Cat Is Art

René Char: Σαν αυτούς τους βατράχους

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο «Ύπνος», ένα κύριο όνομα (εξ ου και το άρθρο στον τίτλο), είναι το μυθολογικό παρωνύμιο του συγγραφέα, όπως το «Αλέξανδρος» υπήρξε εκείνο της αντιστασιακής του δράσης. Μια δράση που έν τινι μέτρω ο Ρενέ Σαρ προεκτείνει και συνεχίζει με την έκδοση, αμέσως μετά τη λήξη του δεύτερου μεγάλου πολέμου, αυτού του σημειωματάριου. Γιατί ένα από τα διακυβεύματα του ολιγοσέλιδου αυτού βιβλίου είναι η σύνδεση της ποίησης με τη δράση, του πνεύματος με την πράξη. Και κατ’ αρχήν το βιβλίο είναι το αποτέλεσμα αυτής της σύνδεσης. Είναι το γεφύρι που ρίχνει καθημερινά ο Σαρ, στα χρόνια της αντιστασιακής δράσης του, ανάμεσα στον καθημερινό εαυτό του της πρακτικής ζωής, μιας ζωής που, για εκείνη την περίοδο, κινείται σαν εκκρεμές από την όχθη της ζωής στην όχθη του θανάτου, και της πνευματικής περιπέτειας στην οποία έχει ριχτεί ήδη πριν από τον πόλεμο. Έτσι και η μορφή που παίρνει η γραφή φέρει το αποτύπωμα αυτής της «λαθραίας», όπως την ονομάζει ο ίδιος, ζωής των ελάχιστων χρόνων που η αντιστασιακή δράση επιτρέπει στη γραφή να «αναπτυχθεί».
Από την Εισαγωγή του Θανάση Χατζόπουλου στην ποιητική συλλογή του René Char «Φύλλα του Ύπνου». Εκδόσεις Πόλις.

René Char: Σαν αυτούς τους βατράχους
Είμαστε σαν αυτούς τους βατράχους που μέσα στη σκυθρωπή νύχτα των βάλτων καλούν ο ένας τον άλλον χωρίς να βλέπονται, λυγίζοντας με την ερωτική τους κραυγή όλη τη μοίρα του σύμπαντος.
Nous sommes pareils à ces crapauds qui dans l’austère nuit des marais s’appellent et ne se voient pas, ployant à leur cri d’amour toute la fatalité de l’univers.
RENE CHAR: ΦΥΛΛΑ ΥΠΝΟΥ – ΔΙΓΛΩΣΣΗ ΕΚΔΟΣΗ

BIENVENUE
Ah! que tu retournes à ton désordre, et le monde au sien.
L’asymétrie est jouvence.
On ne garde l’ordre que le temps d’en haïr l’état de pire.
Alors en toi s’excitera le désir de l’avenir, et chaque barreau de ton échelle inoccupée et tous les traits refoulés de ton essor te porteront, t’élèveront d’un même sentiment joyeux.
Fils de l’ode fervente, tu abjureras la gigantesque moisissure.
Les solstices fixent la douleur diffuse en un dur joyau diamantin.
L’enfer à leur mesure que les râpeurs de métaux s’étaient taillé, redescendra vaincu dans son abîme.
Devant l’oubli nouveau, le seul nuage au ciel sera le soleil.
Mentons en espoir à ceux qui nous mentent : que l’immortalité inscrite soit à la fois la pierre et la leçon.

ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΕΣ
Αχ! Να γυρνούσες στην αταξία, και ο κόσμος στην δική του.
Η ασυμμετρία θυμίζει νιότη.
Τηρεί την τάξη μόνον όταν η κατάσταση επιδεινώνεται.
Τότε μέσα σου θα ποθήσεις το μέλλον, και κάθε σκαλοπάτι της ακατοίκητης σκάλας των καταπιεσμένων δυνατοτήτων, θα σε οδηγήσει στα ύψη με ένα χαρούμενο ίδιο συναίσθημα.
Γιε της ένθερμης ωδής, θα αποκηρύξεις την τεράστια μήτρα.
Τα ηλιοστάσια φυλακίζουν τον διάχυτο πόνο σ΄ένα σκληρό διαμαντένιο κόσμημα.
Η κόλαση στα μέτρα τους, κομμένη από τρίφτες μετάλλων, θα κατέβει νικημένη στην άβυσσο της.
Μπροστά στη νέα λησμονιά, μοναδικό σύννεφο στον ουρανό θα είναι ο ήλιος.
Ας πούμε ψέματα με ελπίδα σ΄αυτούς που ψεύδονται ότι η καταγεγραμμένη αθανασία είναι ταυτόχρονα πέτρα και μάθημα.

CE BLEU N’EST PAS LE NÔTRE
Nous étions à la minute de l’ultime distinction.
Il fallut rapatrier le couteau.
Et l’incarnat analogique.
Peu auront su regarder la terre sur laquelle ils vivaient et la tutoyer en baissant les yeux.
Terre d’oubli, terre prochaine, dont on s’éprend avec effroi.
Et l’effroi est passé…
À chacun son sablier pour en finir avec le sablier.
Continuer à ruisseler dans l’aveuglement.
Qui délivrera le message n’aura pas d’identité.
Il n’oppressera pas.
Modeler dans l’apocalypse, n’est-ce pas ce que nous faisons chaque nuit sur un visage acharné à mourir ?
Un outil dont notre main privée de mémoire découvrirait à tout instant le bienfait, n’envieillirait pas, conserverait intacte la main.
Alors disparurent dans la brume les hommes au petit sac.

ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΠΛΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΜΑΣ
Ήμασταν στο λεπτό της τελευταίας διάκρισης.
Χρειάστηκε να επαναπατρίσουμε το μαχαίρι.
Και την ανάλογη πορφύρα.
Λίγοι θα έχουν μάθει να κοιτούν τη γη όπου ζούσαν και να της μιλούν στον ενικό με τα μάτια χαμηλά.
Γη της λήθης, γη κοντινή, που ερωτευτήκαμε με τρόμο.
Και ο τρόμος είναι παρελθόν …
Στον καθένα την κλεψύδρα του για να τερματίσει μαζί της.
Να συνεχίσει να ρέει στην τύφλωση.
Όποιος παραδώσει το μήνυμα δεν θα έχει ταυτότητα.
Δεν θα συντρίψει.
Μορφή της Αποκάλυψης, δεν είναι το πλάσιμο κάθε βράδυ ενός προσώπου που είναι δύσκολο να πεθάνει;
Ένα εργαλείο που το χέρι στερημένο από μνήμη, ανά πάσα στιγμή θα ανακάλυπτε την φιλανθρωπία του, δεν θα γερνούσε, θα διατηρούσε την ακεραιότητά του.
Έτσι εξαφανίστηκαν οι άνδρες με το σακίδιο μέσα στην ομίχλη.

*
Le Marteau sans maître, 1934
Commune présence
Tu es pressé d’écrire,
Comme si tu étais en retard sur la vie.
S’il en est ainsi fais cortège à tes sources.
Hâte-toi.
Hâte-toi de transmettre
Ta part de merveilleux de rébellion de bienfaisance.
Effectivement tu es en retard sur la vie,
La vie inexprimable,
La seule en fin de compte à laquelle tu acceptes de t’unir,
Celle qui t’est refusée chaque jour par les êtres et par les choses,
Dont tu obtiens péniblement de-ci de-là quelques fragments décharnés
Au bout de combats sans merci.
Hors d’elle, tout n’est qu’agonie soumise, fin grossière.
Si tu rencontres la mort durant ton labeur,
Reçois-là comme la nuque en sueur trouve bon le mouchoir aride,
En t’inclinant.
Si tu veux rire,
Offre ta soumission,
Jamais tes armes.
Tu as été créé pour des moments peu communs.
Modifie-toi, disparais sans regret
Au gré de la rigueur suave.
Quartier suivant quartier la liquidation du monde se poursuit
Sans interruption,
Sans égarement.
Essaime la poussière
Nul ne décèlera votre union.
*
Το σφυρί δίχως αφέντη, 1934
Κοινή παρουσία
Νομίζεις πως είσαι στα τέλη της ζωής σου
και βιάζεσαι να γράψεις.
Αν είναι αλήθεια, ικέτευσε τις πηγές σου.
Βιάσου.
Βιάσου να μεταβιβάσεις
το ιδανικό σου μερίδιο από την ευεργετική ανταρσία.
Ουσιαστικά, έφτασες στο τέλος
της ανείπωτης ζωής,
με την μόνη που αποδέχεσαι τελικά να ενωθείς,
αυτήν που σου έχουν αρνηθεί
όντα και πράγματα
και μετά από ανελέητες μάχες
κρατάς με κόπο θλιβερά απομεινάρια.
Έξω απ’ αυτήν,
τα πάντα είναι υποβαλλόμενη αγωνία, αδέξιο τέλος.
Αν, την ώρα που εργάζεσαι, συναντήσεις τον θάνατο,
γονάτισε και δέξου τον με ευχαρίστηση`
ο ιδρωμένος αυχένας βρίσκει βολικό
το άγονο μαντήλι.
Πρόσφερε την υποταγή,
αν θέλεις να χλευάσεις,
ποτέ τα όπλα σου.
Πλάσθηκες για ασυνήθιστες στιγμές.
Μετατρέψου, εξαφανίσου χωρίς λύπη,
διάλεξε την γλυκιά ακαμψία.
Στη μια γειτονιά μετά την άλλη,
το τέλος του κόσμου συνεχίζει
χωρίς διακοπή,
χωρίς σφάλμα.
Σκόρπισε την σκόνη
Κανείς δεν θ’ ανιχνεύσει την ένωσή σας.
*

Tel le chant du ramier quand l’averse est prochaine – L’air se poudre de pluie, de soleil revenant –, je m’éveille lavé, je fonds en m’élevant ; je vendange le ciel novice.
Allongé contre toi, je meus ta liberté. Je suis un bloc de terre qui réclame sa fleur.
Est-il gorge menuisée plus radieuse que la tienne ? Demander c’est mourir !
L’aile de ton soupir met un duvet aux feuilles. Le trait de mon amour ferme ton fruit, le boit.
Je suis dans la grâce de ton visage que mes ténèbres couvrent de joie.
Comme il est beau ton cri qui me donne ton silence !
Les Matinaux, La Parole en archipel, © La Pléiade, p.372
*
Το κενό δωμάτιο
Ίδιος με το τραγούδι του περιστεριού, όταν η βροχή πλησιάζει – Ο αέρας πασπαλίζεται απ’ τη βροχή, απ’ τον ήλιο που επιστρέφει – ξυπνώ πλυμένος, λιώνω καθώς σηκώνομαι· τρυγώ τον αρχάριο ουρανό.
Ξαπλώνω ακουμπισμένος πάνω σου και μετακινώ την ελευθερία σου. Είμαι ένα κομμάτι γης που αποζητά το λουλούδι του.
Υπάρχει σκαλιστός λαιμός πιο λαμπερός από τον δικό σου; Το να ρωτάς είναι θάνατος!
Το φτερό της ανάσας σου ρίχνει ένα χνούδι στα φύλλα. Το ίχνος της αγάπης μου κυκλώνει το φρούτο σου, το τρυγάει.
Βρίσκομαι στη χάρη του προσώπου σου που το καλύπτουν με χαρά τα σκοτάδια μου.
Πόσο όμορφη είναι η κραυγή που μου χαρίζει η σιωπή σου!
Από τη συλλογή:
Les Matinaux, La Parole en archipel, © La Pléiade, p.372

Ο Ρενέ Σαρ είναι ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους ποιητές του 20ου αιώνα.
Ο Μωρίς Μπλανσό, Maurice Blancot, απεκάλεσε την ποίησή του «φανέρωση της ποίησης / ποίηση της ποίησης», περίφημος για το αυστηρό και αφοριστικό ύφος του, καθώς και για την συχνή χρήση «ηρακλειτικών» φράσεων, στις οποίες συνενώνει ιδέες που προηγουμένως έμοιαζαν αντιφατικές: «κάθε πράξη είναι παρθένα, ακόμη κι όταν επαναλαμβάνεται».
Γεννήθηκε στο χωριό Ιλ – συρ – λα – Σόργκ της Προβηγκίας (Provence) στην νότια Γαλλία το 1907. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στην ιδιαίτερη πατρίδα του και επιθυμώντας να απομακρυνθεί από την επιρροή των γονέων του, εγκαταστάθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1920 στο Παρίσι, όπου ενεπλάκη, λόγω της μόδας της εποχής και φανερά μόνον ως επισκέπτης, με τους κύκλους των υπερρεαλιστών ή «σουρεαλιστών».

Εκείνη ακριβώς την περίοδο εξέδωσε μαζί με τους Μπρετόν (André Breton) και Ελυάρ (Paul Eluard) το συλλογικό «Ralentir Travaux», πειραματίστηκε για λίγο με τη λεγόμενη «αυτόματη γραφή» και επίσης δημοσίευσε το 1929 στο τελευταίο τεύχος της επιθεώρησης «Η Σουρεαλιστική Επανάσταση» («La Révolution Surréaliste»). Το 1934, ενώ σιγά σιγά απομακρυνόταν διακριτικά από τους «σουρεαλιστές» λόγω διαφωνιών σε αρκετά ζητήματα, ιδίως με την εμμονή του Μπρετόν να καθιερώσει μία εκφρασιακή «ορθοδοξία», κυκλοφόρησε τη δική του ποιητική συλλογή «Το αδέσποτο σφυρί» («Le Marteau sans maitre»), το οποίο παρέμενε όμως μέσα στους κόλπους του συγκεκριμένου κινήματος, καθώς περιελάμβανε αρκετά παλαιά ποιήματά του.

Τον Ιανουάριο του 1935 οριστικοποίησε τη ρήξη του με τους πρώην ομοϊδεάτες του, με μία επιστολή του στον Βενιαμίν Περέ (Benjamin Peret, 1899 – 1959), στην οποία ο «Υπερρεαλισμός» ή «Σουρεαλισμός» καταγγελλόταν όχι μόνον ως «ανάξιος απόγονος των Σαντ, Ρεμπώ και Λωτρεαμόν», αλλά και ως «τσίρκο».

Ήδη συγκλονισμένος από τον Ισπανικό Εμφύλιο (με θέμα τον οποίο έγραψε τη συλλογή «Placart pour le Chemin des Ecoliers», 1937), κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ηγήθηκε μίας αντιστασιακής αντάρτικης ομάδας στις Γαλλικές Άλπεις, από τις δράσεις της οποίας κυκλοφόρησε ευθύς μετά το τέλος του πολέμου τις πολιτικοποιημένες συλλογές του «Seuls demeurent» (1945) και «Feuillets d’ Hypnos» («Τα φύλλα του ύπνου», 1946, έργο αντιπολεμικό, γραμμένο κατά την περίοδο 1943 – 1944 και εστιασμένο επάνω στις ανθρώπινες αξίες – μεταφράσηκε στα ελληνικά και εκδόθηκε ως «…Το δέντρο είναι που βλέπει»).

Λίγο πριν από το τέλος του πολέμου, το 1944, κατέληξε στην Αλγερία υπό τις διαταγές του στρατηγού Ντε Γκωλ (Charles de Gaulle) και τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς μπήκε μαζί του στο απελευθερωμένο Παρίσι.

Έχοντας πια κατασταλάξει «στην αέναη αϋπνία των ποιητών» (όπως ο ίδιος έγραψε) με ένα ποιητικό ύφος ώριμα αντισυμβατικό και έτη φωτός μακριά από την κυρίαρχη στον δυτικό κόσμο χριστιανική ηθική, κυκλοφόρησε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970 περίπου 50 έργα του, ανάμεσα στα οποία ξεχώρισαν τα «Les Matinaux» (1950), «Recherche de la base et du somme», (1955) και «Commune presence» (1964), ενώ το 1983 εκδόθηκαν από τις εκδόσεις «Gallimard» τα άπαντά του με τίτλο «Oeuvres completes». Το ποίημά του «Le marteau sans maitre» μελοποιήθηκε από τον συνθέτη Pierre Boulez το 1954.

Τα περισσότερα από τα μεταπολεμικά χρόνια του τα πέρασε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, όπου συχνά φιλοξενούσε διάσημους προσωπικούς του φίλους, όπως ο Αλμπέρ Καμύ (Albert Camus) και ο Γερμανός φιλόσοφος Μάρτιν Χάιντεγκερ (Martin Heidegger, ο οποίος θαύμαζε τον Σαρ και τον θεωρούσε «δια της ποίησης φιλόσοφο»). Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ευαισθητοποιήθηκε ιδιαίτερα σε οικολογικά ζητήματα και δραστηριοποιήθηκε ενάντια στην πυρηνική ενέργεια. Πέθανε στο Παρίσι, στο νοσοκομείο Val-de-Grace, στις 19 Φεβρουαρίου 1988 και τάφηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Πριν από αρκετά χρόνια είχε γράψει: «Δεν έχουμε παρά μόνο ένα καταφύγιο ενάντια στο θάνατο: το να κάνουμε τέχνη πριν απ’ αυτόν».

Βλάσης Γ. Ρασσιάς, 2009

ΕΠΙΛΟΓΗ ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑΣ:

«Rouge et le Noir»,1928
«Arsenal», 1929
«Le Tombeau des secrets», 1930
«Ralentir, Travaux», 1930 σε συνεργασία με τους André Breton και Paul Eluard («Αργά, Έργα», εκδόσεις «Ύψιλον», Αθήνα, 2006, σε μετάφραση Σωτήρη Λιόντου).
«Artine», 1930 (με γκραβούρα του Salvador Dali)
«L’ action de la justice est eteinte», 1931
«Le marteau sans maitre», 1934 (στα ελληνικά, «Το αδέσποτο σφυρί» εκδόσεις «Εστίας», Αθήνα, 1992, σε μετάφραση Σωκράτη Ζερβού)
«Moulin Premier», 1936
«Placard pour un chemin des ecoliers», 1937
«Dehors la nuit est gouvernee», 1938
«Seuls demeurent», 1943
«Feuillets d’ Hypnos», 1946 (στα ελληνικά, «…Το δέντρο είναι που βλέπει», εκδόσεις «Αρμός», Αθήνα, 2005, σε μετάφραση των Σωτήρη Γουνελά και Κατερίνα Τρακάκη)
«Premières Alluvions», 1946
«Le Poeme pulverize», 1947
«Fureur et Μystere», 1948
«Fete des arbres et du chasseur», 1948
«Le Soleil des eaux», 1949, 1951
«Claire», 1949
«Les Matinaux», 1950
«Quatre Fascinants et La Minutieuse», 1951.
«A une serenite crispee», 1951
«La Paroi et la prairie», 1952
«Lettera amorosa», 1953
«Arriere – histoire du poeme pulverize», 1953
«Le Rempart de brindilles», 1953
«A la sante du serpent», 1954 (με λιθογραφία του Miro)
«Le Deuil des Névons», 1954
«Recherche de la base et du sommet», 1955, 1965
«Poèmes des deux annees», 1955 (με υδατογραφία του Giacometti)
«La bibliotheque est en feu», 1956 (με υδατογραφία του Braque)
«Pour nous Rimbaud», 1956
«En trente-trois morceaux», 1956
«Les Compagnons dans le jardin», 1957 (με γκραβούρες του Zao-Wou-Ki)
«La bibliotheque est en feu et autres poems», 1957
«L ‘Abominable Homme des neiges», 1957
«Le Dernier Couac», 1958
«Cinq Poesies en hommage a Georges Braque», 1958
«Le Rebanque», 1960
«Anthologie», 1960
«Les Dentelles de Montmirail», 1960
«Deux Poèmes», 1960, σε συνεργασία με τον Paul Eluard
«L’inclemence lointaine», 1961
«La Parole en archipel», 1962
«Lettera amorosa», 1963 (με λιθογραφίες του Braque)
«Flux de l’aimant», 1964 (με σχέδια του Miro)
«Commune presence», 1964
«Naissance et jour levant d’une amitié», 1965
«L’ Age cassant», 1965
«Retour amont», 1965 (με υδατογραφίες του Giacometti)
«Trois Coups sous les arbres», 1967
«Dans la pluie giboyeuse», 1968
«Le Chien de Coeur», 1969 (με μία λιθογραφία του Miro)
«L’Effroi la joie», 1969
«Dent prompte», 1969 (με λιθογραφίες του Max Ernst)
«Boyan sculpteur et Szenes», 1971
«Le Nu perdu», 1971
«La Nuit talismanique», 1972
«Sans grand-peine», 1973 (με ένα σχέδιο του Pierre Charbonnier)
«Picasso sous les vents etesiens», 1973
«Aromates chasseurs», 1975
«Faire du chemin avec…», 1976
«De la Sainte Famille au Droit a la pareses», 1976
«Chants de la Balandrane», 1977
«Fenetres dormantes et porte sur le toit», 1979
«Les voisinages de Van Gogh», 1985
«Eloge d’une soupconnee», 1988

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Dupouy Christiane, «Rene Char», Paris, 1987
Mathieu Jean – Claude, «La Poesie de Rene Char», Paris, 1985
Rau Greta, «Rene Char ou la poesie accrue», Paris, 1985
Veyne Paul, «Rene Char en ses poems», Paris, 1990

Εκτύπωση
eirini aivaliwtouRené Char: Σαν αυτούς τους βατράχους