Cat Is Art

Βασίλης Αλεξάκης: «Είναι τραγικό λάθος να νομίζει κανείς ότι κάνει λογοτεχνία διηγούμενος τη ζωή του»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

 

Τις πρώτες του ιστορίες τις φαντάστηκε όταν παιδί ακόμη στη Σαντορίνη ερμήνευε τους λεκέδες της υγρασίας, τα καλοκαίρια, στους τοίχους του υπόσκαφου σπιτιού τους. Μια πρωτότυπη άσκηση δημιουργικής γραφής που επινόησε η Πολίτισσα μητέρα του. Σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα, ο Βασίλης Αλεξάκης εμφανίστηκε στο συγγραφικό στερέωμα με το πρώτο του βιβλίο, το «Σάντουιτς», και αμέσως η γραφή του αγαπήθηκε από το αναγνωστικό κοινό. Κατά ένα μαγικό τρόπο ο πρώτος άνθρωπος που διάβασε το χειρόγραφο ήταν ο Ζαν Μαρκ Ρομπέρτς, μετέπειτα μέντοράς του και καρδιακός του φίλος, που του είπε: «Θα κάνω ό,τι μπορώ για να δημοσιευτεί». Σήμερα στο τελευταίο του βιβλίο «Το κλαρινέτο» (εκδόσεις Μεταίχμιο), ο αφηγητής, που φαινομενικά έχει κάποια στοιχεία από τον συγγραφέα ωστόσο δεν ταυτίζονται, περιδιαβαίνει ανάμεσα σε δύο πόλους. Ταξιδεύει από το Παρίσι, όπου έρχεται ενώπιος ενωπίω με την εξασθένηση της υγείας ενός φίλου -ο χαρακτήρας του οποίου γίνεται και προσωπικός φίλος του αναγνώστη, γιατί με τόση ζωντάνια έχει περιγραφεί- στην Ελλάδα της κρίσης, όπου γνωρίζεται με ανθρώπους τσακισμένους από την οικονομική ανέχεια. Η ταυτόχρονη, η διπλή αποδυνάμωση, η σωματική του Ζαν Μαρκ και η οικονομική και ηθική της ελληνικής κοινωνίας, αποτελούν τη βάση για ένα μυθιστόρημα που αφορά τη γλώσσα και τη μνήμη. Ανάμεσα στη ζεστασιά των ημερών και τη θλίψη της απουσίας∙ ανάμεσα στο Παρίσι και την Αθήνα∙ ανάμεσα στη μητρική γλώσσα και τη γραφή ξεφυτρώνει αναπάντεχα το ερώτημα: Γιατί ξεχνάμε; Ωστόσο ο Βασίλης Αλεξάκης, αντιθέτως με τον ήρωα του βιβλίου ο οποίος λησμόνησε τη λέξη «κλαρινέτο» και προσπαθεί με διάφορους τρόπους να τη θυμηθεί, δεν ξεχνά τα αγαπημένα του γαϊδουράκια της Σαντορίνης, ούτε την εποχή που με πλοία και με τρένα έφτασε για πρώτη φορά υπότροφος στη Γαλλία, ούτε την πρώτη του δουλειά ως τηλεφωνητής σε ένα Λύκειο στη Λιλ, όπως δεν ξέχασε ποτέ και την Ελλάδα στα χρόνια του Παρισιού. Οι εύγλωττες σελίδες του «Κλαρινέτου» προσφέρουν πολύ περισσότερες αλήθειες από όλους μαζί τους πολιτικούς και τους κοινωνιολόγους. Ο αφηγητής σκέπτεται και παρατηρεί τον κόσμο πότε στο Κολωνάκι, πότε στη γαλλική περιφέρεια, άλλοτε στους Κήπους του Λουξεμβούργου (Jardin du Luxembourg) κι άλλοτε στην Τήνο. Πάντα με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, αυτό το υπέροχο μείγμα συμπόνιας και κομψής ειρωνείας. Ξεχωριστά αγαπητός στους Έλληνες αναγνώστες, ο Αλεξάκης φέρει τη σφραγίδα του έμπειρου Έλληνα συγγραφέα που έχει ζήσει σε κοσμοπολίτικο περιβάλλον και έχει μάθει να συνομιλεί ιδανικά με ένα κοινό ευρύτερο από το ελληνόφωνο, κάτι που αναγνωρίζει κανείς αμέσως στο έργο του. Στη συνέντευξη που παραχώρησε στο catisart.gr, στη λιλιπούτεια κουζίνα του διαμερίσματός του, ανάμεσα σε σπίρτα, μολύβια, φλωρεντίνες, βιβλία και χειρόγραφα, μας μιλά με το γνωστό του ανατρεπτικό και υπόγειο χιούμορ, με παιγνιώδη διάθεση αλλά και με μια αίσθηση γαλήνης και τρυφερότητας για τη ζωή του, για τα βιβλία του αλλά και για τα βιβλία που αγαπά. Για το νέο κύκλο σεμιναρίων δημιουργικής γραφής που θα διδάξει στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων, από την Πέμπτη 30 Mαρτίου μέχρι την Πέμπτη 6 Απριλίου. Μας ταξιδεύει ταχύτατα στα νησιά με το αεροπλανάκι που μας σκιτσάρει… Επιμένει για το ρόλο της φαντασίας και της έρευνας στο γράψιμο, ονειρεύεται έναν καλύτερο κόσμο για την εγγονή του και ρίχνει φως σε κάποιες άγνωστες πτυχές της ζωής του.

Διαβάστε τη συνέντευξη.

 

 

* Ο πατέρας μου ήταν απ’ τη Σαντορίνη, η μητέρα μου απ’ την Πόλη. Γι’ αυτό αναφέρεται συχνά η Σαντορίνη στα βιβλία μου. Στην παιδική μου ηλικία, όλες τις σχολικές διακοπές που ήταν τότε τρεις μήνες, στη Σαντορίνη τις περνούσα. Έχω ζήσει δηλαδή στη Σαντορίνη. Το σόι το πατέρα μου ήταν από εκεί. Πήγαινα εκεί μέχρι 12 χρονών που έγινε ο σεισμός και έπεσαν τα σπίτια των Φηρών. Ένας πελώριος σεισμός έγινε τότε. Νομίζω ότι ήταν το ’56. Θυμάμαι μια Σαντορίνη πάμφτωχη, οικογένειες τεράστιες με δέκα παιδιά, αγωγιάτες. Αλλά αυτό το καταπληκτικό τοπίο θυμάμαι να το χαζεύω έτσι από ψηλά, απ’ τα Φηρά. Κάτω τα βαπόρια, το λιμανάκι, όλα αυτά. Νομίζω ότι έπαιξε ένα ρόλο στη ζωή μου η Σαντορίνη. Θυμάμαι ότι η μάνα μου, το έχω διηγηθεί αυτό σε ένα βιβλίο μου, το μεσημέρι που δεν με έπαιρνε ο ύπνος, μου ζητούσε να ερμηνεύω τους λεκέδες της υγρασίας στους τοίχους. Γιατί έχει πάρα πολλή υγρασία. Είναι υπόσκαφα, ξέρεις, τα σπίτια. Είχε λεκέδες ο τοίχος δίπλα στο κρεβάτι και μου ζητούσε να της πω μια ιστορία με βάση τις εικόνες που έβλεπα. Άκου να δεις, είναι σαν άσκηση δημιουργικής γραφής. Και αυτό πολύ πιτσιρίκος. Αφού 12 χρονών σταμάτησα να πηγαίνω. Πολύ μικρός ήμουνα και έκανε αυτό το απίστευτο πράγμα. Αυτό βέβαια υποθέτω ότι με έχει σημαδέψει.

Ήθελα να αναφερθούμε στο τελευταίο σου βιβλίο, «Το κλαρινέτο», όπου μιλάς για τον Jean-Marc Roberts που υπήρξε φίλος και εκδότης σου. Θέλεις να μιλήσουμε για τη ζωή αυτού του ανθρώπου;

* Ναι, ήταν και εκδότης και συγγραφέας. Και γνωριστήκαμε πάρα πολύ νέοι, όταν εκείνος άρχιζε, όταν ξεκινούσε σε έναν εκδοτικό οίκο. Ήταν τότε, ούτε είκοσι χρονών δεν ήταν. Εγώ ήμουνα δέκα χρόνια μεγαλύτερος. Μόλις είχα γράψει το πρώτο μου βιβλίο, το «Σάντουιτς». Και κατά μαγικό τρόπο ήταν ο πρώτος άνθρωπος που το διάβασε και μου λέει: «Θέλω να δημοσιευτεί αυτό. Θα κάνω ό,τι μπορώ στον εκδοτικό οίκο», γιατί δεν ήταν φυσικά υπεύθυνος, ήταν μαθητευόμενος. Και κατάφερε να πείσει τον εκδότη, ήταν οι Εκδόσεις Ζουλιάρ, και δημοσιεύτηκε το πρώτο μου βιβλίο χάρη σε αυτόν. Έκτοτε περάσαμε από διάφορους εκδοτικούς οίκους, εκείνος σαν διευθυντής κάποιας σειράς, αλλά πάντοτε έμεινε ο εκδότης μου. Άλλαζα και εγώ οίκο μαζί του. Μέχρι τέλους. Ήταν ένας χαριτωμένος άνθρωπος, ιταλικής καταγωγής απ’ τη μάνα του. Είχε αυτό το ιταλικό στοιχείο, το κεφάτο, το μπριόζο, το πολύ γελαστό, αγαπούσε πολύ τις γυναίκες, άφησε πέντε παιδιά. Δηλαδή την αγαπούσε πολύ τη ζωή, ρε παιδί μου. Και γι’ αυτό ο θάνατός του ήταν, πώς να στο πω, σαν διπλή τραγωδία. Δεν έφυγε απλώς ένας άνθρωπος, έφυγε αυτός που ήταν και πολύ σημαντικός και για εμένα. Και βεβαίως η συνεννόησή μας ήταν άριστη γιατί έγραφε και εκείνος. Καταλάβαινε τα προβλήματα. Έβλεπε πού το κείμενο είχε μία αδυναμία και μου έλεγε: «Αυτό ίσως θα έπρεπε να το ξανακοιτάξεις». Σημαντικός, απ’ τους πιο σημαντικούς ανθρώπους στη ζωή μου ήταν ο Ζαν Μαρκ.

O Βασίλης Αλεξάκης με τον Jean-Marc Roberts

Σε συμβούλευε στο γράψιμο. Εσύ τον συμβούλευες;

* Όχι, εκείνος είχε άλλους σύμβουλους, φίλους δηλαδή, που εμπιστευόταν πάρα πολύ και στους οποίους έδινε τα χειρόγραφά του. Όχι, το αντίστροφο δεν γινόταν. Ήταν απλά τα πράγματα, του ανακοίνωνα κάποια στιγμή το θέμα του επόμενου βιβλίου, του έλεγα ότι αυτό θα διαπραγματεύεται και δεν ξαναμιλούσαμε μέχρι την ημέρα που παρέδιδα τελειωμένο το χειρόγραφο. Τίποτα άλλο, δεν ξαναμιλούσαμε γι’ αυτό. Με άφηνε τελείως στην ησυχία μου. Μόνον όταν αργούσα μου υπενθύμιζε ότι έπρεπε κάποια στιγμή να το δώσω. Και όταν το διάβαζε είχε περίπου δέκα παρατηρήσεις για όλο το βιβλίο, καθόμασταν ένα δίωρο μαζί, τις σχολιάζαμε. Κοίταζα εγώ τι όντως μπορούσα να βελτιώσω και τελείωνε. Αυτό ήταν. Μη φανταστείς να καθόμαστε και να… Όχι! Δεν επενέβαινε.

Επίσης, είχατε και το κοινό πως εσένα ο πατέρας σου και του ίδιου η μητέρα ήταν ηθοποιοί…

* Ναι, σωστό. Ίσως έχει παίξει και αυτό ένα ρόλο στην επικοινωνία που είχαμε. Ακόμη και το γεγονός ότι και εκείνος αισθανόταν λίγο ξένος στη Γαλλία. Ο πατέρας του ήταν Αμερικανός. Πολύ λίγο τον γνώρισε γιατί χώρισαν οι γονείς του όταν μωρό. Άρα είχαμε κοινά. Μιλούσε μάλιστα τέλεια ιταλικά. Και ερχόταν και στην Ελλάδα. Έβρισκε στην Ελλάδα κάτι απ’ την Ιταλία.

Η Αθήνα του άρεσε;

* Ναι, εδώ έμενε στο «Lycabettus» και ερχόταν και στην Τήνο και στο σπίτι. Την αγαπούσε την Ελλάδα.

Μπορούμε να πούμε ότι ήταν ένας αγνός φιλέλληνας;

* Αυτό σίγουρα. Αγαπούσε όμως τη σημερινή Ελλάδα, δεν ήταν καθόλου αρχαιολάτρης. Έβλεπε την Αθήνα σαν ιταλική πόλη λιγάκι. Είχε τις συνήθειές του εδώ, το καφενείο που πήγαινε… Πολύ γρήγορα τα είχε οργανώσει όλα αυτά και αισθανόταν άνετα.

Αρχικά ήσουν σκιτσογράφος και δημοσιογράφος. Πώς έγινε αυτό το τσακ, το κάτι και στράφηκες προς τη λογοτεχνία και κατόπιν ολοσχερώς πια προς τη λογοτεχνία και σταμάτησες τελείως τη δημοσιογραφία;

* Πάντα αυτό που με ενδιέφερε από μικρό παιδί, από 10-12 χρονών, ήταν να γράψω βιβλία. Δεν με ενδιέφερε η δημοσιογραφία, όχι. Αλλά έπρεπε να κερδίσω τη ζωή μου, να κάνω ένα επάγγελμα. Δεν φανταζόμουνα ότι γράφοντας βιβλία μπορεί να ζήσει κανείς. Και έτσι διάλεξα τη δημοσιογραφία σαν συγγενές, στη συγγραφή, επάγγελμα. Εντάξει, έκανα τη σχολή δημοσιογραφίας της Λιλ στη Γαλλία, δούλεψα σε γαλλικές εφημερίδες γιατί εδώ ήταν η εποχή της χούντας. Χρόνια κράτησε αυτό, δεκαπέντε χρόνια αυτή η ιστορία. Και στο ραδιόφωνο έχω δουλέψει πολύ το γαλλικό. Αλλά και η δημοσιογραφική μου δραστηριότητα είχε σχέση με το βιβλίο. Εννοώ ότι στο ένθετο για το βιβλίο της «Μοντ» δούλευα. Δηλαδή δεν απομακρύνθηκα ποτέ από τη λογοτεχνία η οποία ήταν πάντα ο κύριος στόχος μου. Εντάξει, όταν είσαι νεαρός δεν ξέρεις αν μπορείς να γράψεις ένα βιβλίο, ένα μυθιστόρημα. Δεν υπάρχει, δεν θα στο πει κανείς. Οπότε παράλληλα με τη δουλειά μου όλο κάτι έγραφα, ώσπου τελείωσα ένα βιβλίο, «Το σάντουιτς».

Το πρώτο σου βιβλίο.

* Τότε συνάντησα τον Ζαν Μαρκ και από εκεί και πέρα τα πράγματα πήραν το δρόμο τους. Άρχισε συνέχεια να κερδίζει έδαφος η λογοτεχνία και κάποια στιγμή κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να τα κάνω όλα.

Είναι μια πλήρης απασχόληση η λογοτεχνία;

* Δεν είναι δουλειά καφενείου, όπως νομίζουν μερικοί.

Σκίτσο με αφιέρωση

Στα βιβλία σου βάζεις συχνά στοιχεία από τη ζωή σου, τα βιώματά σου.

* Ναι, βάζω πολλά προσωπικά στοιχεία, αυτοβιογραφικά, αν θέλεις. Αλλά δεν πρέπει να δημιουργείται σύγχυση. Το λέω αυτό για τους πιο νέους που θέλουν να γράψουν. Η λογοτεχνία είναι φαντασία. Εάν δεν υπάρχει φαντασία, δεν γίνεται λογοτεχνία. Καταντάει ένα αυτοβιογραφικό πραγματάκι που ύστερα από τριάντα σελίδες γίνεται και βαρετό. Ο άξονας, η κινητήριος δύναμη, αν θέλεις, της λογοτεχνίας είναι βεβαίως η φαντασία. Είναι σαν ένα τρένο. Το τρένο το κινεί η φαντασία. Τώρα μέσα στο τρένο μπορείς να βάλεις άπειρα προσωπικά ή φανταστικά πρόσωπα, στοιχεία και τα λοιπά. Αλλά πρέπει να υπάρχει. Η κινητήριος δύναμη πρέπει να είναι η ανάγκη να κατασκευάσεις μία ιστορία και όχι να διηγηθείς τη ζωή σου. Είναι τραγικό λάθος να νομίζει κανείς ότι θα κάνει λογοτεχνία διηγούμενος τη ζωή του. Γι’ αυτό το τονίζω. Διότι δεν θέλω να δίνω λάθος συμβουλές στους πιο νέους, ότι πρέπει να σ’ αρέσει να κατασκευάζεις μια ιστορία και ότι μπροστά στο άσπρο χαρτί είσαι τελείως ελεύθερος. Πρέπει να κάνεις χρήση αυτής της πελώριας ελευθερίας. Αν αρχίσεις τώρα να μας λες για τη γιαγιά σου και τα λοιπά και αναμνήσεις απ’ το χωριό. Εντάξει, τότε δεν κάνουμε λογοτεχνία. Είναι ένα είδος ευπρεπές αλλά είναι άλλο πράγμα. Δεν είναι μυθιστόρημα. Για το μυθιστόρημα εγώ σου δίνω αυτό τον ορισμό, αν θέλεις, ότι η κινητήριος δύναμη η φαντασία, αγαπητή μου Ειρήνη.

Πόσο βλέπεις να αλλάζει η Ελλάδα; Ή μήπως βλέπεις τώρα έναν κύκλο και να ξαναγυρίζει η Ελλάδα εκεί που ήτανε πριν;

* Βεβαίως και τα χρόνια όταν μεγάλωσα εγώ ήταν πολύ δύσκολα οικονομικά για τους γονείς μου. Ποτέ δεν θα μπορούσα να πάω στο εξωτερικό χωρίς υποτροφία. Χάρις λοιπόν σε μια υποτροφία έφυγα. Ήταν αδιανόητο δηλαδή. Και μάλιστα χάρις στην υποτροφία έφυγα και έπρεπε όμως και να δουλέψω. Απ’ την πρώτη ημέρα που έφτασα στη Γαλλία δούλευα σε ένα Λύκειο, πότε ήμουνα στο τηλέφωνο, πότε σε άλλη θέση. Γιατί αυτό μου εξασφάλιζε ύπνο και φαγητό δωρεάν. Θέλω να πω δηλαδή ότι οι συνθήκες ήταν πάρα πολύ δύσκολες. Η απομάκρυνση μεγάλη. Δεν χρησιμοποιούσαμε τότε αεροπλάνα, ήταν πανάκριβα, ήταν είδος μεγάλης πολυτέλειας και τηλέφωνα ελάχιστα υπήρχαν. Δηλαδή ήταν σαν να πήγαινα στην Αυστραλία. Έκανα τρεις μέρες τότε για να φτάσω στη Λίλλη, για να καταλάβεις τη διαφορά.

Με πλοίο.

* Με πλοίο και τρένα. Διάφορα τρένα. Δύσκολη, οδυνηρή εμπειρία αλλά το ήθελα. Βεβαίως και ήθελα να φύγω, ήθελα να μάθω πράγματα, να δω τον κόσμο, να ταξιδέψω, δεν έκανα τίποτα με το ζόρι.

Σκίτσο του 2011

Παρά τα εμπόδια, πιστεύεις ότι οι Έλληνες θα βρουν το δρόμο τους;

* Το εύχομαι, επιμένω να είμαι αισιόδοξος, διότι δεν βοηθάω τη χώρα και δεν βοηθάω κανέναν άνθρωπο μουρμουρίζοντας και κλαίγοντας. Θέλω να πιστεύω στους Έλληνες, θέλω να πιστεύω ότι θα τα βγάλουμε πέρα. Κοίταξε να δεις, η πολιτική μου συμμετοχή έγκειται στο να κάνω όσο καλύτερα μπορώ τη δουλειά μου. Αυτό το χρωστάω στην κοινωνία, το χρωστάω στον εαυτό μου και ακόμη και στο πανεπιστήμιο που με τίμησε προχθές. Και εύχομαι να αισθάνεται έτσι κάθε Έλληνας, ότι αν θέλουμε να πάει καλύτερα η χώρα, ας είμαστε όσο το δυνατόν καλύτεροι στη δουλειά μας. Κατάλαβες, Ειρήνη μου; Τώρα από εκεί και πέρα, τα μνημόνια, τις διαπραγματεύσεις και τα λοιπά δεν μπορώ και να τα παρακολουθήσω, δεν έχω και το χρόνο. Δεν είμαι ταξιτζής, ρε παιδί μου, να έχω γνώμη για όλα τα πράγματα και να σου πω ότι οδεύουμε στο δρόμο της καταστροφής. Δεν έχω ιδέα προς τα πού πάμε.

Για εσένα τι είναι πρόκληση;

 

* Ωραία ερώτηση. Κάθε βιβλίο είναι πρόκληση. Κάθε βιβλίο παρουσιάζει αναρίθμητα προβλήματα που πρέπει να τα λύσεις και μερικές φορές πάρα πολύ δύσκολα, δεδομένου ότι καταπιάνομαι και με θέματα τα οποία δεν τα ξέρω και τα οποία θέλω να τα μάθω. Τα βιβλία μου έχουν και ένα χαρακτήρα έρευνας γύρω από ένα θέμα. Το έχουν πάντα. Εδώ στο τελευταίο βιβλίο, το «Κλαρινέτο», είναι η μνήμη. Ασχολήθηκα με το θέμα της μνήμης. Η γλώσσα, το μυστηριώδες Ε των Δελφών, η πρώτη λέξη στην ιστορία της ανθρωπότητας. Είναι θέματα πολύ δύσκολα που μόνο ειδικοί μπορούν να στα εξηγήσουν, να στα αναλύσουν. Αλλά μ’ αρέσει και αυτή η πλευρά της δουλειάς, ότι πρέπει να συναντήσω και να συνομιλήσω με ανθρώπους οι οποίοι έχουν μία σοφία σε κάποιον τομέα. Μου είναι πολύ ευχάριστο αυτό. Ας πούμε, για τα θέματα μνήμης. Είδα και εδώ στην Αθήνα τον Σωκράτη Παπαγεωργίου που είναι εξαιρετικός νευρολόγος και μιλήσαμε για τη μνήμη. Είδα και άλλους γιατρούς στο Παρίσι που μελετούν τον εγκέφαλο και έμαθα πράγματα. Και αυτό είναι για εμένα μια μεγάλη χαρά.

Το γράψιμο πόσο δύσκολη δοκιμασία είναι;

* Είναι πολύ δύσκολο. Κάθομαι άπειρες ώρες, κανονικά αρχίζω τη δουλειά στις 4:30 το πρωί. Ειρήνη μου, δεν είναι αστεία. Και δουλεύω όλη την ημέρα μέχρι το βράδυ. Και γράφω ελάχιστα πράγματα. Αλλά σκέφτομαι πάρα πολύ πάνω σ’ αυτά που θα γράψω.

Είχες πει παλαιότερα ότι γράφεις ένα βιβλίο σε δύο χρόνια. Αυτό σημαίνει περίπου δύο αράδες την ημέρα.

* Καθαρές, ναι. Δεν είναι λίγο δύο γραμμές. Καθόλου λίγο δεν είναι.

Όχι, βέβαια. Αν είναι και το τελικό…

* Γιατί έτσι προχωρεί. Αισθάνομαι ότι εγώ θέλω να είμαι απόλυτα σίγουρος γι’ αυτό που έχω γράψει, ούτως ώστε να μπορώ να προχωρώ απερίσπαστος. Πώς να στο πω, να μην έχω αμφιβολίες για τα προηγούμενα… Δεν σημαίνει αυτό ότι δεν το ξαναδιαβάζω ώστε να διορθώσω. Αλλά θέλω να ξέρω ότι η βάση μου είναι στέρεη, ότι τα θεμέλια είναι καλά, ότι τα τούβλα μπαίνουν στη σωστή θέση. Και γι’ αυτό προχωρώ τόσο αργά. Αλλά είναι προϊόν πολλής σκέψης. Κάθομαι και σκέφτομαι την επόμενη φράση ώρες. Και λέω έτσι ή αλλιώς ή αυτό; Είναι αυτό το θέμα που πρέπει να πιάσω τώρα ή κάνω λάθος; Κάνω υποθέσεις. Και κάποια στιγμή λέω «αυτό είναι». Κάθομαι και γράφω πέντε αράδες, εκ των οποίων μετά μπορεί να σβήσω τις δύο τελευταίες, να τις αλλάξω. Και έτσι πάει το βιβλίο. Γι’ αυτό κρατάει και δύο χρόνια το γράψιμό του.

 

Θυμάμαι πως κάποτε είχες τηλεφωνήσει στην Πρεσβεία της Ρουμανίας να ρωτήσεις αν είχε τραμ μια συγκεκριμένη εποχή στη Ρουμανία.

* Βεβαίως. Και μου είχαν πει ότι «βέβαια υπήρχε τραμ». Και μου είχαν αποκαλύψει μάλιστα ότι η Ρουμανία ήταν, νομίζω, μια απ’ τις πρώτες ευρωπαϊκές πόλεις που είχε βάλει τραμ. Ότι είχαν προηγηθεί στον τομέα αυτό οι Ρουμάνοι. Λοιπόν, και βεβαίως ήμουνα πανευτυχής. Αυτό μου δίνει εμένα χαρά. Άλλο η φαντασία, άλλο το λάθος. Άλλο να δίνεις εσφαλμένες πληροφορίες και άλλο να φαντάζεσαι πράγματα. Τις εσφαλμένες πληροφορίες δεν τις θέλω, όχι.

Η ηθική έχει θέση στη λογοτεχνία;

* Δεν νομίζω. Δεν είναι θέμα ηθικής. Πιστεύω ότι η λογοτεχνία έχει αποκαλύπτει κάποιες αλήθειες πολύ όμως ουσιαστικότερες απ’ τα απλά γεγονότα. Ότι είναι η αλήθεια η ίδια. Κάποια αλήθεια νομίζω ότι βγαίνει απ’ τη λογοτεχνία. Αλήθεια για τη ζωή, για τον άνθρωπο, για ουσιαστικά πράγματα. Το θέμα της ηθικής; Ποια ηθική απ’ όλες και τι είναι δηλαδή; Έχει σχέση το αν είσαι ή δεν είσαι καλός άνθρωπος αν γράφεις βιβλία; Θέλω να πιστεύω και το πιστεύω ότι εκφράζει και μια μορφή καλοσύνης το να γράφεις γιατί είναι επικοινωνία με τους άλλους. Εκφράζεις εν πάση περιπτώσει μία συμπάθεια προς την κοινωνία, προς τους άλλους και τα λοιπά. Τώρα θα μου πεις, εύκολα βρίσκουμε και παραδείγματα που λένε το αντίθετο, όπως του Καρυωτάκη, ο οποίος μισεί την κοινωνία, τα θεωρεί όλα περιφρονητέα, ασήμαντα, γελοία… Απ’ τον Καρυωτάκη λείπει η καλοσύνη βρίσκω. Και μάλιστα νομίζω ότι έχει γράψει και ένα ποίημα για την καλοσύνη, ίσως επειδή είχε αισθανθεί ότι αυτό το στοιχείο του έλειπε, ότι δεν υπήρχε.

Θέλεις να μιλήσουμε για τον φόβο;

* Το φόβο, όπως τον αντιλαμβάνομαι τώρα που μιλάμε, είναι ο φόβος του θανάτου κυρίως. Νομίζω ότι και πολλοί νέοι άνθρωποι και παιδιά τον αισθάνονται όταν μάθουν ότι όλοι πεθαίνουμε. Αυτό το φόβο τον βίωσα από πολύ κοντά, απελπιστικά κοντά, τώρα που ήμουν άρρωστος το ’15 που είχα δύο καρκίνους. Όταν περάσεις τέτοιες ασθένειες, ξέρεις από πρώτο χέρι πόσο ευάλωτος είσαι, πόσο εύκολα μπορεί να διαλυθεί αυτό το σύστημα. Να μην μπορείς να σταθείς στα πόδια σου, να μην μπορείς να κάνεις τίποτα, να μην μπορείς να φας. Άσχημα πράγματα. Βεβαίως αυτό πρέπει κανείς σιγά σιγά να το ξεπεράσει. Εμένα ο τρόπος μου είναι το γράψιμο. Έχω αρχίσει τώρα να γράφω γι’ αυτή την περιπέτεια που είχα αλλά όχι σε τόνο μελοδραματικό… Μάλλον, απλώς θέλω να πω όμως την αλήθεια, να πω μια αλήθεια. Αυτά που με βασάνιζαν, ότι ονειρεύτηκα το θάνατό μου, πώς είναι μετά. Όλα αυτά τα πράγματα. Και να σου πω την αλήθεια έχει ένα θεραπευτικό ρόλο η γραφή. Εννοώ ότι όσο τα διηγούμαι, αρχίζω και τα ξεχνάω. Απαλλάσσω τη μνήμη μου από ένα πολύ μεγάλο βάρος. Αυτό για το φόβο.

Και για τον θυμό;

* Έχω συγκρατήσει αυτό που λέει ένας προσωκρατικός: «Η οργή δεν έλυσε ποτέ κανένα πρόβλημα». Το βρίσκω πάρα πολύ σωστό. Και το έχω ασπαστεί διότι γενικά ήμουν πολύ νευρικός. Μου έχει περάσει πια αλλά μου έχει περάσει χάρη σ’ αυτό τον φιλόσοφο που με ανάγκασε να σκεφτώ το θέμα του θυμού και να αποφασίσω ότι έχει δίκιο, ότι δεν λύνει τα προβλήματα. Και ότι φρόνιμο είναι, ήρεμα δηλαδή, ακόμα και όταν μια συμπεριφορά την κρίνουμε εξοργιστική, είναι χίλιες φορές προτιμότερο να πούμε στον άλλο: «Αυτό, εντάξει, πρόσεξέ το λίγο». Δεν είναι σωστό, δεν είναι δίκαιο, δεν είναι καλό. Γιατί γνωρίζω και φίλους που έχουν πάρα πολλά νεύρα. Συχνά μεγαλώνοντας αυτό εμφανίζεται σε μορφές ακραίες που φοβίζουν. Δηλαδή σκέπτεσαι τώρα πού οδηγεί αυτό το πράγμα;

Να μιλήσουμε για την αγάπη;

* Για την αγάπη… Βεβαίως πιστεύω σ’ αυτήν, πιστεύω στην καλοσύνη των ανθρώπων. Αρνούμαι να δω καχύποπτα ή να αποδώσω κακές σκέψεις σε ανθρώπους που δεν ξέρω, είτε αυτοί είναι Έλληνες, είτε είναι μετανάστες, είτε είναι οτιδήποτε. Εκ των προτέρων θέλω να πιστεύω ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι και καλοί και αξιόλογοι. Εάν με διαψεύσουν, με διέψευσαν. Πρώτα όμως θα περιμένω να με διαψεύσουν και έπειτα θα τους κρίνω, όχι προκαταβολικά. Αρνούμαι αυτό το σύστημα το οποίο είναι και ρατσιστικό στο τέλος, το γεγονός ότι έχουμε μια γνώμη για ανθρώπους που δεν ξέρουμε. Λένε κάποιοι: «Οι Αλβανοί είναι έτσι, οι Έλληνες είναι έτσι». Το αρνούμαι πεισματικά αυτό γιατί πιστεύω ότι είναι μία μορφή ρατσισμού.

Να βάζουμε σε κατηγορίες τους ανθρώπους…

* Ναι, ακριβώς. Ο κάθε άνθρωπος είναι ξεχωριστός, καταρχήν. Και θα τον κρίνουμε όταν έχουμε κάποια δεδομένα, όχι πριν. Να του φοράμε μια ετικέτα ότι είναι έτσι ή αλλιώς, είναι χωριάτης ή δεν ξέρω τι. Θέλω να πηγαίνω προς τους ανθρώπους με την καλύτερη δυνατή διάθεση. Είναι μία άσκηση και αυτό στη ζωή. Αλλά νομίζω ότι είναι σωστή αυτή η απόφασή μου. Νομίζω, Ειρήνη μου. Και η καλοσύνη γενικά είναι μια έκφραση αγάπης για τους ανθρώπους.

Τι ρόλο έχει παίξει ο έρωτας στη ζωή σου;

* Δύο βιβλία μου, το «Τάνγκο» και «Η καρδιά της Μαργαρίτας», έχουν θέμα τον έρωτα. Δεν είναι το μόνο θέμα των βιβλίων. Στην «Καρδιά της Μαργαρίτας» είναι και η συγγραφή, ο θαυμασμός που έχει, αν θέλεις πες το και έρωτα, ο αφηγητής μου για έναν γνωστό συγγραφέα τον οποίο ακολουθεί και απ’ τον οποίο παίρνει παράδειγμα, φωτίζεται, τέλος πάντων. Δύο βιβλία. Δεν είναι λίγο. Υπάρχει αυτό το θέμα στα βιβλία μου, όπως υπάρχει και στη ζωή μου. Τώρα που μεγάλωσα, ίσως άλλα θέματα με απασχολούν περισσότερο, η γλώσσα και διάφορα επιστημονικά θέματα. Αλλά έπαιξε ρόλο στη ζωή μου. Είναι μία απ’ τις μεγάλες χαρές, ίσως η μεγαλύτερη της ζωής. Δεν βλέπω εγώ ποια άλλη, τι άλλο μπορεί να σου δώσει τόσο μεγάλη χαρά όσο το να είσαι ερωτευμένος με κάποιον που, τέλος πάντων, δεν σε απορρίπτει και να ζήσεις αυτό το πράγμα όσο κρατήσει. Είναι πάρα πολύ όμορφο. Δεν βλέπω τι άλλο είναι τόσο γοητευτικό στη ζωή όσο ο έρωτας και τα ταξίδια, θα έλεγα.

Το λάθος είναι αναπόφευκτο στη ζωή;

* Μαθαίνουμε απ’ τα λάθη. Βεβαίως και κάνουμε πολλά λάθη. Αλλά, όπως σου έλεγα πριν, είναι κάτι που θέλω να αποφεύγω. Δεν θέλω να υπάρχουν λάθη στα βιβλία μου. Προσπαθώ να εξακριβώσω. Αυτή η συνήθεια μου έχει μείνει απ’ τη δημοσιογραφία, ότι χρειάζονται διασταύρωση τα πράγματα. Πρέπει να πας στον τόπο που αναφέρεις, πρέπει να τον επισκεφθείς ή πρέπει να έχεις ήδη πάει. Έγραψα ένα βιβλίο για μία γλώσσα της Αφρικής που είχα μάθει. Μαθαίνοντας τη γλώσσα πείστηκα ότι δεν ήταν δυνατόν να γράψω αυτό το βιβλίο χωρίς να πάω στην Αφρική. Και πήγα. Ήταν μια μεγάλη πρωτοβουλία, δύσκολη, σημαντική.

 

Ποιους ανθρώπους λυπάσαι;

* Λυπάμαι τους ανθρώπους που δεν μπόρεσαν να μορφωθούν. Που δεν είχαν αυτήν την τύχη, που έζησαν σε συνθήκες πάρα πολύ κακές και δεν μπόρεσε να ανοίξει το μυαλό τους. Και που έμειναν περιορισμένοι σ’ αυτό το λίγο. Θεωρώ τη μόρφωση πάρα πολύ σημαντικό δώρο και απαραίτητη για την ολοκλήρωση των ανθρώπων. Πιστεύω ότι ο κάθε άνθρωπος πρέπει να προχωρεί μέχρι τα όρια των δυνατοτήτων του. Αυτό γίνεται με τη μόρφωση, γίνεται με τη σκέψη. Με στενοχωρεί ότι υπάρχουν παιδιά που παραμένουν αγράμματα, αμόρφωτα. Αυτό με θλίβει.

Αυτοί που δεν έχουν πάρει την κλασική παιδεία ή αυτοί που δεν διευρύνουν τους ορίζοντες;

* Και η κλασική παιδεία είναι πολύτιμη, απαραίτητη θα έλεγα. Δεν είναι ανάγκη ασφαλώς να μάθουμε όλοι αρχαία ελληνικά, λατινικά ή κινέζικα. Αλλά εν πάση περιπτώσει, πρέπει να ανοίγει το μυαλό. Το μυαλό έχει δυνατότητες πελώριες. Με απελπίζει αυτό το πράγμα, ότι δεν έχουν την τύχη όλοι οι άνθρωποι να γεννηθούν κάπου σε χώρους και σε κοινωνίες που θα τους επιτρέψουν να μορφωθούν, να εξελιχθούν.

Στα βιβλία σας διακρίνει ο αναγνώστης ένα έξυπνο χιούμορ που διαβάζεται ακόμα και κάτω απ’ τις γραμμές. Εσείς με τι χαμογελάτε αυθόρμητα;

* Στον τομέα του χιούμορ, δύο άνθρωποι, δύο δημιουργοί, είναι μετρ. Είναι ο συγγραφέας Μαρκ Τουέιν αφενός και αφετέρου ο Μπάστερ Κίτον, ο σκηνοθέτης και ηθοποιός. Λοιπόν, ναι, αυτούς τους θεωρώ παραδειγματικούς σ’ αυτό τον τομέα. Θα πρόσθετα σ’ αυτούς και τον Ζακ Τατί, τον Γάλλο. Αυτοί όλοι έχουν ένα χιούμορ λίγο ιδιόμορφο, το οποίο δεν οφείλεται στα λόγια. Δεν είναι λεκτικό, είναι χιούμορ καταστάσεων. Συμβαίνει αυτό, μετακινείς το κουτάκι με τα σπίρτα από εδώ εκεί και αυτό ξαφνικά βγάζει γέλιο, δηλαδή δημιουργεί μια κωμική κατάσταση, μια ευτράπελη κατάσταση. Αυτού του είδους το χιούμορ προσπαθώ να χρησιμοποιώ στα βιβλία μου. Διότι εγώ δεν κάνω λογοπαίγνια. Ποτέ δεν έχω κάνει ούτε ένα. Δεν μ’ αρέσουν τα λογοπαίγνια. Θέλω το χιούμορ να πηγάζει από τα πράγματα και όχι από τις λέξεις.

Όντως πηγάζει.

* Γι’ αυτό λίγο ασχολήθηκα και με τον κινηματογράφο, όπου ό,τι έκανα είχε ένα χιουμοριστικό χαρακτήρα διότι αυτό με διασκέδαζε και διότι αυτό με ενδιέφερε στο σινεμά. Είναι πράγματα τα οποία ενδεχομένως δεν μπορείς να κάνεις κάποιες φορές στον γραπτό λόγο. Ο συνδυασμός γεγονότων δεν μεταφέρεται εύκολα στον γραπτό λόγο.

Τι θα πρότεινες στους αναγνώστες αυτής της συνέντευξης να διαβάσουν;

* Σε όλη μας τη ζωή διαβάζουμε, άλλους συγγραφείς διαβάζουμε όταν είμαστε 17 χρονών, άλλους αργότερα. Θα έπρεπε να δώσω μία λίστα ατελείωτη. Μπορώ όμως να δώσω τους τίτλους ορισμένων έργων που τα θεωρώ πάρα πολύ σημαντικά. Ας πούμε, τις «Μεγάλες Προσδοκίες» του Ντίκενς, τις «Χαμένες Ψευδαισθήσεις» του Μπαλζάκ, την «Αισθηματική Αγωγή» του Φλομπέρ, «Τις περιπέτειες του Χακ Φιν» του Μαρκ Τουέιν, το «Φως του Αυγούστου» του Φόκνερ, την «Τζέιν Έιρ». Τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» και βεβαίως τον «Δον Κιχώτη». Θα μπορούσα να αναφέρω πάρα πολλά έργα αλλά αυτά τα θεωρώ πολύ σημαντικά και ότι ανήκουν σε πολύ καλές σχολές λογοτεχνίας.

Ασκήσεις από προηγούμενο σεμινάριοΑς μιλήσουμε τώρα για τον κύκλο των σεμιναρίων δημιουργικής γραφής.

* Δεν φιλοδοξώ να μάθω σε κανέναν το επάγγελμά μου το συγγραφικό. Δεν ξέρω αν διδάσκεται αυτό. Αλλά εκεί που μπορώ να συμβάλω είναι στο να απελευθερώσω λίγο τη φαντασία όσων συμμετέχουν στο σεμινάριο. Μιλήσαμε και στην αρχή για τη φαντασία. Δηλαδή να μη φοβούνται τη γραφή. Να κάθονται μπροστά στο άσπρο χαρτί με καλή διάθεση και λίγο χαλαροί. Δεν τους ζητάμε να μας γράψουν απαραιτήτως το «Έγκλημα και Τιμωρία». Αλλά να δουλεύουν, να γράφουν με χαρά και χωρίς να λογοκρίνονται, χωρίς να περιορίζουν τη φαντασία τους. Διότι το σχολείο τους μαθαίνει ακριβώς το αντίθετο, να περιορίζουν τη φαντασία, να μην κάνουν χρήση της φαντασίας τους και να επαναλαμβάνουν πράγματα που έχουν πει οι άλλοι ή έχουν γράψει οι άλλοι. Λοιπόν, αυτά τα σεμινάρια είναι μια ευκαιρία να σπάσει αυτός ο κλοιός που έχει δημιουργηθεί απ’ το σχολείο και απ’ τη ζωή γύρω τους, να αισθανθούν ελεύθεροι και να γράψουν. Επάνω σε τι; Δεν δίνω απλώς ένα θέμα, δίνω μια σειρά δυσκολιών. Δηλαδή, λέω στους μαθητές: «Πάρε μια σελίδα απ’ τον τηλεφωνικό κατάλογο και γράψε μου ένα διήγημα με βάση όσο περισσότερα πρόσωπα γίνεται από τη σελίδα αυτή, με τα επαγγέλματα που έχουν και τα λοιπά». Φαντάσου κάτι. Ο κύριος τάδε, που μένει στην τάδε γειτονιά και είναι μπακάλης, έχει σχέση με την οδοντίατρο του διπλανού δρόμου και τα λοιπά. Να φτιάξουν μία ιστορία. Από παντού βγαίνουν ιστορίες, Ειρήνη μου, αρκεί να το δεις. Αρκεί να είσαι αρκετά ευφάνταστος και διαθέσιμος και χαλαρός για να δεις ότι υπάρχουν παντού ιστορίες.

Ακόμα και από τους λεκέδες;

* Ακόμα και από τους λεκέδες του τοίχου της Σαντορίνης. Ναι, ακριβώς αυτό. Στην ουσία αυτό θα ήταν το ιδανικό παράδειγμα ενός σεμιναρίου δημιουργικής γραφής. Έχουμε αυτούς τους λεκέδες, να τους κάνουμε μια ιστορία. Όλα γίνονται ιστορίες.

Σε τι κόσμο ονειρεύεσαι να ζήσει η εγγονή σου, η Ελένη και όλα σου τα εγγόνια;

* Η Ελενίτσα είναι σε έναν κόσμο που θα της επιτρέψει ακριβώς αυτό, να αναπτύξει όλες τις δυνατότητές της, όλες. Αυτό εύχομαι. Και έναν κόσμο κοινωνικά ανθρώπινο που θα της επιτρέψει να ζήσει και όσα χρόνια θα μπορέσει να ζήσει, εν πάση περιπτώσει, σε καλή κατάσταση, με κέφι. Δηλαδή σε ένα κοινωνικό κράτος που θα της δώσει την ευκαιρία να αναπτύξει όλες της τις δυνατότητες. Σε έναν πολιτισμένο κόσμο με μια λέξη.

Ποια ζώα αγαπάς περισσότερο;

* Αγαπώ ιδιαιτέρως τα γαϊδούρια. Γιατί τα γαϊδούρια ήταν το ζώο με το οποίο ζούσαμε στη Σαντορίνη, όταν ήμουν μικρός. Με τα γαϊδουράκια πηγαίναμε και ερχόμασταν. Ήταν το μεταφορικό μέσο. Μιλάω για μία εποχή που στη Σαντορίνη φυσικά δεν υπήρχαν αυτοκίνητα. Πριν φτάσουν τα αυτοκίνητα, αυτά τα ζώα μας ανέβαζαν απ’ το Γιαλό επάνω στα Φηρά. Γνωρίζαμε ένα σωρό αγωγιάτες τότε διότι μ’ αυτούς συνεργαζόμασταν, αυτοί μας πήγαιναν για να κάνουμε μπάνιο στη θάλασσα και όπου αλλού θέλαμε. Αυτά τα ζώα δηλαδή, που επέτρεψαν σε έναν κόσμο φτωχό να ζήσει, να επιβιώσει, τα αγαπάω πολύ. Έχω μάθει ότι η τιμή τους στα νησιά έχει πέσει διότι δεν τα χρησιμοποιούν πια. Αλλά εγώ αν έμενα μόνιμα σε ένα νησί σίγουρα θα είχα ένα ζώο, ένα γαϊδουράκι.

Ευχαριστώ πάρα πολύ.

* Παρακαλώ, Ειρήνη μου.

* Ο Βασίλης Αλεξάκης γεννήθηκε στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 1943. Σπούδασε στην Ανωτάτη Δημοσιογραφική Σχολή της Λιλ. Είναι εγκατεστημένος στο Παρίσι από το 1968. Εκεί δούλεψε ως δημοσιογράφος, κριτικός βιβλίου στην εφημερίδα «Le Monde» και χρονογράφος. Έτσι εξοικειώθηκε με τη γαλλική γλώσσα στην οποία έγραψε τα πρώτα του μυθιστορήματα. Ο Βασίλης Αλεξάκης έχει ασχοληθεί επίσης με το χιουμοριστικό σκίτσο και με τον κινηματογράφο. Έχει δημοσιεύσει τις συλλογές «Mon amour», στην Ιταλία («Citta armoniosa», 1978), «Γδύσου» (Αθήνα, Εξάντας, 1982) καθώς και έξι ιστορίες με εικόνες, υπό τον γενικό τίτλο «Η σκιά του Λεωνίδα» (Αθήνα, Εξάντας, 1984) που έχουν κυκλοφορήσει και στα γερμανικά («Leonidas’ Schatten», Romiosini, μετάφραση του Klaus Eckhardt, 1986).
Έχει σκηνοθετήσει την ταινία μικρού μήκους «Είμαι κουρασμένος», βραβείο φεστιβάλ Τουρ και Γαλλικού Κέντρου Κινηματογράφου (1982), τις τηλεταινίες «Ο Νέστως Χαρμίδης περνά στην επίθεση» (1984) και «Το τραπέζι» (1989) και τη μεγάλου μήκους ταινία του «Αθηναίοι», η οποία απέσπασε το Α’ βραβείο διεθνούς φεστιβάλ ταινιών χιούμορ του Charmousse (1991). Επίσης έχει ασχοληθεί με το θέατρο («Εγώ δεν…», «Μη με λες Φωφώ»). Ως πεζογράφος έχει τιμηθεί στη Γαλλία με τα βραβεία Αλμπέρ Καμύ, Αλεξάντρ Βαιλάτ, Σαρλ Εσμπραγιά, Medicis (το 1995, για το βιβλίο του «Η μητρική γλώσσα»), καθώς και με το Βραβείο Μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας (το 2007, για το βιβλίο του «μ.Χ.»).
Έργα του έχουν εκδοθεί, εκτός από τη Γαλλία, όπου κυκλοφορούν ταυχόχρονα σχεδόν με την Ελλάδα, στη Γερμανία, την Ισπανία, την Αρμενία, την Ιταλία, τη Ρωσία, την Τουρκία, την Αργεντική, τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.

 

Σεμινάριο δημιουργικής γραφής | Βασίλης Αλεξάκης

Πέμπτη 30 Μαρτίου μέχρι Πέμπτη 6 Απριλίου 2017 (εκτός Τρίτης 4 Απριλίου) | 20:00-23:00|

Μετά την κυκλοφορία του νέου του βιβλίου «Το Κλαρινέτο», ο συγγραφέας Βασίλης Αλεξάκης επιστρέφει στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων για ένα νέο κύκλο σεμιναρίων δημιουργικής γραφής που θα διεξαχθεί από την Πέμπτη 30 Mαρτίου μέχρι την Πέμπτη 6 Απριλίου.

Στόχος της δημιουργικής γραφής είναι η απελευθέρωση της φαντασίας του συντάκτη. Γι’ αυτό το σκοπό, ο συγγραφέας βασίζεται στις ασκήσεις που επινοήθηκαν από την ομάδα OULIPO (Εργαστήρι Δυνητικής Λογοτεχνίας, Παρίσι) και χρησιμοποιήθηκαν στη συνέχεια στο πλαίσιο της σχετικής εκπομπής του Τρίτου Προγράμματος της γαλλικής ραδιοφωνίας στην οποία συμμετείχε ο ίδιος επί δεκαπέντε χρόνια. Το σύστημα αυτό επιβάλλει κανόνες στους γράφοντες (όπως η υποχρεωτική αναφορά σε κάποιες λέξεις, διαλεγμένες στην τύχη), κανόνες που, αν και φαινομενικά καθιστούν πιο δύσκολο το παιχνίδι της γραφής, στην πραγματικότητα το διευρύνουν, του δίνουν αναπάντεχες κατευθύνσεις και λειτουργούν σαν ερεθίσματα.
Διάρκεια του σεμιναρίου: 7 τρίωρα μαθήματα
Αιτήσεις στο info@polychorosket.gr, στο 213.00.40.496 και στο 69.45.34.84.45
Κόστος συμμετοχής: 200 € (περιορισμένος αριθμός συμμετοχών)

ΚΕΝΤΡΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΗΛΕΟΡΑΣΕΩΝ
Κύπρου 91Α & Σικίνου 35Α
Κυψέλη
213 00 40 496
69 45 34 84 45
info@polychorosket.gr 

ΠΡΟΣΒΑΣΗ
με αυτοκίνητο: εύκολο παρκάρισμα | με λεωφορείο (στάση Καλλιφρονά): 054, 608, 622, Α8, Β8 | με τρόλεϊ (στάση Καλλιφρονά): 3, 5, 11, 13, 14 | (στάση Πλατεία Κυψέλης): 2, 4 | με ΗΣΑΠ: Άγιος Νικόλαος (12 λεπτά με τα πόδια)

 

Απόσπασμα από το «Κλαρινέτο»

 

– Υπάρχει άραγε κάτι που δεν διαγράφεται ποτέ από τη μνήμη μας; σε ρώτησα.
Δεν χρειάστηκε να σκεφτείς πολύ.
– Η θάλασσα, είπες. Μπορεί κανείς να ξεχάσει τα βουνά, τις κοιλάδες, τα δάση, τα ποτάμια, ακόμη και τους καταρράκτες παρά τον θόρυβο που κάνουν, όχι όμως τη θάλασσα. Περικλείει όλα τα μυστήρια και ξέρει όλα τα παιχνίδια, είναι παμπάλαιη κι απίστευτα νέα. Κανένα άλλο τοπίο δεν μοιάζει τόσο με τη ζωή, να γιατί δεν μπορούμε να την ξεχάσουμε, επειδή θυμάται την παιδική ηλικία του κόσμου. Πρέπει να τη σεβόμαστε όσο και τη ζωή, και να την ατενίζουμε όρθιοι. Με κάνουν έξαλλο οι παραθεριστές που ξαπλώνουν στην άμμο, θέλω να τους πλακώσω στις κλοτσιές για να τους αναγκάσω να σηκωθούν, οφείλουμε όλοι να στεκόμαστε όρθιοι στις ακρογιαλιές.

 

* Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο».

 

 

 

 

Εκτύπωση
vas_catisΒασίλης Αλεξάκης: «Είναι τραγικό λάθος να νομίζει κανείς ότι κάνει λογοτεχνία διηγούμενος τη ζωή του»