Βιβλιοστάτης

Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Η θάλασσα»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:
μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις.
Πόσοι δεν έφαγαν τα νιάτα τους –
μοιραίες βουτιές, θανατερές καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια αθέατα,
ρουφήχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Αλίμονο αν κόψουμε τα μπάνια
Μόνο και μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Αλίμονο αν προδώσουμε τη θάλασσα
Γιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει.
Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:
χίλιοι τη χαίρονται – ένας την πληρώνει.»

  • Εικόνα: The Long Leg, 1935 by Edward Hopper
eirini aivaliwtouΝτίνος Χριστιανόπουλος, «Η θάλασσα»
Περισσότερα

Σεξ Χωρίς Αγάπη (Sex Without Love) – Σάρον Όλντς (Sharon Olds)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Πώς το κάνουνε, εκείνοι που κάνουν έρωτα

Χωρίς αγάπη; Όμορφοι σαν χορευτές,

Γλιστρώντας ο ένας πάνω στον άλλο

Σαν παγοδρόμοι πάνω στον πάγο, δάχτυλα

Γαντζωμένα ο ένας στο σώμα του άλλου,

Πρόσωπα κόκκινα σαν κρέας, σαν κρασί, υγροί

Σαν παιδιά στη γέννα που οι μανάδες τους

Πρόκειται να τα δώσουν. Πώς φτάνουν

Σε οργασμό σε οργασμό στον Θεό πώς

Φτάνουν στα γαλήνια νερά, και να μην αγαπούν

Εκείνον που ήρθε εκεί μαζί τους, φως υψωμένο

Αργά σαν ατμός απ’ το ενωμένο τους δέρμα;

Αυτοί είναι οι πραγματικοί θρήσκοι,

Οι εξαγνισμένοι, οι επαγγελματίες, εκείνοι

Που δεν θα δεχτούν έναν ψεύτικο Μεσσία,

Που δεν θ’ αγαπήσουν τον ιερέα αντί τον Θεό.

Δεν εκλαμβάνουν τον εραστή ως τη δική τους

Ευχαρίστηση, είναι σαν σπουδαίοι δρομείς:

Ξέρουν πως είναι μόνοι με την επιφάνεια

Του δρόμου, το κρύο, τον αέρα, την εφαρμογή

Των παπουτσιών τους, την πάνω απ’ όλα

Καρδιαγγειακή υγεία τους – απλά συντελεστές,

Σαν τον σύντροφο στο κρεβάτι, κι όχι

Η αλήθεια, που είναι το αζευγάρωτο σώμα

Μονάχο του στο διάστημα ενάντια

Στη δική του καλύτερη ώρα.

  • Σάρον Όλντς (Sharon Olds)
    Αμερικανίδα ποιήτρια. Γεννήθηκε το 1942. Στο έργο της διερευνά την αλήθεια για θέματα όπως η βία, η σεξουαλικότητα και το σώμα. Διδάσκει δημιουργική γραφή στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.

 

  • Εικόνα: Henri de Toulouse-Lautrec
    In Bed, the Kiss
    (1892)
eirini aivaliwtouΣεξ Χωρίς Αγάπη (Sex Without Love) – Σάρον Όλντς (Sharon Olds)
Περισσότερα

Είμαι αυτή η ροή της άμμου που γλιστράει – Σάμιουελ Μπέκετ

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Είμαι αυτή η ροή της άμμου που γλιστράει ανάμεσα στο βότσαλο και στον αμμόλοφο

η καλοκαιρινή βροχή πέφτει πάνω στη ζωή μου πάνω σ’ εμένα η ζωή μου

που μου ξεφεύγει με καταδιώκει και θα σβήσει τη μέρα που άρχισε

αγαπημένη στιγμή σε βλέπω μέσα σ’ αυτό το παραπέτασμα της ομίχλης που χάνεται

όπου δε θα ‘χω παρά να πατήσω σ’ αυτά τα μακριά κινούμενα κατώφλια και θα ζήσω όσο ν’ ανοιγοκλείσει μια πόρτα

  • Εικόνα: By the Shore, Edward Potthast
eirini aivaliwtouΕίμαι αυτή η ροή της άμμου που γλιστράει – Σάμιουελ Μπέκετ
Περισσότερα

Ονορέ ντε Μπαλζάκ: Η ευγνωμοσύνη του χαμινιού

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Η μετάφραση είναι της Βίκυς Βασιλάτου.

Μια Τσικνοπέμπτη, τριγυρνώντας κατά τις τρεις το μεσημέρι στα παρισινά βουλεβάρτα, πήρε το μάτι μου στη γωνιά του φομπούρ Πουασσονιέρ, ανάμεσα στο πλήθος, μια από κείνες τις μικροσκοπικές παιδικές φιγούρες που την ατίθαση ποιητικότητά τους μόνον ένας καλλιτέχνης μπορεί να την προεικάσει. Ήταν ένα χαμίνι, ένα γνήσιο χαμίνι του Παρισιού!… Κοκκινωπά, ανάκατα μαλλιά, μπουκλωτά από τη μία, ίσια σε διάφορα άλλα σημεία, ξασπρισμένα από γύψο, λερωμένα από λάσπη, ενώ διακρινόταν κι ένα αποτύπωμα από τα γαμψά δάχτυλα του γεροδεμένου χαμινιού με το οποίο θα πρέπει να είχαν πιαστεί προ ολίγου στα χέρια. Επίσης, είχε μια μύτη που ουδέποτε συνήψε συμφωνία με την κοσμική ματαιοδοξία τού μαντιλιού, μια μύτη που αστυνομευόταν μονάχα από δάχτυλα· καθώς κι ένα στόμα, φρέσκο και χαριτωμένο, δόντια μιας εντυπωσιακής λευκότητας. Όσο για την επιδερμίδα του, είχε έντονες αποχρώσεις, λευκές και καφετί, θαυμάσια αναμεμειγμένες με κόκκινο. Τα μάτια του, που ενίοτε σπινθηροβολούσαν, ήταν τώρα σκυθρωπά, μελαγχολικά και με έντονους μαύρους κύκλους. Τα βλέφαρά του, που τα κοσμούσαν όμορφες και πολύ γυριστές βλεφαρίδες, ενείχαν μια ακαθόριστη γοητεία… Ω συ παιδικότητα!…

Ντυμένο ατημέλητα, κι αδιαφορώντας για το ψιλοβρόχι, καθόταν πάνω σε ένα παγωμένο λιθάρι με τα πόδια να κρέμονται, ανεπαρκώς καλυμμένα από ένα φθαρμένο παπούτσι, που θύμιζε πυρήνα κλειδιού. Στεκόταν λοιπόν εκεί, έχοντας πάψει να φωνάζει: «Βρωμό…! Βρωμό… Βρωμομασκαράδες!…», ενώ ρουφούσε απρεπώς τη μύτη του.

Σκεπτικός σαν απατημένη σύζυγος, έμοιαζε τούτο το μέρος να το νιώθει σαν το σπίτι του. Τα όμορφα χέρια του, που τα ροζ νύχια στεφανώνονταν από μαύρο, δεν θα τα χαρακτήριζες βρώμικα μα λιγδιασμένα… Ένα καφετί πουκάμισο, του οποίου ο γιακάς ήταν άνισα ορθωμένος και περιέβαλε το κεφάλι του σαν κροσσόπλεγμα, φανέρωνε ένα στήθος τόσο λευκό όσο εκείνο μιας πρωτοεμφανιζόμενης σε χοροεσπερίδα της υψηλής κοινωνίας…

Χάζευε τα συνομήλικά του· κι όποτε εμφανιζόταν ένας ανήλικος μπουρζουάς, μεταμφιεσμένος σε λογχοφόρο, σε τροβαδούρο, ή ντυμένος με σακάκι, κι εξοπλισμένος με το επιβεβλημένο ρόπαλο, πάνω στο οποίο υπήρχε ένας ποντικός κιμωλίας[1]… Ε, τότε!… τα μάτια τού χαμινιού φλογίζονταν από πόθο!… Τα παιδιά να ’ναι άραγε αφελή; αναρωτήθηκα. Δεν ξέρουν πώς να αποσιωπούν τα έντονα πάθη τους, τους φόβους τους, τις προσδοκίες μιας μέρας!…

Διασκέδασα για κάμποσα λεπτά με την ασυγκράτητη επιθυμία τού χαμινιού. Ω, ναι, δεν ήθελε παρά ένα ρόπαλο! Η μέρα του χαραμίστηκε. Εντόπισα ίχνη από αναρίθμητους ποντικούς κιμωλίας στα σκούρα ρούχα του. Η εκδίκηση του βάραινε την ψυχή… Αχ! Πώς στρέφονταν τα μάτια του με λατρεία προς το μαγαζί ενός παντοπώλη του οποίου τα πανέρια ήταν γεμάτα βόλους, πυραύλους και που, από τη βιτρίνα, διέκρινες, τοποθετημένα σταυρωτά, δυο ρόπαλα εφοδιασμένα με μπόλικη κιμωλία.

«Εσύ γιατί δεν έχεις ρόπαλο;…» τον ρώτησα.

Με κοίταξε γεμάτος υπερηφάνεια, κι από την κορφή έως τα νύχια, όπως φαντάζομαι ο κύριος Κυβιέ τον κύριο Σεν-Ιλέρ[2] όποτε του επιτίθεται απερίσκεπτα στο Ινστιτούτο.

«Ανόητε!…» σάμπως να μου είπε. «Αν είχα δυο πεντάρες, θαρρείς δεν θα γέλαγα, διασκέδαζα, κοπάναγα, φώναζα;… Γιατί με βάζεις σε πειρασμό;».

Πήγα στον παντοπώλη. Το παιδί μ’ ακολούθησε μαγνητισμένο και συνεπαρμένο από το βλέμμα μου. Το χαμίνι κοκκίνισε από ευχαρίστηση, τα μάτια του ζωήρεψαν… Απέκτησε το ρόπαλο…

Οπότε, το κραδαίνει, κι ενόσω το παρατηρώ, μου σημαδεύει την πλάτη ενός ολοκαίνουργιου ρούχου, με τον πρώτο μου ποντικό, φωνάζοντας περιπαικτικά: «Βρωμο…! Βρωμο… Βρωμομασκαράδες!…».

Συγκράτησα την οργή μου. Το έβαλε στα πόδια, αναστατώνοντας τους περαστικούς με τις διαπεραστικές και τραχιές του κραυγές… «Βρωμό…! Βρωμό…! Βρωμομασκαράδες!…».

Τούτο το παιδί μάς αντιπροσωπεύει όλους!…

  • Το διήγημα, La reconnaissance du gamin, δημοσιεύτηκε στη σατιρική εφημερίδα, La caricature, στις 11 Νοεμβρίου του 1830.
  • Πρώτη δημοσίευση της μετάφρασης στο περιοδικό «Ο Αναγνώστης».

[1] Πρόκειται για ένα κομμάτι ύφασμα, σε σχήμα ποντικού, καλυμμένο με κιμωλία, και τυλιγμένο γύρω από την κορυφή ενός ρόπαλου, με το οποίο διασκέδαζαν τα παιδιά σημαδεύοντας περαστικούς, κατά την περίοδο των αποκριών.

[2] Ο φυσιοδίφης Ζωρζ Κυβιέ (Georges Cuvier, 1769-1832), υπήρξε σπουδαίος ερευνητής, θεμελιωτής της Συγκριτικής Ανατομίας και ο σημαντικότερος υποστηρικτής τού καταστροφισμού στη γεωλογία. Αντιτέθηκε στις θεωρίες περί Σταδιακής Εξέλιξης των Σεν-Ιλέρ (Étienne Geoffroy Saint-Hilaire, 1772-1844) και Λαμάρκ (Jean-Baptiste Pierre Antoine de Monet, Chevalier de la Marck, 1744-1829).

  • Φωτογραφία: Hine Lewis, Raris gamin
eirini aivaliwtouΟνορέ ντε Μπαλζάκ: Η ευγνωμοσύνη του χαμινιού
Περισσότερα

Μαύρος κόρακας στη βροχή (Sylvia Plath)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Justin Fitzpatrick, Sylvia Plath and the Worry

Βρέχει. Έχω την παρόρμηση να γράψω ένα ποίημα. Αλλά θυμάμαι κάτι σε ένα απορριπτικό σημείωμα: «Μετά από μια καταρρακτώδη βροχή, ποιήματα με τίτλο «βροχή» καταφτάνουν από κάθε γωνιά της χώρας». (Σύλβια Πλαθ)

 

Μαύρος κόρακας στη βροχή (Sylvia Plath)

Πάνω στο ξερό κλαδί εκεί ψηλά

Κουρνιάζει ένας βρεγμένος μαύρος κόρακας

Που στρώνει ξανά και ξανά το φτέρωμά του μες τη βροχή.

Δεν αναμένω ένα θαύμα

Ή ένα ατύχημα

 

Να πυροδοτήσουν την όραση

Μες τα μάτια μου,ούτε ψάχνω

Πια στον ανερμάτιστο καιρό κάποιο σχέδιο,

Μόνο αφήνω τα λεκιασμένα φύλλα να πέφτουν όπως πέφτουν,

Χωρίς τελετή, ή οιωνό.

 

Παρόλο που, το ομολογώ, κάποιες φορές επιθυμώ,

Κάποια ανταπόκριση απ` τον βουβό ουρανό,

Δεν έχω στ` αλήθεια παράπονο:

Κάποιο αμυδρό φως μπορεί ακόμα

Να ξεπηδήσει λευκόπυρο

 

Απ` της κουζίνας το τραπέζι ή την καρέκλα

Σαν μια ουράνια φωτιά που πότε πότε

Κατέχει τα πιο αμβλεία αντικείμενα–

Καθαγιάζοντας έτσι ένα διάστημα

Αλλιώς ασυνεπές

 

Επιδίδοντάς του γενναιοδωρία, τιμή,

Κάποιος ίσως πει αγάπη. Ούτως ή άλλως, τώρα περπατώ

Επιφυλακτική (γιατί θα μπορούσε να συμβεί ακόμα και σ’ αυτό το μουντό, ερειπωμένο τοπίο)~ δύσπιστη

Παρόλ’ αυτά συνετή, αγνοώντας

 

Πως ένας άγγελος ίσως διαλέξει να φεγγοβολήσει

Άξαφνα δίπλα μου. Γνωρίζω μόνο πως ένας κόρακας

Που τακτοποιεί τα μαύρα φτερά του μπορεί να λάμψει τόσο

Ώστε ν’ αδράξει τις αισθήσεις μου, ν’ ανασηκώσει

Τα βλέφαρά μου, και να μου παραχωρήσει

 

Μια σύντομη ανάπαυλα από το φόβο

Της απόλυτης ουδετερότητας. Με λίγη τύχη,

Μοχθώντας επίμονα μέσα απ` αυτή την εποχή

Της κόπωσης,

Θα συρράψω ένα κάποιο κίβδηλο,

 

Περιεχόμενο. Τα θαύματα συμβαίνουν,

Αν σ’ αρέσει να αποκαλείς αυτά τα σπασμωδικά

Τεχνάσματα ακτινοβολίας θάυματα. Η αναμονή άρχισε ξανά,

Η μακριά αναμονή για τον άγγελο,

Γι’ αυτή τη σπάνια, τυχαία κάθοδο.

eirini aivaliwtouΜαύρος κόρακας στη βροχή (Sylvia Plath)
Περισσότερα

«Περί χρήματος», διαβάστε το «τοις μετρητοίς»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επτά σπουδαίες μορφές της παγκόσμιας διανόησης και τέχνης αναλύουν, αφορίζουν ή αποθεώνουν το χρήμα υπό μορφή πίστωσης, διεκδίκησης ή προνομίου. Ο Ακινάτης επανεξετάζει τις προϋποθέσεις, σύμφωνα με τις οποίες η τοκογλυφία συνιστά αμάρτημα. Ο Αριστοτέλης, μέσα από την ψυχολογική και πρακτική ανάλυση περί διαχείρισης του χρήματος, αναδεικνύει την αρετή της γενναιοδωρίας. Ο Κότοκου αντικρίζει το χρήμα ως βακτήριο και προτείνει την κατάργησή του. Ο Μαρξ ανατέμνει τη δύναμη του χρήματος, «δεσμού όλων των δεσμών». Ο Μπωντλαίρ διακηρύσσει πως «ο κόσμος θα τελειώσει», αλλά το χρήμα θα συνεχίσει να υπάρχει. Ο Ουόρχολ εξιστορεί τις φαντασιώσεις του με τα «φράγκα»· και ο Τολστόι παρουσιάζει το χρήμα ως μέθοδο επιβολής και τυραννίας.

Στη σειρά De Natura Hominis των Εκδόσεων Κοβάλτιο κυκλοφορεί ο συλλογικός τόμος «Περί χρήματος». Η έκδοση περιλαμβάνει δοκίμια των Θωμά Ακινάτη, Αριστοτέλη, Σούσουι Κότοκου, Καρλ Μαρξ, Σαρλ Μπωντλαίρ, Άντι Ουόρχολ και Λεβ Τολστόι.

Τα δοκίμια του τόμου «Περί χρήματος» καταδεικνύουν, από διαφορετική σκοπιά το καθένα, πώς το χρήμα –εκτός από μέσο συναλλαγής- αποτελεί κυρίως θεσμό, αλλά και συμβολική παγίωση του χρέους.
Ένα βιβλίο που ο αναγνώστης καλείται να διαβάσει «τοις μετρητοίς», όπως προτείνει στην «Εισαγωγή» της έκδοσης ο ποιητής Γιώργος Μπλάνας, εφόσον «κανένα λάθος δεν είναι εύκολο να αναγνωριστεί μετά την απομάκρυνση από το ταμείο».

 

eirini aivaliwtou«Περί χρήματος», διαβάστε το «τοις μετρητοίς»
Περισσότερα

«Ο καημός» – Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

O Τσέχωφ με τα σκυλάκια του

Σε ποιον να πω τον καημό μου; Σούρουπο.

Το πυκνό νερόχιονο νωθρά κάνει κύκλους γύρω από τα φανάρια, που μόλις έχουν ανάψει, σχηματίζοντας ένα λεπτό, απαλό στρώμα στις στέγες, στα καπούλια των αλόγων, στα καπέλα των περαστικών. Ο αμαξάς Ιωνάς Ποτάποφ έχει γίνει κάτασπρος σαν φάντασμα. Έχει καμπουριάσει, όσο μπορεί να καμπουριάσει ένα ζωντανό σώμα, και κάθεται στο κάθισμά του χωρίς να κουνιέται. Κι ολόκληρη χιονοστιβάδα να έπεφτε απάνω του, ούτε και τότε δε θα ‘βρισκε τη δύναμη που χρειάζεται για να τινάξει από πάνω του το χιόνι…Το αλογάκι του είναι κι αυτό κάτασπρο και στέκεται ακίνητο. Έτσι όπως στέκει ακίνητο, με το άχαρο σχήμα του και τα ίσια σαν μπαστούνια πόδια του, μοιάζει με φτηνό ζαχαρένιο αλογάκι. Όπως φαίνεται, είναι βυθισμένο σε σκέψεις. Το απέσπασαν από τ’ αλέτρι, από τις συνηθισμένες γκρίζες εικόνες, και το έριξαν εδώ, σ’ αυτή τη δίνη τη γεμάτη από εκτυφλωτικά φώτα, ακατάπαυστο θόρυβο και ανθρώπους που τρέχουν. Ο Ιωνάς και το αλογάκι του έχουν πολλή ώρα να κουνηθούν από τη θέση τους. Βγήκαν από την αυλή πριν ακόμα ξημερώσει και το πρώτο αγώγι ακόμα δε φαίνεται πουθενά. Αλλά να, στην πόλη πέφτει η βραδινή καταχνιά. Το χλομό φως των φαναριών γίνεται πιο έντονο κι όλο δυναμώνει η φασαρία του δρόμου.

— Αμαξά, για τη συνοικία Βιμπόργκσκαγια! ακούει ο Ιωνάς. Αμαξά!

Ο Ιωνάς τινάζεται και πίσω από τις βλεφαρίδες, τις σκεπασμένες με χιόνι, διακρίνει έναν αξιωματικό με χλαίνη και κουκούλα.

— Στη Βιμπόργκσκαγια! ξαναφωνάζει ο στρατιωτικός. Κοιμάσαι, τι κάνεις λοιπόν; Στη Βιμπόργκσκαγια! Σε απάντηση, ο Ιωνάς τραβάει τα χαλινάρια, έτσι που από τα καπούλια του αλόγου και από τους ώμους του πέφτουν στρώματα από χιόνι… Ο αξιωματικός κάθεται στο έλκηθρο. Ο αμαξάς κροταλίζει με τα χείλη, τεντώνει μπροστά σαν κύκνος το λαιμό, ανασηκώνεται περισσότερο από συνήθεια παρά από ανάγκη και χτυπάει με το καμουτσίκι στον αέρα. Το αλογάκι τεντώνει κι αυτό το λαιμό, στραβώνει τα πόδια του, που μοιάζουν με μπαστούνια, και ξεκινάει διστακτικά…

— Πού πας να χωθείς, διάβολε! ακούγονται διάφορες φωνές από τη σκούρα μάζα των περαστικών, που κινούνται προς κάθε κατεύθυνση. Πού στο διάβολο πας; Κράτα. δεξιά!

— Εσύ ούτε να οδηγήσεις δεν ξέρεις! Κράτα δεξιά! θυμώνει ο αξιωματικός. Ο αμαξάς βρίζει, ένας περαστικός τον κοιτάζει με άγριες διαθέσεις, ενώ τινάζει από το μανίκι το χιόνι που έπεσε επάνω του όταν, διασχίζοντας το δρόμο, ακούμπησε με τον ώμο του τη μούρη του αλόγου. Ο Ιωνάς στριφογυρίζει στο κάθισμα της άμαξας σαν να κάθεται σε καρφιά, χτυπάει τους αγκώνες του στα πλευρά του και κοιτάζει σαν ηλίθιος, σαν να μην καταλαβαίνει πού βρίσκεται και για ποιο λόγο είναι εκεί.

— Τι παλιάνθρωποι που είναι όλοι! κοροϊδεύει ο αξιωματικός. Προσπαθούν να πέσουν επάνω σου ή πάνω στη μούρη του αλόγου. Είναι συνεννοημένοι. Ο Ιωνάς κοιτάζει πίσω τον επιβάτη και κουνάει τα χείλη… Θέλει, όπως φαίνεται, να πει κάτι, αλλά από το λάρυγγα δε βγαίνει τίποτα, εκτός από ένα βραχνό ήχο.

— Τι; ρωτάει ο αξιωματικός. Ο Ιωνάς στραβώνει το στόμα προσπαθώντας να χαμογελάσει, σφίγγεται για ν’ ανοίξει ο λαιμός του και να μιλήσει, αλλά και πάλι μόνο βραχνιασμένα καταφέρνει να πει:

— Ξέρετε, αφέντη, να…πέθανε ο γιος μου αυτή τη βδομάδα.

— Χμ!… Και από τι πέθανε;

Γυρίζει με όλο του το σώμα προς τον επιβάτη και λέει:

— Και ποιος το ξέρει! Φαίνεται από θέρμες… Τρεις μέρες ήταν στο νοσοκομείο, και πέθανε… Θέλημα Θεού.

— Στρίψε, διάβολε! ακούγεται μια φωνή στο σκοτάδι. Έπεσες πάνω μου, τι κάνεις λοιπόν, γέρικο μαντρόσκυλο; Άνοιξε τα στραβά σου!

— Προχώρα, προχώρα…, λέει ο επιβάτης. Έτσι όπως πάμε, ούτε αύριο δε θα φτάσουμε. Βιάσου, λοιπόν! Ο αμαξάς τεντώνει πάλι το λαιμό, ανασηκώνεται και με χαριτωμένη αλλά επιδέξια κίνηση χτυπά με το μαστίγιο το άλογο. Ύστερα κοιτάζει κάμποσες φορές πίσω τον επιβάτη, όμως αυτός έχει κλείσει τα μάτια και, όπως φαίνεται, δεν έχει διάθεση ν’ ακούσει. Αφού τον πήγε στη Βιμπόργκσκαγια, σταματάει κοντά σε μια ταβέρνα, καμπουριάζει στο κάθισμα και μένει έτσι εκεί χωρίς να σαλεύει… Το νερόχιονο πάλι τον χρωματίζει άσπρο, αυτόν και το αλογάκι. Περνάει μια ώρα, άλλη μια… Τρεις νεαροί περπατούν στο πεζοδρόμιο, χτυπώντας τις γαλότσες τους, και καβγαδίζουν. Οι δύο είναι ψηλοί κι αδύνατοι, ο τρίτος κοντός και καμπούρης.

— Αμαξά, στη γέφυρα της αστυνομίας! φωνάζει με τρεμουλιαστή φωνή ο καμπούρης. Είμαστε τρεις, θα μας πας με είκοσι καπίκια! Ο Ιωνάς τραβάει τα γκέμια και πλαταγίζει τα χείλη του… Είκοσι καπίκια δεν είναι καλή τιμή για το αγώγι, αλλά εκείνον πια δεν τον νοιάζει η τιμή… Τι ένα ρούβλι, τι πέντε καπίκια — τώρα πια του είναι αδιάφορο, φτάνει μόνο να έχει αγώγι… Οι νεαροί, σπρώχνοντας και βρίζοντας, ζυγώνουν στο έλκηθρο και κάθονται και οι τρεις μαζί στο κάθισμα. Αρχίζουν να μαλώνουν: ποιοι θα καθίσουν και ποιος θα στέκεται όρθιος; Μετά από πολύωρο καβγά, καπρίτσια και κατηγόριες, καταλήγουν στο ότι πρέπει να στέκεται όρθιος ο καμπούρης, σαν πιο κοντός.

— Λοιπόν, ξεκίνα! στριγκλίζει ο καμπούρης, όρθιος, ανασαίνοντας στο σβέρκο του Ιωνά. Χτύπα! Φοράς, βλέπω, και καπέλο, αδερφάκι! Χειρότερο σ’ ολόκληρη την Πετρούπολη δε θα βρεις…

— Χι, χι… χι, χι, χαχανίζει ο Ιωνάς. Ό, τι έχει ο καθένας φοράει…

— Λοιπόν, εκείνο που έχεις… Άντε, πιο γρήγορα! Έτσι θα πηγαίνεις σ’ όλο το δρόμο; Ναι; Θέλεις να σου δώσω καμιά;

— Το κεφάλι μου πάει να σπάσει…, λέει ο ένας από τους ψηλούς. Χθες στους Ντουκμάσοφ οι δυο μας με το Βάσκα ήπιαμε τέσσερις μποτίλιες κονιάκ.

— Δεν καταλαβαίνω γιατί λες ψέματα! θυμώνει ο άλλος ψηλός. Όλο ψευτιές λες.

— Να με τιμωρήσει ο Θεός αν λέω ψέματα, αλήθεια λέω…

— Αυτό λοιπόν είναι τόσο αληθινό όσο το ότι η ψείρα βήχει.

— Χι, χι! ψευτογελάει ειρωνικά ο Ιωνάς. Κεφάτοι οι κύριοι!

— Φτου, να σε πάρει ο διάβολος!…, θυμώνει ο καμπούρης. Θα τρέξεις πιο γρήγορα, παλιόγερε, ή όχι; Έτσι θα πάμε; Χτύπα το λίγο με το καμουτσίκι! Εμπρός, πού να πάρει ο διάβολος! Πιο δυνατά χτύπα το!

Ο Ιωνάς νιώθει πίσω απ’ την πλάτη του τον καμπούρη να στριφογυρίζει και τον ακούει να βρίζει με τρεμουλιαστή φωνή, βλέπει τους ανθρώπους στο δρόμο, και το αίσθημα της μοναξιάς αρχίζει σιγά σιγά να γίνεται πιο ελαφρύ. Ο καμπούρης βρίζει, μέχρι που πνίγεται από το επιτηδευμένο ατελείωτο βρισίδι και τον πιάνει βήχας. Οι δύο ψηλοί αρχίζουν να μιλάνε για κάποια Ναντιέζντα Πετρόβνα. Ο Ιωνάς τους κοιτάζει. Ύστερα από μια μικρή παύση, τους κοιτάζει ακόμα μια φορά και μουρμουρίζει:

— Αυτή τη βδομάδα… να, δηλαδή… πέθανε ο γιος μου!

— Όλοι θα πεθάνουμε…, αναστενάζει ο καμπούρης, σκουπίζοντας τα χείλη ύστερα από το βήχα. Λοιπόν, τρέξε, τρέξε! Κύριοι, εγώ δεν μπορώ άλλο να πηγαίνω έτσι. Πότε, επιτέλους, θα μας πάει τούτος στον προορισμό μας;

— Τσίγκλισέ το λίγο κι εσύ πιο δυνατά, ξέρεις… στο σβέρκο!

— Παλιόγερε, τ’ ακούς; Λοιπόν, θα σε τρυπήσω στο σβέρκο!… Με τον αδερφό σου να κάνεις τσιριμόνιες, έτσι και με τα πόδια πηγαίναμε!… Ακούς, παλιόμουτρο; Ή αψηφάς τα λόγια μας; Και ο Ιωνάς περισσότερο άκουσε, παρά ένιωσε, το χτύπο της καρπαζιάς στο σβέρκο!

— Χι, χι…, γελάει. Τι διασκεδαστικοί κύριοι… Ο Θεός να σας δίνει χρόνια!

— Αμαξά, είσαι παντρεμένος; ρωτάει ο ένας ψηλός. — Εγώ, ναι! Χι, χι… Τι διασκεδαστικοί κύριοι! Τώρα έχω γυναίκα… τη μαύρη γη. Χι, χο, χο… Ένα μνήμα υπάρχει! Πέθανε ο γιος μου κι εγώ είμαι ζωντανός… Παράξενη υπόθεση, ο θάνατος έκανε λάθος στην πόρτα… Αντί να ‘ρθει σε μένα, πήγε στο γιο… Και ο Ιωνάς στρέφεται για να διηγηθεί με ποιον τρόπο πέθανε ο γιος του, αλλά εκείνη τη στιγμή ο καμπούρης αναστενάζει ελαφρά και δηλώνει ότι, δόξα τω Θεώ, επιτέλους έφτασαν. Αφού πήρε τα είκοσι καπίκια, ο Ιωνάς για κάμποση ώρα κοιτάζει τους γλεντζέδες, που χάνονται πίσω από μια σκοτεινή είσοδο. Είναι πάλι μονάχος και ξαναγίνεται ησυχία… Ο καημός, που είχε για λίγο μετριαστεί, ξανάρχεται πάλι και του πιέζει το στήθος με μεγαλύτερη δύναμη.

Τα μάτια του Ιωνά με ανησυχία ψάχνουν βασανιστικά ανάμεσα στο πλήθος που πηγαινοέρχεται στις δυο πλευρές του δρόμου. Δε θα βρεθεί, λοιπόν, μέσα σ’ αυτές τις χιλιάδες τους ανθρώπους έστω και ένας που να θέλει να τον ακούσει με προσοχή; Αλλά οι άνθρωποι τρέχουν, χωρίς να προσέχουν ούτε αυτόν ούτε τον πόνο του… Ο πόνος του είναι πολύ μεγάλος, δεν έχει όρια. Αν έσπαζε το στήθος του Ιωνά και ξεχυνόταν από μέσα του ο πόνος, του φαίνεται ότι θα πλημμύριζε όλο τον κόσμο. Όμως κανένας δεν τον βλέπει. Έχει χωθεί μέσα σ’ ένα τόσο μικροσκοπικό κέλυφος, που δεν μπορείς να το δεις ούτε στο φως της ημέρας. Ο Ιωνάς βλέπει έναν πορτιέρη που κουβαλά ένα σακί και αποφασίζει να πιάσει κουβέντα μαζί του.

— Φίλε, τι ώρα είναι τώρα; ρωτάει.

— Δέκα… Γιατί σταμάτησες εδώ; Πήγαινε παραπέρα! Ο Ιωνάς πηγαίνει μερικά βήματα πιο πέρα, σκύβει όσο γίνεται περισσότερο και παραδίνεται στον καημό του… Το θεωρεί πια ανώφελο να μιλήσει στους ανθρώπους. Αλλά δεν περνούν ούτε πέντε λεπτά και τεντώνεται, τινάζει το κεφάλι, σαν να ‘νιωσε δυνατό πόνο, και τραβάει τα γκέμια…. Δεν αντέχει άλλο. «Πίσω στην αυλή», σκέφτεται. «Στην αυλή!» Κι η φοραδίτσα, σαν να κατάλαβε τη σκέψη του, άρχισε να τρέχει τροκ …

Μετά από μιάμιση ώρα ο Ιωνάς κάθεται σ’ ένα μεγάλο βρόμικο πατάρι, πάνω από τη σόμπα. Το πάτωμα και οι πάγκοι είναι γεμάτοι ανθρώπους που ροχαλίζουν. Η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική, τούφες καπνού ανεβαίνουν προς το ταβάνι. Ο Ιωνάς κοιτάζει τους κοιμισμένους, ξύνεται και λυπάται που γύρισε τόσο νωρίς… «Ούτε για βρόμη δεν κάνουν αυτά που κονόμησα», σκέφτεται. «Απ’ αυτό είναι ο καημός. Ο άνθρωπος που ξέρει τη δουλειά του… που είναι και ο ίδιος χορτάτος και το άλογο χορτάτο, είναι πάντα ήσυχος…».

Από μια γωνιά σηκώνεται ένας νεαρός αμαξάς, κάτι μουρμουρίζει νυσταγμένα και κατευθύνεται προς τον κάδο με το νερό.

— Διψάς; ρωτάει ο Ιωνάς.

— Έτσι φαίνεται!

— Έτσι… Στην υγειά σου… Είχα κι εγώ ένα γιο, φίλε, και πέθανε… Το άκουσες πουθενά; Αυτή τη βδομάδα, στο νοσοκομείο… Είναι μεγάλη ιστορία! Ο Ιωνάς κοιτάζει τι εντύπωση έκαναν τα λόγια του, αλλά δε βλέπει τίποτα. Ο νεαρός σκεπάζεται ως το κεφάλι και ξανακοιμάται. Ο γέρος αναστενάζει και ξύνεται… Όπως ο νεαρός διψούσε για νερό, έτσι κι αυτός διψάει για κουβέντα. Σε λίγο θα συμπληρωθεί μια βδομάδα από τότε που πέθανε ο γιος του, κι αυτός δεν μπόρεσε να μιλήσει με κανέναν… Αισθάνεται την ανάγκη να μιλήσει καθαρά, να τα πει όλα όπως έγιναν… Πρέπει να διηγηθεί πώς αρρώστησε ο γιος του, πώς βασανίστηκε, τι έλεγε πριν πεθάνει, πώς πέθανε… Πρέπει να πει πώς έγινε η κηδεία και πώς πήγε στο νοσοκομείο για να πάρει τα ρούχα του συχωρεμένου. Στο χωριό έμεινε η κορούλα του Ανίσια… Και γι’ αυτήν πρέπει να μιλήσει… Είναι, λοιπόν, λίγα αυτά που έχει να πει; Όποιος τον ακούσει πρέπει έπειτα να βογκάει, ν’ αναστενάζει, να κλαίει… Ακόμα και με γυναίκες να μιλούσε, θα ήταν καλύτερα. Αυτές, αν και είναι λιγόμυαλες, όμως κλαίνε γοερά απ’ τις πρώτες λέξεις. «Ας πάω να δω το άλογο», σκέφτεται ο Ιωνάς. «Να κοιμηθείς πάντα προφταίνεις… Σίγουρα θα χορτάσω ύπνο.»

Ντύνεται και πηγαίνει στο στάβλο, όπου βρίσκεται το άλογο του. Σκέφτεται τη βρόμη, το σανό, τον καιρό… Για το γιο, όταν είναι μόνος, δεν μπορεί να σκέφτεται… Να μιλήσει με κάποιον γι’ αυτόν μπορεί, αλλά ο ίδιος να τον σκέφτεται και να φέρνει στο μυαλό την εικόνα του, του είναι αβάσταχτο…

— Μασάς; ρωτάει ο Ιωνάς το άλογό του, βλέποντας τα γυαλιστερά του μάτια. Λοιπόν, μάσα, μάσα… Αφού δε βγάλαμε λεφτά ν’ αγοράσουμε βρόμη, θα φάμε σανό… Ναι… Γέρασα πια για να κάνω κούρσες με την άμαξα… Ο γιος μου έπρεπε να τις κάνει, και όχι εγώ… Ήταν πραγματικός αμαξάς… Να ζούσε μόνο…

Ο Ιωνάς σωπαίνει για κάμποσο κι έπειτα συνεχίζει:

— Έτσι, λοιπόν, αδερφούλα, φοραδίτσα… Δεν υπάρχει πια ο Κοσμάς Ιόνιτς… Μας άφησε χρόνους… Πέθανε άδικα… Τώρα, ας πούμε ότι έχεις ένα πουλαράκι, κι εσύ είσαι η αγαπημένη του μητέρα… και ξαφνικά, ας πούμε, αυτό το μοναδικό πουλαράκι μας αφήνει χρόνους… Δε θα ήταν πραγματικά λυπηρό; Η φοραδίτσα μασάει, ακούει και ανασαίνει μέσα στα χέρια του αφεντικού της. Ο Ιωνάς συναρπάζεται και της τα διηγείται όλα…

Σημειώσεις του μεταφραστή Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην Εφημερίδα της Πετρούπολης, No 26, 27 Ιανουαρίου 1886, στη στήλη «Ιπτάμενες σημειώσεις», με υπογραφή: Α. Τσεχοντέ. Με μικρές αλλαγές, το διήγημα μπήκε στη συλλογή του Τσέχοφ Ποικίλα Διηγήματα, Συλλογή, 1886. Μετά από κάποιες διορθώσεις συμπεριλήφθηκε στη δεύτερη έκδοση αυτής της συλλογής (1891) και ξαναδημοσιεύτηκε στις επόμενες δώδεκα επανεκδόσεις (1892-1899). Δημοσιεύτηκε επίσης στη συλλογή Αναλαμπές, Μόσχα 1895. Με νέες διορθώσεις συμπεριλήφθηκε από το συγγραφέα στον τρίτο τόμο των Απάντων του. Ο αδερφός του συγγραφέα Αλ. Π. Τσέχοφ του έγραφε, στις 4 Απριλίου 1892: «…Έρχονται στη μνήμη μου τα λόγια του διηγήματός σου, εκεί που ο Ιωνάς λέει στη φοράδα: «Τώρα, ας πούμε ότι είχες ένα πουλαράκι και ξαφνικά πέθανε, κι εσύ είσαι η αγαπημένη του μητέρα… Δεν είναι πραγματικά λυπηρό;…» Εγώ βέβαια το παραμορφώνω, όμως σ’ αυτό το μέρος του διηγήματός σου είσαι αθάνατος».(Γράμμα στον Α. Π. Τσέχοφ του αδερφού του Αλέξανδρου Τσέχοφ, Μόσχα 1939, σελ. 258).

Ο Λ. Ν. Τολστόι συμπεριέλαβε τον «Καημό» στον κατάλογο των καλύτερων διηγημάτων του Τσέχοφ.

  1. Τροκ, τροχασμός αλόγου, τρέξιμο με γρήγορα μικρά πηδήματα. (Σημ. Μετ.)
  • Να τι έγραφε ο γιος του Τολστόι Ι. Λ. Τολστόι στον Τσέχοφ, στις 25 Μαΐου 1903: «Σπεύδω να εκπληρώσω την υπόσχεσή μου σχετικά με τα διηγήματα που είχε σημειώσει ο πατέρας μου. Φαίνεται ότι αυτά, εκτός του ότι είναι υποσημειωμένα, είναι και χωρισμένα σε δυο είδη: το πρώτο και το δεύτερο είδος: Πρώτο Είδος: 1) Το παιδομάνι, 2) Η γυναίκα μέλος χορωδίας, 3) Δράμα, 4) Στο σπίτι, 5) Καημός, 6) Ο δραπέτης, 7) Στο δικαστήριο, 8) Η Βάνικα, 9) Οι κυρίες, 10) Ο εγκληματίας, 11) Τα αγοράκια, 12) Το σκοτάδι, 13) Νυστάζω, 14) Η σύζυγος, 15) Η Ψυχούλα. Δεύτερο Είδος: 1) Η παρανομία, 2) Η λύπη, 3) Η μάγισσα, 4) Η Βέροτσκα, 5) Στην ξενιτιά, 6) Η μαγείρισσα παντρεύεται, 7) Ανιαρή ιστορία, 8) Αναστάτωση, 9) Λοιπόν, το ακροατήριο, 10) Η μάσκα, 11) Η γυναικεία ευτυχία, 12) Τα νεύρα, 13) Ο 9 γάμος, 14) Ανυπεράσπιστο πλάσμα, 15) Οι γυναίκες του χωριού. Δεν μπορώ να σας πω αν τα διάλεξε ο πατέρας μου αυτά τα διηγήματα από το σύνολο ή αν είναι μόνον αυτά που απλά θυμήθηκε σαν ιδιαίτερα αξιοσημείωτα, αλλά σε κάθε περίπτωση θα με ενδιέφερε πάρα πολύ να μάθω τη γνώμη σας για την εκλογή του». (Από τις κρίσεις και τα σχόλια στο διήγημα «Η μάσκα», Β’ τόμος των Απάντων, σελ. 577.) (Σημ. Μετ.)

Πλοκή

Ο Ιωνάς Ποταπόφ, ένας φτωχός και ηλικιωμένος αμαξάς μόλις έχασε το γιο του. Στις κούρσες του συναντά ανθρώπους και προσπαθεί να τους μιλήσει για το θλιβερό γεγονός του θανάτου του γιου του. Όμως, κανένας δεν θέλει να ακούσει την ιστορία του και έτσι στον καημό του προστίθεται και η αδιαφορία του κόσμου. Στο τέλος, βρίσκει παρηγοριά στη φοράδα που σέρνει το άλογό του αφού είναι η μόνη που του δείχνει συμπόνια και ακούει την ιστορία του.

Θέμα

Ο Τσέχωφ μέσα από το διήγημα του προβάλλει ένα από τα προβλήματα της κοινωνίας της εποχής του, την περιφρόνηση των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Η ιστορία λαμβάνει χώρα στο πέλαγος της αδιαφορίας και της σκληρότητας των ανθρώπων. Περιγράφει τον αφόρητο πόνο που νιώθει ο ήρωας αλλά και πως αυτός ο πόνος είναι αθέατος από τους ανθρώπους που συναντά καθημερινά. Αν και κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας είναι ο Ιωνάς, ο συγγραφέας εφιστά την προσοχή στην συμπεριφορά των επιβατών της άμαξας. Οι άνθρωποι αυτοί είναι ευχαριστημένοι με τις δικές τους ζωές και νιώθουν ότι είναι ανώτεροι από αυτόν. Για αυτό το λόγο αδιαφορούν για τα προβλήματα του θεωρώντας τα ασήμαντα, όπως και τον ίδιο. Βλέπουν τη θλίψη του αμαξά και όχι μόνο δεν είναι πρόθυμοι να τον ακούσουν αλλά τον κοροϊδεύουν, θυμώνουν μαζί του και βρίζουν την αδεξιότητα του. Η διαφορά που έχουν λόγω της κοινωνικής τους θέσης τους εμποδίζει να ταυτιστούν μαζί του και να καταλάβουν τον πόνο του. Ο Τσέχωφ καταγόταν από μια φτωχή οικογένεια. Μπήκε στη βιοπάλη από παιδί και αντιμετώπισε την εκμετάλλευση, την αδικία και την ταπείνωση. Έχει ζήσει ο ίδιος την αδιαφορία των ανθρώπων και περιγράφει όλες τις μορφές της, από τη χειρότερη έως την λιγότερο επώδυνη. Η χειρότερη είναι αυτή του καμπούρη, που θεωρεί τον θάνατο του γιου ως ένα ασήμαντο γεγονός αφού όλοι πεθαίνουν κάποια στιγμή και δίνει μια καρπαζιά στον Ιωνά. Η καλύτερη ανταπόκριση που λαμβάνει είναι ένα ψεύτικο ενδιαφέρον που χάνεται μετά από λίγο. Σε όλες τις περιπτώσεις, το συμπέρασμα είναι πως η αμοιβαία κατανόηση μεταξύ των ανθρώπων ήταν αδύνατον να υπάρξει στη ρωσική κοινωνία της εποχής του Τσέχωφ λόγω των κοινωνικών διαφορών που υπήρχαν, και δυστυχώς συνεχίζει να υπάρχει μέχρι σήμερα σε όλες τις κοινωνίες.

Α. Π. Τσέχωφ

ΚΑΗΜΟΣ

eirini aivaliwtou«Ο καημός» – Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ
Περισσότερα

«O Άρχοντας με τα πολλά πρόσωπα» – Το χρονικό μιας οικογένειας από το 1685 μέχρι το 1920

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

O Μελέτης Η. Μελετόπουλος γράφει ένα ιστορικό μυθιστόρημα γεμάτο ανατροπές, που εκτυλίσσεται στη διάρκεια τριών αιώνων και βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. «O Άρχοντας με τα πολλά πρόσωπα» είναι η ιστορία μιας πολεμικής οικογένειας, που ήρθε από την Ήπειρο με τη στρατιά του Μοροζίνι το 1685, εγκαταστάθηκε στις Σπέτσες, πολέμησε σε όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας αδιάλλακτα τους κατακτητές και συμμετείχε πρωταγωνιστικά στο έπος του Εικοσιένα, στη στεριά και στη θάλασσα. Όταν η οικογένεια αυτή ενεπλάκη στη δολοφονία της Μπουμπουλίνας, οι γόνοι της μετανάστευσαν λόγω της βεντέτας στη Λακωνία, όπου εξελίχθηκαν σε ισχυρούς γαιοκτήμονες με περιπετειώδη ζωή και μεγάλα πάθη.
Παράλληλα, το βιβλίο παρακολουθεί τα μεγάλα γεγονότα της Ελληνικής Ιστορίας. Ο αναγνώστης θα ταξιδέψει με τον Φραντσέσκο Μοροζίνι στη θρυλική εκστρατεία του εναντίον των Τούρκων στην Ελλάδα το 1685. Θα ακολουθήσει τον μεγάλο βεζύρη Αλή Κιουμουρτζή στην κατάκτηση μιας αγνώριστης σε μας Πελοποννήσου του 1715. Θα μάθει τις φρικιαστικές λεπτομέρειες των Ορλωφικών του 1770 και θα ταξιδέψει με τους Έλληνες πειρατές στη Μεσόγειο του 18ου αιώνα. Θα αποκτήσει μια ρεαλιστική εικόνα της Άλωσης της Τριπολιτσάς τον Σεπτέμβριο του 1821 και θα πληροφορηθεί το άγνωστο περιστατικό με την ταπείνωση του Δράμαλη στο Αγιονόρι. Διαβάζοντας τον συγκλονιστικό διάλογο του κατασκόπου Κράντοκ με τον νεαρό διερμηνέα του Κόδριγκτον, θα συνειδητοποιήσει πόσο αγνοούμε τι πραγματικά διακυβεύθηκε στη ναυμαχία του Ναυαρίνου.
Θα ζήσει τον Κριμαϊκό πόλεμο και θα περιηγηθεί στη νεοκλασική Ελλάδα του Όθωνα. Πρόκειται για ένα αληθινό και για αυτόν τον λόγο συναρπαστικό μυθιστόρημα.

Μελέτης Η. Μελετόπουλος
O ΑΡΧΟΝΤΑΣ
ΜΕ ΤA ΠΟΛΛΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ 1685–1920

www.kaponeditions.gr
info@kaponeditions.gr
Μακρυγιάννη 23–27
Αθήνα 117 42
Τηλ.: 210 7241442
Fax: 210 9210983

ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ΚΑΠΟΝ
Σχήμα: 16,5×24 εκ. Σελίδες: 480
Εικόνες: 48 έγχρωμες
Βιβλιοδεσία: χαρτόδετο
ΙSBN: 978-618-5209-16-2
Γλώσσα: ελληνική
Τιμή: 23,11 € + ΦΠΑ (6%) = 24,50 €

eirini aivaliwtou«O Άρχοντας με τα πολλά πρόσωπα» – Το χρονικό μιας οικογένειας από το 1685 μέχρι το 1920
Περισσότερα

«Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια» (απόσπασμα)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια» της Χάρπερ Λι

Το βιβλίο μας μεταφέρει στο Μέικομπ της Αλαμπάμα στα 1935, όπου ο δικηγόρος Άττικους Φιντς αναλαμβάνει την υπεράσπιση ενός νέγρου που κατηγορείται για βιασμό λευκής γυναίκας. Η εξιστόρηση γίνεται από την κόρη του δικηγόρου, τη Σκάουτ, που τότε ήταν έξι χρόνων, όπου και μαζί με τον λίγο μεγαλύτερο αδερφό της, τον Τζεμ, μαθαίνουμε μέσα από τη ζωή τους, τη ζωή του αμερικάνικου Νότου της δεκαετίας του ’30.

Μέσα από τα παιδικά της μάτια η ιστορία αποκτά μια ανέμελη ροή, καθώς παρακολουθούμε τα δύο αδέρφια στο σχολείο και στα παιχνίδια τους. Ένα από αυτά είναι, να σκαρώνουν φανταστικά σενάρια σχετικά με έναν ένοικο σε κοντινό τους σπίτι, τον Μπου, ο οποίος δεν έχει βγει ποτέ από το σπίτι του εδώ και χρόνια και δεν τον έχουν δει ποτέ. Αυτή η παιδική ματιά εξάλλου, θα μας δώσει με εύπεπτο τρόπο τις πληροφορίες σχετικά με τη δίκη, αφού, ο αμερικάνικος Νότος του ’30 είναι γνωστός για τις φυλετικές του διακρίσεις. Από την ανακοίνωση της υπεράσπισης του νέγρου άντρα από τον Άττικους, μέχρι και που τελειώνει η δίκη, βιώνουμε την προκατάληψη, αλλά και την ενόχληση που προκαλούν οι πολίτες στον δικηγόρο και στα παιδιά του.

Γραμμένο με απλό τρόπο και με πρωταγωνιστές παιδιά, οι σελίδες του βιβλίου έτρεχαν σαν νερό. Οι παιδικές ατάκες, άλλοτε προκαλούν γέλιο και άλλοτε θλίψη με τις γυμνές αλήθειες τους. Και το απρόβλεπτο τέλος του βιβλίου, σε κάνει να βλέπεις με ακόμη μεγαλύτερη συμπάθεια τον ισορροπημένο και δίκαιο Άττικους Φιντς.

Το «Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια» είναι το μοναδικό βιβλίο της Λι Χάρπερ και βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα της γενέτειρας της συγγραφέως, την Αλαμπάμα. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1960, εποχή που ακόμα και τότε δεν είχαν κατοχυρωθεί τα δικαιώματα των νέγρων. Γυρίστηκε και ταινία δύο χρόνια αργότερα, το 1962, με πρωταγωνιστή τον Γκρέγκορι Πεκ.

«…Και την άκουσα να λέει πως είναι καιρός να τους δώσει* κάποιος ένα καλό μάθημα, ότι έχουν παραπάρει τα μυαλά τους αέρα, και σε λιγάκι θ’ αρχίσουν να νομίζουν ότι μπορούν να μας παντρεύονται κιόλας. Τζεμ, πώς γίνεται να μισούν τον Χίτλερ και από την άλλη να ‘ναι τόσο κακοί με τους δικούς μας ανθρώπους, εδώ, στον ίδιο μας τον τόπο;…».

*: στους νέγρους

Harper Lee

«Σκοτώστε όσες κίσσες θέλετε, αν μπορείτε να τις πετύχετε, αλλά να θυμάστε ότι είναι αμαρτία να σκοτώσεις τα κοτσύφια». Αυτή είναι η συμβουλή του δικηγόρου Άττικους Φιντς στα παιδιά του, καθώς ο ίδιος αποφασίζει να υπερασπιστεί στο δικαστήριο το πραγματικό «κοτσύφι» αυτής της υπέροχης ιστορίας, έναν νεαρό μαύρο. [. . .] Το φαινομενικά γαλήνιο και ειρηνικό Μέικομπ της Αλαμπάμα είναι στην πραγματικότητα βουτηγμένο στην προκατάληψη, τη βία και την υποκρισία. Αλλά τη ναρκωμένη συνείδηση της πόλης θα συνταράξει το σθένος ενός ανθρώπου που αγωνίζεται για δικαιοσύνη… Ένα από τα πιο αγαπημένα μυθιστορήματα που γράφτηκαν ποτέ, το «Όταν Σκοτώνουν τα Κοτσύφια» συγκαταλέγεται ανάμεσα στα αξιολογότερα κλασικά έργα της σύγχρονης λογοτεχνίας.
(Βραβευμένο με Πούλιντζερ)

Το Βραβευμένο με Πούλιντζερ «Όταν Σκοτώνουν τα Κοτσύφια» της Χάρπερ Λι (1926-2016), συγκαταλέγεται ανάμεσα στα αξιολογότερα κλασικά έργα της σύγχρονης λογοτεχνίας. Θέμα του βιβλίου είναι ο παραλογισμός του ρατσισμού στον Νότο των ΗΠΑ τη δεκαετία του ’30, μέσα από τα μάτια δύο παιδιών της Σκάουτ και του Τζεμ Φιντς και οι συνέπειές του παραλογισμού αυτού για λευκούς και μαύρους. Τα φαινομενικά γαλήνιο και ειρηνικό Μέικομπ της Αλαμπάμα είναι στην πραγματικότητα βουτηγμένο στην προκατάληψη, τη βία, την υποκρισία τις φυλετικές και κοινωνικές διακρίσεις. Αλλά τη ναρκωμένη συνείδηση της πόλης θα συνταράξει το σθένος ενός ανθρώπου που αγωνίζεται για δικαιοσύνη. Μεταφέρθηκε με μεγάλη επιτυχία στον κινηματογράφο, το 1962, από τον Ρόμπερτ Μάλιγκαν και απέσπασε τρία Όσκαρ: α΄ ανδρικού ρόλου για τον Γκρέγκορι Πεκ, σεναρίου για τον Χόρτον Φουτ και καλλιτεχνικής διεύθυνσης.

Απόσπασμα από το Βιβλίο:
«Η Νέα Υόρκη. Η νέα Υόρκη; Θα σας πω: Η Νέα Υόρκη έχει όλες τις απαντήσεις. Υπάρχουν ενώσεις Εβραίων και Αγγλόφωνων, υπάρχει το Κάρνεγκι Χολ, υπάρχουν σχολές και ερευνητικά κέντρα: εκεί μαθαίνεις τις απαντήσεις. Η πόλη ζει με συνθήματα, -ισμούς και γρήγορες, σίγουρες απαντήσεις. Αυτή τη στιγμή η Νέα Υόρκη μου λέει: Τζιν Λουίζ, δεν αντιδράς σύμφωνα με τις αρχές της φυλής σου, αρά δεν υπάρχεις. Τα καλύτερα μυαλά αυτής της χώρας μας λένε ποια είσαι: μια κοπέλα από τον Νότο. Δεν μπορείς να ξεφύγεις από αυτό που είσαι-δεν σε κατηγορούμε για τίποτα, αλλά η συμπεριφορά σου προκύπτει από τους κανόνες και τα δόγματα του Νότου. Μην προσπαθείς να γίνεις κάτι που δεν είσαι.

Απάντησε νοερά: Όσα συμβαίνουν τελευταία στην οικογένειά μου είναι μια παρεξήγηση. Από αυτή την οικογένεια έμαθα όσα έμαθα για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Από τη Νέα Υόρκη, το μόνο που έμαθα είναι η καχυποψία. Δεν ήξερα τι σημαίνει μίσος προτού βρεθώ στη Νέα Υόρκη, όπου είδα τον ένα να μισεί τον άλλον. Χρειάστηκαν νόμοι για να εμποδίσουν το μίσος. Περιφρονώ τις γρήγορες απαντήσεις, τα συνθήματα στον υπόγειο σιδηρόδρομο: προπάντων περιφρονώ τους κακούς τρόπους, την αγένεια της Νέας Υόρκης, που ποτέ δεν πρόκειται να αποβάλει.

Ένας άνθρωπος που ήταν ευγενής, ακόμα και στους σκίουρους καθόταν στο δικαστήριο και εξωθούσε σε δράση τα πιο στενοκέφαλα ανθρωπάρια. Κι όμως, η Τζιν Λουίζ τον είχε δει ξανά και ξανά στο παντοπωλείο να περιμένει στην ουρά πίσω από τους Νέγρους. Είχε δει τον κύριο Φρεντ να σηκώνει με απορία τα φρύδια και τον πατέρα της να κουνάει καθησυχαστικά το κεφάλι. Ήταν το είδος του ανθρώπου που περίμενε ενστικτωδώς, τη σειρά του: είχε καλούς τρόπους.

Άκου, αδελφούλα, τα ξέρουμε τα γεγονότα: πέρασες είκοσι ένα χρόνια από τη ζωή σου στη χώρα του λιντσαρίσματος, σε μια κομητεία όπου τα δυο τρία του πληθυσμού είναι Νέγροι αγρότες. Σταμάτα το θέατρο.

Δεν θα με πιστέψετε, αλλά θα σας το πω: μέχρι τώρα κανείς στην οικογένεια μου δεν είχε προφέρει τη λέξη “αράπης”. Ποτέ δεν έμαθα να σκέφτομαι με όρους “αράπηδων”. Μεγάλωσα μαζί με μαύρους: στην Καλπούρνιά, τον Ζίμπο που δούλευε στο απορριμματοφόρο, τον Τομ που ήταν κηπουρός και άλλους που δεν θυμάμαι τα ονόματά τους. Γύρω μου υπήρχαν εκατοντάδες Νέγροι που δούλευαν στα χωράφια, που μάζευαν το μπαμπάκι, που δούλευαν στην οδοποιία, που πριόνιζαν ξύλα και έφτιαχναν σπίτια. Ήταν μπατίρηδες, μερικοί ήταν άρρωστοι, βρόμικοι, οκνηροί και χαραμοφάηδες, αλλά ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό να τους περιφρονήσω, να τους φοβηθώ, να τους φερθώ με αγένεια ή να τους κακομεταχειριστώ χωρίς να τιμωρηθώ γι’αυτό. Πράγματι ζούσαν στο δικό τους κόσμο και εγώ ζούσα στον δικό μου. Όταν πηγαίναμε για κυνήγι, δεν καταπατούσαμε τη γη τους, όχι επειδή ήταν νέγρικη, αλλά επειδή δεν καταπατούσαμε ξένη γη. Έμαθα να μην εκμεταλλεύομαι κανέναν που είναι λιγότερο τυχερός από μένα, είτε στο μυαλό είτε στα πλούτη, είτε στην κοινωνική θέση-κανέναν, είτε είναι Νέγρος είτε είναι οτιδήποτε άλλο. Έμαθα ότι η εκμετάλλευση είναι απαράδεκτη. Έτσι με μεγάλωσαν μια μαύρη γυναίκα και ένας λευκός άντρας»

  • Πηγή: http://www.ebooks4greeks.gr
eirini aivaliwtou«Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια» (απόσπασμα)
Περισσότερα

Το καλοκαίρι οι μικροί μας φίλοι διαβάζουν «Ελληνική Μυθολογία», το πιο ευχάριστο παραμύθι

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Όλη η μυθολογία γραμμένη με πολύ απλό λόγο, σαν ένα ευχάριστο παραμύθι. Το κάθε βιβλίο χωρίζεται σε μικρές ενότητες και κάθε ενότητα αποτελεί μια ξεχωριστή ιστορία, που διαβάζεται εύκολα ακόμη και από πολύ μικρά παιδιά.

Το καλοκαίρι έφτασε και οι μικροί μας αναγνώστες έχουν τη δυνατότητα να διασκεδάσουν διαβάζοντας και πλουτίζοντας τις γνώσεις τους! Οι εκδόσεις Διάπλαση κυκλοφορούν τη σειρά Ελληνική Μυθολογία, που δεν πρέπει να λείπει από καμία παιδική βιβλιοθήκη. Οκτώ εύχρηστα βιβλία, δίνουν στο παιδί τη γνώση μέσα από τα κείμενα της Συρμώς Καπούτση και η έξοχη εικονογράφηση του Νέστορα Ξουρή ζωντανεύει τους μύθους.

«ΔΩΔΕΚΑ ΘΕΟΙ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ»

«ΘΗΣΕΑΣ»

«ΗΡΑΚΛΗΣ ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΑΘΛΟΙ»

«ΙΑΣΟΝΑΣ Η ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ»

«ΟΔΥΣΣΕΑΣ Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΙΘΑΚΗ»

«ΤΡΩΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ»

«ΙΣΤΟΡΙΕΣ»

«ΘΕΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΗΡΩΕΣ»

H σειρά των βιβλίων ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ των Εκδόσεων Διάπλαση, είναι εγκεκριμένη από το Υπουργείο Παιδείας και το Υπουργείο Πολιτισμού.

«ΔΩΔΕΚΑ ΘΕΟΙ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ»

ΣΥΡΜΩ ΚΑΠΟΥΤΣΗ

Εικονογράφηση: Νέστορας Ξουρής

Έχοντας ως θεϊκούς προγόνους τη δολοπλόκα Γαία, τον καχύποπτο Ουρανό, τον αχόρταγο Κρόνο, τους πανίσχυρους Τιτάνες και τους αμείλικτους Εκατόγχειρες γίγαντες, οι θεοί του Ολύμπου κυριαρχούσαν στη φαντασία και στις πράξεις των αρχαίων Ελλήνων.

Διαβάστε για τους παράνομους έρωτες του παντοδύναμου Δία, τις κρίσης θυμού και ζηλοτυπίας της απατημένης Ήρας, τα πονηρά κόλπα του Ερμή, την απαράμιλλη τέχνη του ακούραστου Ηφαίστου, τη γενναιότητα της σοφής Αθηνάς, τις ατυχίες του Άρη και της Αφροδίτης, τις περιπέτειες του οινοποιού Διόνυσου, και πολλά άλλα, σ’ αυτή τη συναρπαστική διασκευή της ελληνικής μυθολογίας από τη Σύρμω Καπούτση.

Εικονογραφεί παραστατικά ο Νέστορας Ξουρής.

Το βιβλίο χωρίζεται σε μικρές ενότητες και κάθε ενότητα αποτελεί μια ξεχωριστή ιστορία που είναι ευκολοδιάβαστη ακόμη και στα πολύ μικρά παιδιά.

ISBN 978-960-6638-13-8

Τιμή: 13,50€

«ΘΗΣΕΑΣ»

Κείμενο: Σύρμω Καπούτση

Εικονογράφηση: Νέστορας Ξουρής

Ο Θησέας, γιος του βασιλιά της Αθήνας Αιγέα, ήταν ένας από τους σπουδαιότερους ήρωες της Αρχαίας Ελλάδας. Έφηβος ακόμα, κατατρόπωσε μια σειρά φοβερούς ληστές που παραφυλούσαν στο δρόμο για την Αθήνα. Έγινε ο σωτήρας της πόλης, αφού σκότωσε τον Μινώταυρο στον τρομαχτικό Λαβύρινθο του Μίνωα, και κυβέρνησε συνετά, ενώνοντας τους γύρω οικισμούς σε μια ευρύτερη πρωτεύουσα. Η ζωή του ήταν γεμάτη θαυμαστά κατορθώματα, αλλά δοκίμασε και τον πόνο του έρωτα και του θανάτου.

Διαβάστε τις συναρπαστικές περιπέτειες του ατρόμητου ήρωα όπως μας τις διηγείται ξανά η Σύρμω Καπούτση, με οδηγό την εξαιρετική εικονογράφηση του Νέστορα Ξουρή.

ISBN 978-960-6638-23-7

Τιμή: 13,50€

«ΗΡΑΚΛΗΣ ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΑΘΛΟΙ»

Κείμενο: Σύρμω Καπούτση

Εικονογράφηση: Νέστορας Ξουρής

Όλος ο μύθος του Ηρακλή γραμμένος με πολύ απλό λόγο (σαν παραμύθι) από τη Σύρμω Καπούτση.

Το βιβλίο χωρίζεται σε 14 ενότητες και κάθε ενότητα αποτελεί μια ξεχωριστή ιστορία που είναι ευκολοδιάβαστη ακόμη και στα πολύ μικρά παιδιά.

Η έξοχη εικονογράφηση του Νέστορα Ξουρή ζωντανεύει το μύθο και μας ταξιδεύει στους 12 άθλους.

Στο τέλος του βιβλίου περιέχονται βιβλιογραφία και βιογραφικά.

ISBN 960-88377-6-6

Τιμή: 13,50€

«ΙΑΣΟΝΑΣ
Η ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ»
Κείμενο: Σύρμω Καπούτση

Εικονογράφηση: Νέστορας Ξουρής

Όλος ο μύθος του Ιάσονα γραμμένος με πολύ απλό λόγο (σαν παραμύθι) από τη Σύρμω Καπούτση.

Το κάθε βιβλίο χωρίζεται σε μικρές ενότητες και κάθε ενότητα αποτελεί μια ξεχωριστή ιστορία που είναι ευκολοδιάβαστη ακόμη και στα πολύ μικρά παιδιά.

Η έξοχη εικονογράφηση του Νέστορα Ξουρή ζωντανεύει τους μύθους

ISBN 960-6638-02-2

Τιμή: 13,50€

«ΟΔΥΣΣΕΑΣ

Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΙΘΑΚΗ»

Κείμενο: Σύρμω Καπούτση

Εικονογράφηση: Νέστορας Ξουρής

Μετά την πτώση της Τροίας οι Έλληνες ξεκίνησαν για την πατρίδα. Όμως ο πανέξυπνος Οδυσσέας, κύριος υπεύθυνος για τη νίκη τους, δεν έμελλε να φτάσει γρήγορα στην αγαπημένη του Ιθάκη. Για άλλα δέκα χρόνια θα θαλασσοδερνόταν σε άγνωστους τόπους, αντιπαλεύοντας εκδικητικούς θεούς, αποκρουστικά τέρατα, δολοφονικές σειρήνες, τρομερούς γίγαντες και ύπουλες καλλονές, αλλά και την απληστία και αμυαλιά των συντρόφων του και τις δικές του αδυναμίες.

Παρακολουθήστε τις δοκιμασίες του πολυμήχανου ήρωα που κόβουν την ανάσα, σε τούτη τη συναρπαστική μεταγραφή της Οδύσσειας από τη Σύρμω Καπούτση, με οδηγό την εξαιρετική εικονογράφηση του Νέστορα Ξουρή.

ISBN 960-6638-08-1

Τιμή: 13,50€

«ΤΡΩΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ»

Κείμενο: Σύρμω Καπούτση

Εικονογράφηση: Νέστορας Ξουρής

Όλος ο μύθος του Τρωικού πολέμου γραμμένος με πολύ απλό λόγο (σαν παραμύθι) από τη Σύρμω Καπούτση. Το βιβλίο χωρίζεται σε 9 ενότητες και κάθε ενότητα αποτελεί μια ξεχωριστή ιστορία που είναι ευκολοδιάβαστη ακόμη και στα μικρά παιδιά.

Η έξοχη και άκρως περιγραφική εικονογράφηση του Νέστορα Ξουρή θα μας βοηθήσει να ζήσουμε και εμείς το ταξίδι των Ελλήνων για την κατάκτηση της Τροίας.

Στο τέλος του βιβλίου περιέχονται βιβλιογραφία και βιογραφικά.

ISBN 960-88377-7-4

Τιμή: 13,50€

«ΙΣΤΟΡΙΕΣ»

ΣΥΡΜΩ ΚΑΠΟΥΤΣΗ

Εικονογράφηση: Νέστορας Ξουρής

Τέσσερις από τις πιο αγαπημένες ιστορίες της ελληνικής μυθολογίας ξαναζωντανεύουν με τις διηγήσεις της Σύρμως Καπούτση, με τη βοήθεια της συναρπαστικής εικονογράφησης του Νέστορα Ξουρή.

Ο νεαρός Περσέας και η αναμέτρησή του με τη φοβερή Μέδουσα, που έχει φίδια αντί για μαλλιά και το βλέμμα της πετρώνει όποιον την κοιτάξει στα μάτια…

Ο ατρόμητος ήρωας Βελλεροφόντης, που φέρνει εις πέρας αμέτρητους άθλους καβάλα στον πιστό του Πήγασο, μέχρι που η αλαζονεία τον τυφλώνει…

Η γενναία Αταλάντη, που συναγωνίστηκε τους ανδρειότερους της εποχής της στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου…

Τέλος, ο πασίγνωστος μύθος του Δαίδαλου, δημιουργού του Λαβύρινθου της Κρήτης, και του απερίσκεπτου γιου του Ίκαρου, που χάθηκε προσπαθώντας να φτάσει τους θεούς…

ISBN 978-960-6638-42-8

Τιμή: 13,50€

«ΘΕΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΗΡΩΕΣ»

ΣΥΡΜΩ ΚΑΠΟΥΤΣΗ

Εικονογράφηση: Νέστορας Ξουρής

Το 8ο βιβλίο της σειράς Ελληνική μυθολογία των εκδόσεων Διάπλαση κυκλοφορεί με τον τίτλο «Θεότητες και ήρωες».

Το βιβλίο περιέχει της εξής ιστορίες: Προμηθέας, Πανδώρα, Δευκαλίωνας και Πύρρα, Ασκληπιός, Ευρώπη, Ήλιος και Σελήνη.

Όλες οι ιστορίες είναι γραμμένες με πολύ απλό λόγο – σαν παραμύθι, τις οποίες εύκολα μπορεί να παρακολουθήσει ακόμη και ένα μικρό παιδί.

Η εικονογράφηση του Νέστορα Ξουρή έξοχη και εντυπωσιακή όπως πάντα έχει κατατάξει την σειρά 1η στις προτιμήσεις του αναγνωστικού κοινού!

ISBN 978-960-6638-49-7

Τιμή: 13.50€

  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΑΠΛΑΣΗ

Κυριάκος Καραΐσκος

ΧΑΡΙΛΑΟΥ ΤΡΙΚΟΥΠΗ 76 10680 ΑΘΗΝΑ

ΤΗΛ.: 210-3808455

FAX: 2103808445

e-mail: info@diaplasibooks.gr

www.diaplasibooks.gr

eirini aivaliwtouΤο καλοκαίρι οι μικροί μας φίλοι διαβάζουν «Ελληνική Μυθολογία», το πιο ευχάριστο παραμύθι
Περισσότερα