέσεων που αναπτύσσονται σ’ αυτό το στάδιο: αναζήτηση μια ενεργητικής επαφής με την άλλη- στιγμή όπου ο ηθοποιός παίζει παιχνίδια. Τώρα οι νέοι χαρακτήρες λένε την ιστορία τους με το χορό και το τραγούδι τους και προσπαθούν να αναπτύξουν μια γλώσσα. Μπορεί στην αρχή να αποτελείται μόνο από τα σύμφωνα του τραγουδιού, χωρίς τη μελωδία. Το αν θα γίνει κείμενο ή όχι εξαρτάται από τους στόχους της εξάσκησης (δηλαδή αν θα εξελιχθεί σε μια παράσταση ή αποτελεί μια καθημερινή άσκηση). Αυτή είναι στιγμή που τραγουδάμε το τραγούδι των Μουσών, που λέμε την ιστορία τους, είναι η στιγμή της ποίησης.

Στ/ Επιστροφή στον ατομική αυτό-αντίληψη (τελείωμα του έργου, προετοιμασία για επιστροφή στον καθημερινό κόσμο) πάλι λέμε τα ονόματά μας, κάνουμε έναν κύκλο και τραγουδάμε μαζί, γιορτάζοντας το τέλος της δουλειάς.

Η τέχνη αποκαλύπτει τον κόσμο

Σε μια τελετουργία το πέρασμα από το «να ζεις στο κάθε μέρα» στο «να ζεις σε έναν άλλο κόσμο» είναι εξαιρετικά καθαρό και φανερό. Έτσι είναι και ο ηθοποιός πάνω στη σκηνή ( ή πρέπει να είναι – γιατί καμιά φορά είναι δύσκολο να αφήσει κανείς τον καθημερινό κόσμο που είναι τόσο ισχυρός και τόσο καλά δομημένος). Οι ηθοποιοί είναι τα όργανα της Τέχνης. Η Τέχνη παρουσιάζει έναν άλλο κόσμο, η Τέχνη αποκαλύπτει τον κόσμο – όπως το χορτάρι στο πεζοδρόμιο βγάζει σπόρους. Ο ηθοποιός στη σκηνή είναι η Τέχνη που αποκαλύπτει τον εαυτό της. Η τέχνη του ηθοποιού είναι το αγριόχορτο, που φυτρώνει παρά το πεζοδρόμιο, που δεν ανήκει στο πεζοδρόμιο, στη δομή του καθημερινού κόσμου. Γι’ αυτό ο ηθοποιός πρέπει να ξέρει πώς να κάνει το πέρασμα από τον καθημερινό κόσμο στον κόσμο της Τέχνης, από το καθημερινό στη μαγεία. Αλλιώς δεν θα επιτρέψει στην Τέχνη να υπάρξει. Όμως τι είναι η Τέχνη; Γιατί μιλάμε τόσο πολύ γι αυτήν; Ποια είναι η θέση της στον κόσμο μας;

Η τέχνη ως γέφυρα

Όταν ήμουν παιδί, μου μίλησαν για το Θεό, πράγμα που με ταρακούνησε. Η γιαγιά μου πήγε στη Ρωσία και μου ‘φερε μια Μπαμπούσκα, μια κούκλα που όταν την ανοίγεις υπάρχει μια άλλη μέσα της, που την ανοίγεις και μέσα σ’ αυτήν υπάρχει ακόμη μία και πάει λέγοντας μέχρι να φθάσεις στη μικρότερη. Στην περίπτωση της δικής μου Μπαμπούσκας αυτή η τελευταία ήταν μια αδύνατη κούκλα χωρίς χέρια, χωρίς πόδια, χωρίς στόμα, που έμοιαζε με μπουκάλι σόδας. Την ονόμασα Grapete (ένα είδος βραζιλιάνικης σόδας). Στην ουσία ήταν η μόνη από τις 13 κούκλες, που υπήρχαν η μια μες την άλλη, που είχε ένα όνομα. Κάποια στιγμή, αυτές οι κούκλες με δίδαξαν την ιδέα του Θεού: νόμιζα πως ζούσαμε μέσα στην κοιλιά του Θεού. Αλλά κι ο Θεός με τη σειρά του έπρεπε να ζει μέσα στην κοιλιά ενός άλλου θεού, ο οποίος ζούσε κι αυτός στην κοιλιά ενός άλλου θεού, έως το άπειρο… Πράγμα που ποτέ δεν τελείωνε, γιατί αυτή η πιθανότητα με έκανε να σκέφτομαι πως κι εγώ ίσως να ήμουνα μια θεότητα για ένα σύμπαν που βρισκόταν μέσα στην κοιλιά μου, άρα κάθε άτομο θα εμπεριείχε ένα ολόκληρο σύμπαν μέσα στην κοιλιά του. Και όλη αυτή η αιωνιότητα διατάραζε τον ύπνο μου όταν ήμουν παιδί… Η σκέψη φαίνεται να αποτελείται από ερωτήσεις, που γεννούν άλλες ερωτήσεις και ούτω καθεξής. Αλλά αυτές οι ερωτήσεις δεν είναι γραφτό να έχουν μια οριστική απάντηση. Ποιος είμαι; Γιατί βρίσκομαι εδώ; Τι είναι ο κόσμος; Γιατί σκέφτομαι; Πού πηγαίνω; Τι είναι ζωή τι υπάρχει μετά; Υπάρχει Θεός ή είναι απλώς μια απόπειρα να δώσουμε τέλος σε μια ατελεύτητη σκέψη; Γιατί αποφάσισα να γίνω ηθοποιός και τι σημαίνει ηθοποιός; Η γλώσσα είναι το σπίτι του Όντος. Ο άνθρωπος ζει σ’ αυτό το σπίτι του Όντος. Οι διανοητές και οι ποιητές είναι οι φύλακες αυτού του σπιτιού. (Martin Heidegger)

Καθήκον μας ως καλλιτεχνών είναι να φροντίσουμε αυτό το σπίτι, να αναπτύξουμε τη γλώσσα, όμως όχι μια γλώσσα μόνο για επικοινωνία, αλλά μια γλώσσα που προσφέρει καταφύγιο στο Ον. Σ’ αυτό το σπίτι η σκέψη μου είναι ελεύθερη αλλά μετά τη ξαναμαζεύω σε μια σχεδόν θρησκευτική απόπειρα να κατανοήσω την ύπαρξή μου μέσα σ’ αυτήν τη ζωή. Είμαστε ανυπόμονοι να απαντήσουμε τις ερωτήσεις, να πούμε ναι ή όχι, ένα ή δυο, φως ή σκοτάδι, καλό ή κακό. Στην εποχή μας γνώση φαίνεται να είναι η ικανότητα να δίνεις απαντήσεις, να λύνεις προβλήματα να είσαι ικανός, να αποφασίζεις ανάμεσα στην καλή ή κακή πλευρά. Όμως αυτό δημιουργεί ένα κενό, έναν αποκλεισμό κι εμείς απομένουμε να κοιτάμε με απορία τα μονοπάτια που δεν έχουμε βαδίσει. Υπάρχει μόνο ένα μονοπάτι, του οποίου τα ίχνη πρέπει να ακολουθήσουμε, αυτό στο οποίο βαδίζουμε αυτή τη στιγμή. Αυτό πάνω στο οποίο κάνουμε τις επιλογές μας και αλλάζουμε τον προσανατολισμό μας, αυτό είναι το ένα και μοναδικό μονοπάτι. Όμως η σκέψη μας εμπεριέχει μπλεγμένες όλες αυτές τις πιθανότητες, όλα αυτά τα ερωτήματα που μπορεί να αποτελέσουν τον θορυβώδη εσωτερικό μας διάλογο, αν δε χτίσουμε ένα σπίτι με αυτά, αν δεν τα μετατρέψουμε σε μια γλώσσα, αν δεν τα ακολουθήσουμε μέσω της φιλοσοφίας ή τα φανερώσουμε στην Τέχνη. Δημιουργούμε ένα σπίτι με τη γλώσσα, αλλά το σπίτι με αυτήν την έννοια δεν σημαίνει ασφάλεια. Το σπίτι βρίσκεται μπροστά στην άβυσσο – ποια άβυσσο; υπάρχουν τόσες πολλές άβυσσοι μέσα μας καθώς αντιμετωπίζουμε τη ζωή: η ζωή είναι μια άβυσσος η ίδια, ο Χρόνος, που δεν σταματά και που μας οδηγεί στον τελικό σταθμό: το θάνατο. Ο Άλλος είναι μια άβυσσος, η απόσταση μεταξύ μας είναι άβυσσος. Σ’ αυτήν την περίπτωση, το σπίτι μας μπορεί να είναι μια γέφυρα, όμως τότε μια άλλη άβυσσος θα παρουσιασθεί μπροστά μας, έτσι κομματιασμένοι που είμαστε που οι γέφυρες μας γίνονται λαβύρινθοι. Το θέμα της συνδιάσκεψης, με έκανε να σκεφτώ πως η Τέχνη αποτελεί πάντοτε μια γέφυρα. Η διαφορά ανάμεσα στα αντίθετα δεν χρειάζεται να λυθεί στην τέχνη. Σε έναν πίνακα υπάρχει φως και σκοτάδι και εκεί βρίσκεται η ομορφιά του πίνακα. Τέχνη είναι το σημείο συνάντησης των διαφορετικών. Τέχνη είναι το σημείο όπου τα θραύσματα μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς να χάσουν τη μοναδικότητά τους. Η Τέχνη δεν ανήκει σε έναν συστηματικό και γραμμικό κόσμο. Ο Χάιντεγκερ στο έργο του «Η καταγωγή του έργου τέχνης» εξηγεί ότι η τέχνη κάνει αυτήν την κίνηση, όπου διαρκώς καλύπτει και αποκαλύπτει τον εαυτό της, όπως το ξέφωτο μες το δάσος. Το ξέφωτο υπάρχει ως ξέφωτο μόλις το καλύψει το δάσος, και τα δάση γίνονται δάση σε αναφορά με το ορατό ξέφωτο. Σ’ αυτή την κίνηση της απόκρυψης και της αποκάλυψης συμβαίνει η Τέχνη. Υπάρχουν ανοίγματα στο στερεό πεζοδρόμιο της ορθολογικής μας αντίληψης. Σ’ αυτά τα ανοίγματα συμβαίνει η Τέχνη. Αφού η τέχνη δεν εξηγεί τίποτε, αποκρύπτει αυτά τα ανοίγματα, αποκαλύπτει, αποκρύπτει… δημιουργώντας έναν παλλόμενο κόσμο, αντίθετο στην γραμμικότητα της λατρείας της Λογικής. Μια φορά καθώς γύριζα σπίτι σε μια ώρα αιχμής, μέσα στο λεωφορείο ήταν ένας άνθρωπος που τραγουδούσε δυνατά και μιλούσε στον εαυτό του, αλλά μ’ έναν τρόπο όπου κάποιος μπορούσε να δει τέχνη μέσα σ’ όλα αυτά… Καθόμουν στο παράθυρο και στα αριστερά μου έβλεπα τη θάλασσα και την ακρογιαλιά. Η δύση του ήλιου ήταν πανέμορφη. Από τη μια μεριά ο κόλπος της Γκουαναμπάρα και η μυρωδιά της θάλασσας, από την άλλη αυτό το γκρίζο, ομιχλώδες λεωφορείο. Αυτός ο άνθρωπος μου φάνηκε σαν ένας χαμένος κρίκος, σαν ένας ιερός βάρδος, που εκτελούσε το καθήκον να ενώσει τους δύο κόσμους με τη λανθάνουσα τέχνη του. Η Τέχνη γεννιέται μέσα στα κενά που αφήνει το ανεξήγητο στο στερεό πεζοδρόμιο της αναπαράστασης και της λογικής εξήγησης. Γεννιέται από τις μεγάλες ερωτήσεις, όχι για να τις απαντήσει, αλλά για να μας θρέψει με αυτές. Η τέχνη εκείνου του ανθρώπου δεν είχε βρει ένα «σωστό» άνοιγμα για να φυτρώσει, όπως ένα θέατρο, για παράδειγμα, γι’ αυτό χορτάριαζε στο τσιμέντο του απλού κόσμου, ενοχλώντας τον γιατί δεν μπορούσε να την ερμηνεύσει.

Ινές:- Μπορείς να μου πεις γιατί τα λουλούδια φυτρώνουν στην κοπριά; Ο Βιντρασέιρο: – Μεγαλώνουν καλύτερα με αυτόν τον τρόπο γιατί μισούν την κοπριά. Η ιδέα είναι να πας όσο μακριά γίνεται, όσο πιο γρήγορα μπορείς και να φθάσεις κοντά στο φως, για να ανθίσεις…και να πεθάνεις. Στρίντμπεργκ, «Το όνειρο»

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ANDOUZE, Jean; CASSÉ, Michel & CARRIÈRE, Jean-Claude. Conversas sobre o invisível. São Paulo: ARTAUD, Antonin. Linguagem e vida. São Paulo: Perspectiva, 1995. ________. Oeuvres complètes. Paris: Gallimard, 1970 – 1990. ASLAN, Odette. L’acteur au XXè siècle. Paris: Seghers, 1974. ____________ (org.). Le masque: du rite au théâtre. Paris: CNRS, 1985. BARBA, Eugenio. Aldilá delle isole galleggianti. Milano: Ubulibri, 1990. ________. A canoa de papel. São Paulo: Brasiliense, 1993. ________, SAVARESE, Nicola. A arte secreta do ator: dicionário de antropologia teatral. São Paulo – Campinas: HUICITEC – Editora da UNICAMP, 1995. BROOK, Peter. O ponto de mudança. Rio de Janeiro: Civilização Brasileira, 1994. ________. O teatro e seu espaço. Petrópolis: Vozes, 1970. CAMPBELL, Joseph. O herói de mil faces. São Paulo: Cultrix, 1989. ________ . As máscaras de Deus. São Paulo: Cultrix, 1993 ________ . O poder do mito. São Paulo: Cultrix, 1989 CARRIÈRE, Jean-Claude. O Mahabharata. São Paulo: Brasiliense, 1991 COPEAU, Jacques. Notes sur le métier du comédien. Paris: Michel Brient, 1955. GROTOWSKI, Jerzi. Em busca de um teatro pobre. Rio de Janeiro: Civilização Brasileira, 1987. HEIDEGGER, Martin. A origem da obra de arte. Lisboa: Edições 70, 1977. _______________ Chemins qui ne mènent nulle part. Paris: Gallimard, 1962. ___________. Sobre o Humanismo. Carta a Jean Beaufret, Paris. Os Pensadores – São Paulo: Abril Cultural, 1973. HEISENBERG, Werner. A parte e o todo. Rio de Janeiro: Contraponto, 1998. LeCOQ, Jacques. Théâtre du geste. Paris: CNRS, 1987 LOPES, Elizabeth. A máscara e a formação do ator. Campinas: UNICAMP, 1990. ( Tese de Doutorado). MELO , Luiz Otávio Burnier Pessoa de. A arte do ator: da técnica à representação, elaboração, codificação e sistematização de técnicas corpóreas e vocais de representação para o ator. São Paulo: PUC, 1994. ( Tese de Doutorado). NIETZSCHE, Friedrich. Assim falou Zaratustra. São Paulo: Círculo do livro. __________________. O nascimento da tragédia no espírito da música. São Paulo: Abril, 1978. (Os Pensadores). RICHARDS, Thomas. Al lavoro con Grotowski sulle azioni fisiche. Milano: Ubulivri, 1993 STRINDBERG, August. O Sonho. Lisboa: Edições D’Ouro, 1974 TURNER, Victor. The ritual process. London: Routledge & Kegan, 1969 Andrea Copeliovitch is concluding her Doctoral studies at UFRJ, Literature Department – Poetics, developing the project “The Warlike Actor front to the Abyss”, that is a search for understanding the essential in Art, with a glance at the actor, his action and the language that results from that action. Master in Theatrical Practice, she has been developing research on actor’s practice since 1991 (as a teacher, as an actress and as a performer); focussing on pre-expressive processes, subject of her Dissertation, “Building a Character through Ritual: an apprenticeship proposal for actors 6

Πηγές:

  • Εκδότης: Πανελλήνιο Δίκτυο για το Θέατρο στην Εκπαίδευση
  • Περιοδικό Εκπαίδευση & Θέατρο – Περιοδική έκδοση για την προώθηση του θεάτρου, του εκπαιδευτικού δράματος, του θεατρικού παιχνιδιού και των άλλων παραστατικών τεχνών στην εκπαίδευση

 

  • Η ANDREA COPELIOVITCH είναι καθηγήτρια Θεάτρου στο Ομοσπονδιακό Πανεπιστήμιο του Rio Grande do Norte-UFRN, συντονίζει το Εργαστήριο Δράσης, Γλώσσας και Κίνησης (ALMA) και διευθύνει το Gaya Contemporary Dance Company. Η διδακτορική της διατριβή έγινε στην Ποιητική-UFRJ στο Paris VIII. Η διατριβή της «Ο ηθοποιός-πολεμιστής αντιμέτωπος με την άβυσσο» είναι μια έρευνα για το ουσιώδες στην τέχνη και εστιάζει στον ηθοποιό, στη δράση του και τη γλώσσα που προκύπτει από αυτή τη δράση. Με μεταπτυχιακό στην Πρακτική του Θεάτρου από το USP, έχει ασχοληθεί ερευνητικά από το 1991 με την πρακτική άσκηση του ηθοποιού. Εστιάζοντας στις προεκφραστικές διαδικασίες, στην εργασία της ανέπτυξε το θέμα «Χτίζοντας ένα χαρακτήρα μέσω της ιεροτελεστίας: μια πρόταση μαθητείας για ηθοποιούς». Έχει εμψυχώσει εργαστήρια και έχει παρουσιάσει εισηγήσεις σε συνέδρια στη Βραζιλία και σε πολλά μέρη σε όλο τον κόσμο, όπως στο Irvine των ΗΠΑ, στο Πανεπιστήμιο του Exeter στην Αγγλία, στην Αθήνα και στο Παρίσι.

 

  • Αρχική εικόνα: Giovanni Paolo Pannini
    1691-1765
    Gallery of Views of Ancient Rome
    1758
eirini aivaliwtouΟ ηθοποιός και το θέατρο
Περισσότερα

«Δηλητήριο». Το παρελθόν δεν τελειώνει ποτέ

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Μια σύγχρονη θεατρική συγγραφέα από την Ολλανδία σύστησε στο αθηναϊκό κοινό η Ρούλα Πατεράκη. Πρόκειται για τη Λοτ Φέικεμανς (Lot Vekemans). Γεννημένη το 1965, σπούδασε θεατρική γραφή αλλά και κοινωνική γεωγραφία. Ξεκίνησε να γράφει θεατρικά έργα για παιδιά και ενήλικες το 1995. Έργα της έχουν παρουσιαστεί με μεγάλη επιτυχία στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Βέλγιο, τη Γαλλία, την Αυστρία, την Ελβετία, τη Γερμανία, το Λουξεμβούργο, τη Ρουμανία, τη Νότια Αφρική, τη Ναμίμπια, το Μεξικό, την Κίνα, τη Ρωσία, την Ισπανία, την Αργεντινή και τη Βραζιλία. Είναι η πρώτη φορά που το έργο της ανεβαίνει στην Αθήνα.
Γραμμένο το 2009, το «Δηλητήριο» (Gif), έχει κερδίσει το βραβείο του καλύτερου ολλανδικού θεατρικού έργου που ανέβηκε την περίοδο 2009-2010. Βασισμένο σε αληθινή ιστορία, έχει κάνει μεγάλη επιτυχία στη Γερμανία και την Αυστρία, ενώ παράλληλα έλαβε διεθνή αναγνώριση. Η Γερμανίδα ηθοποιός Dagmar Manzel που έπαιξε σε αυτό κέρδισε το βραβείο Faust 2014 καλύτερης ηθοποιού πρώτου γυναικείου ρόλου. Σκηνοθετήθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη, τη Ρωσία, τη Νότια Αμερική και το Μεξικό και στην Κίνα και τη Νότια Αφρική.
Παρουσιάστηκε σε μετάφραση της Αργυρώς Πιπίνη και σκηνοθεσία της Ρούλας Πατεράκη, από τις 21 Απριλίου έως τις 28 Μαΐου, στο θέατρο FAUST.

«Αυτός» και «Αυτή», οι ήρωες, είναι δύο ανώνυμοι απλοί άνθρωποι, που έρχονται αντιμέτωποι με ένα απρόοπτο της ζωής. Της ζωής, που, κατά τη συγγραφέα, «είναι σαν να πηδάς από αεροπλάνο χωρίς αλεξίπτωτο». Προσπαθούν να διαχειριστούν μια οδυνηρή απώλεια και να βρουν έναν τρόπο να συμφιλιωθούν με την καινούργια πραγματικότητα που τους έχει επιφυλάξει η ζωή. Μπορεί κανείς πραγματικά να ξεχάσει; Τα γεγονότα του παρελθόντος επιλέγονται, τροποποιούνται, παραμορφώνονται, πολλές φορές «λησμονιούνται» στη βάση των συνθηκών του παρόντος. Οι άνθρωποι μαθαίνουν να «ξεχνούν» και αναπτύσσουν στρατηγικές γι’ αυτό.
Πώς μπορεί όμως να αντέξει τον πόνο ένας γονιός που χάνει το παιδί του σε τροχαίο; Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο πόνος του πατέρα είναι τεράστιος. Όµως συνεχίζει τη ζωή του, τις δραστηριότητές του. Η μητέρα µε την ψυχική οδύνη που την κατέχει αποσυγκροτείται τελείως, πέφτει σε βαριά µελαγχολία, δεν δέχεται παρηγοριά από κανέναν και παίρνει την απόφαση «ότι η ζωή της τελείωσε πια». Ο ψυχικός πόνος αυτής της μητέρας είναι πολύ πιο αφόρητος.
Μπορούμε να αποδεχτούμε πραγματικά μια τέτοια αλλαγή στη ζωή μας; Ο θάνατος ενός παιδιού δημιουργεί ένα ανυπόφορο αίσθημα αδικίας. Η απώλεια του μέλλοντος του παιδιού, τα ανεκπλήρωτα όνειρα και το παράλογο της συμφοράς, κάνουν το χαμό ενός παιδιού από τις πλέον οδυνηρές ανθρώπινες εμπειρίες.
Οι γονείς μπορεί να αισθάνονται υπεύθυνοι για το θάνατο του παιδιού, όσο παράλογο και εάν αυτό φαίνεται. Οι γονείς παράλληλα νιώθουν ότι έχουν χάσει ένα σημαντικό μέρος του ίδιου του εαυτού τους.

Η συμπλοκή που συμβαίνει στο «Δηλητήριο» δεν είναι πρωτότυπη, αλλά η συγγραφέας Λοτ Φέικεμανς παραδίδει ένα αριστουργηματικό ψυχογράφημα, κάθετο στην υπαρξιακή κατάσταση. Είναι η δραματική διένεξη μίας γυναίκας κι ενός άντρα, που τους χτύπησε ο ίδιος θάνατος, που μοιράζονται την ίδια απώλεια.
Ένα επαρχιακό, ολλανδικό νεκροταφείο σε πλήρη εγκατάλειψη. Μία αίθουσα δεξιώσεων, μουσείο μνήμης για εκείνους που θρήνησαν νεκρούς.
Όλα ξεκινούν από το γράμμα που έστειλε Εκείνη σ’ Εκείνον. Τον καλεί να παραστεί, ύστερα από 10 χρόνια απουσίας, στην εκταφή των οστών του αγαπημένου τους προσώπου και τη μεταφορά σε άλλο τάφο.

Προφανώς ένα δηλητήριο, μια τοξίνη έχει εισέλθει στο υπέδαφος του νεκροταφείου. Το σώμα θα πρέπει να ξεθαφτεί και στη συνέχεια να μεταφερθεί σε ένα λιγότερο επικίνδυνο σημείο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον με τους απόηχους της ζωής που συνεχίζεται λίγα χιλιόμετρα πιο μακριά, οι γονείς του Jacob έχουν ακόμα κάποια πράγματα να διαπραγματευτούν. Για τον τάφο του αλλά και για το τι συνέβη μετά το θάνατό του.

Σ’ αυτό τον εγκαταλελειμμένο χώρο, όπου τρυπώνουν τα βρύα και οι λάσπες, ανάμεσα στις τουλίπες, κάτω από τη βροχή, οι δύο πρώην σύντροφοι θα αναμοχλεύσουν τα παλιά τους πάθη και μέσα από τη μνήμη θα επιστρέψουν στον καταλυτικό τους πόνο, που κάποτε τους χώρισε και που τώρα τους καλεί σε μια καινούργια αναμέτρηση. Ο θυμός, το μίσος και η πικρία θα ξεσπάσουν. Ένα εφιαλτικό δράμα που πηγαίνει πολύ πιο πέρα από την ιδιωτική θλίψη αυτού του ζευγαριού και επισημαίνει το τέλος της κοινωνίας.

Μια δυνατή και βαθιά ιστορία με εξαιρετική σκηνοθεσία από την κυρία Πατεράκη, που τολμά και κάνει τη διαφορά μέσα από μια θεατρική αποτύπωση της κατάστασης του πένθους. Εξαιρετικές ερμηνείες με κύριο χαρακτηριστικό τους την αυθεντικότητα, μέσα σε ένα ατμοσφαιρικό, ζωντανό περιβάλλον, που μας περικλείει σε πραγματικότητα και όνειρο, με μουσικές που υποβόσκουν, όπως τα συναισθήματα.

Αυτός συνεχίζει και κοιτάζει το μέλλον. «Ξέρεις ότι γράφω ένα βιβλίο;», τη ρωτά. Ναι, γράφει βιβλίο. Ζει πια σε άλλη χώρα. Μια νέα αγάπη τον περιμένει στο σπίτι. Αυτή παραμένει προσκολλημένη στο παρελθόν. Τι μένει από την τραγωδία; Οι αντιξοότητες οδηγούν σε μια πορεία περαιτέρω θλίψης και απομόνωσης; Ή μπορεί να ελπίζουμε να ξαναγεννηθούμε από τον βαθύτερο συναισθηματικό μας πόνο και την ψυχική αναταραχή; Ενώ θυμούνται τις τελευταίες στιγμές του παιδιού τους, οι δύο πρώην σύζυγοι κάνουν τα πρώτα τους βήματα προς τη συμφιλίωση.

Αυτό το απόλυτο, το αυστηρό έργο αρχίζει δροσερά, αλλά μετατρέπεται αργά αλλά σταθερά σε ένα δάκρυ. Συναισθηματικά γυμνό, σε κάποια σημεία ηθελημένα ακατέργαστο. Αμοιβαίο παρελθόν, αμοιβαία απώλεια και δεκαετής χωρισμός. Σιωπές και αμηχανίες. Οικειότητα και κουράγιο. Προσφορά και ανταμοιβή. Ενοχές και φαντάσματα.

Είναι το πορτρέτο ενός ζευγαριού, του οποίου η κοινή μοίρα φαίνεται να έχει τελειώσει. Και όμως πρέπει να περάσουν μια ακόμα δυσάρεστη εμπειρία μαζί, με την ελπίδα να ξεκινήσει μια άλλη ζωή, μετά την κοινή τους ζωή. Ένιωσαν καλύτερα με τον εαυτό τους που κατόρθωσαν και μίλησαν; Ένιωσαν καλύτερα με την αυτοεκτίμησή τους; Βγήκαν πιο καθαροί κι ανάλαφροι, πιο ειλικρινείς και θαρραλέοι από αυτή τη συνάντηση; Γιατί κι αυτό ήδη είναι μια νίκη και παρηγοριά μεγάλη.

Πρώτα έχασαν ένα παιδί και έπειτα ο ένας τον άλλον. Ή ίσως θα έλεγα: Έχασαν το μοναδικό τους παιδί, μετά τους εαυτούς τους και έπειτα ο ένας τον άλλον.
Τι συνέβη πραγματικά μια Παραμονή Πρωτοχρονιάς πριν από δέκα χρόνια; Οι συμπεριφορές, οι αντιδράσεις, οι διαθέσεις, οι σκέψεις, τα συναισθήματα, οι φόβοι και οι επιθυμίες εκδηλώνονται στο παρόν. Το παρελθόν δεν τελειώνει, παραφυλάει στις γωνιές της ψυχής για καιρό. Κρύβεται σε βαθιά συρτάρια του νου και ζει. Το παρελθόν είναι για πάντα παρόν και ας μην το καταλαβαίνουμε

Οι συντελεστές

Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος στο ρόλο του πατέρα, λιτά τραγικός, συνδύασε την εκφραστικότητα με τη συγκίνηση, την ωριμότητα με την ερμηνευτική ισορροπία, την κατανόηση με τη φαντασία.
Η Εύρη Σωφρονιάδου, σε μια κοπιώδη ερμηνευτική προσπάθεια, μας έδωσε το βαθύ σύθρηνο στη ρίζα της κραυγής, το συγκρατημένο εσώτερο δράμα της μάνας. Ανθρώπινη, άμεση, συγκλονιστική, ευαίσθητη, δικαίωσε την παράσταση.
Ο Σπύρος Βάρελης ως φάντασμα, πνεύμα ή άλλο υπερφυσικό ον, ως αινιγματικός φύλακας, ως βουβός κηπουρός του έρημου νεκροταφείου συνέβαλε με την ενδιαφέρουσα παρουσία του σε μια άρτια παράσταση. Οπωσδήποτε ένας ηθοποιός που δεν περνά απαρατήρητος.

Παλμό, ένταση και θέρμη προσέδωσε στην παράσταση το θαυμάσιο ηχητικό περιβάλλον του Κώστα Σουρβάνου.
Τη σφραγίδα της αφαίρεσης και της πυκνότητας, της έμπνευσης, του ρυθμού και του δημιουργικού πάθους διακρίνει ο θεατής στη δουλειά της κυρίας Πατεράκη. Στο «Δηλητήριο» η σκηνοθετική γλώσσα είναι εκπληκτική.
Μπορεί η πρώτη φορά που θα παρακολουθήσεις παράσταση της Ρούλας Πατεράκη, η δουλειά της να σου φανεί αλλόκοτη. Γρήγορα όμως βυθίζεσαι στη συγκίνηση που σου δίνει το καλό θέατρο, δένεσαι με την πλοκή και η δουλειά της σε αιχμαλωτίζει. Σε συγκλονίζει χωρίς να το καταλάβεις, χωρίς να καταλάβεις πώς σου πλημμυρίζει την ψυχή με τις αξετίμητες αξίες της.
Ο τρόπος της για την έκφραση των σκέψεων, η θεώρησή της για τα αληθινά προβλήματα της τέχνης, η ανύψωση και η λύτρωση που προσφέρει στο θεατή, μας δίνουν το δικαίωμα να χαρακτηρίζουμε τη Ρούλα Πατεράκη «μεγάλη δασκάλα του λόγου και του θεάτρου».

Ταυτότητα παράστασης

Σκηνοθεσία / Σκηνικό περιβάλλον: Ρούλα Πατεράκη
Μετάφραση: Αργυρώ Πιπίνη
Ηχητικό περιβάλλον: Κώστας Σουρβάνος
Βοηθός σκηνοθέτη: Ευθυμία Δραμαλή
Σχεδιασμός αφίσας και προγράμματος: Γιώργος Ζάμπας
Φωτογραφίες: Γιάννης Πρίφτης
Δημόσιες σχέσεις: Γιάννης Κοκολάκης
Παίζουν: Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Εύρη Σωφρονιάδου, Σπύρος Βάρελης

  • «Δηλητήριο» στο θέατρο Faust
    Από 21 Απριλίου έως 28 Μαΐου 2017
    Διεύθυνση: Καλαμιώτου 11, Αθήνα 105 60
    Τηλέφωνο: 21 0323 4095
    Διάρκεια: 90 λεπτά

 

eirini aivaliwtou«Δηλητήριο». Το παρελθόν δεν τελειώνει ποτέ
Περισσότερα